Πέμπτη, 07 Ιουλίου 2016

Τρία βιβλία, το ίδιο ερώτημα

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Πολιτική web only
Ο Γιώργος Παπανδρέου (στο κέντρο), πρωθυπουργός της Ελλάδος το διάστημα 6 Οκτωβρίου 2009 - 11 Νοεμβρίου 2011, πλαισιωμένος από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησής του, Ευάγγελο Βενιζέλο και τον υπουργό Οικονομικών ώς τις 17 Ιουνίου 2011, Γιώργο Παπακωνσταντίνου. Ο Γιώργος Παπανδρέου (στο κέντρο), πρωθυπουργός της Ελλάδος το διάστημα 6 Οκτωβρίου 2009 - 11 Νοεμβρίου 2011, πλαισιωμένος από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησής του, Ευάγγελο Βενιζέλο και τον υπουργό Οικονομικών ώς τις 17 Ιουνίου 2011, Γιώργο Παπακωνσταντίνου. Φωτογραφία Αρχείου

Γιώργος Παπακωνσταντίνου, Game over - Η αλήθεια για την κρίση, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2016, 482 σελ.

 

Ευάγγελος Βενιζέλος, Μετασχηματισμοί του κράτους και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Διδάγματα της οικονομικής κρίσης: Η ελληνική περίπτωση, Πόλις, Αθήνα 2016, 190 σελ.

 

Χάρης Π. Παμπούκης, Περί ελπίδας.  Για ένα εθνικό σχέδιο υπέρβασης της κρίσης,  Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 2016, 336 σελ.

 

Τρία βιβλία ισάριθμων στελεχών της πρώτης κυβέρνησης που υπέγραψε μνημόνιο, της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου, αναφέρονται στην ελληνική κρίση και την αντιμετώπισή της. Τι υποστηρίζουν ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου και ο Χάρης Παμπούκης. [ΤΒJ]

 

Και ενώ κλείναμε τις τελευταίες λεπτομέρειες των κειμένων με την Τρόικα, στη διπλανή αίθουσα συνεργάτες του πρωθυπουργού μαζί με τους υπουργούς Επικρατείας, Χάρη Παμπούκη, και Άμυνας, Βαγγέλη Βενιζέλο –έγκριτοι νομικοί και οι δυο– διέτρεχαν τα κείμενα με νομική αλλά και πολιτική ματιά.

Αυτά εξιστορεί ότι συνέβαιναν ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου την πρωτομαγιά του 2010 στο κτήριο του Υπουργείου Περιβάλλοντος, στη Μεσογείων, όπου, εξ αιτίας των διαδηλώσεων που γίνονταν εκείνη την ημέρα στο Σύνταγμα, είχε συγκεντρωθεί η διαπραγματευτική ομάδα για να ολοκληρώσει με την Τρόικα τη συγγραφή του πρώτου Μνημονίου.

Ετούτη την άνοιξη, και οι τρεις προαναφερθέντες υπουργοί της κυβέρνησης που ανέλαβε τα ινία της χώρας τον Οκτώβριο του 2009 και διαχειρίστηκε την κρίση στην πρώτη φάση της, εξέδωσαν από ένα βιβλίο με αντικείμενο την ελληνική κρίση και τους τρόπους αντιμετώπισής της.

Το πρώτο είναι κυρίως αυτοβιογραφικό και γράφτηκε από τον τότε υπουργό Οικονομικών, Γιώργο Παπακωνσταντίνου. Έχει τίτλο Game Over – Η αλήθεια για την κρίση και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλου. Πρόκειται για ένα σοβαρό και επιμελημένο πόνημα 430 σελίδων, που δεν αρκείται στην απλή εξιστόρηση των γεγονότων από το 2009 μέχρι και το 2015, πολύ μετά δηλαδή και την αποχώρηση του συγγραφέα από το Υπουργείο Οικονομικών, αλλά παράλληλα σχολιάζει τα γεγονότα καθώς τα εξιστορεί, με τρόπο συστηματικό και συνεκτικό, αξιολογώντας τα από την άποψη των επιπτώσεών τους στην αντιμετώπιση της κρίσης. Δεν πρόκειται για μια απλή μυθιστορηματικού τύπου αφήγηση. Στέκεται στο σήμερα και αφηγείται το παρελθόν με τη σοφία του παρατηρητή που έχει δει στο μεταξύ όλο το έργο, ακόμη κι όταν δεν έπαιζε σ’ αυτό. Είναι ένα βιβλίο που, επειδή είναι κατά βάση αυτοβιογραφικό και προέρχεται από τον άνθρωπο που διαχειρίστηκε κατά κύριο λόγο την κρίση στην πρώτη φάση της, αποτελεί σημαντική πηγή για τον ιστορικό του μέλλοντος, κατά τη γνώμη μου βάσιμη και αξιόπιστη, διότι όσα εξιστορεί μπορούν άνετα να διασταυρωθούν από ανοικτές πηγές, πλην όμως δεν μπορούν να συστηματοποιηθούν εύκολα από τον καθένα.

Το δεύτερο βιβλίο είναι του Χάρη Παμπούκη, έχει τίτλο Περί Ελπίδας, για ένα εθνικό σχέδιο υπέρβασης της κρίσης και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη. Ο κατά τεκμήριο σημαντικός ρόλος που δεν μπορεί παρά να έχει διαδραματίσει ο κοσμοπολίτης καθηγητής Νομικής και διεθνής δικηγόρος στη διαχείριση της αρχικής φάσης της κρίσης, καθότι την περίοδο αυτή διετέλεσε υπουργός Επικρατείας, ήταν μέσα στο Μαξίμου και δίπλα στον Γιώργο Παπανδρέου, δεν προκύπτει από τις μόλις 40 -από τις συνολικά 330- σελίδες που αφιερώνει στην περίοδο εκείνη. Ανοίγει την όρεξη στον αναγνώστη, πλην όμως δεν τον χορταίνει. Προτιμά να συστηματοποιήσει και να αξιολογήσει τις ενέργειες, τις παραλείψεις και τις επιλογές που γίνανε την περίοδο εκείνη, χωρίς πρώτα να τις εξιστορήσει, ώστε να δούμε και τον ρόλο του σε αυτές. Ίσως επειδή αυτό που κυρίως τον απασχολεί είναι να γυρίσει σελίδα, αν και οι απόψεις του είναι ξεκάθαρες στα βασικά ζητήματα της περιόδου εκείνης και παρουσιάζονται με τη δύναμη και την πειστικότητα του ανθρώπου που έζησε από κοντά τα γεγονότα που αξιολογεί, λόγος για τον οποίο και το βιβλίο αυτό θ’ αποτελέσει μια επίσης αξιόπιστη πηγή για τον ιστορικό του μέλλοντος.

Το τρίτο βιβλίο είναι του Ευάγγελου Βενιζέλου, έχει τίτλο Μετασχηματισμοί του κράτους και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Διδάγματα της οικονομικής κρίσης: Η ελληνική περίπτωση και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις. Δεν πρόκειται για αυτοβιογραφικό έργο. Σε παρουσίαση του βιβλίου του, άλλωστε, ο συγγραφέας δήλωσε πως θα γράψει κι αυτός κάποια στιγμή ένα τέτοιο έργο. Πρόκειται για επιστημονικό σύγγραμμα, που επιχειρεί να καταγράψει τις νέες τάσεις που λαμβάνει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τις θεσμικές επιπτώσεις των μέσων και των τρόπων αντιμετώπισης της κρίσης μας αφενός στην ίδια την Ευρώπη, αφετέρου στο κράτος και στο ρόλο που φαίνεται πως διαδραματίζει πλέον στο πλαίσιο της ΕΕ. Είναι σαφές, όμως, ότι ο συγγραφέας κάνει μια στάση εδώ για να αποτυπώσει και να χαρακτηρίσει τις θεσμικές προεκτάσεις γεγονότων που έζησε, έτσι όπως τα έζησε. Συνταγματολόγος ο ίδιος, έχει ανάγκη να αντιληφθεί και να περιγράψει με επιστημονικούς όρους πώς κινείται ο σύγχρονος κόσμος μέσα από την βιωματική του εμπειρία στον τρόπο αντιμετώπισης της ελληνικής κρίσης από την Ε.Ε., αν και η εμπλοκή του στη διαχείρισή της δεν ήταν άμεση πριν τον Ιούνιο του 2011, όταν διαδέχτηκε τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου στο Υπουργείο Οικονομικών.

 

Η κρατούσα άποψη για την εμπλοκή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα

Και οι τρεις πρώην υπουργοί συμφωνούν πως η εμπλοκή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας το 2010 δεν ήταν μια ελληνική επιλογή, αλλά οφειλόταν στη Γερμανία και στην επιφυλακτικότητά της να εμπιστευτεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την διαχείριση του προγράμματος διάσωσης της χώρας.

Πράγματι, ο Παπακωνσταντίνου υποστηρίζει ότι, καθώς πλησίαζε η Σύνοδος Κορυφής της 25ης Μαρτίου 2010, όπου και αποφασίστηκε η εμπλοκή του ΔΝΤ, «ήμασταν κοντά σε μια λύση, και ένα από τα ζητήματα που παρέμενε προς επίλυση ήταν ο ρόλος του ΔΝΤ, του οποίου η Γερμανία είχε γίνει υπέρμαχος (σσ: να συμπεράνουμε ότι προηγουμένως δεν ήταν;) Στο Βερολίνο δεν εμπιστεύονταν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και είχε επικρατήσει η άποψη ότι η πλήρης συμμετοχή του Ταμείου στον μηχανισμό στήριξης ήταν απαραίτητη για να πειστούν οι αγορές» (σελ. 138).

Μάλιστα, ο Παπακωνσταντίνου δεν το λέει αυτό τώρα, δηλαδή εκ των υστέρων. Το είπε και σε ανύποπτο χρόνο, στη συνέντευξη τύπου που έδωσε τις μέρες μετά το Καστελόριζο, όταν βρέθηκε στο ΔΝΤ, όπου δήλωσε πως «η απόφαση να συμμετάσχει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα στήριξης είναι των Ευρωπαίων εταίρων  μας» (σελ. 159).

Πρόκειται, λοιπόν, για μια παλιά και πάγια θέση της κυβέρνησης Παπανδρέου, η οποία επιβεβαιώνεται και από τον Βενιζέλο, του οποίου η άποψη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι δεν φαίνεται να συμφωνούσε σε όλα ως προς τη διαχείριση της κρίσης από τον τότε Πρωθυπουργό και δεν έχει λόγο να ωραιοποιήσει εκ των υστέρων την πραγματικότητα, αφού οι σχετικές αποφάσεις ούτως ή άλλως δεν πάρθηκαν από τον ίδιο. Λέει, λοιπόν, και ο Βενιζέλος ότι «το ΔΝΤ στην καρδιά της Ευρωζώνης το εγκατέστησαν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών και πρωτίστως η γερμανική κυβέρνηση, όχι η ελληνική “επιπολαιότητα”, και το έφεραν ως αντίβαρο στην Επιτροπή» (σελ. 79).

Μάλιστα, ο Βενιζέλος, ως πεπεισμένος ευρωπαϊστής, αντιμετωπίζει κριτικά την εμπλοκή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, διότι, όπως λέει, «αλλοιώνει την κοινοτική διάσταση της λειτουργίας της Ευρωζώνης» (σελ. 38).

Ο Παμπούκης πηγαίνει ακόμη παραπέρα και θεωρεί την εμπλοκή του ΔΝΤ «πρόβλημα» και μάλιστα «κύριο», το οποίο ανέκυψε εξ αιτίας της επιμονής της γερμανικής κυβέρνησης. 

Η συμμετοχή του ΔΝΤ, με επιμονή της Γερμανίας, ήταν λάθος από τη σκοπιά του κύρους της Ευρώπης (σελ. 127). Η γερμανική κυβέρνηση είχε θέσει ως όρο τη συμμετοχή του, γιατί δεν είχε (εν μέρει όχι εντελώς αδικαιολόγητα) εμπιστοσύνη στην ικανότητα ελέγχου και τη τεχνογνωσία της ευρωπαϊκής επιτροπής (σελ. 128).

 

Η αμφισβήτηση της κρατούσας άποψης περί της εμπλοκής του ΔΝΤ

Αυτή είναι, λοιπόν, η κρατούσα άποψη στην Ελλάδα σήμερα, ότι δηλαδή η Γερμανία ήταν που έφερε το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Προσωπικά πιστεύω ότι συνέβη το ακριβώς αντίθετο: το ΔΝΤ έφερε τη Γερμανία στο ελληνικό πρόγραμμα! Η δε ελληνική κυβέρνηση συμμάχησε από την αρχή με το ΔΝΤ, και ορθώς, για να κινητοποιήσει την Ευρώπη, ώστε να σώσει την Ελλάδα. Πλην όμως και η κυβέρνηση Παπανδρέου διακατεχόταν από το ίδιο σύμπλεγμα σχιζοφρένειας απέναντί του, από το οποίο διακατέχονταν όλες οι κυβερνήσεις της κρίσης απέναντι στο Ταμείο, εκτός από μια, αυτή του Λουκά Παπαδήμου.

Το πρόβλημα της Γερμανίας δεν ήταν αν θα συμμετάσχει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα ή όχι. Το πρόβλημά της ήταν αν έπρεπε να σώσει την Ελλάδα ή όχι. Αυτός ήταν ο προβληματισμός της, όπως και μιας ολόκληρης σχολής σκέψης στην Ευρώπη και τον κόσμο, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να τηρηθούν πιστά οι κανόνες μη διάσωσης στην ευρωζώνη και να αφεθεί η Ελλάδα στην τύχη της. Αν, όμως, αφήνονταν η Ελλάδα στην τύχη της, δεν μπορούσε η Γερμανία να την εμποδίσει να προσφύγει στο ΔΝΤ. Την εμπόδιζε όσο το σκεφτόταν η ίδια εάν έπρεπε να μπει στο πρόγραμμα ή όχι.

Ο Παμπούκης τα αποκαλύπτει όλα αυτά:

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη αντίδραση της Ευρώπης και ιδιαίτερα της Γερμανίας, από την προσωπική μου εμπειρία, ήταν η άρνηση. Δεν θέλουμε να βάλουμε χρήματα, δεν είναι τόσο μεγάλο το πρόβλημα, το πολύ-πολύ είναι θέμα ρευστότητας και θα ξεπεραστεί. Αυτή με απλά λόγια ήταν η πρώτη γερμανική αντίδραση. Θα ακουστεί παράξενο, αλλά η μεγάλη Ευρώπη στεκόταν σαστισμένη μπροστά σε μια σχετικά εύκολα διαχειρίσιμη κρίση. Αρνείτο σαστισμένη όχι να αντιδράσει, αλλά να συνειδητοποιήσει όλες τις επιπτώσεις και τη σοβαρότητά της. Στη συνέχεια, όπως συμβαίνει ψυχολογικά με όλες τις δυσάρεστες καταστάσεις, ήρθε η οργή αλλά και η αποδοχή ότι υπάρχει πραγματικό ζήτημα. Και αυτό εν μέρει οφείλεται στη δραστηριότητα και στο διεθνές κύρος του Γ. Παπανδρέου, ο οποίος έδωσε πραγματικά μεγάλη μάχη για να πείσει σταδιακά την Ευρώπη να διασωθεί η Ελλάδα από την κόλαση της άτακτης χρεοκοπίας εντός ευρωζώνης. Ορισμένοι πιστεύουν εκ των υστέρων ότι τα πράγματα θα οδηγούντο εκεί, δηλαδή στη διάσωση της Ελλάδας. Αυτό όμως δεν ήταν καθόλου το κλίμα της εποχής και μάλλον ήταν στη γραμμή «σφυρίζω αδιάφορα» και «λύστε το πρόβλημα μόνοι σας». Όχι μόνο η Ευρώπη και οι εταίροι δεν ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν, αλλά αντίθετα είχαν μάλλον την επιθυμία να μην αναμειχθούν. Και υπό τις συνθήκες η δημιουργία του μηχανισμού στήριξης με την απόφαση του Μαρτίου 2010 –και μεγάλη πίεση των Αμερικανών– ήταν μεγάλη επιτυχία για τη χώρα μας, η οποία τότε φάνηκε ότι μάλλον ξεπέρασε τον ολέθριο κίνδυνο της άτακτης χρεοκοπίας» (σελ. 133).

Τι πίστευε ο Γιώργος Παπανδρέου τότε; Οδεύοντας προς την κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής της 25ης Μαρτίου 2010, ο Έλληνας Πρωθυπουργός δήλωνε τα εξής στις 18 Μαρτίου ενώπιον ειδικής επιτροπής του Ευρωκοινοβουλίου:

We are saying here that we don’want to be in situation where we  have the worst of the IMF, if you like, and none of the advantages of theEurozone. So, what we are saying is this is where Europe must come in and say, OK, in this case we either and provide what an IMF would provide even at an ad hoc level at this point because we don’t have the institutional capacity or in the end Greece may have to choose the option to go to the IMF. We hope that will not be necessary». (Η απομαγνητοφώνηση είναι δική μου από video της εποχής)

Την ίδια μέρα στην Ουάσιγκτον, η δήλωση του Έλληνα Πρωθυπουργού έγινε αντικείμενο ερώτησης στην τακτική συνέντευξη τύπου του ΔΝΤ:

QUESTIONER: Chancellor Merkel seems to be reluctant to go ahead with any kind of assistance. So the Greek prime minister speaking at the European Parliament today said although Greece prefers some kind of not financial assistance as you say, they're not asking for it, but some kind of backup from the Europeans. If they do not get that at the summit, everybody agrees that the IMF is a possible or a potential solution. Can you briefly tell us how does it work, assuming Greece in a week or 2 weeks at the beginning of April decides that it's not working with the European Union and they want to go to the IMF?

MS. ATKINSON: We haven't received any request for financial assistance; we are working closely with the E.U. Commission; and I believe we've often said that we expect the E.U. and the Eurozone countries to want to and to plan to resolve this question by themselves.

Την ίδια στιγμή στην Ευρώπη, σχεδίαζαν την ίδρυση ενός… Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, προκειμένου να αποφύγουν την εμπλοκή του ΔΝΤ στη διάσωση ευρωπαϊκών χωρών. Μάταια ο Ντομινίκ Στρος Καν, στην ίδια επιτροπή του Ευρωκοινοβουλίου, στην οποία μιλούσε και ο Γιώργος Παπανδρέου, δήλωνε ότι η ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου δεν εξυπηρετούσε την κατεπείγουσα ανάγκη να στηριχθεί η Ελλάδα, προσθέτοντας ωστόσο:

We have no problem in working with any kind of regional institution and I do believe there is strongly the need of a multilateral institution (σσ: δηλαδή του ΔΝΤ) overarching the whole system

Τη λύση έφεραν λίγες μέρες αργότερα οι αγορές, και συγκεκριμένα οι αμερικανικές τράπεζες, πουλώντας μαζικά ελληνικά ομόλογα την Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010, απογοητευμένες από την απόφαση της 25ης Μαρτίου των ηγετών της Ευρωζώνης, και εκβιάζοντας τη λύση, που ήρθε τελικά στις 11 Απριλίου.

Η Ευρώπη, λοιπόν, δεν ήθελε το ΔΝΤ, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είχε αποφασίσει αν έπρεπε να σώσει την Ελλάδα ή όχι. Και στους σκληρούς της Ευρώπης απέναντι στο ΔΝΤ, περιλαμβανόταν και η ίδια η Γερμανία. Της οποίας η Κεντρική Τράπεζα έφτασε στο σημείο να εκδώσει γνωμοδότηση, σύμφωνα με την οποία το ΔΝΤ δεν επιτρεπόταν, κατά το Καταστατικό του, να χρηματοδοτεί ελλείμματα της κεντρικής κυβέρνησης των κρατών μελών του, αλλά ελλείμματα του ισοζυγίου των εμπορικών συναλλαγών του, παρά το γεγονός ότι, από τη δεκαετία του ’80 και μετά, το ΔΝΤ –λόγω της υπερχρέωσης στο μεταξύ των χωρών του Τρίτου Κόσμου– δεν έκανε τίποτ’ άλλο παρά να στηρίζει τις χώρες αυτές μέσω του συστήματος των Ειδικών Τραβηχτικών Δικαιωμάτων του!

Μετά τη δεύτερη αποτυχημένη προσπάθεια στις 3 Μαρτίου να διασφαλιστεί ένα ευρωπαϊκό πακέτο στήριξης της οικονομίας μας στο πλαίσιο της Ευρωζώνης (η πρώτη ήταν στις 11 Φεβρουαρίου), ο Γ.Γ. του ΟΟΣΑ, Άνγκελ Γκουρία, δήλωνε ότι η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε πλέον να προσεγγίσει το ΔΝΤ για χρηματοδότηση «and be allowed to do so by other euro-zone governments», όπως μετέδωσαν τα διεθνή πρακτορεία στις 4 Μαρτίου.

Η αντιπαλότητα μεταξύ Ε.Ε. και ΔΝΤ κορυφώθηκε με τη δήλωση των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Ευρωζώνης της 25ης Μαρτίου 2010, η οποία σύμφωνα με την κρατούσα άποψη θεωρείται ότι έφερε το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Η δήλωση αυτή ήταν τόσο προκλητική για το ΔΝΤ, δείχνοντας τουλάχιστον έλλειψη σεβασμού σε έναν παλαιότερο και δη παγκόσμιο οργανισμό, στον οποίο όλα τα κράτη της Ευρωζώνης ήσαν μέλη, ώστε ανάγκασε τον Διευθυντή του να δηλώσει λίγες ημέρες αργότερα πως, αν το ΔΝΤ αποφάσιζε να στηρίξει τη χώρα μας, θα το έπραττε με τους δικούς του όρους, όπως και για οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος του! Ορισμένοι μάλιστα αξιωματούχοι κρατών της Ευρωζώνης έφτασαν μέχρι του σημείου να δηλώνουν στα μέσα ενημέρωσης πως το ΔΝΤ θα λειτουργούσε εδώ ως απλή τράπεζα, που θα έδινε μόνο χρήματα στην Ευρωζώνη για να τα διαχειριστεί η ίδια! Η ακριβής δήλωση του Διευθυντή του ΔΝΤ είχε ως εξής: «Εάν, και είναι μεγάλο εάν, η Ελλάδα ζητήσει οικονομική βοήθεια, θα παράσχουμε στήριξη στο μέλος μας, όπως κάνουμε και με κάθε άλλο μέλος. Αν υπάρξει κάποιο πρόγραμμα, θα είναι πρόγραμμα του ΔΝΤ, με όρους που θα αποφασίσει το ΔΝΤ, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κάθε χώρας».

Μετά την απόφαση της 25ης Μαρτίου, η συζήτηση στην Ευρώπη για το αν έπρεπε να αναμειχθεί το ΔΝΤ σ’ ένα πρόγραμμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας ή όχι χαρακτηρίστηκε από τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, ως θεολογικού χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια παλιά συζήτηση, που είχε ανοίξει στην Ευρώπη πολύ πριν ξεσπάσει η κρίση.

Ενδεικτικά, ο Charles Grant έγραφε στις 26/3/2009 τα εξής:

European officials are discussing how a bailout might work. Many argue that the EU should run the rescue operation, excluding the IMF. That would be a mistake. The IMF has a reputation for objectivity and is experienced at setting conditions. If the EU tried to set them there would be a risk of political horse-trading - and of it becoming hated in the country being rescued. The EU should lend the money but bring in the IMF for the conditions.

Δεν ήταν αυτή η συζήτηση, όμως, η κρίσιμη. Το ΔΝΤ βρισκόταν ήδη στην Ευρώπη. Πριν ξεσπάσει η ελληνική κρίση, είχε συγχρηματοδοτήσει, από κοινού με την ΕΕ, χώρες όπως τη Λετονία και την Ουγγαρία. Η κρίσιμη συζήτηση ήταν εάν έπρεπε ή όχι να σωθεί η Ελλάδα. Οι Ευρωπαίοι, και μεταξύ αυτών κυρίως οι Γερμανοί, δεν ήθελαν την εμπλοκή του ΔΝΤ, επειδή τους πίεζε να χρηματοδοτήσουν την Ελλάδα, γιατί δεν έφτανε η δική του χρηματοδότηση για να σώσει τη χώρα. Χρειάζονταν πολύ περισσότερα χρήματα γι’ αυτό, τα οποία δεν μπορούσε να διασφαλίσει από μόνο του το ΔΝΤ, γι’ αυτό πάσχιζε να τα κινητοποιήσει από την Ευρωζώνη, η οποία, όμως, αντιδρούσε, διότι οι κανόνες της δεν επέτρεπαν να σώσει μια χώρα. Γι’ αυτό και η Ευρωζώνη απέκρουε το ΔΝΤ.

 

Πότε έπρεπε να προσφύγει η Ελλάδα στο ΔΝΤ

Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, σωστά βολιδοσκοπούσε τότε και το ΔΝΤ. Πλην όμως το έκανε διστακτικά, στα κρυφά και καθυστερημένα. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από το βιβλίο του Παπακωνσταντίνου για την συνάντηση του Γιώργου Παπανδρέου και του ίδιου με τον Ντομινίκ Στρος Καν σε μια… κουζίνα στο Νταβός (σελ. 98-99).

Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα έπρεπε να προσφύγει στο ΔΝΤ από τον Δεκέμβριο του 2009, αντί να κάθεται να παρακαλάει τους Ευρωπαίους να την δανείσουν, όταν δεν υπήρχαν κανόνες να το κάνουν. Η ελληνική οικονομία είχε ανάγκη να λάβει σκληρά μέτρα, τα οποία όμως δεν έφταναν από μόνα τους για να την σώσουν. Έπρεπε συγχρόνως να διατηρήσει την πρόσβασή της σε φτηνή χρηματοδότηση του χρέους της και των ελλειμμάτων της. Ήδη η χώρα είχε καταβάλει υψηλά επιτόκια στις εκδόσεις που έκανε στις αρχές του 2009, χωρίς να είχε τεθεί ακόμη σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, κάτι που έγινε τον Απρίλιο του 2009, και χωρίς να έχει υποβαθμιστεί και από τους τρεις οίκους αξιολόγησης, κάτι που έγινε τον Δεκέμβριο του 2009. Όταν, λοιπόν, συνέβη αυτό το τελευταίο, η Κυβέρνηση έπρεπε να γνωρίζει ότι στις αρχές του επόμενου έτους, όταν δηλαδή θα ξανάβγαινε στις αγορές για να δανειστεί, θα πλήρωνε «βάρβαρα» επιτόκια, κατά την έκφραση του κ. Πεταλωτή, τα οποία, όμως, από μόνα τους θα καθιστούσαν το χρέος της μη βιώσιμο.

Πριν, λοιπόν, συμβεί αυτό, η Ελλάδα έπρεπε να προσφύγει στο ΔΝΤ, να καταρτίσει ένα σκληρό πρόγραμμα προσαρμογής και να συνάψει ένα γνήσιο Standbyarrangement, στο ύψος κατ’ αρχήν των τραβηχτικών της δικαιωμάτων, το οποίο και θα χρησιμοποιούσε όταν έβγαινε ξανά στις αγορές για να χρηματοδοτηθεί, σε περίπτωση που οι αγορές δεν της δίνανε τα επιθυμητά επιτόκια. Εάν αυτό το έκανε μία φορά, το έκανε δυο, και παράλληλα εφάρμοζε πιστά το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, θα γλύτωνε το δεύτερο κύμα υποβαθμίσεων, που ήρθε τον Απρίλη του 2010, οπότε και ουσιαστικά την απέκοψε από τις αγορές, καθιστώντας τα πράγματα πολύ πιο δύσκολα για τη συνέχεια, επειδή πλέον απαιτούνταν πολλά δημόσια χρήματα για να σωθεί η χώρα.

Είμαι, άραγε, μετά Χριστόν προφήτης; Σε όσους μπορούσα να ομιλώ εκείνο τον καιρό, γνωρίζουνε πως όχι. Δημόσια, δυστυχώς, πειθαρχούσα κι εγώ στο σύνθημα «μη μιλάς, κινδυνεύει η Ελλάς». Ήταν ξεκάθαρο, όμως, ότι μετά τη δημοσίευση της έκθεσης της Deutsche Bank στις 25 Νοεμβρίου 2009, η οποία καλούσε την Ευρωζώνη να εγκαταλείψει την ιδέα περί επιβολής κυρώσεων στη χώρα σύμφωνα με το άρθρο 126 ΣΛΕΕ για την αντιμετώπιση του υπερβολικού ελλείμματος και να την αφήσει να προσφύγει στο ΔΝΤ, η Ελλάδα έπρεπε να προσφύγει στο ΔΝΤ.

Η χώρα, όμως, προσέφυγε στο ΔΝΤ στις 15 Απριλίου 2010, όταν σε επιστολή του Έλληνα ΥΠΟΙΚ Γιώργου Παπακωνσταντίνου προς την Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, ο Ντομινίκ Στρος Καν έσπευσε με ανακοίνωσή του της ίδιας ημέρας να «κλειδώσει» τη συμμετοχή του Ταμείου έναντι των Ευρωπαίων, αναφερόμενος «στην ελληνική απόφαση να ενεργοποιήσει την εμπλοκή του Ταμείου στο πρόγραμμα».

Από το βιβλίο του κ. Παπακωνσταντίνου μαθαίνουμε ότι η επιστολή που έστειλε στις 15 Απριλίου, αποφασίστηκε να σταλεί στην τηλεδιάσκεψη των ΥΠΟΙΚ της Ευρωζώνης, που έλαβε χώρα στις 11 Απριλίου. Η επιστολή, όμως, δεν εστάλη, παρά μόνο στις 15 Απριλίου. Γιατί αυτή η καθυστέρηση στην διεκπεραίωση μιας προπαρασκευαστικής στην πραγματικότητα ενέργειας; Μήπως γιατί στις 12 Απριλίου η Γερμανίδα Καγκελάριος θα συναντιόταν στην Ουάσιγκτον με τον Πρόεδρο Ομπάμα στο πλαίσιο του Nuclear Summit και ο κ. Παπακωνσταντίνου ειδοποιήθηκε να αναμένει την τελική επιβεβαίωση πριν στείλει την εν λόγω επιστολή; Εάν δεν συνέβαινε αυτό, ή κάτι άλλο, γιατί καθυστέρησε τέσσερις μέρες να γράψει μια παράγραφο; Στην Ουάσιγκτον, η Γερμανίδα Καγκελάριος συνάντησε πράγματι τον Αμερικανό Πρόεδρο, με τον οποίο πιστεύουμε πως έκλεισε στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο η αντιπαλότητα των δυο ακτών του Ατλαντικού σε σχέση με την αναγκαιότητα να διασωθεί η χώρα, ό,τι κι αν κόστιζε αυτό, επειδή θα ήταν η πρώτη αναπτυγμένη χώρα που θα πτώχευε και κάτι τέτοιο θα είχε συνέπειες στους όρους δανεισμού όλων των άλλων αναπτυγμένων κρατών, ιδίως των ΗΠΑ. Τον ίδιο καιρό, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δήλωνε πως δεν μπορούσαν να αφήσουν την Ελλάδα να πτωχεύσει, διότι κάτι τέτοιο θα είχε «απρόβλεπτες» συνέπειες.

 

Σχιζοφρένεια

Σήμερα, η στάση μας έναντι της συμμετοχής του ΔΝΤ στο πρόγραμμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να διακατέχεται από την ίδια σχιζοφρένεια, με την οποία αντιμετωπίσαμε την εμπλοκή του από την πρώτη στιγμή που το χρειαστήκαμε. Το χρειαζόμασταν μεν για να πείσει την Ευρώπη να μας σώσει, δεν το θέλαμε, όμως, γιατί η προσφυγή σε αυτό είχε συνέπειες με δυσβάσταχτο πολιτικό κόστος. Τώρα, το θέλουμε μεν για να πείσει την Ευρώπη να κουρέψει το χρέος μας, όχι όμως και για να συνεχίσει να μας επιβάλει τη σκληρή ιατρική του.

 

Γιατί ηττηθήκαμε

Ηττηθήκαμε, γράφει ο Παπακωνσταντίνου στο τέλος του βιβλίου του. «Οι ιδέες μας, η κοσμοθεωρία μας, όλα όσα είχαμε πιστέψει, όλα αυτά για τα οποία είχαμε αγωνιστεί, είχαν πλήρως απορριφθεί […] Η δύναμη του λαϊκισμού κατάφερε να διαμορφώσει συνειδήσεις, με αποτέλεσμα ο Σύριζα να θριαμβεύσει στις εκλογές βασισμένος σε μαγικές εικόνες και ψέματα» (σελ. 355).

Η ήττα μας οφείλεται στο γεγονός ότι δεν καταφέραμε να δημιουργήσουμε ιδεολογία εξόδου από την κρίση. Πολιτική εξόδου από την κρίση μπορεί να είχαμε. Δεν είχαμε, όμως, ιδεολογία. Γι’ αυτό και χάσαμε. Όταν τέλος Σεπτεμβρίου του 2010 δημοσίευσα το βιβλίο μου για το Μνημόνιο της Ελλάδος, οι εφημερίδες μού το παρουσίαζαν ως «η άλλη άποψη για το Μνημόνιο»! Είχαμε ήδη χάσει, κύριε Παπακωνσταντίνου, πριν ακόμη προλάβει να στεγνώσει το μελάνι στο Μνημόνιο που –καλώς κάνατε και– υπογράψατε.

Το καλοκαίρι του 2010, όμως, οι υπουργοί του Πασόκ κρύβονταν από τα ΜΜΕ. Το ίδιο και ο Πρωθυπουργός, ο οποίος αρνιόταν πεισματικά να εμπλέξει το Μνημόνιο στην προεκλογική καμπάνια για τις αυτοδιοικητικές εκλογές του φθινοπώρου, όταν όλοι οι άλλοι δεν μιλούσαν παρά μόνο γι’ αυτό, παίζοντας σ’ ένα επικοινωνιακό γήπεδο χωρίς αντίπαλο.

Μέχρι που ο Παπανδρέου έριξε τη βόμβα στη διακαναλική της 26.10.2010, ότι θα πήγαινε σε εθνικές εκλογές αν έχανε στις αυτοδιοικητικές. Τα spreadεκτοξεύτηκαν τότε 60 μ.β. επί δύο συνεχείς συνεδριάσεις, για πρώτη φορά μετά την υπαγωγή της χώρας στο Μνημόνιο, πριν απογειωθούν μετά τη διαμάχη που είχε ο Πρωθυπουργός στο τέλος της ίδιας εβδομάδας με την Μέρκελ στις Βρυξέλλες. Ήταν αμέσως μετά το Ντωβίλ, που το βρήκα επανειλημμένα στο βιβλίο του Γιώργου Παπακωνσταντίνου. Δεν βρήκα, όμως, τη διακαναλική.

Την εβδομάδα εκείνη, ωστόσο, χάθηκε το πρώτο πρόγραμμα, από κοινή υπαιτιότητα Ελλήνων και Ευρωπαίων. Όπως από κοινή υπαιτιότητα Ελλήνων και Ευρωπαίων δεν αντιμετωπίσαμε την κρίση μας εν τη γενέσει της, ένα χρόνο πριν. Διότι δεν κάνανε μόνον οι Ευρωπαίοι too little και too late. Κάναμε κι εμείς. Μόνο που η υπόθεση της δικής μας διάσωσης, ήταν πρώτα δική μας υπόθεση, και μετά των Ευρωπαίων. Ποτέ, όμως, μέχρι τώρα δεν κάναμε δική μας υπόθεση τη διάσωσή μας.

 

Παναγιώτης Γκλαβίνης

Αναπληρωτής καθηγητής Νομικής Σχολής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά