Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

H δύναμη επιβίωσης του μοντέρνου

Κατηγορία Φιλοσοφία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38

Βάσω Κιντή, Παναγιώτης Τουρνικιώτης, Κώστας Τσιαμπάος (επιμέλεια), Το μοντέρνο στη σκέψη και τις τέχνες του 20ού αιώνα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2013, 246 σελ.

Τίποτε δεν έχει τελειώσει και όλα εξακολουθούν να βρίσκονται στο τραπέζι. Η φιλοσοφία, η αισθητική θεωρία, ο πολιτισμός, οι εικαστικές τέχνες, η μουσική, η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική, ακόμα και η μαγειρική (που μόνο τα τελευταία χρόνια κατόρθωσε να αποκτήσει μια θέση μεταξύ των τεχνών), δεν έχουν βγει από τον αστερισμό του μοντέρνου. Κάτι περισσότερο: είναι πιθανό να το επαναδιεκδικούν μετά το θάμπωμα (αρκετοί συζητούν για μιαν εκ νέου χρεοκοπία) των μεταμοντέρνων κατακτήσεων. Αλλά θάμπωσαν όντως οι μεταμοντέρνες κατακτήσεις;

Μιλώντας για το μοντέρνο στην καθημερινή μας ζωή μπορεί να εννοούμε τα πιο διαφορετικά πράγματα, αναλόγως με το πώς, πότε και πού χρησιμοποιούμε τη λέξη. Το ίδιο, εντούτοις, συμβαίνει και στις επιστήμες, τις τέχνες, τη φιλοσοφία και τον πολιτισμό. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα το μοντέρνο γνώρισε μεγάλους θριάμβους και υπέστη απηνείς επιθέσεις. Στην αυγή του πολλοί βιάστηκαν να το απορρίψουν και να το ξορκίσουν. Στην άνοδο και την καθιέρωσή του οι περισσότεροι έσπευσαν να το χειροκροτήσουν. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ανέλαβαν να διακηρύξουν τη χρεοκοπία του, αποτίοντας φόρο τιμής στο μεταμοντέρνο, τον καινούργιο βασιλιά της ρήξης με όλες τις μορφές της παράδοσης. Ο συλλογικός τόμος Το μοντέρνο στη σκέψη και τις τέχνες του 20ου αιώνα, που συγκεντρώνει ένα μέρος των ανακοινώσεων οι οποίες ακούστηκαν σε ομότιτλο συνέδριο το οποίο πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2011 στο Μουσείο Μπενάκη, αποδεικνύει πως τίποτε δεν έχει τελειώσει και πως όλα εξακολουθούν να βρίσκονται στο τραπέζι. Η φιλοσοφία, η αισθητική θεωρία, ο πολιτισμός, οι εικαστικές τέχνες, η μουσική, η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική, ακόμα και η μαγειρική (που μόνο τα τελευταία χρόνια κατόρθωσε να αποκτήσει μια θέση μεταξύ των τεχνών), δεν έχουν βγει από τον αστερισμό του μοντέρνου. Κάτι περισσότερο: είναι πιθανό να το επαναδιεκδικούν μετά το θάμπωμα (αρκετοί συζητούν για μιαν εκ νέου χρεοκοπία) των μεταμοντέρνων κατακτήσεων. Αλλά θάμπωσαν όντως οι μεταμοντέρνες κατακτήσεις;  

ΤΟ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΑΛΛΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Θα χρειαστεί να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τι ακριβώς είναι στις ημέρες μας το μοντέρνο; Οπωσδήποτε όχι μια πρωτόφαντη πρωτοπορία, όπως την εποχή των αρχικών του αναζητήσεων. Από την άλλη, ωστόσο, μεριά το μοντέρνο δεν αποτελεί και μια τελειωμένη επανάσταση, μιαν ορμή που υποχώρησε άδοξα για να παραχωρήσει τα πρωτεία στη σύμβαση και το κατεστημένο. Το μοντέρνο ταυτίζεται ιστορικά με την ανάπτυξη της επιστήμης, της τεχνολογίας και των μεγάλων κοινωνικών ή οικονομικών αλλαγών, στις οποίες πρωταγωνίστησε  ως ιδεώδες του λόγου και της ελευθερίας. Αναμφισβήτητη μοιάζει η ιστορική του σημασία και στο καλλιτεχνικό ή το φιλοσοφικό επίπεδο. Στη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες έβαλε στο κέντρο το άτομο και την υποκειμενικότητά του ενώ στη φιλοσοφία πέτυχε (από ένα σημείο τουλάχιστον και μετά) το εντελώς αντίθετο: να αφαιρέσει από το υποκείμενο όλες τις αρμοδιότητές του. Είτε τη φιλοσοφία έχουμε πάντως κατά νουν είτε την τέχνη, το μοντέρνο υπήρξε σε όλο το μήκος της ιστορικής του διαδρομής ο πολιορκητικός κριός για να πέσουν τα κάστρα της αβασάνιστης βεβαιότητας και των μακάριων γενικών αρχών. Το μοντέρνο μάς έμαθε πως το ολοκληρωμένο δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένο, όπως και ότι για να σκεφτούν αξιόπιστα ο φιλόσοφος και ο αισθητικός θεωρητικός ή για να εκφραστεί πειστικά ο καλλιτέχνης θα πρέπει να βασιστούν σε πολλαπλές πηγές και να μελετήσουν ή να συνδυάσουν τις πλέον απροσδόκητες συναρμογές. Κι ας μην ξεχνάμε εδώ πως όποτε έγινε πράξη κάτι ανάλογο από τον καλλιτέχνη χρειάστηκε είτε μια γενναία σύγκρουση με τις καθιερωμένες αξίες όχι μόνο της τέχνης, αλλά και της κοινωνίας, όπως έχει δείξει ο Αντόρνο, είτε μια αντιδραστική στροφή, που οδήγησε στην «αισθητικοποίηση της πολιτικής», όπως έχει δια μακρών εξηγήσει ο Μπένγιαμιν.    

Περνώντας στο σήμερα, εύκολα διαπιστώνουμε πως το μοντέρνο δεν έχει υποστείλει, όπως κι αν το ζυγίσουμε, τη σημαία της αμφισβήτησης και της ανατροπής. Στη μουσική η λογική του θραύσματος έχει πάντα ως αντίπαλό της τον καθησυχαστικό κόσμο της τονικότητας και της αρμονίας, στη ζωγραφική και την ποίηση το αίτημα του Μπωντλαίρ για την πρόκληση ενός πολυαισθητηριακού ερεθίσματος δεν έχει αποβάλει την επικαιρότητά του, ιδίως αν το εντάξουμε στο πεδίο των νέων μέσων και του κυβερνοχώρου, ενώ στη μαγειρική η μοριακή κουζίνα έχει παραμερίσει τη nouvellecuisine, για να μετατρέψει το φαγητό από εκλεπτυσμένη γεύση σε καλλιτεχνική εμπειρία (η nouvellecuisine παραμέρισε προηγουμένως ως ορκισμένο εχθρό της τις βαριές σάλτσες και τις λιπαρές ουσίες του 19ου αιώνα, μια καθαρώς μεσαιωνική κληρονομιά). Όσο για το τι συμβαίνει στον τόπο μας, μπορεί στην αρχιτεκτονική οι Έλληνες να θεωρούν εδώ και δεκαετίες αναπόσπαστο τον τρόπο της ζωής τους από τις ανέσεις της μοντέρνας κατοικίας, αλλά στην πολεοδομία ο ενθουσιασμός των ευρωπαίων μοντέρνων για τα ερείπια της αρχαιότητας δημιούργησε μιαν Αθήνα που μόλις ξέφυγε από το δόκανο της αρχαιοπληξίας κατέληξε ένα βάναυσο μείγμα Δύσης και Ανατολής (το βλέπουμε καθημερινά παντού τριγύρω μας). Αναλόγως έχουν ατυχήσει και οι ελληνικές μαγειρικές επιδόσεις, που δεν έχουν ξεφύγει από τον μιμητισμό και την ξιπασιά. Στην απέναντι όχθη, πάντως, θα παρακολουθήσουμε την προωθημένη πορεία της σύγχρονης ελληνικής γλυπτικής, που τείνει να συνενωθεί με την αρχιτεκτονική.

Τα κείμενα του τόμου που μόλις περιέγραψα έχουν γράψει η Βάσω Κιντή (για τις ιστορικές, αλλά και για τις σύγχρονες έννοιες του μοντέρνου), ο Γιώργος Ξηροπαϊδης, ο Κωνσταντίνος Α. Παπαγεωργίου και η Κατερίνα Παπλωματά (για το μοντέρνο στη φιλοσοφία και την αισθητική), ο Χρήστος Καράς (για το μοντέρνο στη μουσική), η Φαίη Ζήκα (για τη συναισθησία, το κατεξοχήν μοντέρνο φαινόμενο, όπου μία αίσθηση είναι αίφνης σε θέση να κινητοποιήσει όλες τις άλλες), ο Αλβέρτος Αρούχ (για τη μοντέρνα μαγειρική), ο Κώστας Τσιαμπάος (για την ιστορία του μοντέρνου ελληνικού σπιτιού), ο Αριστείδης Αντονάς (για την Αθήνα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής αρχαιομανίας)  και ο Κωστής Βελόνης (για τον εναγκαλισμό της αρχιτεκτονικής με τη σύγχρονη ελληνική γλυπτική). Όλα τα κείμενα διαθέτουν ισχυρό θεωρητικό εξοπλισμό, πλαστική (χωρίς δογματισμούς και σχηματοποιήσεις) γνώση του αντικειμένου τους και εδραία επιχειρηματολογία, που αποφεύγει την οποιαδήποτε ετοιμοπαράδοτη λύση. Γίνονται, παρόλα αυτά, αμέσως φανερές δύο ουσιαστικές ελλείψεις: δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες αναφορές στη λογοτεχνία και δεν βρίσκουμε παρά μόνο μερικές σποραδικές νύξεις για τη σχέση του μοντέρνου με το μεταμοντέρνο.

ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΟ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ

Παρά τις ελλείψεις, κάποιες από τις συμβολές του τόμου μού προσφέρουν τη δυνατότητα, με όσα ξέρω για τη λογοτεχνία, να ανοίξω τη συζήτηση προς την κατεύθυνση του μεταμοντέρνου για να δούμε αν το μοντέρνο και η δύναμη της σημερινής του επιβίωσης έχουν κάποια σχέση μαζί του. Πώς να ορίσουμε καταρχάς το μοντέρνο; Η Κιντή παρέχει έναν πρώτο κατάλογο των χαρακτηριστικών του: αυτοαναφορικότητα, φορμαλισμός, αφαίρεση, κατασκευή, εσωτερικότητα του υποκειμένου. Ο Ξηροπαϊδης θα μας παραπέμψει από τη μεριά του στον Αντόρνο για να σκεφτούμε την κοινωνική λειτουργία του μοντέρνου. Όσο παραμένουμε στη σφαίρα του ωραίου, λέει ο Αντόρνο, το έργο τέχνης συνιστά μιαν ολότητα που αναπαράγει τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις. Αν περάσουμε, εντούτοις, στη σφαίρα του υψηλού, το έργο τέχνης θα μετατραπεί σε μιαν ολότητα που όντας υποχρεωμένη να διασώσει «τα πολλά μέσα στο ένα» δεν θα κατορθώσει ποτέ να ολοκληρωθεί. Υποδεικνύοντας τις αποκλίσεις που συλλειτουργούν στο εσωτερικό της καλλιτεχνικής ολότητας (ας θυμηθούμε την μπωντλαιρική συναισθησία για την οποία γράφει η Ζήκα), το υψηλό θα συνεχίσει από τη μια πλευρά να εκφράζει την κυριαρχία, αλλά θα ενεργοποιήσει από την άλλη την ικανότητά του για υπονόμευση.    

  Η ικανότητα για υπονόμευση οφείλεται σε αυτό που παρατηρεί η Παπλωματά για τη θέση του Αντόρνο: στο ότι ακόμα κι αν το μοντέρνο έργο τέχνης τείνει να διαλύσει την ενότητά του, δεν ξηλώνει τη συνθετική του δομή. Ακόμα κι αν αντί για τη συμμόρφωση στη συμμετρία και σε συγκεκριμένους μορφικούς κανόνες επικρατούν η αυτονομία και το επιμέρους, έχουμε και πάλι σύνθεση - μια μη αρμονική σύνθεση. Είναι όπως με το νόημα το οποίο αναγνωρίζει στη γλώσσα ο Μερλώ Ποντύ δια στόματος Σωσσύρ. Το νόημα προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ των σημείων ενός γλωσσικού συστήματος. Τα ίδια τα σημεία βρίσκονται εκτός συνόλου και είναι κενά περιεχομένου, αλλά το γλωσσικό σύστημα παράγει πάντα πλήρεις σημασίες.   

ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ

Πώς θα τοποθετήσουμε το μεταμοντέρνο απέναντι σε μια τέτοια γκάμα; Ας ξεκινήσουμε από τη φιλοσοφία όπου το μεταμοντέρνο εξισώνεται με την αμφισβήτηση του γνωστικού υποκειμένου, με την πεποίθηση, δηλαδή, ότι κάθε γνώση συνιστά μιαν εκ των προτέρων κατασκευή, που εξυπηρετεί κάποιους ηθικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς και αισθητικούς ή επιστημονικούς σκοπούς, απαγορεύοντας στον εξωτερικό παρατηρητή την πίστη σε οποιαδήποτε κανονιστική αρχή. Αν εν προκειμένω εντοπίζουμε έναν στενό συγγενικό δεσμό με το μοντέρνο, τα πράγματα με την τέχνη μοιάζουν εκ πρώτης όψεως εντελώς διαφορετικά, παρά το γεγονός ότι η προβληματική του μοντέρνου έχει προλάβει να βάλει στο στόχαστρό της όλες τις κανονιστικές αρχές. Η μεταμοντέρνα κατάσταση στην τέχνη, για να επικαλεστώ τον διάσημο όρο του Λυοτάρ, εκφράζεται με την απόρριψη του ελιτισμού και της περίπλοκης ή δυσνόητης μορφικής επεξεργασίας (ο Παπαγεωργίου θα κάνει λόγο στον τόμο για πολιτική πανουργία της ρηχότητας), όπως και με την απομάκρυνση από την αδιάπτωτα δραματική αίσθηση η οποία διακατέχει τον λογοτεχνικό μοντερνισμό. Δύο πρωτίστως συνθήκες δεσπόζουν σε μια τέτοια προοπτική: η υπαρξιακή απροσδιοριστία και η έντονη αυτοπαρώδηση. Όταν καταπιάνεται με τη λογοτεχνία ο μεταμοντερνισμός διακρίνει ένα μεγαλοπρεπές κενό στη γλώσσα της ή μιαν εν συνόλω κατάρρευση της αλήθειας της, επιζητώντας την ίδια ώρα με πάθος την απελευθέρωση από την τυραννία των δραματικών της μορφών. Ο Φρέντερικ Τζέημσον παίζει στα δάχτυλα τα ζητούμενα αυτής της απελευθέρωσης: ανέμελο παιχνίδι των μορφών και τυχαία παραγωγή των καινούργιων εκδοχών τους ή (γιατί όχι;) χαρμόσυνη ανακύκλωση και ανακατανομή των παλαιοτέρων. Ο συμφυρμός, η αποκέντρωση, η φαντασίωση της καταστροφής και η λογική των ομοιωμάτων και των προσομοιώσεων αποκτούν ανυπολόγιστο βάρος σ’ αυτό το κατά τα άλλα απολύτως πλουραλιστικό (και ταυτοχρόνως υπεράνω πάσης αξιολογικής τιμής) παιχνίδι σε συνδυασμό με τη σχεδόν ενστικτώδη τάση για πανσημία, γλωσσική παραδοξότητα και αδιάκοπες ερμηνευτικές περιπλοκές,  που δεν αποκλείεται τώρα να πετύχουν αυτό που δεν πέτυχε (ή δεν θέλησε να πετύχει) ο μοντερνισμός: την κατάργηση της σύνθεσης.

Έχουμε άραγε έτσι εξασφαλίσει μια σταθερή γραμμή για τη διαστολή του μεταμοντέρνου από το μεταμοντέρνο, πολλώ δε μάλλον αν πρόκειται να την ψάξουμε στο τοπίο της λογοτεχνίας των πρόσφατων δεκαετιών, η οποία αλλάζει συνεχώς τη μορφολογία της και αυξομειώνει ασταμάτητα τις ταχύτητές της; Όχι, βέβαια. Τα ερωτήματα έρχονται αμέσως το ένα μετά το άλλο. Δεν είναι τα τάχα απαραγνώριστα στοιχεία του λογοτεχνικού μεταμοντερνισμού, όπως η απροσδιοριστία, η αυτοπαρώδηση, το κενό της γλώσσας και ο συμφυρμός, γνωρίσματα και του λογοτεχνικού μοντερνισμού, που διαλύει με την κατά Αντόρνο εσωτερική του πολλαπλότητα το σύμπαν; Και δεν εκρέουν επίσης στο πεδίο του λογοτεχνικού μοντερνισμού τα τεχνικά σχήματα της πανσημίας, της παραδοξότητας και των ερμηνευτικών παιγνίων; Κι αν το κενό της γλώσσας θα επαναφέρει στην πρώτη γραμμή τα κενά περιεχομένου σημεία του Σωσσύρ και του Μερλώ Ποντύ, δεν θα επιστρέψουν η πανσημία, η παραδοξότητα και τα ερμηνευτικά παίγνια με τον τρόπο  τους στο παρελθόν, από το οποίο και θα αντλήσουν ένα μεγάλο κομμάτι των υλικών τους, επικυρώνοντας τον ισχυρισμό του Χάυντεν Γουάιτ ότι ο λογοτεχνικός μοντερνισμός δεν σταμάτησε ποτέ να αντλεί από το παρελθόν ένα παρηγορητικό νόημα; Το ίδιο δεν θα πιστέψει κι ο Μπένγιαμιν όταν θα διακηρύξει την ανάγκη να διεμβολίσει το παρόν το παρελθόν (ο μοντερνισμός είναι βαθιά παροντικός θα μας πει ο Γουάιτ), έστω κι αν ο Άγγελος της Ιστορίας είναι καταδικασμένος να τρέχει προς το μέλλον; Πώς θα πρέπει να προχωρήσουμε; Ο Άντονυ Γκίντενς θα κάνει ό,τι έκανε ο Κολόμβος με το αυγό του. Αρνούμενος να διακρίνει αυστηρά μεταξύ μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού, προτιμά να αναφερθεί, μιλώντας για τον μεταμοντερνισμό, σε μια ριζοσπαστικοποιημένη φάση της νεωτερικότητας. Αναλογίζομαι τη σύγχρονη λογοτεχνία (ελληνική και ξένη) και κρατώ τις παρατηρήσεις τόσο του Γκίντενς όσο και του Τζαίημσον. Μπορεί στον μεταμοντερνισμό ορισμένα δεδομένα τού μοντερνισμού να οξύνονται και κάποια άλλα να υποχωρούν και να απομακρύνονται, με αναντικατάστατο φόντο το πολυφορεμένο εκείνο anythinggoes, αλλά το μοντέρνο έχει επιβιώσει επειδή δεν έχει πεθάνει και το μεταμοντέρνο: ένα αμοιβαίο φιλί ζωής.    

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Κριτικός λογοτεχνίας. Έχει γράψει τα βιβλία Μίλτος Σαχτούρης: Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού (1991), Οδόσημα (1999) και μαζί με την Ελισάβετ Κοτζιά επιμελήθηκε την ανθολογία Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία (1995).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά