Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Ελληνικός καιροσκοπικός καπιταλισμός

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38

Αρίστος Δοξιάδης, Το αόρατο ρήγμα. Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία, Ίκαρος, Αθήνα 2013, 323 σελ.

Η ελληνική οικονομία καθορίζεται από ένα βαθύ ρήγμα ανάμεσα στην κανονικότητα των δυτικών χωρών και της ελληνικής ιδιομορφίας, η οικονομική βάση της οποίας χωρίζεται σε «νοικοκυραίους», «ραντιέρηδες» και «καιροσκόπους». Οι επεξεργασίες του Αρίστου Δοξιάδη καθιστούν το «ρήγμα» λιγότερο αόρατο, πολύτιμη συμβολή στην αναζήτηση της απαιτούμενης εθνικής αυτογνωσίας.

«Πρέπει κάποιος να γνωρίζει άριστα το έθνος για το οποίο οικοδομεί.»

Ζαν Ζακ Ρουσσώ

Αναγκαία συνθήκη της ανάταξης της εθνικής μας οικονομίας είναι ο ακριβής προσδιορισμός των αιτίων που οδήγησαν στη σημερινή κατάρρευση. Στον δύσβατο δρόμο της εθνικής αυτογνωσίας δεν μπορούμε να πορευτούμε με τα εφόδια που έως σήμερα μας έχει προσφέρει η πλειονότητα των εγχώριων αναλυτών και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης. Το παιχνίδι της «απόδοσης ευθυνών» (κατά το αγγλοσαξωνικό “blamegame”), που τόσο αγαπήθηκε κυρίως τα πρώτα «αγανακτισμένα» χρόνια της κρίσης, εκτρέπει τη συζήτηση παρέχοντας πρόσφορο πεδίο ανάπτυξης ενός (αριστεροδεξιού) επιθετικού λαϊκισμού, τον οποίο δυστυχώς απαντούμε συχνά στην πολιτική ιστορία της χώρας μας. Εξ ίσου ανεπαρκείς όμως αποδεικνύονται τόσο οι τεχνοκρατικές προσεγγίσεις που τοποθετούν την κρίση και τη διαχείρισή της στο ισοπεδωτικό πλαίσιο των οικονομικών «συνταγών», όσο και εκείνες οι ιδεολογικές (κυρίως νεο-μαρξιστικές) προσεγγίσεις που αδιαφορούν για την αναγκαιότητα χάραξης μιας εθνικής στρατηγικής για την ανασυγκρότηση της χώρας, καθώς, αντιμετωπίζοντάς την ως εγκλωβισμένη στα γρανάζια της λειτουργίας του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, οδηγούν τη συζήτηση σε ανεδαφικούς μαξιμαλισμούς και ουτοπικές πολιτικές επιλογές.

Ο οικονομολόγος και κοινωνικός επιστήμονας Αρίστος Δοξιάδης στο (πρώτο) βιβλίο του, Το αόρατο ρήγμα, επιλέγει από την πλευρά του να προσεγγίσει το ζήτημα των αιτίων της κρίσης και των πιθανών διεξόδων από αυτή, χρησιμοποιώντας το πλούσιο θεωρητικό οπλοστάσιο της «νεο-θεσμικής οικονομικής», η οποία τις τελευταίες δεκαετίες αναπτύσσεται ραγδαία διεθνώς, εμπλουτίζοντας τα νεοκλασικά οικονομικά με νέα θεωρητικά εργαλεία από τις «πειθαρχίες» της πολιτικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας, της νομικής επιστήμης και της κοινωνικής ανθρωπολογίας. Ταυτόχρονα, αν και σε μικρότερο βαθμό, επιχειρεί να τοποθετήσει την Ελλάδα στις θεωρητικές αναζητήσεις για τις «παραλλαγές του καπιταλισμού» (varieties of capitalism), όπου η χώρα μας (πάντοτε με τις δικές της «εθνικές ιδιομορφίες») εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά με τα κράτη της νότιας Ευρώπης.

Η νεοθεσμική οικονομική εξετάζει τη λειτουργία των θεσμών στις οικονομικές επιδόσεις των πραγματικών αγορών[1]. Οι θεσμοί αποτελούν σύνολα επίσημων και ανεπίσημων κανόνων που «κανοναρχούν» τη συμπεριφορά των ατόμων αυξάνοντας την εμπιστοσύνη (κοινωνικό κεφάλαιο) και περιορίζοντας τη συστημική αβεβαιότητα. Τα άτομα επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση της χρησιμότητας προς όφελός τους υπό τους περιορισμούς του θεσμικού περιβάλλοντος και της οριακής ορθολογικότητάς τους στην επεξεργασία της (ασύμμετρης) πληροφόρησης καθώς και την επίδραση της ιδεολογίας και της κουλτούρας ως συλλογικών συστημάτων αντιλήψεων με τα οποία προσεγγίζουν την πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται η οπορτουνιστική συμπεριφορά των ατόμων, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται υπό το πρίσμα της πολιτικής διαδικασίας και της συλλογικής δράσης. Φυσικά, οι τυπικοί θεσμοί είναι ιστορικά ατελείς, εξελίσσονται και υπόκεινται σε αλλαγές ως αποτέλεσμα της εγγενούς θεσμικής αστάθειας των κοινωνιών και των οικονομιών[2].

ΥΠΕΡΑΡΙΘΜΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ, ΑΦΑΝΤΟΙ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ

Ο Δοξιάδης, συνδυάζοντας τις πανεπιστημιακές σπουδές με πολύχρονη εμπειρία στη διοίκηση επιχειρήσεων αλλά και στην εφαρμογή δημόσιων πολιτικών, καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη χωρίς να χάνει το στόχο του. Δεν περιορίζεται στο προστατευμένο και συχνά παραπλανητικό κέλυφος της ακαδημαϊκής ζωής και, ταυτόχρονα, καταφέρνει να παίρνει την αναγκαία απόσταση από την περιπτωσιολογική πρακτική χωρίς να χάνει τη «μεγάλη εικόνα».

Ο συγγραφέας προσεγγίζοντας κριτικά την ελληνική μικρο-οικονομία, χωρίζει γλαφυρά τους οικονομικώς δρώντες σε τρεις κατηγορίες: τους «νοικοκυραίους» (που αντιστοιχούν στο πλήθος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και στην εκτεταμένη ιδιοκτησία ακινήτων), τους «ραντιέρηδες» (που αντιστοιχούν στην εκτεταμένη προσοδοθηρία) και τους «καιροσκόπους» (που αντιστοιχούν στην απουσία συνεργασίας). Στην κατηγορία των «νοικοκυραίων» εντάσσει και περιγράφει τον μεγάλο αριθμό των αυοαπασχολούμενων, τη μικρο-εργοδοσία και την οικογενειακή επιχείρηση, ως τους βασικούς θεσμούς της οικονομικής μας οργάνωσης. Οι επιλογές τους καθορίζουν της αποδοτικότητα και την κατεύθυνση της οικονομίας. Το μέγεθος, η οργάνωση και ο τρόπος λειτουργίας τους δεν επιτρέπουν, μεταξύ άλλων, τη συσσώρευση κεφαλαίου και τις οικονομίες κλικακος, αποθαρρύνουν την καινοτομία, δεν επιτρέπουν τον διαχωρισμό της διοίκησης από την ιδιοκτησία, δεν αξιοποιούν επαρκώς το ανθρώπινο κεφάλαιο.

Στην κατηγορία των «ραντιέρηδων» τοποθετούνται εκείνοι που καρπώνονται το πλήθος των προσόδων, από τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, τις αργομισθίες, τις υπερ-κοστολογήσεις. Η προσοδοθηρία συχνά είναι τυπικά νόμιμη και πολιτικά επιθυμητή όπως, π.χ., στις περιπτώσεις ευνοϊκών ρυθμίσεων για συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες («κλειστά» επαγγέλματα). Η λειτουργία τους στρεβλώνει τις αγορές και τις καθιστά λιγότερο αποδοτικές.

Τέλος, οι «καιροσκόποι» αποτελούν την μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα εκείνων που αποθεώνουν το άμεσο, πρόσκαιρο κέρδος, που περιλαμβάνει από την απουσία μεσο-μακροπρόθεσμου οικονομικού σχεδιασμού μέχρι τη γνωστή σε όλους «αρπαχτή». Οι ατομιστικές και βραχυπρόθεσμες στρατηγικές των καιροσκόπων, οι οποίες ανάγονται σε πολιτιστικά πρότυπα, δεν επιτρέπουν την αξιοποίηση των ωφελειών της συνεργασίας.

Και οι τρεις παραπάνω κατηγορίες, ανταποκρινόμενες στο πλέγμα κινήτρων και αντικινήτρων που αρθρώνουν οι οικονομικοί θεσμοί, επιλέγουν να λειτουργούν σε ένα πλαίσιο εσωστρέφειας και χαμηλής ανταγωνιστικότητας. Και αντίστροφα, με τις καθημερινές πρακτικές και επιλογές τους, συμβάλλουν στη διατήρηση της «θεσμικής ακαμψίας» (institutional sclerosis) αναπαράγοντας το κυρίαρχιο παραγωγικό μοντέλο. Κάπως έτσι, η Ελλάδα βρίσκεται να διαθέτει, μεταξύ άλλων, το μεγαλύτερο ποσοστό γιατρών (και το μικρότερο σε «γενικούς γιατρούς») ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, αλλά το τρίτο μικρότερο ποσοστό σε νοσηλευτές, τον μεγαλύτερο αριθμό καθηγητών γυμνασίου ανά χίλιους μαθητές, όμως με τις λιγότερες ώρες διδασκαλίας, το μεγαλύτερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης χωρίς στεγαστικό δάνειο στην ΕΕ των 15 (67%) και ταυτόχρονα το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό φτώχειας στους ηλικιωμένους στην Ευρώπη.  

ΕΛΛΙΠΗΣ ΜΕΣΑΙΑ ΤΑΞΗ

Από την εγχώρια μεσαία τάξη, που αποτελεί ιστορικά τη ραχοκοκαλιά του σύγχρονου καπιταλισμού λείπουν τα μεσαία στελέχη επιχειρήσεων, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, που αναπτύσσει δεξιότητες, συνεργάζεται, «βαθαίνει» τον καπιταλισμό. Πρόκειται για εκείνο το τμήμα της μεσαίας τάξης που ιστορικά στηρίζει πολιτικές αύξησης της παραγωγικότητας προκειμένου να ανταποκριθεί στον αυξημένο ανταγωνισμό.

Η άλλη μισή μεσαία τάξη, η κυρίαρχη στο ελληνικό κοινωνικό οικοδόμημα, τεχνητά διογκωμένη και προστατευόμενη από το πολιτικό σύστημα που διασφάλιζε τα ειδοδήματά της σε βάρος της συνολικής οικονομίας (αν και δεν απέτρεπε την αύξηση του αριθμού της) βασίζεται στον μεγάλο αριθμό των αυτο-απασχολούμενων. Παρατηρεί ο Δοξιάδης:

Αντίθετα, στην Ελλάδα το πρότυπο της τάξης ήταν ο δικηγόρος: ανεξάρτητος, σ’ ένα δικό του μικρό γραφείο, κυνηγά μόνος τον πελάτη, τη βγάζει το πρωί στα καφενεία των δικαστηρίων. Δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν, εκτός από το λογαριασμό του στην τράπεζα, που κυμαίνεται χρόνο με το χρόνο ανάλογα με τις δουλειές. Στο σινεμά, πότε είναι ο χουβαρδάς Λάμπρος Κωνσταντάρας, πότε ο εκνευρισμένος Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. (σελ. 97)

Στην παραπάνω διαστρωμάτωση, η επαγγελματική ιδιότητα (πτυχίο) αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τη θέση εργασίας (εταιρεία) και κατ’ αυτόν τον τρόπο εξηγείται, μεταξύ άλλων, ο προσανατολισμός του εκπαιδευτικού συστήματος με τον πληθωρισμό πτυχίων σε μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες.

Σε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά κεφάλαια του βιβλίου, εξάλλου, με τίτλο «Συνεταιρισμοί χωρίς συνεργασία», ο συγγραφέας αναδεικνύει το ελλειμματικό «κοινωνικό κεφάλαιο» της χώρας εστιάζοντας στην ιστορική εμπερία της λειτουργίας των αγροτικών συνεταιρισμών. Ένα εγχείρημα που ξεκίνησε φιλόδοξα τη δεκαετία του 1980 για να βουλιάξει σύντομα στην αναποτελεσματικότητα και την κακοδιαχείριση. Αν και οι συνεταιρισμοί θεωρητικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν το θεσμικό εργαλείο για την επίτευξη οικονομιών κλίμακος σε έναν παραγωγικό τομέα μικροκαλλιεργητών και κατακερματισμένου αγροτικού κλήρου, τα προαπαιτούμενα της συνεργατικής νοοτροπίας και της διοικητικής ανεξαρτησίας απουσίαζαν, με συνέπεια οι συνεταιρισμοί να εκφυλιστούν ταχύτατα σε χώρο προσοδοθηρικών συμπεριφορών και εγωτιστικών διεκδικήσεων. Η διαρκής (και συνταγματικά κατοχυρωμένη) παρέμβαση του κράτους σε συνδυασμό με την κυριαρχία των κομματικών ανταγωνισμών που διαπότισαν το χώρο των συνεταιρισκών (όπως άλλωστε και σχεδόν κάθε πεδίο οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας στη μεταπολιτευτική περίοδο), καθώς και η έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στους παραγωγούς (για «πολιτισμική δυσπιστία» κάνει λόγο ο Δοξιάδης), οδήγησαν σε μία πρωτοφανή στρέβλωση των κινήτρων, όπου η κατασπατάληση των πλουσιοπάροχων επιδοτήσεων, αντί να δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις μετάβασης σε ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο, συνέβαλε στην κατασπατάληση των πόρων και στον εγκλωβισμό σε αντιπαραγωγικές και παθητικές οικοονμικές στρατηγικές. Όπως γράφει ο συγγραφέας,

οι περισσότεροι αγρότες, μη έχοντας τη νοοτροπία της συνεργασίας, δεν μπόρεσαν να συνεργαστούν και στους συνεταιρισμούς, όταν αυτοί ενισχύθηκαν από το κράτος με πολλαπλά κίνητρα τη δεκαετία του 1980. Δεν είδαν το συνεταιρισμό ως ομαδική περιουσία, που έπρεπε να τον διαχειριστούν ομαδικά για να αυγατίσει. Τον είδαν ως παροχή του κράτους, για να την απομυζήσουν όσο υπήρχε. Έτσι, τα μέλη επέμεναν ν’ αγοράζει ο συνεταιρισμός το προϊόν τους με ζημιά, ή να τους πουλάει το λίπασμα με ζημιά – την οποία κάλυπτε με δάνεια η Αγροτική Τράπεζα, μέχρι που δεν άντεξε άλλο. Οι δε αξιωματούχοι, όπως σε τόσα άλλα δημόσια αξιώματα στη χώρα μας, είδαν το συνεταιρισμό ως ευκαιρία πλουτισμού, ή ως μέσο πολιιτκής επιρροής. Οι θεωρητικοί οπαδοί του συνεταιριστικού κινήματος δεν έχουν αναρωτηθεί σοβαρά γιατί απέτυχαν οι συνεταιρισμοί επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου. Αν ερωτηθούν σήμερα τα σοβαρά στελέχη του ΠΑΣΟΚ ή της Αριστεράς, θα πουν ότι έφταιγαν οι άξεστοι «πρασινοφρουροί» που είχαν τότε τον έλεγχο του μηχανισμού. Όμως οι αιτίες είναι βαθύτερες. Είναι συνδυασμός πολιτισμικής δυσπιστίας και παρεμβατικού κράτους. (σελ. 133)   

Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε εμπορεύσιμες και μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες συναντάται, περισσότερο ή λιγότερο, σε κάθε οικονομία. Ο αγρότης, π.χ., που διοχετεύει τα προϊόντα του στην αγορά κατατάσσεται στην πρώτη κατηγορία, ενώ αν βιοπορίζεται από τα περίφημα «δικαιώματα» καλλιέργειας τοποθετείται στην δεύτερη κατηγορία. Το αόρατο στο γυμνό μάτι «ρήγμα» σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης διευρυνόταν διαρκώς, μεταφέροντας οικονομικές δραστηριότητες από την εμπορεύσιμη στη μη εμπορεύσιμη πλευρά. Προς αυτή την κατεύθυνση μετακινήθηκαν και το πολιτικό ενδιαφέρον, η κρατική προστασία, οι επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις. Βαθμιαία οικοδομήθηκε μία εσωστρεφής οικονομία μηδενικού ρίσκου και ανύπαρκτης καινοτομίας αφού προτιμούνταν οι σίγουρες αποδόσεις που εξασφάλιζε το πελατειακό κράτος. Ο συγγραφέας αποτυπώνει ανάγλυφα το πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον στις παρακάτω γραμμές:

Το ρήγμα των δύο τομέων ήταν αόρατο. Δευν ταυτιζόταν με τις γνωστές διαχωριστικές γραμμές της πολιτικής. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ είχαν τα προπύργιά τους σε διαφορετικούς χώρους, αλλά πάντα στις μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες: το ΠΑΣΟΚ στην ΑΔΕΔΥ, στις ΔΕΚΟ, στην ΟΤΟΕ – δηλαδή στους μισθωτούς αυτού του τομέα. Η ΝΔ στους ελευθεροεπαγελματίες γιατρούς και δικηγόρους, στους εμπόρους, τους ταξιτζήδες, στους φαρμακοποιούς – δηλαδή στους μικροεπιχειρηματίες του ίδιου τομέα. Και τα δύο κόμματα είχαν στενή σχέση με μεγαλοεπιχειρηματίες, πάλι του ίδιου τομέα: εργολάβους, προμηθευτές όπλων και εξοπλισμού. Από τις εμπορεύσιμες δραστηριότητες δεν έβγαιναν εκπρόσωποι στη Βουλή, δεν επηρεαζόταν η εργατική νομοθεσία, και δεν είχαν καμιά ιδιαίτερη στήριξη από το κράτος. Από τα μη εμπορεύσιμα επαγγέλματα προέρχονταν οι πιο δυναμικές κινητοποιήσεις και οι συνδικαλιστές που γίνονταν βουλευτές, σε όλα τα κόμματα. Ο τομέας χωρούσε και την Αριστερά και τη Δεξιά, προσλήψεις στο Δημόσιο και ιδιωτικά κέρδη. (σελ. 205)

ΕΛΛΑΔΑ, ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΗ

Στους ευνοημένους του ελληνικού μικρο-καπιταλισμού εντάσσεται η κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, η οποία λειτουργεί (και αναπαράγεται) σε ένα περιβάλλον που ο συγγραφέας αποκαλεί όνειρο κάθε καπιταλιστή:

Σχεδόν όλες λοιπόν οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι είτε προμηθευτές του Δημοσίου είτε πάροιχοι βασικών υπηρεσιών σε κλάδους που δεν είναι διεθνώς εμπορεύσιμοι. Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τη θεματολογία του δημόσιου λόγου που προωθεί η εργοδοσία στην Ελλάδα. Οι πιο ισχυροί εργοδότες αφ’ ενός ζουν από δημόσιες δαπάνες, αφ’ ετέρου δεν έχουν σοβαρό ενδιαφέρον να είναι ανταγωνιστικοί σε μια διεθνή αγορά. Έτσι, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ελέγχονται από αυτούς, και οι συλλογικοί φορείς της εργοδοσίας που επηρεάζονται από αυτούς δεν έβαλαν ποτέ τη μείωση των δημοσίων δαπανών, γιατί από αυτές προέρχονται τα έσοδά τους. Δεν ζήτησαν να ιδιωτικοποιηθούν οι ΔΕΚΟ, γιατί οι νέοι ιδιοκτήτες μπορεί να αναζητούσαν άλλους προμηθευτές. Δεν επέμειναν πραγματικά για τη μείωση της γραφειοκρατίας, που αυξάνει το κόστος, διότι για τους προμηθευτές του Δημοσίου η γραφειοκρατία παρέχει μια καλή άμυνα απέναντι σε δυνητικούς ξένους ανταγωνιστές. Αποδέχθηκαν χωρίς πολλά πολλά τις ρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας (όπως τα απίθανα εμπόδια στη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, ή η μονομερώς υποχρεωτική διαιτησία), που δημιουργούν πρόβλημα στους εμπορεύσιμους κλάδους αλλά όχι σε όσους έχουν περιχαρακώσει την αγορά τους και δεν φοβούνται διαρροές πελατείας. (σελ. 65)

Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του, ο συγγραφέας υπογραμμίζει την αναγκαιότητα χάραξης μίας νέας πορείας για την ελληνική οικονομία που απαιτεί θυσίες από όλους. Ορθώς επισημαίνει ότι η πορεία αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει σχέδιο λεπτομερούς πολιτικού προγραμματισμού κσθώς η οικονομία είναι συνισταμένη των αναρίθμητων επιλογών των οικονομικών δρώντων και των μεταξύ τους αλληλεπιδράσεων. Ταυτόχρονα όμως υποδεικνύει ένα πλέγμα θεσμικών παρεμβάσεων, κυρίως για τη μετακίνηση μη εμπορεύσιμων δραστηριοτήτων σε νέες μικρομεσαίες επιχειρήσεις του εμπορεύσιμου τομέα καθώς και για τη μεγέθυνση των μικρών επιχειρήσεων. Θα προσθέταμε και τα οφέλη από την εφαρμογή μιας κατάλληλης βιομηχανικής πολιτικής (που επανέρχεται διεθνώς). Αντίθετα, ο Δοξιάδης εμφανίζεται απαισιόδοξος για τις προοπτικές της προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, όπως και για την επέκταση των μεγάλων εγχώριων εταιρειών.

Δυσκολότερα ωστόσο φαίνεται να είναι τα πράγματα στο πεδίο των νοοτροπιών, οι οποίες δεν αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Όπως επισημαίνει ο γνωστός πολωνός πολιτικός επιστήμονας AdamPrzeworski, «προτού οι άνθρωποι αρχίσουν να συμπεριφέρονται ως δρώντες της αγοράς, πρέπει πρώτα να γκρεμιστούν πανίσχυροι πολιτισμικοί φραγμοί και να διαβρωθούν καλά ριζωμένες συνήθειες. Για να αναφέρω απλώς ένα στοιχείο, απαιτείται 20% με 30% διαφορά στα προσδοκώμενα ποσοστά απόδοσης (και ορισμένες άλλες προϋποθέσεις) για να πειστούν οι αγρότες να αλλάξουν τις καλλιέργειές τους»[3]. Καθώς μέχρι σήμερα, το πολιτικό σώμα δεν φαίνεται να έχει συμφωνήσει για τα αίτια της κρίσης, το μοίρασμα των βαρών της προσαρμογής και την κατεύθνση της ανασυγκρότησης της χώρας, δεν μπορούμε να προσδωκούμε πολλά στον κοντινό ορίζοντα. Σε αυτό το σημείο λοιπόν, ο ρόλος της πολιτικής μπορεί (και πρέπει) να αποβεί καθοριστικός.

Εν κατακλείδι, πολύς κόπος και χρόνος θα απαιτηθεί προκειμένου να καλυφθεί το ρήγμα της ελληνικής οικονομίας και να μπει σε τροχιά ανάπτυξης. Ωστόσό, με κάθε βεβαιότητα θα λέγαμε ότι οι φωτισμένες σελίδες του βιβλίου του Αρίστου Δοξιάδη καθιστούν το «ρήγμα» λιγότερο αόρατο, πολύτιμη συμβολή στην αναζήτηση της απαιτούμενης εθνικής αυτογνωσίας.


 

[1]Η αποφασιστική ώθηση στην ανάπτυξη της σύγχρονης οικονομικής των θεσμών (newinstitutionaleconomics) δίνεται με το έργο του RonaldCoase και τη συμβολή του στην ανάλυση της σχέσης των περιουσιακών δικαιωμάτων με τα συναλλακτικά κόστη. Σημαντική είναι επίσης,η συνεισφορά του OliverWilliamson για τις διαφορές ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και τα συναλλακτικά κόστη, του DouglassNorth για τους παράγοντες που επηρεάζουν τη θεσμική αλλαγή, του ArmenAlchian αναφορικά με τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και τη θεωρία των οργανώσεων.

[2] Βλ. χαρακτηριστικά τα πρόσφατα έργα του NiallFergusonΟ Μεγάλος Εκφυλισμός (εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2013) και των DaronAcemogluκαι JamesRobinsonΓιατί αποτυγχάνουν τα έθνη. Οι καταβολές της ισχύος, της ευημερίας και της φτώχειας (εκδόσεις Λιβάνης, 2013).

[3]AdamPrzeworski, Δημοκρατία και Αγορά-πολιτικές και οικονομικές μετασρρυθμίσεις στην Ανατολική Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2001, σελ. 221. 

Δημήτρης Σκάλκος

Πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος. Τελευταίο του βιβλίο: Αλήθειες για το φιλελευθερισμό (2008).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά