Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Η Αλουμίνιον της Ελλάδος και η αποβιομηχάνιση

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39

Το βιβλίο αυτό είναι εξαιρετικά καλογραμμένο και χρήσιμο. Μπορεί να διαβαστεί από πολλούς και για πολλούς λόγους. Κάποιος μπορεί να το διαβάσει για να μάθει πως άλλαξαν οι μέθοδοι της παραγωγής αλουμίνας και αλουμινίου από την έναρξη της παραγωγικής δραστηριότητας της Αλουμίνιον της Ελλάδος (στο εξής Α.τ.Ε) το 1966 και πώς οι αλλαγές αυτές συνετέλεσαν στην εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας και άλλων οικονομικών πόρων ανά παραγόμενη μονάδα προϊόντος. Κάποιος άλλος, που στο πέρασμα των δεκαετιών άρχισε να ανησυχεί για το περιβάλλον, θα μπορούσε να το διαβάσει για να πληροφορηθεί σχετικά με τις προόδους που έγιναν στη διαχείριση των επικίνδυνων απόβλητων. Και ακόμη κάποιος άλλος θα μπορούσε να το διαβάσει για να κατανοήσει τις διαδικασίες και τις παραμέτρους που έκριναν την εξαγορά της Α.τ.Ε από τη Μυτιληναίος Α.Ε. το 2005.

Εγώ το βιβλίο αυτό το διάβασα για δύο λόγους. Ο πρώτος και κύριος είναι για να επισημάνω τις απαντήσεις που προκύπτουν από τα δεδομένα και την ανάλυση του συγγραφέα σε ερωτήματα γενικότερου ενδιαφέροντος, όπως πχ. τα ακόλουθα:

Όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 διεξήχθηκαν οι δημόσιες συζητήσεις γι’ αυτή τη μεγάλη επένδυση από τη γαλλική εταιρεία Pechiney (Πεσινέ), ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές υπέρ και κατά, και ποια ήταν τα επιχειρήματά τους;

Κρίνοντας εκ των υστέρων και με το πλεονέκτημα της χρονικής απόστασης που μας χωρίζει από τότε, ποιοι εκ των πρωταγωνιστών δικαιώθηκαν;

Τώρα που η χώρα μας έχει μεγάλη ανάγκη για επενδύσεις, ποια χρήσιμα συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε από την περίπτωση της Α.τ.Ε, ώστε οι ακολουθούμενες πολιτικές να γίνουν πιο ενθαρρυντικές και υποστηρικτικές στην ανάληψη επιχειρηματικών κινδύνων; 


Αν ληφθούν υπ’ όψη όλες οι επιβαρύνσεις και τα οφέλη από τη λειτουργία της Α.τ.Ε, το ισοζύγιο των καθαρών ωφελειών για το κοινωνικό σύνολο είναι αποφασιστικά θετικό. Συνεπώς, δεδομένου ότι έχουμε επείγουσα ανάγκη για ανάπτυξη, το αρνητικό κοινωνικό αίσθημα που επικρατεί για τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις πρέπει να μεταστραφεί το συντομότερο δυνατό σε θετικό. 

Διά μέσου κρίσεων και δυσκολιών, η Α.τ.Ε συνεχίζει με επιτυχία την 50ετή πορεία της, ενώ μεγάλες επιχειρήσεις του Δημοσίου, όπως π.χ. η ΕΛΒΟ και η ΛΑΡΚΟ, βρίσκονται στα πρόθυρα της πτώχευσης, παρά το ότι έχουν επιβαρύνει τον ελληνικό λαό με τεράστιες ζημιές. Συνεπώς, οι πολίτες οφείλουν να σταματήσουν να παρασύρονται από τα έωλα επιχειρήματα των κρατιστών σε όλα τα κόμματα.

Η Α.τ.Ε, παρ’ ότι λειτούργησε έως σήμερα ως τοπικό μονοπώλιο στα προϊόντα της, από τα στοιχεία στο βιβλίο συνάγεται ότι δεν επιδόθηκε σε εκμετάλλευση της μονοπωλιακής της δύναμης, ούτε ως προς τους εργαζομένους ούτε ως προς τους πελάτες της. Συνεπώς, τα επιχειρήματα από όσους, για ιδεολογικούς λόγους, πολέμησαν την επένδυση έπεσαν μεν στο κενό, αλλά σήμερα, επαναλαμβανόμενα, κάνουν μεγάλη ζημιά στην οικονομία και πρέπει να αγνοηθούν. 

Τα αποτελέσματα από την επένδυση και από τη λειτουργία της Α.τ.Ε θα ήταν ακόμη καλύτερα για το κοινωνικό σύνολο, αν υπήρχε κάποιος ανταγωνισμός. Οι προσπάθειες που έγιναν σ’ αυτή την κατεύθυνση δεν ευοδώθηκαν εξ αιτίας κυρίως των αδυναμιών του κράτους μας. Όμως, οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να συνεχιστούν.

Ο δεύτερος λόγος είναι περισσότερο προσωπικός. Ειδικότερα, στην εργασία που κατέθεσα στο τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης για να μου απονεμηθεί ο τίτλος του Master’s of Arts,[1] ασχολήθηκα με την αποτίμηση των αναπτυξιακών επιπτώσεων του εξηλεκτρισμού της Ελλάδας και, όπως ήταν φυσικό, είχα αναφερθεί στις ζητήσεις που έγιναν το 1960 για την επένδυση της Pechiney. Κατόπιν τούτου ήμουν περίεργος να ξαναθυμηθώ αυτά που έγραφα τότε και να μάθω τι συνέβη στα χρόνια που μεσολάβησαν.

Θα παραθέσω τις απαντήσεις στις οποίες οδηγήθηκα και τα σχόλιά μου επί των ανωτέρω, ακολουθώντας την ίδια σειρά. 

Οι πρωταγωνιστές και τα επιχειρήματά τους υπέρ και κατά της επένδυσης

Η δημόσια συζήτηση για τις αναγκαίες επενδύσεις στο τομέα του ορυκτού πλούτου ης Ελλάδας είχε αρχίσει ήδη από τη δεκαετία του 1940. Ο Ζολώτας (1944) και ο Αγγελόπουλος (1945) είχαν ταχθεί υπέρ της κρατικοποιημένης βαριάς βιομηχανίας,[2] και στην ίδια κατεύθυνση βρίσκονταν οι αναλυτές με κομμουνιστικές απόψεις, όπως οι Κουβέλης (1946) και Μπάτσης (1947). Αντιθέτως, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Βαρβαρέσος (1952) πρότεινε να μην προωθηθούν επενδύσεις στην καθετοποίηση της εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου, γιατί τις θεωρούσε μη αποδοτικές με καθαρά οικονομικά κριτήρια. Έτσι, όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 άρχισε η δημόσια συζήτηση για την επένδυση στο αλουμίνιο, τα στρατόπεδα είχαν περιχαρακωθεί. Ειδικότερα, στο ένα άκρο βρίσκονταν όσοι απέρριπταν την επένδυση λόγω του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος, στο άλλο άκρο βρίσκονταν οι οικονομικοί υπουργοί της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, οι οποίοι πιέζονταν να προωθήσουν τις επενδύσεις για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη και είχαν επίγνωση των πολλαπλασιαστικών επιδράσεων των ξένων άμεσων επενδύσεων, και στη μέση βρίσκονταν οι υποστηρικτές της άποψης του Βαρβαρέσου ότι η επένδυση δεν έπρεπε να γίνει γιατί οι επιδοτήσεις που θα απαιτούνταν θα επιβάρυναν υπερβολικά τους καταναλωτές.

Έχοντας ζήσει και γράψει ο ίδιος για εκείνη την περίοδο, βρήκα τις αναφορές του συγγραφέα στα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν και στις θέσεις που υποστήριξαν ακριβείς και ισορροπημένες. Αν λείπουν δύο για τους οποίους θα ήθελα να μάθω ποια στάση κράτησαν, αυτοί είναι ο Ξενοφών Ζολώτας και ο  Κωνσταντίνος Τσάτσος. Και τούτο λόγω των ανώτατων αξιωμάτων που κατέλαβαν και της επιρροής που άσκησαν κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Ποιοι από τους πρωταγωνιστές δικαιώθηκαν

Με βάση τις απόψεις που είχε διατυπώσει στο Κωστής (1999, 128), αντιλαμβάνομαι ότι, αν ο συγγραφέας ήταν μεταξύ των πρωταγωνιστών στη συζήτηση το 1960, θα είχε μεν εκλάβει την απόφαση για επιδότηση της επένδυσης ως σπάταλη ή ανορθολογική, αλλά θα τασσόταν υπέρ της επένδυσης, έστω και χωρίς «απολύτως ορθολογικά κριτήρια», γιατί έπρεπε να επιταχυνθεί η ανάπτυξη. Επανερχόμενος στο ίδιο ζήτημα 13 χρόνια αργότερα, μέσα από όσα γράφει στη σελίδα 25 του βιβλίου του, μας πληροφορεί ότι σήμερα δεν θα θεωρούσε την επιδότηση της επένδυσης σπάταλη ή ανορθολογική, γιατί «τελικά η απουσία μιας νέας βιομηχανικής πολιτικής μετά τη μεταπολίτευση, οδήγησε σε συρρίκνωση της ελληνικής μεταποίησης». Για μένα, αυτή η εξήγηση αποτελεί μια ευρηματική διατύπωση του συγγραφέα προκειμένου να αποφύγει να πει ρητά και ανεπιφύλακτα ότι δικαιώθηκαν όσοι τάχθηκαν υπέρ της επένδυσης, και μάλιστα όχι με «απολύτως ανορθολογικά κριτήρια». Ας δούμε μερικούς από τους λόγους που δικαιολογούν την άποψή μου.

α. Αν η απόφαση είχε ληφθεί με βάση απολύτως ορθολογικά κριτήρια, από τη σκοπιά της πολιτείας θα έπρεπε να είχε γίνει ένα ισοζύγιο των ωφελειών και του κόστους της επένδυσης για το κοινωνικό σύνολο (Social Cost-Benefit Analysis). Σ’ αυτό το ισοζύγιο θα έμπαιναν στην πλευρά του κόστους η επιδότηση και οι τυχόν άλλες παραχωρήσεις της πολιτείας και στην πλευρά των ωφελειών οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές από την ίδια την Α.τ.Ε, οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές από το σύμπλεγμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (Cluster) που η συγκεκριμένη επένδυση βοήθησε να αναπτυχθούν, οι συναλλαγματικές ωφέλειες, κ.λπ. Στις σελίδες 242-245, ο συγγραφέας αναφέρεται στις μελέτες που έγιναν για την αποτίμηση του κοινωνικού πλεονάσματος της επένδυσης και μας λέει ότι το βρήκαν να είναι οριακά θετικό. Παράλληλα όμως παρατηρεί ότι σε καμιά απ’ αυτές τις μελέτες δεν έγινε προσπάθεια να αποτιμηθούν τα έμμεσα κοινωνικά οφέλη από το σύμπλεγμα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που δημιουργήθηκαν. Αλλά βάσει των πληροφοριών που μας δίνει σε άλλα κεφάλαια, αυτά τα έμμεσα κοινωνικά οφέλη ήταν κάθε άλλο παρά οριακά.[3] Γι’ αυτό, με βάση την υπερ30ετή πανεπιστημιακή διδασκαλία του αντικειμένου και την πείρα που αποκόμισα από τη συμμετοχή μου σε πολλές δεκάδες μελετών εφικτότητας μεγάλων επενδύσεων, αμφιβάλλω πολύ αν το κοινωνικό ισοζύγιο αυτής της επένδυσης δεν θα ήταν σημαντικά θετικό, με όποιο εύλογο κοινωνικό επιτόκιο προεξόφλησης της διαχρονικής ροής των καθαρών κοινωνικών ωφελειών.

β. Η επιδότηση της ηλεκτρικής ενέργειας για την Α.τ.Ε λειτουργεί ουσιαστικά ως προστατευτικός δασμός. Από ένα μέρος της βιβλιογραφίας[4] προκύπτει ότι οι δασμοί αυτοί ακόμη και στο πλαίσιο ενός νηπιακού κλάδου στρεβλώνουν την κατανομή των πόρων της οικονομίας και μπορούν ακόμη και να μειώσουν την κοινωνική ευημερία. Αλλά από ένα άλλο μέρος της βιβλιογραφίας, το οποίο ακολουθεί τη νέα θεωρία του διεθνούς εμπορίου,[5] οι αρχικοί δασμοί μπορούν να αντικατασταθούν στη συνέχεια μέσω ανακατανομής των ωφελειών που παράγονται στο πλαίσιο του συμπλέγματος των δραστηριοτήτων οι οποίες δημιουργούνται. Επί πλέον, στον ατελή κόσμο που ζούμε, στον οποίον ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες ανταγωνίζονται στην παροχή κινήτρων για να κρατήσουν τις βιομηχανίες τους διεθνώς ανταγωνιστικές,[6] είναι εξαιρετικά δύσκολο για οποιονδήποτε να αποφανθεί με βεβαιότητα πού βρίσκεται το όριο μεταξύ ορθολογικής και ανορθολογικής συμπεριφοράς στις δημόσιες επιλογές. Συνεπώς, ανεξάρτητα από την ορθολογικότητα ή μη των λόγων που επικαλέσθηκαν, με βάση τα αποτελέσματα της επένδυσης και τις εξελίξεις στη θεωρία του διεθνούς εμπορίου, αυτοί που δικαιώθηκαν είναι όσοι τάχθηκαν υπέρ της επένδυσης.

γ.  Για περαιτέρω επιβεβαίωση αυτού του συμπεράσματος, ας υποθέσουμε ότι το 1960 το Δημόσιο διέθετε το απαιτούμενα κεφάλαια και τις άλλες τεράστιες προϋποθέσεις που απαιτούνταν για να αναλάβει το ίδιο την επένδυση. Η δημόσια επιχείρηση που θα είχε δημιουργηθεί σύμφωνα με τα επιχειρήματα του Ζολώτα, του Αγγελόπουλου και των άλλων υποστηρικτών του δημόσιου χαρακτήρα της επένδυσης, θα είχε αποδώσει ανάλογα αποτελέσματα; Εμφατικά όχι, για δύο τουλάχιστον λόγους. Πρώτον, γιατί γνωρίζουμε ποια τύχη είχαν οι δημόσιες επιχειρήσεις στη χώρα μας από τη λειτουργία τους ως παραρτημάτων του πολιτικού συστήματος και, δεύτερον, γιατί η λειτουργία ακόμη και έμμεσα δημόσιων παραγωγικών επιχειρήσεων είναι εγγενώς αναποτελεσματική.[7]

δ. Ούτε προκύπτει ότι επαληθεύθηκαν οι φόβοι όσων υποστήριζαν ότι η επιχείρηση θα λειτουργούσε ως ένας εκμεταλλευτικός δυνάστης των εργαζομένων και ως κανάλι μεταφοράς υπερκανονικών κερδών στο εξωτερικό. Ομολογουμένως, τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί ακόμη καλύτερα, αν το ανίκανο ελληνικό κράτος είχε καταφέρει να γίνουν μια δυο παρόμοιες επενδύσεις, ώστε να υπάρχει ανταγωνισμός και συγκριτικά στοιχεία για να μπορούμε να κρίνουμε καλύτερα. Αλλά από τις πληροφορίες που ο συγγραφέας δίνει στις σελίδες 222-240, η εικόνα που βγαίνει είναι ότι πρόκειται για μια υγιή και δυναμική επιχείρηση η οποία τις τελευταίες δεκαετίες πραγματοποίησε μια μέση απόδοση στα δικά της κεφάλαια η οποία ήταν ελαφρά ανώτερη της μέσης απόδοσης της συνολικής μεταποίησης κατά το ίδιο  χρονικό διάστημα.

ε.  Τέλος, θα πρέπει να πω ότι η άποψη του συγγραφέα ότι δεν υπήρξε βιομηχανική πολιτική μετά τη μεταπολίτευση είναι επιεικής. Μετά τη μεταπολίτευση υπήρξε βιομηχανική πολιτική η οποία συνέτεινε στην συρρίκνωση της μεταποίησης. Και τούτο γιατί, διαφορετικά, οι πολιτικές  της εθνικοποίησης των βιομηχανικών συγκροτημάτων της Εμπορικής Τράπεζας και άλλων μεγάλων επιχειρήσεων τη δεκαετία του 1970, της διατήρησης εν ζωή προβληματικών επιχειρήσεων μέσω του Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων τις δεκαετίες 1980 και 1990, της κήρυξης ουσιαστικά των άμεσων ξένων επενδύσεων ως ανεπιθύμητων, κ.λπ., δεν θα μπορούσαν να εξηγηθούν.

Απλά, η βιομηχανική πολιτική που υιοθετήθηκε μετά τη μεταπολίτευση ήταν σχεδιασμένη από άφρονες οικονομολόγους και πολιτικούς οι οποίοι, ενώ από τη μια μεριά προσέβλεπαν στη συμμετοχή της χώρας στην ευρωπαϊκή οικονομική ενοποίηση, από την άλλη έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την κρατήσουν εγκλωβισμένη στο πρότυπο της κλειστής οικονομίας που είχε προηγηθεί.[8]

Τι μαθήματα βγαίνουν από την περίπτωση της Α.τ.Ε για το μέλλον

Από τη σκοπιά που διάβασα το βιβλίο και τα σχόλια που παρέθεσα πιο πάνω, εύκολα προκύπτουν οι ακόλουθες διαπιστώσεις για το μέλλον.

  • Αν ληφθούν υπ’ όψη όλες οι επιβαρύνσεις και τα οφέλη από τη λειτουργία της Α.τ.Ε, το ισοζύγιο των καθαρών ωφελειών για το κοινωνικό σύνολο είναι αποφασιστικά θετικό. Συνεπώς, δεδομένου ότι έχουμε επείγουσα ανάγκη για ανάπτυξη, το αρνητικό κοινωνικό αίσθημα που επικρατεί για τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις πρέπει να μεταστραφεί το συντομότερο δυνατό σε θετικό. 
  • Διά μέσου κρίσεων και δυσκολιών, η Α.τ.Ε συνεχίζει με επιτυχία την 50ετή πορεία της, ενώ μεγάλες επιχειρήσεις του Δημοσίου, όπως π.χ. η ΕΛΒΟ και η ΛΑΡΚΟ, βρίσκονται στα πρόθυρα της πτώχευσης, παρά το ότι έχουν επιβαρύνει τον ελληνικό λαό με τεράστιες ζημιές. Συνεπώς, οι πολίτες οφείλουν να σταματήσουν να παρασύρονται από τα έωλα επιχειρήματα των κρατιστών σε όλα τα κόμματα.
  • Η Α.τ.Ε, παρ’ ότι λειτούργησε έως σήμερα ως τοπικό μονοπώλιο στα προϊόντα της, από τα στοιχεία στο βιβλίο συνάγεται ότι δεν επιδόθηκε σε εκμετάλλευση της μονοπωλιακής της δύναμης, ούτε ως προς τους εργαζομένους ούτε ως προς τους πελάτες της. Συνεπώς, τα επιχειρήματα από όσους, για ιδεολογικούς λόγους, πολέμησαν την επένδυση έπεσαν μεν στο κενό, αλλά σήμερα, επαναλαμβανόμενα, κάνουν μεγάλη ζημιά στην οικονομία και πρέπει να αγνοηθούν. 
  • Τα αποτελέσματα από την επένδυση και από τη λειτουργία της Α.τ.Ε θα ήταν ακόμη καλύτερα για το κοινωνικό σύνολο, αν υπήρχε κάποιος ανταγωνισμός. Οι προσπάθειες που έγιναν σ’ αυτή την κατεύθυνση δεν ευοδώθηκαν εξ αιτίας κυρίως των αδυναμιών του κράτους μας. Όμως, οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να συνεχιστούν. 

Συμπέρασμα

Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την περίπτωση της Α.τ.Ε, ο καθηγητής Κώστας Κωστής ρίχνει άπλετο φως στις μεγάλες αδυναμίες του κράτους μας να επιτελέσει στοιχειωδώς τις υποχρεώσεις του έναντι των επιχειρήσεων. Η δομή του βιβλίου του και η τεκμηρίωση των συμπερασμάτων του με αναφορά στα διαθέσιμα στοιχεία ακολουθούν το κλασικό πρότυπο της ακαδημαϊκής έρευνας. Γι’ αυτό, εκτιμώ ότι θα βοηθήσει πολλούς ερευνητές και στελέχη σε θέσεις ευθύνης, στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, και ότι θα πάρει πολλές αναφορές. Αν έχω να συστήσω κάτι για την επόμενη έκδοση του βιβλίου, αυτό είναι να προστεθούν δύο ευρετήρια, ένα ονομάτων και ένα θεμάτων. Θα βοηθούσαν πολύ. 


Κώστας Κωστής, Κράτος και επιχειρήσεις στην Ελλάδα: Η Ιστορία του «Αλουμίνιου της Ελλάδος», Πόλις, Αθήνα 2013, 512 σελ.

 

Βιβλιογραφία

Αγγελόπουλος, Α. Θ. (1945), Ο Σοσιαλισμός: Τι είναι, πώς λειτουργεί, πώς θα πάμε, 2η εκδ. Αθήνα: Παπαζήσης

Αγγελόπουλος, Α. Θ. (1960), «Διατί αι βιομηχανίαι αλουμινίου και χάλυβος πρέπει να είναι κρατικαί», Νέα Οικονομία, 657-659

Αγγελόπουλος, Α.  (1986) Οικονομικά Προβλήματα Ελληνικά και Διεθνή, Αθήνα: Εστία

Βαρβαρέσος, Κ. (1952) Έκθεσις επί του Οικονομικού Προβλήματος της Ελλάδος, 2η εκδ. 2002, επιμ. Κ. Κωστής, Αθήνα: Σαββάλας

Κουβέλλης, Π. (1946) Βιομηχανικαί δυνατότητες και ενεργειακή πολιτική εν Ελλάδι, Αθήνα

Μπάτσης, Δ. (1947) Η Βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, Αθήνα

Ζολώτας. Ξ. (1944, 2009 )  Δημιουργικός Σοσιαλισμός, Αθήνα: Σοσιαλιστικαί Μελέται. Το βιβλίο αυτό επανεκδόθηκε μετά το θάνατο του συγγραφέα το 2009, από τις εκδόσεις  Σάκκουλα, με πρόλογο του καθηγητή Α. Μακρυδημήτρη

Ζολώτας. Ξ.  (1952) «Η Έκθεσις του κ. Βαρβαρέσου και η Οικονομική Ανάπτυξις»,  Επιθεώρησις Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, 1, 1-24

Baldwin, R. E. (1969) “The case against infant-industry tariff protection,” Journal of Political Economy, 77, 295-305

Bitros, G. C. (1969) The contribution of the electric industry to the economic development of Greece, Unpublished MA dissertation, New York: New York University

Bitros, G. C. (2013b) “From riches to rags or what went wrong in Greece,” in G. C. Bitros (gest editor) On Greece and Greek Statistics, Journal of Economic and Social Measurement, 38, 5-39

Bitros, G. C., Tsionas, E. G. (2004) “A Consistent Approach to Cost Efficiency Measurement”, Oxford Bulletin of Economics and Statistics, 66, 49-69

Krugman, P. (2008) “The increasing returns revolution in trade and geography,” Prize Lecture Nobelprize.org


[1]   Bitros, G. C. (1969) The contribution of the electric industry to the economic development of Greece, Unpublished MA dissertation, New York: New YorkUniversity.

[2]  Έχει σημασία ότι, ενώ μετέπειτα συνεργάστηκαν στενά με κυβερνήσεις υπό τον Κ. Καραμανλή, οι δύο αυτοί πρωταγωνιστές ουδέποτε απέκλιναν από τη θέση τους υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα των επιχειρήσεων στη βαριά βιομηχανία. Για επιβεβαίωση, βλέπε Ζολώτας (1952, 2009) και  Αγγελόπουλος (1960, 1986).

[3]  Επιπλέον, δέον να επισημανθεί ότι στα έμμεσα οφέλη θα έπρεπε να συνυπολογιστούν δύο στοιχεία. Αυτά είναι η μεταφορά τεχνολογίας, η οποία θα ήταν αδύνατο να αγοραστεί στην ελεύθερη αγορά αν η επένδυση γινόταν από το Δημόσιο, και η εκπαίδευση των εργαζομένων, η οποία σε πολλές περιπτώσεις είναι ανεκτίμητης αξίας.

[4]   Βλέπε π.χ. Baldwin (1969).

[5]   Βλέπε π.χ. Krugman (2008).

[6]  Βλέπε π.χ. τον ανταγωνισμό μεταξύ των πολιτειών στις ΗΠΑ για να προσελκύσουν την εγκατάσταση της Boeing, στην οποία η τελευταία θα κατασκευάζει το αεροπλάνο 777Χ. 

[7]   Για τη βασιμότητα του τελευταίου ισχυρισμού, οι ενδιαφερόμενοι αναγνώστες παραπέμπονται στην εργασία των Bitros,Tsionas (2004) και στη σχετική βιβλιογραφία που παραθέτουν σ’ αυτή.

[8]  Αυτήν την άποψη μπορούν οι αναγνώστες να τη βρουν πλήρως τεκμηριωμένη στο Bitros (2013).  

Γ. Κ. Μπήτρος

Καθηγητής οικονομικών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει εργαστεί στο τμήμα Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος, υπήρξε επιστημονικός ευνεργάτης του Natlonal Bureau of Economic Research, στις ΗΠΑ ενώ είναι εκδότης της ευρωπαϊκής έκδοσης του διεθνούς περιοδικού Journal of Economlc Asymmetries. Πρόσφατο βιβλίο του, Δημιουργική κρίση σε δημοκρατία και οικονομία (με τον Αναστ. Δ. Καραγιάννη, 2012.)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Η διαλεκτική ως φονικό όπλο

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά