Δευτέρα, 06 Απριλίου 2015

Θεωρίες νεοφιλελεύθερης συνωμοσίας

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Φιλοσοφία Τεύχος 25
Σάββατο, 4 Απριλίου 2015. Ο Ερίκ Τουσέν, ενδυματολογικά εκκεντρικώς, εξηγεί στον πρόεδρο της δημοκρατίας, στην πρόεδρο της Βουλής και σε στελέχη της κυβερνώσας αριστεράς και της συγκυβερνώσας ακροδεξιάς πώς θα εξαφανίσει το επαχθές χρέος. Το στιγμιότυπο, από την τηλεόραση της Βουλής. Σάββατο, 4 Απριλίου 2015. Ο Ερίκ Τουσέν, ενδυματολογικά εκκεντρικώς, εξηγεί στον πρόεδρο της δημοκρατίας, στην πρόεδρο της Βουλής και σε στελέχη της κυβερνώσας αριστεράς και της συγκυβερνώσας ακροδεξιάς πώς θα εξαφανίσει το επαχθές χρέος. Το στιγμιότυπο, από την τηλεόραση της Βουλής. YouTube

Eric Toussaint, Ο Νεοφιλελευθερισμός. Aπό τις απαρχές του έως τις μέρες μας, μετάφραση από τα γαλλικά: Αλέκος Γεράλις, Τόπος, Αθήνα 2012, 78 σελ.

 

έναρξη στην υπό τη Ζωή Κωνσταντοπούλου Βουλή των εργασιών της λεγόμενης Επιτροπής για τα Αληθινά Αίτια και τις Γενεσιουργούς Αιτίες της Δημιουργίας και της Διόγκωσης του Δημόσιου Χρέους επεφύλασσε, προφανώς, την ομιλία του προσώπου που, μετά τη Νικαράγουα και τον Ισημερινό, ήρθε στην Ελλάδα να προσφέρει την τεχνογνωσία του στη διαγραφή του επαχθούς χρέους. Το πρόσωπο αυτό είναι καθηγητής και ονομάζεται Αλαίν Τουσέν. Μέρος της σκέψης του συνοψίζεται στο βιβλίο του Νεοφιλελευθερισμός, που είχε παρουσιαστεί στο BooksJournal #25, του Νοεμβρίου 2012. Το άρθρο εκείνο αναδημοσιεύουμε σήμερα στην ηλεκτρονική μας έκδοση.

  

Ίσως η πιο διαδεδομένη ανάγνωση της φιλελεύθερης ιδεολογίας από ένα δογματικό τμήμα της αριστερής διανόησης εμπεριέχει ιδεοληψίες, παρεξηγήσεις, μισές αλήθειες και πολύ συνωμοσιολογικό πνεύμα. Σε όλα αυτά τα ολισθήματα πέφτει και ο βέλγος στοχαστής Αλαίν Τουσέν, που εζήλωσε τη δόξα της Ναόμι Κλάιν.

Τα όρια ανάμεσα στην πολεμική και το λιβελογράφημα είναι συχνά δυσδιάκριτα, πλην όμως υπαρκτά. Η πολεμική είναι η τέχνη του επιχειρήματος που χρησιμοποιείται με σκοπό την ενίσχυση της ορθότητας μια άποψης ή την απόρριψη της αντίθετής της. Σπουδαίοι τεχνίτες του γραπτού και προφορικού λόγου έχουν κατά καιρούς διακριθεί στην άσκηση της πολεμικής, ανάμεσά τους οι πρόσφατα αποβιώσαντες συγγραφείς Γκορ Βιντάλ και Κρίστοφερ Χίτσενς. Αν και το ύφος της πολεμικής δεν αποφεύγει ενίοτε την επιθετικότητα, τους υψηλούς τόνους και την υπερβολή, στον βαθμό που είναι γερά θεμελιωμένο στο επιχείρημα συμβάλλει αναμφίβολα στην προσέγγιση της αλήθειας.

Το λιβελογράφημα (λατινικά: libellus) αποτελεί μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Με κύρια όπλα του τα κακόβουλα ψεύδη, τις μισές αλήθειες και τις συνειδητές παρερμηνείες, αποσκοπεί να δώσει στρεβλή εικόνα του ατόμου, της ιδέας ή της κατάστασης που βρίσκεται κάθε φορά στο στόχαστρό του. Σε κάθε περίπτωση, περισσότερο συσκοτίζει παρά διευκολύνει την κατανόηση της πραγματικότητας. Βέβαια, κατά τον αρχαίο ρωμαίο ποιητή Οράτιο, τα πράγματα ήταν απλούστερα∙ ο λίβελος δεν ήταν τίποτε άλλο παρά «κακής ποιότητας λόγος».

Ανεξάρτητα από την κατάταξή του στην κατηγορία της πολεμικής ή του λιβελογραφήματος, το μικρό βιβλίο του Ερίκ Τουσαίν (Eric Toussaint) σίγουρα δεν αποτελεί υψηλής ποιότητας πολιτικό λόγο. Ο Τουσαίν, βέλγος καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Παρίσι και τη Λιέγη, πρόεδρος της Επιτροπής για τη Διαγραφή του χρέους του Τρίτου Κόσμου (CADTM) και σημερινός γραμματέας της Τέταρτης Διεθνούς, στο βιβλίο του Ο Νεοφιλελευθερισμός. Από τις απαρχές έως τις μέρες μας, (θεωρεί ότι) καταφέρνει να ξεμπερδέψει με τον ιδεολογικό του αντίπαλο μέσα σε μόλις μερικές δεκάδες σελίδες μικρού σχήματος. Άλλωστε, σύμφωνα με την αφήγηση του συγγραφέα, τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά: ο νεοφιλελευθερισμός επιτίθεται «με εκδικητική μανία» (σελ. 21) στις «κατακτήσεις των εργατών και των καταπιεσμένων γενικά» (σελ. 65). Εν μέσω της σημερινής κρίσης, «η νεοφιλελεύθερη κάμπια επιθυμεί να μετατραπεί σε καπιταλιστική λιβελούλα» (σελ. 16), αυτή τη φορά με τη μορφή ενός «πράσινου» (φιλοπεριβαλλοντικού) καπιταλισμού.

Στην πραγματικότητα, ο Τουσαίν προτείνει μια συνωμοσιολογική ανάγνωση της νεότερης οικονομικής ιστορίας όπου κάποια, περισσότερο και λιγότερο, σκοτεινά κέντρα (παρα)εξουσίας καθορίζουν τις οικονομικές τύχες δισεκατομμυρίων κατοίκων του πλανήτη. Για τον συγγραφέα, οι νεοφιλελεύθερες μηχανορραφίες ενσαρκώνονται στο πρόσωπο του Άλαν Γκρίνσπαν, για τον οποίο δεν φείδεται ειρωνικών χαρακτηρισμών («τι περιμένει η Τράπεζα της Σουηδίας για να του απονείμει το Νόμπελ Οικονομίας;», «Τι ηλίθιος αυτός ο Γκρίνσπαν! Καημένε Άνταμ Σμιθ!» - σελ. 75 και 29 αντίστοιχα). Έτσι, ο πρώην διοικητής της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας παρουσιάζεται ως υπέρμαχος της πλήρους αυτονόμησης της εταιρικής διοίκησης καθώς υποστηρίζει ότι «το αυταρχικό μοντέλο διοίκησης του διευθύνοντος συμβούλου μοιάζει να είναι η μόνη λύση για την αποτελεσματική λειτουργία μιας εταιρείας.

Δεν μπορούμε να υπερφαλαγγίσουμε τον αναγκαίο αυταρχισμό της σημερινής εταιρικής δομής» (σελ. 73-74). Έχει λοιπόν ιδιαίτερη σημασία να σημειώσουμε ότι μια σειρά από φιλελεύθερους στοχαστές (από τον Μιλλ μέχρι τον Χγεκ) έχουν επισημάνει την απόσταση που στην πράξη χωρίζει την άσκηση της περιορισμένης ευθύνης, τον συγκεντρωτικό έλεγχο και την κυριαρχία των εταιρειών σε συγκεκριμένες αγορές, με το ιδεώδες της ανταγωνιστικής και από κεντρωμένης ανοικτής οικονομίας[1].

 

Ένα βιβλίο γεμάτο ενστάσεις

Η προσεκτική ανάγνωση του βιβλίου προκαλεί πολλές ενστάσεις, ερωτηματικά και αντιρρήσεις –σχεδόν μια σε κάθε παράγραφό του!– οι οποίες, χάριν συντομίας, μπορούν να ομαδοποιηθούν σε τρεις βασικές παρατηρήσεις.

Πρώτον, ο συγγραφέας ταυτίζει παραπλανητικά τον νεοφιλελευθερισμό με τη λεγόμενη «συναίνεση της Ουάσινγκτον». Ο όρος (που προέρχεται από τον πολιτικό επιστήμονα Τζον Γουίλλιαμσον) περιγράφει μια σειρά από (κυρίως μακροοικονομικές) προτάσεις οικονομικής πολιτικής που, αναμφίβολα, βρίσκουν σύμφωνους πολλούς φιλελεύθερους, κάποιες άλλες ωστόσο έχουν αποτελέσει αντικείμενο κριτικής από αρκετούς ομοϊδεάτες τους διανοητές. Πέραν τούτου όμως, πρέπει να επισημάνουμε ότι η συναίνεση της Ουάσινγκτον δεν είναι τόσο κυρίαρχη όσο νομίζεται. Σήμερα φαίνεται να προβάλει έντονα ο «αυταρχικός καπιταλισμός» (η λεγόμενη «συναίνεση του Πεκίνου») ως εναλλακτικό παράδειγμα επιτυχημένης οικονομικής πολιτικής για τη σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης. Τέλος, ο «υπαρκτός φιλελευθερισμός» δεν είναι τόσο αναποτελεσματικός, όσο θεωρεί ο Τουσαίν. Προκειμένου να καταδείξει τα περιορισμένα οφέλη των αγορών, ο συγγραφέας επαναλαμβάνει (αρκετά κοινότοπα και ελάχιστα μαρξιστικά) την παλαιότερη επιχειρηματολογία των «οικονομικών της ανάπτυξης» (development economics). Ειδικότερα, ο Τουσαίν επισημαίνει ότι η εντυπωσιακή μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη ασιατικών χωρών όπως η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν οφείλεται στην εκτεταμένη κρατική παρέμβαση και τον οικονομικό σχεδιασμό (σελ. 18). Ωστόσο, οι διαθέσιμες εμπειρικές μελέτες καταδεικνύουν ότι οι ανοιχτές αγορές που υποστηρίζονται από τους κατάλληλους εγχώριους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς αποτελούν την αναγκαία συνθήκη οικονομικής ανάπτυξης (με τις ασιατικές οικονομίες να μην αποτελούν εξαίρεση).

Δεύτερον, ο Τουσαίν επιλέγει να ασχοληθεί με μόνο ένα ρεύμα της πολύμορφης φιλελεύθερης οικονομικής παράδοσης. Αν και αρχικά αναγνωρίζει ότι «υπάρχουν προφανείς διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις νεοφιλελεύθερες τάσεις» (σελ. 25), και ορθά συμπεριλαμβάνει τον Κέυνς στη φιλελεύθερη παράδοση, επιλέγει να επικεντρωθεί αποκλειστικά σε ένα τμήμα της (μονεταριστικής) σχολής του Σικάγου. Ωστόσο, μία προσεκτικότερη επισκόπηση της ιστορίας των πολιτικών ιδεών αρκεί να καταδείξει το γεγονός ότι το ποτάμι του φιλελευθερισμού εκβάλλει σε πολλές και διαφορετικές όχθες. Από τον κλασσικό φιλελευθερισμό του Άνταμ Σμιθ, τον βρετανικό Νέο Φιλελευθερισμό των αρχών του εικοστού αιώνα και τη «γερμανική κοινωνική οικονομία της αγοράς» της μεταπολεμικής περιόδου, μέχρι τον «υψηλό φιλελευθερισμό» (high liberalism) του Ρωλς και τον σημερινό «νεοκλασικό φιλελευθερισμό» του Τομάσι, ο φιλελευθερισμός σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ένα σώμα δογματικών, αμετάβλητων και αναλλοίωτων πεποιθήσεων. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο αμερικανός αναρχοφιλελεύθερος συγγραφέας Anthony de Jesay, είναι ορθότερο να μιλάμε για «φιλελευθερισμούς» παρά για έναν μοναδικό «φιλελευθερισμό».

Τρίτον, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τα συνήθη σε ανάλογες περιπτώσεις μέσα εντυπωσιασμού, στοχεύοντας περισσότερο στη δημιουργία αρνητικών εντυπώσεων, παρά στην ουσία των επιχειρημάτων. Έτσι, για παράδειγμα, ο Χάγεκ εμφανίζεται αδικαιολόγητα να εκφράζει «την υποστήριξή του στις δικτατορικές και αιμοσταγείς μεθόδους του στρατηγού [Πινοσέτ]» (σελ. 55), ενώ ο διεθνής οργανισμός της Μοντ Πελερέν (Mont Pelerin Society) παρουσιάζεται ως «ένα είδος νεοφιλελεύθερης μασονίας, πολύ καλά οργανωμένης και αφοσιωμένης στη διάδοση του νεοφιλελεύθερου πιστεύω, με τακτικές διεθνείς συναντήσεις» (σελ. 52). Ο πρώτος ισχυρισμός του Τουσαίν εδράζεται στην (όντως εκφρασμένη) άποψη του βιεννέζου στοχαστή πως «ένας δικτάτορας μπορεί να κυβερνήσει με φιλελεύθερο τρόπο, όπως ακριβώς μια δημοκρατία μπορεί να κυβερνήσει χωρίς τον ελάχιστο φιλελευθερισμό. Η προσωπική μου προτίμηση είναι μάλλον προς μία φιλελεύθερη δικτατορία παρά προς μία δημοκρατική κυβέρνηση που θα έχει βαθύ έλλειμμα φιλελευθερισμού» (σελ. 56). Ξεπερνώντας το γεγονός ότι ο συγγραφέας αποφεύγει να εξηγήσει στον αμύητο αναγνώστη τους χαγεκιανούς ορισμούς του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας, η παραπάνω αναφορά, προκειμένου να γίνει κατανοητή, θα έπρεπε να συνοδεύεται από την απαραίτητη υπόμνηση ότι ο Χάγεκ έκανε λόγο για μια προσωρινή περίοδο αναστολής των δημοκρατικών διαδικασιών στην οποία οι ατομικές ελευθερίες διευρύνονται και δεν περιορίζονται. Εάν λοιπόν επιχειρούσαμε να ερμηνεύσουμε τον Χάγεκ θα λέγαμε ότι ο τύπος διακυβέρνησης που είχε στο νου του προσομοιάζει περισσότερο στο σημερινό καθεστώς του Χονγκ Κονγκ[2].

Είναι φυσικά να περιττό να αναφέρουμε ακόμη ότι, πάμπολλοι άλλοι φιλελεύθεροι στοχαστές (ανάμεσά τους ο Μάρρεϋ Ρόθμπαρντ), πολιτικές κινήσεις και ινστιτούτα είχαν καταδικάσει απερίφραστα το καθεστώς Πινοσέτ.

Όσον αφορά τις αιτιάσεις του για τη μυστικότητα της Μοντ Πελερέν, τούτες δεν αντέχουν σε οποιαδήποτε κριτική. Στα μέλη του οργανισμού περιλαμβάνονται διαπρεπείς επιστήμονες, όπως οι νομπελίστες Ronald Coase, James Buchanan και Vernon Smith, οι συναντήσεις της απολαμβάνουν δημοσιότητας (αν και δεν επιδιώκεται), στις συνεδριάσεις τους εφαρμόζεται το καθεστώς των παρατηρητών, ενώ το πρόγραμμα και πολλές από τις εισηγήσεις των συμμετεχόντων μπορούν να βρεθούν στο διαδίκτυο με μια απλή αναζήτηση[3].

Δυστυχώς, το δοκίμιο του Τουσαίν περιορίζεται στην αποδόμηση του «νεοφιλελευθερισμού» και δεν προχωρά στη σκιαγράφηση εναλλακτικών οικονομικών πολιτικών. Έτσι, στις προτάσεις που έχει διατυπώσει κατ’ επανάληψη για την υπέρβαση της ευρωπαϊκής ύφεσης και της κρίσης του χρέους περιλαμβάνονται ριζοσπαστικές και, περισσότερο ή λιγότερο, ευφάνταστες θέσεις στις οποίες έχει ενδιαφέρον να αναφερθούμε. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων, οι προτάσεις του για τη φορολόγηση με ανώτατο συντελεστή 90% για το πλέον εύπορο τμήμα του πληθυσμού προκειμένου να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα, η εθνικοποίηση των τραπεζών και η συνακόλουθη ανάληψη του κόστους από τους κύριους μετόχους τους, η μαζική επαν-εθνικοποίηση των επιχειρήσεων που ιδιωτικοποιήθηκαν από τη δεκαετία του 1980, η μείωση των ωρών εργασίας χωρίς παράλληλη μείωση των μισθών και η δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης (χωρίς βέβαια να εξηγείται ο τρόπος δημιουργίας τους)[4].

Τελικά, η ανάλυση του Τουσαίν φαίνεται να υιοθετεί περισσότερο έναν ακατέργαστο αριστερισμό παρά έναν μεθοδολογικά επεξεργασμένο μαρξισμό. Και βέβαια, διάφορες σύγχρονες μαρξιστικές προσεγγίσεις, όπως άλλωστε σχεδόν το σύνολο των «ετερόδοξων οικονομικών», συμβάλλουν στη σχετική προβληματική. Ανάμεσά τους, μεταξύ άλλων, οι πολιτικοί οικονομολόγοι Ντέηβιντ Χάρβεϊ (David Harvey) και Μεγκνάντ Ντεσάι (Meghnad Desai), το έργο των οποίων συνδράμει στην κατανόηση της ανάδυσης σύγχρονων μορφών καπιταλισμού και συνεπώς εμπλουτίζει τις αναζητήσεις μας.

Πολιτική θεολογία

Όσο κι αν μοιάζει παράδοξο, υπό μία έννοια ο Γκρίνσπαν και ο Τουσαίν αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, αυτού της πολιτικής θεολογίας. Η απόλυτη δαιμονοποίηση της λειτουργίας των αγορών ελάχιστα απέχει από την τυφλή εμπιστοσύνη στο «αόρατο χέρι» τους. Όπως μας υπενθυμίζει ο σπουδαίος βρετανός συντηρητικός φιλόσοφος Michael Oakeshott, μπορεί η απόλυτη κυριαρχία των αγορών να είναι προτιμότερη από τον απόλυτο κρατισμό, ωστόσο και οι δύο αυτές αντιλήψεις ανήκουν στο ίδιο είδος πολιτικής. Όταν οι ιδέες δεν αφήνουν επαρκή χώρο στην αμφιβολία και στην κριτική σκέψη, τότε μετατρέπονται σε κλειστά αυτοαναφορικά συστήματα, δηλαδή σε ιδεολογίες. Πρόκειται για ένα αντιεπιστημονικό φαινόμενο με το οποίο ο φιλελευθερισμός, στις διάφορες ιστορικά μορφές του, φρόντισε πάντοτε να κρατά τις αποστάσεις. Από τον Ιμμάνουελ Καντ και τη γνωστή ρήση του, «από το στρεβλό ξύλο της ανθρωπότητας, τίποτε ίσιο δεν έγινε ποτέ», μέχρι τις σύγχρονες νεο-θεσμικές προσεγγίσεις, οι φιλελεύθεροι αντιλαμβάνονται την πολιτική ως άσκηση στον «ταπεινό φιλελευθερισμό» (humble liberalism) και στην πρακτική επιδίωξη της «συναίνεσης», παρά ως την εφαρμογή μιας πλατωνικής «αλήθειας».

Έπειτα από τα παραπάνω, ποιο είναι το κύριο στοιχείο που υπαγορεύει την ενασχόληση του αναγνώστη με τον Νεοφιλελευθερισμό του Τουσαίν; Δεν φαίνεται να είναι άλλο από το ότι η προσέγγισή του αποτελεί την κυρίαρχη αφήγηση της λειτουργίας του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος και της παρούσας οικονομικής κρίσης στους κόλπους της εγχώριας Αριστεράς (καθώς και ενός σημαντικού μέρους της συντηρητικής παράταξης, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση…). Έτσι λοιπόν, δεν θα πρέπει να αποτελέσει έκπληξη το ενδεχόμενο η μπροσούρα του Τουσαίν να βρει εύκολα το δρόμο της από τις προθήκες των ελληνικών βιβλιοπωλείων στις λίστες των μπεστ σέλερ, δίπλα στους τίτλους της Ναόμι Κλάιν. Ωστόσο, η χρησιμότητα της ανάγνωσης του έργου του Τουσαίν (όπως και των έργων της Κλάιν) ελάχιστα βοηθά στην κατανόηση του σύγχρονου (νεο)φιλελευθερισμού.

Αφήστε που, σε σχέση με τον Τουσαίν, τουλάχιστον η Αμερικανίδα γράφει περισσότερο εκλεπτυσμένα και χειρίζεται με περισσότερη δεξιοτεχνία το υλικό της.


[1] Βλ. σχετικά: Piet-Hein van Eeghen, “The Corporation at issue, Part I – The Clash with Classical Liberal Values and the negative Consequences for Capitalist Practice”, Journal of Libertarian Studies, Vol. 19, no. 3, summer 2005, σσ. 49-70.

[2]  Για μια εμπεριστατωμένη ανάλυση επί του θέματος, δες: Andrew Farrant, Edward McPhail, and Sebastian Berger, ‘Preventing the “Abuses” of Democracy: Hayek, the “Military Usurper” and Transitional Dictatorship in Chile?’, American Journal of Economics and Sociology, vol. 71, no. 3, July 2012.

[3] Ο γράφων είχε την ευκαιρία να παραστεί σε προηγούμενη συνάντηση της Μοντ Πελερέν (Κωνσταντινούπολη, 2011), όπου εντυπωσιάστηκε από το εύρος της θεματολογίας και των διαφορετικών προσεγγίσεων των συμμετεχόντων, και στην οποία αναδείχτηκαν πολλαπλές διαφοροποιήσεις, κυρίως ανάμεσα στη Σχολή του Σικάγου και στη Σχολή των Αυστριακών οικονομικών.

[4] Eric Toussaint, “Eight key proposals for another Europe”, 17 April 2011, http://cadtm.org/Eight-key-proposalsfor-another-Europe.

Δημήτρης Σκάλκος

Πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος. Τελευταίο του βιβλίο: Αλήθειες για το φιλελευθερισμό (2008).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά