Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

O Καντ σήμερα

Κατηγορία Φιλοσοφία
Γράφτηκε από  Κώστας Ανδρουλιδάκης Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Φιλοσοφία Τεύχος 59
Πορτρέτο του Καντ, φιλοτεχνημένο από άγνωστο ζωγράφο, το 1790. Πορτρέτο του Καντ, φιλοτεχνημένο από άγνωστο ζωγράφο, το 1790. Arts and History Picture library of London

Δύο αιώνες μετά το θάνατό του, η φιλοσοφία του Καντ αναγνωρίζεται καθολικά ως θεμελιακή αλλά συγχρόνως είναι και πιο επίκαιρη από ποτέ. Σε τι οφείλεται όμως κυρίως η ζωντάνια της αυτή; Η απάντηση θα έχει νόημα μόνο αν την επιχειρήσομε ως απροκατάληπτοι, κριτικοί μελετητές. [Αναδημοσίευση από το τεύχος 59 του Books' Journal. Τις επόμενες ημέρες θα αναρτηθούν και τα υπόλοιπα κείμενα του αφιερώματος στον Καντ, που περιείχε το εν λόγω τεύχος.]

Η πρώτιστη συμβολή του Καντ έγκειται στη θεμελιώδη κριτική του ανθρώπινου Λόγου. Τούτο περιλαμβάνει την οριοθέτηση της έγκυρης επιστημονικής γνώσης (εντός της εμπειρίας) από τη δογματική μεταφυσική, συγχρόνως όμως τη νομιμοποίηση της αναζήτησης και της ολοκλήρωσης της γνώσης και πέραν της εμπειρίας (κριτική αλλά και συγκρότηση του συστήματος της γνώσης). Για πρώτη φορά επιτυγχάνεται σαφής προσδιορισμός του έργου της φιλοσοφίας: η θέση ερωτημάτων και η αναζήτηση της γνώσης πέραν των ειδικών επιστημών – αλλά όχι ερήμην τους! Ο Καντ αναδεικνύεται ως ο κατ’ εξοχήν στοχαστής του πεπερασμένου μεν αλλά οικουμενικού ανθρώπινου Λόγου (εναντίον της δογματικής μεταφυσικής αλλά συνάμα με διασφάλιση, κατά το δυνατόν, καθολικών και οικουμενικών αρχών και αξιών, μη παραγνωρίζοντας τους υλικούς όρους και περιορισμούς, τα όρια και τις αδυναμίες του ανθρώπου).

Εάν επιχειρούσαμε μια χαρτογράφηση των κυριότερων επιδράσεων της καντιανής σκέψης στην πρόσφατη και σύγχρονη φιλοσοφία, θα αναφέραμε συνοπτικά τα ακόλουθα ρεύματα. Στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία, σημαντικότερος είναι σήμερα, νομίζω, ο Γιούργκεν Χάμπερμας. Το έργο του προσφέρει στο πεδίο της πρακτικής φιλοσοφίας και της θεωρίας των κοινωνικών επιστημών μια εντυπωσιακή σύνθεση Μαρξ, Χέγκελ, Φρόυντ και Μαξ Βέμπερ, με κυρίαρχο όμως στοιχείο την ανάδειξη των υπερβατολογικών με την καντιανή σημασία (δηλ. αναγκαίων και καθολικών) όρων της γνώσης και της πράξης. Στη σύγχρονη γερμανόφωνη φιλοσοφία συνεχίζουν γόνιμα την καντιανή παράδοση, λ.χ., οι D. Henrich, H. Lenk, H. Schnaedelbach, O. Hoeffe, V. Gerhardt κ.ά. Απροσδόκητη αλλά ιδιαίτερα καρποφόρα υπήρξε και είναι η πρόσληψη του Καντ (και η αναμέτρηση μαζί του) από την αναλυτική φιλοσοφία (ενδεικτικά P. F. Strawson, W. Sellars, H. Putnam, J. Hintikka, J. McDowell κ.ά.).

Αλλά η πραγματική δύναμη της καντιανής σκέψης έγκειται στη θεμελίωση της ηθικής στον Λόγο και στην ελευθερία. Η ηθική δεν ασχολείται με την εμπειρική πραγματικότητα των ανθρωπίνων πράξεων και με το τι συμβαίνει, αλλά με το δέον. Για τούτο ακριβώς δεν παρέχει τους ηθικούς κανόνες η εμπειρία αλλά ο ορθός Λόγος. Ακόμη σημαντικότερη όμως είναι η θεμελίωση της ηθικής σε μια εντελώς νέα έννοια της ελευθερίας: όχι απλώς ως ικανότητα επιλογής μεταξύ διαφορετικών δυνατοτήτων, αλλά ως ανεξαρτησία από τη φυσική, τη μεταφυσική και κάθε άλλη αναγκαιότητα (συμπεριλαμβανομένης ιδίως της κοινωνικής και της ψυχικής) και ως αυτονομία, δηλαδή ως ικανότητα του ανθρώπου να θεσπίζει ο ίδιος (και όχι άλλοι φορείς, έξω ή πάνω από αυτόν) τους ηθικούς κανόνες, ελεύθερα και υπεύθυνα, όχι αυθαίρετα, αλλά στηριζόμενος στον καθολικό ανθρώπινο Λόγο. Η αυτονομία σημαίνει τόσο την αναίρεση της θεονομίας όσο και την καθιέρωση της ανθρωπονομίας.         

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΙΣΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ

Κρίσιμο στοιχείο της ελευθερίας είναι η αυτενέργεια. Το μόνο που αρμόζει στον άνθρωπο ως πεπερασμένο έλλογο ον δεν είναι απλώς η αναζήτηση της ηδονής με το νόημα της παθητικής απόλαυσης, αλλά η ενεργός δράση, η δημιουργικότητα με γνώμονα την τελείωση. Η καντιανή ηθική συνεπάγεται μια πλήρη και ριζική αναθεώρηση των αξιών: τη θέση της εγωιστικής ευδαιμονίας, χρησιμοθηρίας και ιδιοτέλειας καταλαμβάνουν η αυτενέργεια, η άσκηση, η καλλιέργεια, η προσπάθεια  της τελείωσης, ο αυτοσεβασμός, η ευδαιμονία των άλλων και η επιδίωξη του κοινού αγαθού. Η ηθική αυτή εκφράζει βέβαια με τον τρόπο της την πίστη στον παραδοσιακό καταστατικό Χάρτη των ηθικών αξιών και αρχών, ο οποίος συνοψίζεται στην αρετή, στην ακεραιότητα, στην ανιδιοτέλεια∙ αλλά, χάρις στα ίδια τα θεμέλιά της, αντιβαίνει με τον οξύτερο τρόπο στην αδράνεια, την υποταγή, την υποτέλεια ή τον κομφορμισμό. Εξ άλλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρα ορθολογική ή νοησιοκρατική, ούτε εν τέλει παραγνωρίζει τη θεμιτή επιθυμία της ευδαιμονίας.    

Λόγω της ολοφάνερης υπεροχής της η επίδραση της καντιανής ηθικής είναι πράγματι απροσμέτρητη, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη γίνεται πάντα συνειδητή. Η καθολικότητα των ηθικών αρχών και αξιών αναγνωρίζεται από τα πιο διαφορετικά ρεύματα, π.χ., από τον ωφελιμισμό, από τον Χάμπερμας κ.ά., ενώ χωρίς αυτήν δεν νοείται η προάσπιση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η καντιανή έννοια της ελευθερίας έχει διαποτίσει τα πιο ποικίλα ρεύματα σκέψης, λ.χ., τον υπαρξισμό (Γιάσπερς, Χάιντεγκερ, Σαρτρ), τον Λεβινάς, τον Ρικαίρ, την ηθική του Χ. Γιανναρά κ.ά. Στην καντιανή ηθική, ιδίως στην έννοια της αυτονομίας, στηρίζεται αποφασιστικά η θεωρία της δικαιοσύνης του Τζον Ρωλς. Εναντίον του Καντ ασκείται εκ μέρους της αρεταϊκής ηθικής (λ.χ., νεοαριστοτελικοί, MacIntyre κ.ά.) η κριτική ότι οδήγησε στην κατάρρευση της κλασικής τελολογικής ηθικής, η οποία ανεγνώριζε κοινούς σκοπούς και σταθερές αρετές και αξίες. Η κριτική τούτη παραβλέπει ότι η καντιανή έννοια της αυτονομίας δεν συνεπάγεται την αυθαιρεσία, αλλά είναι δυνατή μόνο υπό τον όρο της αναγνώρισης της φύσης και της τάξης του Λόγου, καθολικών δηλαδή αρχών και αξιών. Επιπλέον, ο Καντ αναγνωρίζει ρητώς και με κάθε σαφήνεια ως «τέλος» (ή προορισμό) του ανθρώπου τη μέγιστη δυνατή τελείωση, η οποία περιλαμβάνει τη μόρφωση ή καλλιέργεια, τον εκπολιτισμό και την ηθικοποίησή του. Για τούτο ακριβώς, μια από τις πιο ελπιδοφόρες προοπτικές φαίνεται να είναι το εκ πρώτης όψεως παράτολμο εγχείρημα σύνθεσης καντιανής και κλασικής αρεταϊκής ηθικής (με πρόδρομο, στον 20ό αιώνα, την προσπάθεια του NicolaiHartmann (στην Ηθική του), για μια σύνθεση καντιανής, αριστοτελικής και φαινομενολογικής ηθικής των αξιών).     

Στο πεδίο της Αισθητικής επίσης η συμβολή του Καντ είναι θεμελιακή. Ως προς το κλασικό ερώτημα: «σε τι συνίσταται η ομορφιά;», ο Καντ εισηγήθηκε μια ριζική ανατροπή. Αντί να αναζητεί την αντικειμενική «ουσία» της ομορφιάς (πράγμα ανέφικτο), αναλύει τους όρους που καθιστούν δυνατή την καλαισθητική κρίση (λ.χ., «τούτο είναι ωραίο ή υψηλό»). Ως προς την τέχνη, απέδειξε για πρώτη φορά την αυτονομία της. Το έργο τέχνης αποτελεί έναν κόσμο αυτοτελή και αυθυπόστατο και δεν υπηρετεί αλλότριους σκοπούς.   

Οι αντίπαλοι του Καντ ανήκουν στα πιο ποικιλώνυμα ρεύματα του σκεπτικισμού, του σχετικισμού και του στενόμυαλου εμπειρισμού, παραγνωρίζοντας ότι ο Καντ λαμβάνει πλήρως υπ’ όψη τα πραγματικά δεδομένα αλλά και το «συμφέρον του Λόγου». Ωστόσο, το σύγχρονο παγκόσμιο φιλοσοφικό γίγνεσθαι προσφέρει την καλύτερη απόδειξη της νίκης των καντιανών ιδεών. Όποτε η ανθρωπότητα θα έχει ως κύριο μέλημά της την αυτονομία του ορθού Λόγου, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, θα είναι σε θέση να στηρίζεται στο ανεξάντλητο δυναμικό της κριτικής σκέψης του Καντ.[1]     

    

Ο ΚΑΝΤ ΕΞΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ

Σχετικά με τη μετάφραση του Καντ στα ελληνικά, το πρώτο ερώτημα που μπορεί να τεθεί, είναι: Μα είναι αυτό δυνατόν; Ή μάλλον: Πώς είναι αυτό δυνατόν;  Και τούτο λόγω της περιβόητης και ιδιάζουσας δυσχέρειας της γλώσσας του Καντ. Περίφημοι είναι οι σχετικοί χαρακτηρισμοί: «Αποτρόπαιο γραφειοκρατικό ή συμβολαιογραφικό ύφος» (Σίλλερ) αλλά και «λαμπρή ξηρότητα» (Σοπενχάουερ). Όπως έχουν επισημάνει επιτυχημένα, όταν ο Καντ γράφει λατινικά, είναι πολύ πιο κατανοητός!

Αλλά πού οφείλεται η συχνά αδιανόητη αυτή πολυπλοκότητα; Ανάμεσα στις κυριότερες εξηγήσεις που έχουν προταθεί είναι ότι πρόκειται για έναν εντελώς καινούργιο τύπο του σκέπτεσθαι που απαιτεί νέα και ιδιάζουσα γλώσσα  (Κασσίρερ),  και ότι η δυσκολία οφείλεται στην απόλυτη φιλαλήθεια και αντικειμενικότητα του Καντ, η οποία τον οδηγεί στο να θέλει να αναλύσει τα ζητήματα από όλες τις πτυχές. Ο Γκαίτε επισημαίνει καίρια ότι: «Με τους φιλοσόφους συμβαίνει κατ’ ανάγκην τούτο: γράφουν με ασάφεια από υπερβολικά μεγάλη αγάπη για τη σαφήνεια. Παραδείγματα, ο Καντ και ο Χέγκελ». (Ας σημειωθεί όμως ότι άλλοι μείζονες στοχαστές είναι ασυγκρίτως πιο ασαφείς). Αλλά ο Γκαίτε λέει επίσης: «Όταν διαβάζω Καντ, αισθάνομαι πάντοτε σαν να μπαίνω σε ένα φωτεινό δωμάτιο». 

Οι κυριότεροι στόχοι της μετάφρασης πρέπει, νομίζω, να είναι: 1) Ακρίβεια και κυριολεξία (όχι παράφραση, και μάλιστα εναντίον του νοήματος!). Τούτο ισχύει ιδίως στη φιλοσοφία και στις επιστήμες, ενώ στη λογοτεχνία υφίστανται μεγαλύτερα περιθώρια αποκλίσεων από το νόημα. 2) Φυσικότητα και σεβασμός της γλώσσας. Ζητούμενο είναι, εάν όχι οι ακριβείς, τότε οι ανάλογες εκφράσεις στη γλώσσα της μετάφρασης. Το ιδεώδες αποτελεί η δημιουργική «ανάπλαση» του πρωτοτύπου (κατά τον κορυφαίο φιλόλογο Στυλιανό Αλεξίου) με σκοπό να ρέει το κείμενο, σαν να ήταν γραμμένο εξ αρχής στη γλώσσα της μετάφρασης, να μην προσέχει ο αναγνώστης ότι πρόκειται για μετάφραση, να μη γίνονται εμφανείς οι δυσχέρειες για την απόδοσή του. Αντίστοιχο  ελάττωμα αποτελεί η διατήρηση, συχνά ανεπίγνωστη και ακούσια, των ιδιωματισμών του πρωτοτύπου. 

Τέλος, ο στόχος θα πρέπει να είναι η διαμόρφωση μιας, κατά το δυνατόν, ενιαίας («κοινής») φιλοσοφικής ορολογίας. Οι επισημάνσεις του Γιώργου Σεφέρη διατηρούν ακέραιη την ισχύ τους:

 

Αλλά τούτο μου επιτρέπει να προσθέσω ότι η αφηρημένη και ακριβής έκφραση στην Ελλάδα είναι ακόμη στα σπάργανα και κάνει πολλούς ανθρώπους να σκέπτονται στο κενό, ή οδηγεί σε μια τυποποιημένη αοριστολογία. Δεν υπάρχει ακόμη στον τόπο μας μια βάση «κοινής» για τη φιλοσοφική σκέψη. Υπάρχουν κατά κανόνα ατομικά ιδιώματα. Όποιος αμφιβάλλει, ας κάνει ένα στοιχειώδες πείραμα δοκιμάζοντας να μεταφράσει, όχι ωραία, αλλά ακριβώς μια οποιαδήποτε φράση ενός ξένου φιλοσόφου.

 


[1] Πρβλ. Ιμμάνουελ Καντ, Επιλογή από το έργο του, εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση Κ. Ανδρουλιδάκης, Αθήνα: Στιγμή 2008. 

 

 

Κώστας Ανδρουλιδάκης. Καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης με ερευνητικά ενδιαφέροντα στη φιλοσοφία του Καντ (του οποίου έχει μεταφράσει πολλά βιβλία) και του γερμανικού ιδεαλισμού, στη θεωρία του Λόγου, τη μεταφυσική, την ηθική και την αισθητική. Έχει εκδώσει το βιβλίο: Καντιανή ηθική. Θεμελιώδη ζητήματα και προοπτικές (2010).

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά