Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Η ελληνική κρίση και η κοινωνία των πολιτών

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Πολιτική Κοινωνία Τεύχος 60
Φεβρουάριος 2012. Το νεοκλασικό κτίριο στην γωνία Χρήστου Λαδά και Σταδίου, που βασιζόταν σε σχέδιο του Ερνστ Τσίλερ, πυρπολήθηκε από αγνώστους. Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, οι κινηματογράφοι Αττικόν και Απόλλων που λειτουργούσαν εκεί παραμένουν κλειστοί. Φεβρουάριος 2012. Το νεοκλασικό κτίριο στην γωνία Χρήστου Λαδά και Σταδίου, που βασιζόταν σε σχέδιο του Ερνστ Τσίλερ, πυρπολήθηκε από αγνώστους. Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, οι κινηματογράφοι Αττικόν και Απόλλων που λειτουργούσαν εκεί παραμένουν κλειστοί. Φωτογραφία Αρχείου

Jennifer Clarke, Asteris Houliaras & Dimitris Sotiropoulos (επιμ.),  Austerity and the Third Sector in Greece: Civil Society at the European Frontline, Ashgate Publishing, 2015, 251 σελ.

 

Από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, η κοινωνία των πολιτών, γνωρίζει σταδιακή ανάπτυξη στην Ελλάδα.  Πώς όμως αυτή επηρεάστηκε από την οικονομική κρίση; Οι Clarke, Χουλιάρας και Σωτηρόπουλος αναλύουν την ελληνική κοινωνία των πολιτών πριν και μετά το 2009, ξεδιπλώνοντας τη διαδρομή πρόσφατων κοινωνικών κινημάτων και ακτιβισμού από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος. Αναδημοσίευση από το τεύχος 60 του Books' Journal, Νοέμβριος 2015.

Η κοινωνία των πολιτών ήταν πάντα αδύναμη στην Ελλάδα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ελάχιστες ήταν οι εθελοντικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές και δυτικές χώρες, όπως χαμηλή ήταν και η συμμετοχή των ελλήνων πολιτών σε αυτές. Επιπρόσθετα, οι οργανώσεις αυτές χαρακτηρίστηκαν και ταυτίστηκαν όχι μόνο από την εξάρτησή τους από το κράτος, αλλά και από την απροθυμία τους να αναπτύξουν αρχές και αξίες αυτόνομης και ουσιαστικής παρουσίας και λειτουργίας σε ένα πολιτικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από πόλωση και την απουσία διαλόγου ανάμεσα στα σημαντικότερα κοινοβουλευτικά κόμματα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, θα μπορούσε, ωστόσο, να παρατηρήσει κανείς ότι το τοπίο της κοινωνίας πολιτών άρχισε να αλλάζει ουσιαστικά. Η διαθεσιμότητα πόρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ΥΔΑΣ (Υπηρεσία Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας), όσο και η διείσδυση του «παγκόσμιου» στην Ελλάδα, διευκόλυναν όχι μόνο την ανάπτυξη μιας όλο και περισσότερο ηχηρής κοινωνίας πολιτών στους τομείς της μετανάστευσης, της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και την καταπολέμηση των διακρίσεων, της υγείας, την προστασία του περιβάλλοντος και της ανάπτυξης, αλλά και την αυξανόμενη μελέτη και ανάλυση του ρόλου που έχει η κοινωνία πολιτών σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο.

Σε ποιο βαθμό, όμως, η οικονομική κρίση της τελευταίας πενταετίας έχει αποδυναμώσει ή ενισχύσει την εξέλιξη αυτή;

Στο ερώτημα αυτό, το βιβλίο που έχουν επιμεληθεί οι Κλαρκ, Χουλιάρας και Σωτηρόπουλος, προσφέρει σημαντικές και ουσιαστικές απαντήσεις. Οι συγγραφείς των 13 κεφαλαίων του τόμου, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις και ακαδημαϊκές μελέτες-συζητήσεις και πρακτικές για τη λειτουργία και προοπτική της κοινωνίας πολιτών σε άλλες χώρες, αναδεικνύουν τις αρνητικές ή θετικές επιδράσεις που έχει η κρίση στη λειτουργία της κοινωνίας πολιτών στην Ελλάδα. Ειδικότερα, το βιβλίο αυτό είναι πολλαπλά χρήσιμο για τους εξής τρεις λόγους:

 

          •        εξετάζει πώς οι ΜΚΟ προσπαθούν να καλύψουν το κενό μεταξύ των αναγκών της κοινωνικής πρόνοιας και της αδυναμίας του κράτους να παράσχει βασικές κοινωνικές υπηρεσίες,

          •        αναλύει πώς η μειωμένη εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα μετά το 2009 (βλ. κεφ. των Jones, Πρηκάκη και Ρουμελιώτη, σ. 29-43) διευκόλυνε τη δημιουργία νέων μορφών κινητοποίησης της κοινωνίας πολιτών,

          •        εξετάζει και αναλύει τις αναδυόμενες τάσεις στην εξέλιξη της κοινωνίας πολιτών.

 

ΜΚΟ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Όπως επισημαίνει ο Πολυζωίδης (βλ. κεφ. 7, σ. 109-124), η αντίδραση των ΜΚΟ στην πρόκληση αυτή είναι διφορούμενη. Τόσο οι μεγάλες (που χαρακτηρίζονται από επαγγελματισμό, εξειδικευμένο επιστημονικό και διοικητικό προσωπικό, εδραιωμένες σχέσεις με το κράτος και μεγάλη απορρόφηση των προγραμμάτων εταιρικής κοινωνικής ευθύνης) όσο και οι μικρές οργανώσεις (που δεν διαθέτουν μόνιμες και επαγγελματικές δομές ή σχέσεις με το κράτος, και στηρίζονται κυρίως σε ιδιωτικές δωρεές και την εθελοντική εργασία των μελών τους) έχουν διευρύνει και αυξήσει σημαντικά τις κοινωνικές υπηρεσίες που προσφέρουν, όχι μόνο προς τους μετανάστες-πρόσφυγες και τις μειονότητες, αλλά και σε έλληνες πολίτες που έχουν χτυπηθεί από την κρίση. Ωστόσο, και ειδικότερα σε μια περίοδο που η πρωτοφανής διάσταση και άγνωστη διάρκεια της κρίσης επηρεάζει σημαντικά τη χρηματοδότησή τους, οι ΜΚΟ εξαντλούνται στην προσπάθειά τους να καλύψουν το κενό της απουσίας του κράτους. Δεν υπάρχει χρόνος και χώρος για την ανάπτυξη συνεργασιών μεταξύ των «μεγάλων» και «μικρών» ΜΚΟ, που θα έχουν στόχο τη συλλογή και τον διαμοιρασμό της πληροφόρησης, το σχεδιασμό και την προώθηση κοινωνικών πολιτικών, τον έλεγχο της ποιότητας των κρατικών υπηρεσιών και προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας, καθώς και την ανάπτυξη κοινών εκστρατειών ενημέρωσης και επηρεασμού της κοινής γνώμης. Το περιβάλλον αυτό τις υποχρεώνει να συμμορφώνονται με τις προτεραιότητες, την ατζέντα και τα προγράμματα του κράτους, παρέχοντας κοινωνικές υπηρεσίες ως «αντιπρόσωποί» του (βλ. κεφ. 9 του Σκλεπάρη, σ.147-165, και κεφάλαιο 11 του Καρακατσάνη σ. 193-213). 

Η πραγματικότητα αυτή, όπως και η έντονη κριτική που έχουν δεχτεί οι ΜΚΟ τα τελευταία χρόνια, για την κατασπατάληση δημοσίου χρήματος και την εξάρτησή τους από κρατικές και κομματικές-πελατειακές σχέσεις, έχει οδηγήσει στην ανάδυση ανεπίσημων δικτύων κοινωνικής και οικονομικής αλληλεγγύης, που προσφέρουν υπηρεσίες υγείας, πρόνοιας και εκπαίδευσης, χωρίς να έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, δηλαδή χωρίς να γίνουν ΜΚΟ. Στα δίκτυα αυτά η συμμετοχή των πολιτών στηρίζεται όχι μόνο στην επιθυμία τους να επιδείξουν αλληλεγγύη σε όσους δοκιμάζονται από την κρίση (βλ. κεφ. Κλαρκ, σ. 68-84), αλλά και σε μια κοινή και κριτική αντίληψη των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών αιτιών της κρίσης, καθώς και των ΜΚΟ (βλ. κεφ. Βαθάκου, σ. 168-189).

Τα μέτρα λιτότητας προκάλεσαν, επίσης, ευρεία συμμετοχή σε αυθόρμητα και άτυπα κοινωνικά κινήματα, όπως οι «Αγανακτισμένοι» και το δίκτυο «Δεν Πληρώνω». Στο ζήτημα αυτό, όμως, στο βιβλίο αναπτύσσονται δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Η «αισιόδοξη», όπως αυτή αναλύεται στο κείμενο της Λεοντίδου (κεφ. 6, σ. 85-106), επιδοκιμάζει την ανάπτυξη των κινημάτων αυτών, υπογραμμίζοντας ότι προσφέρουν νέες δυνατότητες στην κοινωνία πολιτών, καθώς διευρύνουν τις συμμετοχικές διαδικασίες και ενισχύουν την πολιτική πληροφόρηση και επικοινωνία. Όχι μόνο λειτουργούν ως εναλλακτικές μορφές ορισμού και κατανόησης των προβλημάτων, αλλά δημιουργούν και εναλλακτικούς τόπους ανταλλαγής πληροφοριών και ενημέρωσης που δεν φιλτράρονται και δεν κατασκευάζονται από τα συστημικά κόμματα και ΜΜΕ. Η «απαισιόδοξη» προσέγγιση, όμως, όπως αυτή αναπτύσσεται από τους επιμελητές του βιβλίου στο κεφ. 13 (σ. 241-242), τα αντιμετωπίζει ως παραδείγματα μιας αμήχανης ριζοσπαστικοποίησης των πολιτών και ειδικότερα των μισθωτών, οι οποίοι ταύτισαν την υπεράσπιση των κεκτημένων συμφερόντων τους με αντικυβερνητικές διαδηλώσεις και πολιτικοποιημένα κινήματα. Θα συμφωνήσω. Παρά τον πηγαίο και αυθόρμητο χαρακτήρα αυτών των κινημάτων, όπως και τη μη ιεραρχική μορφή λειτουργίας που τα χαρακτηρίζει σε παγκόσμιο επίπεδο, οι «Αγανακτισμένοι» επένδυσαν σε έναν «επαναστατικό συντηρητισμό», σε μια ανεπεξέργαστη μορφή αντίδρασης προς το πολιτικό σύστημα, που δυστυχώς εκφράστηκε με αρνητικά συνθήματα (μούντζες στη Βουλή) και απογοητευτικές συμπεριφορές που αφορούν τον δημόσιο χώρο (καταλήψεις, καταστροφή δημόσιας περιουσίας).

Ταυτόχρονα, επισημαίνουν οι επιμελητές του τόμου –και καλά κάνουν– αναδύθηκαν και αντιδημοκρατικές, βίαιες και σκοτεινές μορφές ενεργοποίησης της κοινωνίας πολιτών. Η κοινωνία πολιτών έχει θεσμοθετημένο και μη θεσμοθετημένο άτυπο χαρακτήρα. Ο θεσμοθετημένος χαρακτήρας εκφράζεται μέσα από τις ΜΚΟ που διαθέτουν νομική διάσταση και σε αρκετές περιπτώσεις συνεργάζονται με το κράτος, με εταιρείες και διεθνείς οργανισμούς. Ο μη θεσμοθετημένος χαρακτήρας της αναφέρεται στις προσπάθειες άτυπης και μη επίσημης αυτοοργάνωσης των πολιτών «από κάτω», με αποτέλεσμα η κοινωνία πολιτών να εκφράζεται όχι μόνο με θετικές ενέργειες (τηνδημιουργία δικτύων κοινωνικής και οικονομικής αλληλεγγύης, την προάσπιση ευγενών στόχων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων) αλλά και με πρωτοβουλίες πολιτών με αντικοινοβουλευτικό προσανατολισμό και ρατσιστική ιδεολογία. Από αναλυτική και όχι κανονιστική σκοπιά, θα ήταν λάθος να αποκλείσουμε τις ομάδες αυτές, και ειδικότερα όσες υπό την κηδεμονία της Χρυσής Αυγής κινητοποιήθηκαν να προσφέρουν φαγητό ή άλλα κοινωνικά καταναλωτικά αγαθά «μόνο σε Έλληνες». Αρνητική είναι και η παρουσία εξτρεμιστικών αριστερών ή αναρχικών ομάδων που, στο όνομα της «αντίστασης» κατά του καπιταλισμού και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συχνά καταφεύγουν στη χρήση βας και την καταστροφή ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας στο κέντρο της Αθήνας. H επαναλαμβανόμενη παρουσία αυτών των ομάδων, καθώς και η ικανότητά τους να κινητοποιήσουν οπαδούς και υποστηρικτές των στόχων τους, υπογραμμίζουν όχι μόνο την ύπαρξη μιας ριζοσπαστικοποιημένης μερίδας της κοινωνίας πολιτών που είναι πρόθυμη να καταφύγει στη βία και να παρέμβει πολιτικά και κοινωνικά με τρόπο που δεν συνάδει με την κοινοβουλευτική δημοκρατία, αλλά και την ανάγκη να μελετηθεί η ανησυχητική συνύπαρξη των δημοκρατικών και βίαιων-εξτρεμιστικών μορφών της κοινωνίας πολιτών στην Ελλάδα.         

 

ΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

Τελικά, σε ποιο βαθμό η κρίση αποτελεί μια ευκαιρία ενδυνάμωσης της κοινωνίας πολιτών στην Ελλάδα; Θα ήταν λάθος, όπως επισημαίνουν οι περισσότεροι συγγραφείς των κεφαλαίων του συλλογικού τόμου, να μην αναγνωρίζουμε ορισμένες θετικές «παρεκκλίσεις» από το παρελθόν.

Πρώτη τέτοια παρέκκλιση, η αύξηση του πολιτικού και κοινωνικού ακτιβισμού που παρατηρείται μέσα από τη δημιουργία άτυπων δικτύων κοινωνικής και οικονομικής αλληλεγγύης. Πρόκειται για μια ποιοτική αλλαγή που σηματοδοτεί την ανάδυση μιας πιο ανεξάρτητης, κριτικής και δραστήριας κοινωνίας πολιτών σε σχέση με τις παραδοσιακές μορφές εθελοντισμού, όπως αυτές αναπτύσσονται μέσα από τις δραστηριότητες των ΜΚΟ (βλ. κεφ. Βαθάκου, σ. 169-189). Η αλλαγή αυτή οφείλεται όχι μόνο στην ενίσχυση των αστικών κινημάτων διαμαρτυρίας και στον ενισχυμένο ρόλο που διαδραματίζουν τα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα στις δραστηριότητές τους (βλ. Λεοντίδου, κεφ. 6), αλλά και στην ανάπτυξη και τη διάχυση, ιδιαίτερα την περίοδο της κρίσης, εννοιών που σχετίζονται με την κοινωνική δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και τη δημοκρατία (βλ. Κλαρκ κεφ. 5, Βαθάκου κεφ. 10).

Δεύτερη παρέκκλιση συνιστά η μικρή μετατόπιση που παρατηρείται στη φύση των σχέσεων μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας πολιτών. Η απότομη αλλά απαραίτητη μείωση της χρηματοδότησης που λαμβάνουν οι ΜΚΟ, όπως και η δημόσια συζήτηση για την προνομιακή σχέση τους με το κράτος, τις αναγκάζει να στραφούν σε στρατηγικές οικονομικής βιωσιμότητας και δημοκρατικής λογοδοσίας, με αποτέλεσμα να μειώνουν όλο και περισσότερο την εξάρτησή τους από το κράτος (βλ. κεφ. Πολυζωίδη). Επιπρόσθετα, τα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης όχι μόνο στέκονται με σκεπτικισμό απέναντι στις «μεγάλες» και χρηματοδοτούμενες οργανώσεις, αλλά και απέναντι στο κράτος, καθώς θεωρούν ότι η συμμετοχή του κράτους στις δραστηριότητες της κοινωνίας πολιτών αποτελεί πηγή διαφθοράς και χαλιναγώγησης. Αναδεικνύουν έτσι την ανάγκη για προώθηση εναλλακτικών πολιτικών όσον αφορά το παραγωγικό πρότυπο της χώρας, όπως και την ανάγκη ανάπτυξης πρωτοβουλιών από τους ίδιους τους πολίτες για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων (βλ. κεφ. Βαθάκου).      

Το ερώτημα που προκύπτει, λοιπόν, είναι σε ποιο βαθμό αυτές οι «παρεκκλίσεις» από το παρελθόν μπορούν να επηρεάσουν θετικά και να ενισχύσουν τη μελλοντική παρουσία και εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας πολιτών.

Η κοινωνία πολιτών στην Ελλάδα, όπως επισημαίνει ο Χουλιάρας (κεφ. 2, σ. 11-12), παραμένει αδύναμη σε σχέση με χώρες της δυτικής Ευρώπης. Παρά τις όποιες θετικές ενέργειες παρατηρούνται στα άτυπα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης, η Ελλάδα απέχει πολύ από το να είναι μια κοινωνία αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Όπως αποδεικνύει μέσα από την ανάλυση όλων των εμπειρικών δεδομένων και τα στοιχείααξιόπιστων διεθνών επιστημονικών ερευνών, οι Έλληνες έχουν από τους χαμηλότερους δείκτες αμοιβαίας εμπιστοσύνης στη Δύση. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα, το ποσοστό των Ελλήνων που δηλώνουν ότι «οι περισσότεροι άνθρωποι θα προσπαθούσαν να με εκμεταλλευθούν» ανέρχεται σε 62,1%, ενώ το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στην Ευρώπη είναι 28,4%. Παράλληλα, το ποσοστό των Ελλήνων που ισχυρίζονται ότι τις περισσότερες φορές οι «άνθρωποι νοιάζονται κυρίως για τον εαυτό τους» αντί «να βοηθάνε τον άλλο» είναι 58,3% σε σχέση με το αντίστοιχο μέσο ευρωπαϊκό ποσοστό 31,3%. Το World Giving Index, το οποίο κατατάσσει τις χώρες του κόσμου ανάλογα με το χρήμα και το χρόνο που διαθέτουν οι πολίτες τους σε κοινωφελείς σκοπούς αλλά και με το κατά πόσον είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν έναν «ξένο», τοποθετεί την Ελλάδα στην 145η θέση ανάμεσα σε 146 χώρες (!), πολύ κάτω από χώρες του Τρίτου Κόσμου, αλλά και στο άλλο άκρο σε σχέση με την «αδελφή» Κύπρο (21η θέση). Η κοινωνική αλληλεγγύη, δηλαδή, στην Ελλάδα είναι από τις χαμηλότερες στον κόσμο.

Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, ότι η ανάδυση των δικτύων κοινωνικής και οικονομικής αλληλεγγύης υποδηλώνει περισσότερο την ανάγκη κάλυψης των αναγκών που αδυνατεί να καλύψει το κράτος στην περίοδο της κρίσης. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή σε μια εσωστρεφή και ατομικιστική κοινωνία. Η αλλαγή αυτή, ωστόσο, επιβλήθηκε στους πολίτες από τις επιπτώσεις της κρίσης, και δεν αποτελεί αποτέλεσμα μιας σταδιακής μεταμόρφωσης της κοινωνίας πολιτών προς τη διαμόρφωση και υιοθέτηση συλλογικών και συνεργατικών προτύπων (βλ. Jones, Προικάκης & Ρουμελιώτης, κεφ. 3, σ. 38).  Μάλιστα, όπως υπογραμμίζει η Κλαρκ (κεφ. 5), οφείλουμε να διακρίνουμε μεταξύ του εθελοντισμού που αναπτύσσεται σε περιόδους κρίσης και του εθελοντισμού που αναπτύσσεται σε περιόδους κανονικότητας. Όπως αποδεικνύει η μελέτη της για την περίπτωση της Ελλάδας, η αύξηση του ακτιβισμού και εθελοντισμού την περίοδο της κρίσης είναι αμφίθυμη, καθώς σχετίζεται περισσότερο με τις οικονομικές, κοινωνικές και ψυχολογικές ανάγκες των πολιτών και πολύ λιγότερο με την ανάγκη της συμμετοχής και της ανάπτυξης κοινωνικού κεφαλαίου και κοινωνικής εμπιστοσύνης.

 

ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ

Πού οφείλεται, λοιπόν, η έλλειψη εμπιστοσύνης και κοινωνικού κεφαλαίου;

Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Χουλιάρας (βλ. κεφ. 2), οι περισσότεροι αναλυτές επικεντρώνονται κυρίως σε ιστορικές ερμηνείες, όπως η «τουρκοκρατία», ο ύστερος εκβιομηχανισμός, ο εκσυγχρονισμός, η μεταπολιτευτική λειτουργία και κουλτούρα του πολιτικού συστήματος (παντοδυναμία του κράτους, των πολιτικών κομμάτων και των πελατειακών δικτύων που αυτά κατευθύνουν). Οι ερμηνείες αυτές, ωστόσο, είναι «προβληματικές», καθώς έμμεσα υπονοούν ότι η μοίρα ενός κράτους καθορίζεται από το παρελθόν, με αποτέλεσμα να είναι λίγα αυτά που μπορεί να γίνουν για να ενισχυθεί το κοινωνικό κεφάλαιο στην Ελλάδα. Κατά συνέπεια, η έρευνα και η συζήτηση για την κοινωνία πολιτών στην Ελλάδα οφείλει να μετακινηθεί από την μελέτη των ιστορικών ερμηνειών. Να επικεντρωθεί σε παραμελημένα ζητήματα που σχετίζονται κυρίως με τις αποφάσεις και τις επιλογές των δημόσιων πολιτικών, καθώς και με το πώς αυτές αποδυναμώνουν ή θα μπορούσαν να ενισχύσουν την κοινωνία πολιτών στην Ελλάδα. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής ζητήματα:

•        Το φορολογικό σύστημα και ειδικότερα πώς οι ελάχιστες και περίπλοκες φορολογικές ελαφρύνσεις που προσφέρονται στις εθελοντικές οργανώσεις ή φιλανθρωπικές ομάδες έχουν αποδυναμώσει την κοινωνία πολιτών. Τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, σε ποιο βαθμό και γιατί τα φορολογικά κίνητρα ενισχύουν τη θέση και το ρόλο της κοινωνίας πολιτών; 

•        Τις σχέσεις κράτους-εκκλησίας και πώς η «εθνικοποίηση» της θρησκείας (με κρατικές πολιτικές που διασφαλίζουν την οικονομική της βιωσιμότητα, τη θέση της και τον ρόλο της) έχει λειτουργήσει ως αντικίνητρο στην ενίσχυση της κοινωνίας πολιτών;

•        Το εκπαιδευτικό σύστημα και πώς αυτό αποθαρρύνει την ανάπτυξη συμμετοχής των νέων σε εθελοντικές κοινωνικές δραστηριότητες; Γιατί, και ενώ το μάθημα της αγωγής του πολίτη είναι ενσωματωμένο στα προγράμματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα στοιχεία καταγράφουν ότι μόλις 10% των καθηγητών ενθαρρύνουν τους μαθητές και τις μαθήτριες να συμμετάσχουν σε εθελοντικές δραστηριότητες της κοινωνίας πολιτών; Τι συμβαίνει σε άλλες χώρες;      

•        Τη λειτουργία και την οργάνωση του κράτους. Μήπως η απουσία αποτελεσματικών πολιτικών και διοικητικών δομών, καθώς και μηχανισμών λογοδοσίας και διαφάνειας, δεν ευνοεί την ανάπτυξη μιας ζωντανής κοινωνίας πολιτών; Τι δείχνουν τα στοιχεία για άλλες χώρες; Το σίγουρο είναι, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Χουλιάρας (σ.23), ότι όσο το κράτος λειτουργεί με όρους ενός «κουτσού Λεβιάθαν», που αδυνατεί να εισπράξει φόρους και να προσφέρει αξιόπιστες υπηρεσίες, η κοινωνία πολιτών θα παραμένει αδύναμη. Εν τέλει, η κοινωνία πολιτών δεν οικοδομεί κράτη, δεν είναι το αντίδοτο σε ανεπαρκείς μορφές διακυβέρνησης.

Στα παραπάνω θα μπορούσε να προσθέσει κανείς και τα εξής «παραμελημένα» ζητήματα:

•        Πώς η επικράτηση ενός μοντέλου κοινωνικού διαλόγου που κυριαρχείται από εργατικές και επαγγελματικές αξιώσεις και κινητοποιήσεις επιτρέπει σε πολλές κοινωνικές ομάδες να ασκούν σημαντική επιρροή πάνω στο κράτος, αποσπώντας σημαντικά δημόσια αγαθά ή αποθαρρύνοντας πολιτικές που θα απειλούσαν τη θέση και τα προνόμιά τους; Τι δείχνει η πραγματικότητα αυτή; Μήπως ότι η κοινωνία πολιτών στην Ελλάδα δεν κατανοείται με όρους εθελοντικής και αλτρουιστικής συμμετοχής στην αντιμετώπιση και επίλυση προβλημάτων, αλλά με όρους προσοδοθηρίας, δηλαδή άσκησης πολιτικής πίεσης από ομάδες συμφερόντων προκειμένου να επηρεαστεί η διαδικασία λήψης κρατικών αποφάσεων προς όφελος των ομάδων αυτών;    

•        Πώς ο ρόλος και η θέση της κοινωνίας πολιτών στην Ελλάδα παρουσιάζεται και καταγράφεται από τα ΜΜΕ σε διαφορετικές συγκυρίες; Γιατί οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 επέτρεψαν στα ΜΜΕ να προσφέρουν μια θετική εικόνα για τις ΜΚΟ και τον εθελοντισμό; Γιατί η κρίση έχει αυξήσει τον σκεπτικισμό των ΜΜΕ απέναντι στην κοινωνία πολιτών και ειδικότερα τις ΜΚΟ; Πώς σχετίζονται οι αρνητικές αντιλήψεις για τις ΜΚΟ με την κρατική χρηματοδότηση και την απουσία ενός μηχανισμού που ρυθμίζει τις σχέσεις κράτους και κοινωνιας πολιτών;  

Η κατανόηση και επίλυση αυτών των ζητημάτων θα διευκολύνει τη συγκρότηση του κοινωνικού κεφαλαίου στην Ελλάδα και την απαγκίστρωση της κοινωνίας από σύνδρομα άμυνας, εσωστρέφειας και προγονοπληξίας. Η Ελλάδα έχει αναδειχθεί σε μια ισχυρή χώρα του ευρωπαϊκού και διεθνούς συστήματος και κατέχει μια αξιοζήλευτη θέση στο «Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης» του Αναπτυξιακού Προγράμματος του ΟΗΕ. Η πραγματικότητα αυτή, όπως και η πρόκληση της παγκοσμιοποίησης, επιβάλουν την ανάγκη να ξεπεράσουμε ιστορικά και εννοιολογικά στερεότυπα, όπως ότι η Ελλάδα είναι αιωνίως υπανάπτυκτη ή/και υποτελής χώρα, ότι η Ελλάδα είναι το κέντρο του κόσμου ή ότι η Ελλάδα είναι «ανάδελφο» έθνος. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε όχι μόνο να αντιμετωπίσουμε ορισμένες υπαρκτές δυσλειτουργίες της κοινωνίας μας, αλλά και να λειτουργήσουμε ως μια «κανονική», ανεπτυγμένη, δημοκρατικά συγκροτημένη και ενεργή χώρα στο παγκόσμιο σύστημα.

 

 

 

Χρήστος Α. Φραγκονικολόπουλος

Αναπληρωτής καθηγητής διεθνών σχέσεων στο τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ. Βιβλία του: Ο παγκόσμιος ρόλος των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (2007), Ο εκδημοκρατισμός της παγκόσμιας διακυβέρνησης: Μια εισαγωγή στην Κοσμοπολιτική Δημοκρατία (μαζί με τον Φ. Προέδρου, 2010), Τα «εθνικά θέματα» στη δίνη των ΜΜΕ (μαζί με τον Γ. Πλειό (2011), Διεθνείς Διενέξεις: Αντιμετώπιση και Επίλυση (μαζί με Α. Ηρακλείδη και Γ. Κωστάκο, 2004).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά