Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Τα ευεργετικά Μνημόνια

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από  Θάνος Σκούρας Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Οικονομία Πολιτική Τεύχος 55
Γελοιογραφία του Φρέντερικ Ντιλάιν. Γελοιογραφία του Φρέντερικ Ντιλάιν. Frederick Deligne

 Γρηγόρης Θ. Παπανίκος, Η Οικονομική Κρίση της Ελλάδος. Μία Ταξική Ανάλυση Υπέρ των Μνημονίων, Αθηναϊκό Ινστιτούτο Εκπαίδευσης και Έρευνας, Αθήνα 2014

 

Τα μνημόνια, όχι μόνο δεν είναι καταστρεπτικά αλλά αντίθετα, ακριβώς επειδή στρέφονται ενάντια στα παρασιτικά στρώματα της κοινωνίας, είναι ευεργετικά για την ελληνική οικονομία. Η συνέχιση των μνημονίων είναι απολύτως απαραίτητη για την εξαφάνιση του παρασιτισμού και την εργατικοποίηση αυτών των κοινωνικών στρωμάτων. Επομένως, αν η Aριστερά δεν είχε διαβρωθεί από τα στρώματα του παρασιτισμού και της προσοδοθηρίας, θα έπρεπε να παλεύει για πιό «σκληρά» μνημόνια, μέσα στο πλαίσιο πάντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. [Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 55, Μάιος 2015]

 

 

Το βιβλίο του Γρηγόρη Παπανίκου για την οικονομική κρίση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον γιατί συγκρούεται ολομέτωπα με παγιωμένες αντιλήψεις που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία.  Η πιo σημαντική άποψη, που ασπάζεται το σύνολο σχεδόν της κοινής γνώμης, είναι ότι η προσφυγή στο μνημόνιο είναι υπεύθυνη για την καθίζηση της ελληνικής οικονομίας και την συνεπακόλουθη μείωση του μέσου βιοτικού επιπέδου. Ακόμη περισσότερο δε, ότι πρέπει να απαλλαγούμε από τα μνημόνια το γρηγορότερο δυνατόν.

Ο Γρηγόρης Παπανίκος δείχνει πειστικά ότι οι αντιλήψεις αυτές δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική και οφείλονται μάλλον σε άγνοια και προκατάληψη. Κυρίως όμως οφείλονται, πιστεύω, στην  προπαγάνδα που εκπορεύεται από τα κόμματα όλου σχεδόν του πολιτικού φάσματος. Αυτή η κομματική πρακτική έχει μια απλή εξήγηση. Είναι δοκιμασμένη και συχνά επιτυχής η τακτική να φωνάζει ο κλέφτης όχι μόνο για να φοβηθεί ο νοικοκύρης αλλά και για να κατηγορήσει κάποιον άλλο. Επιπλέον, είναι κανόνας στην ελληνική πολιτική σκηνή, όπου το μόνο που μετρά είναι το κυνήγι των ψήφων, να κολακεύεις τους δυνάμει φηφοφόρους. Και ασφαλώς να μην τους αποδίδεις ευθύνη για οτιδήποτε  δυσάρεστο συμβαίνει. Έτσι, η καθολική κατακραυγή κατά των μνημονίων, που επιβάλλονται από τους ξένους πιστωτές μας, οι οποίοι, ως ξένοι, αποτελούν ιδανικό αποδιοπομπαίο τράγο, γίνεται εύκολα κατανοητή. Μ’ αυτό τον τρόπο, αποκρύπτεται αποτελεσματικά η ανευθυνότητα της πολιτικής τάξης και των κομμάτων, καθώς και η ανωριμότητα των ψηφοφόρων τους, που είναι οι βασικοί υπαίτιοι της οικονομικής κρίσης.

Ο ψηφοφόρος, στον οποίο κυρίως απευθύνεται ο Γρηγόρης Παπανίκος, είναι αυτός της Αριστεράς  που πιστεύει στην ιδιαίτερη αξία της ταξικής ανάλυσης. Για να προκαλέσει την προσοχή των αριστερών, που θα έπρεπε να υποστηρίζουν το συμφέρον των λιγότερο προνομιούχων και πραγματικά εργατικών τάξεων, το έργο του έχει τον υπότιτλο «Μια ταξική ανάλυση υπέρ των μνημονίων».  ‘Οπως  όμως ο ίδιος ξεκαθαρίζει, η θέση υπέρ των μνημονίων είναι η σωστή για την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της. Μόνο όποιο κοινωνικό μόρφωμα φιλοδοξεί να ζει παρασιτικά ή όποια άτομα επιδιώκουν να κερδοσκοπήσουν σε βάρος της ελληνικής κοινωνίας έχουν, αντικειμενικά, συμφέρον να καταργηθούν τα μνημόνια.

 

ΤΑ ΔΥΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ

Ποια είναι τα κύρια στοιχεία της επιχειρηματολογίας του Παπανίκου; Κατ’ αρχάς, επισημαίνει ότι η ουσία της οικονομικής κρίσης ήταν τα δύο ελλείμματα, στο εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στον κρατικό προϋπολογισμό, και ο κύριος στόχος των μνημονίων ήταν η εξάλειψη αυτών των ελλειμμάτων. Ο στόχος αυτός επετεύχθη, και μάλιστα σε χρόνο συντομότερο απ’ αυτόν που είχαν  προγραμματίσει  τα μνημόνια.

Τα ελλείμματα προέρχονταν από δύο λόγους. Το πρώτο, από το ότι η χώρα εισήγαγε πολύ περισσότερα απ’ όσα εξήγαγε και, το δεύτερο, απ’ ότι το ελληνικό Δημόσιο ήταν αχόρταγο και συνέχεια δανειζόταν. Έτσι, το χρέος διπλασιάστηκε από 161 δισεκατομμύρια ευρώ το 1999 στα 322 δισεκατομμύρια το 2010.

Πού πήγαιναν τα δανεικά; Λίγο περισσότερα από τα μισά της αύξησης του χρέους πήγαν στην πληρωμή των τόκων για το συσσωρευμένο χρέος. Και τα υπόλοιπα; Η αύξηση σ’ αυτή την περίοδο στις πραγματικές αμοιβές και συντάξεις των εργαζομένων στο Δημόσιο ξεπερνά σημαντικά τα υπόλοιπα δανεικά. Εξηγείται εύκολα λοιπόν πού πήγαν τα λεφτά. Η επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού από την αύξηση μισθών και συντάξεων που, πρέπει να σημειωθεί, ήταν για πολλά χρόνια σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα από τις αντίστοιχες απολαυές στον ιδιωτικό τομέα, φθάνει για να εξηγήσει πώς φαγώθηκαν τα δανεικά. Δεν χρειάζεται καν να συνυπολογισθούν η σπατάλη και η κακοδιαχείριση του Δημοσίου, καθώς και η αποτυχία του να εξαλείψει τη φοροδιαφυγή, που προφανώς αύξαναν το έλλειμμα και την ανάγκη του για περισσότερα δανεικά.

Παρ’ ότι δεν μπορεί σοβαρά να αμφισβητηθεί η επιτυχία των μνημονίων  στην εξάλειψη των δύο ελλειμμάτων, είναι διαδεδομένη η άποψη ότι κατέστρεψαν την οικονομία και έφεραν φτώχεια. Μερικοί μάλιστα συγκρίνουν τη δυστυχία και την πείνα που έφεραν τα μνημόνια με την τραγωδία της γερμανικής Κατοχής. Αυτές οι απόψεις δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι ότι τα εισοδήματα το 2013, που ήταν η χειρότερη χρονιά της κρίσης, ήταν  υψηλότερα από οποιαδήποτε χρονιά μέχρι και το 2000. Το ΑΕΠ του 2013 ήταν 181,73 δισεκατομμύρια ευρώ  και ξεπερνούσε αυτό του 2000, που με 177,36 δισεκατομμύρια (σε σταθερές τιμές του 2013) αποτελούσε το υψηλότερο μέχρι τότε ΑΕΠ στην ιστορία της Ελλάδας.  Αλλά και το μέσο ή κατά κεφαλή ΑΕΠ του 2013 (με 16.096 ευρώ) ξεπερνούσε το υψηλότερο κατά κεφαλή ΑΕΠ του 20ού αιώνα (15.599 ευρώ το 1999).

Μήπως όμως τα μνημόνια έφεραν φτώχεια και δυστυχία επειδή αύξησαν την εισοδηματική ανισότητα και έπληξαν έτσι ιδιαίτερα τους φτωχότερους Έλληνες; Η μόνη εμπεριστατωμένη μελέτη γι’ αυτό το θέμα δείχνει ακριβώς  το αντίθετο.  Τα μνημόνια μείωσαν συνολικά τις ανισότητες.  Η επίδραση των μνημονίων στην κατανομή του εισοδήματος ήταν προοδευτική, που σημαίνει ότι το ποσοστό μείωσης  ήταν μικρότερο για τα χαμηλότερα εισοδήματα και μεγαλύτερο για τα υψηλότερα. Οι πλουσιότεροι δηλαδή δεν πλήρωσαν απλώς περισσότερα σε αναλογική βάση, αλλά απώλεσαν μεγαλύτερο ποσοστό των εισοδημάτων τους απ’ ό,τι οι φτωχότεροι. Αξίζει δε να αναφερθεί, ότι από τις εννέα ευρωπαϊκές χώρες, που δανείστηκαν από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και γνώρισαν μνημόνια, η ανισότητα μειώθηκε και η κατανομή του εισοδήματος βελτιώθηκε περισσότερο απ’ όλες στην Ελλάδα.

 

ΑΝΤΙΔΡΟΥΝ ΤΑ ΠΑΡΑΣΙΤΙΚΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Δεδομένου ότι  η Ελλάδα σε παγκόσμια κλίμακα απέχει πολύ από το να θεωρείται φτωχή χώρα και οι απόψεις για πρωτόγνωρη φτώχεια και δυστυχία δεν απηχούν την πραγματικότητα, πώς εξηγείται η λυσσαλέα πολεμική κατά των μνημονίων; Η έντονη αντίδραση προέρχεται από τις παρασιτικές τάξεις (ή καλύτερα κοινωνικά στρώματα) που τρέφονται από το κράτος και οι οποίες διαπερνούν όλο το πλάτος της ελληνικής κοινωνίας και εκπροσωπούνται απ’ όλο σχεδόν το φάσμα των πολιτικών κομμάτων.

Ως προς το εισόδημα και τον πλούτο, τα παρασιτικά κοινωνικά στρώματα μπορούν να ταξινομηθούν σε τέσσερις τάξεις. Στις μικροαστικές (που συμπεριλαμβάνουν την πλειονότητα των αγροτών και τους μικρο-ιδιοκτήτες γης), τις μεσαίες (που συμπεριλαμβάνουν την πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων), τις ανώτερες (που απαρτίζονται κυρίως από επαγγελματίες, όπως είναι οι γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι) και την άρχουσα τάξη (που είναι κυρίως βιομήχανοι, εφοπλιστές και τραπεζίτες). Παρά τις μεταξύ τους διαφορές σε πλούτο και κομματικές προτιμήσεις, τα παρασιτικά στρώματα έχουν ένα κοινό γνώρισμα – είναι κατά βάση, και σε μεγάλο βαθμό, κρατικοδίαιτα ή αντλούν την εισοδηματική τους ικανότητα και ευρωστία από το κράτος. Οι οικονομικές απολαυές όλων αυτών, που μπορεί να ξεπερνούν τα δύο εκατομμύρια (δηλαδή περίπου 40% του εργατικού δυναμικού),  αποστερούν σημαντικούς οικονομικούς πόρους και μειώνουν όχι μόνο το βιοτικό επίπεδο αλλά και την περιουσία των μη παρασιτικών και λιγότερο προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων.

Η έχθρα τους προς τα μνημόνια πηγάζει από το ότι τα μνημόνια βλάπτουν σοβαρά τα συμφέροντά τους. Τα μνημόνια έχουν δύο στόχους, που είναι και οι δύο ευεργετικοί για τα μη παρασιτικά στρώματα, όπως και για το κοινωνικό σύνολο, αλλά ιδιαίτερα επιζήμιοι για το παρασιτικό υποσύνολο.

Ο πρώτος στόχος, που σε μεγάλο βαθμό έχει επιτευχθεί, είναι να  αποφύγει η ελληνική οικονομία το βαθύ τραύμα της άτακτης χρεοκοπίας και να καταφέρει να ζει μέσα στο πλαίσιο των  παραγωγικών της δυνατοτήτων.  Αυτό απαιτεί την εξάλειψη των κρατικών ελλειμμάτων, με αύξηση των κρατικών εσόδων και κυρίως μείωση των κρατικών δαπανών. Η αύξηση των κρατικών εσόδων προϋποθέτει την πάταξη της φοροδιαφυγής και αυτό πλήτει τα συμφέροντα των παρασιτικών στρωμάτων που ανήκουν στη μικροαστική, στην ανώτερη και την άρχουσα τάξη. Η μείωση των κρατικών εξόδων πλήτει κυρίως τα συμφέροντα της μεσαίας τάξης αλλά σε σημαντικό βαθμό και της μικροαστικής, καθώς και της άρχουσας.

Ο δεύτερος στόχος των μνημονίων είναι να εξυγιανθεί η ελληνική οικονομία και να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητά της, ώστε να τεθούν τα θεμέλια της υγιούς ανάπτυξης. Αυτός ο στόχος είναι, προφανώς, όχι μόνο για να εξασφαλιστεί η αποπληρωμή των δανειστών μας αλλά και προς το συμφέρον της χώρας μας. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του κρίσιμου στόχου,  που έχει δυστυχώς καθυστερήσει, είναι η πραγματοποίηση ενός μεγάλου φάσματος διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αυτές εκτείνονται από βαθειές θεσμικές τομές για την αναμόρφωση της παιδείας και της δικαιοσύνης, καθώς και των πολιτικών κομμάτων και συνδικάτων, μέχρι την απελευθέρωση των επαγγελμάτων και των αγορών. Στο επίκεντρο αυτών των μεταρρυθμίσεων βρίσκεται η ριζική βελτίωση της λειτουργίας του κράτους.  Εξάλειψη της διαφθοράς, μείωση της γραφειοκρατίας, βελτίωση της αποτελεσματικότητας και αύξηση της παραγωγικότητας, με παράλληλη συγκράτηση των κρατικών δαπανών και περιορισμό της παρεμβατικότητας του κράτους, συγκροτούν το κύριο πλέγμα των απαιτούμενων αλλαγών. Οι αλλαγές αυτές στην κρατική λειτουργία, καθώς και στην παιδεία και τη δικαιοσύνη, πλήτουν άμεσα τα συμφέροντα των παρασιτικών μεσαίων στρωμάτων του δημοσιο-υπαλληλικού χώρου. Πλήτουν όμως επίσης τα συμφέροντα και των άλλων παρασιτικών στρωμάτων. Η απελευθέρωση των επαγγελμάτων είναι αντίθετη στα συμφέροντα των παρασιτικών στρωμάτων των ανώτερων τάξεων, ενώ η απελευθέρωση των αγορών, καθώς και η εξάλειψη της διαφθοράς, βλάπτουν τα συμφέροντα των παρασιτικών στρωμάτων των μικροαστικών τάξεων και της άρχουσας τάξης.

Ειναι σαφές, επομένως, ότι τα μνημόνια  δεν συμφέρουν το σύνολο των παρασιτικών στρωμάτων, και αυτό εξηγεί την ένταση της πολεμικής που ασκούν ενάντια στα μνημόνια. Είναι χαρακτηριστικό της διαστρεβλωτικής προπαγάνδας που  χρησιμοποιούν, ότι έχουν πείσει μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης πως η καταστροφή της οικονομίας από τα μνημόνια έχει αναιρέσει κάθε όφελος από την ένταξη της χώρας στο ευρώ. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Στα 14 χρόνια της περιόδου 2000-2013,  το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε αθροιστικά κοντά στα 500 ευρώ. Αντίθετα, στα 14 χρόνια της περιόδου 1980-1993 (που η ίδια προπαγάνδα παρουσιάζει συχνά ως χρυσή εποχή), το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε αθροιστικά μόνο 65 ευρώ. Ο βασικός λόγος που παραγνωρίζεται η οικονομική κρίση της δεύτερης περιόδου, είναι γιατί αυτή η περίοδος ήταν πράγματι η χρυσή εποχή για τα παρασιτικά στρώματα. Ιδιαίτερα τα πιο πολυπληθή παρασιτικά στρώματα της μικροαστικής και μεσαίας τάξης, ενισχύθηκαν τότε σε μεγάλο βαθμό. Μάλιστα, η διαδικασία ενίσχυσης αυτών των παρασιτικών στρωμάτων ήταν πιθανότατα η κύρια αιτία της οικονομικής στασιμότητας αυτής της περιόδου.

Το κεντρικό συμπέρασμα της παραπάνω ανάλυσης είναι ότι τα μνημόνια, όχι μόνο δεν είναι καταστρεπτικά αλλά αντίθετα, ακριβώς επειδή στρέφονται ενάντια στα παρασιτικά στρώματα, είναι ευεργετικά για την ελληνική οικονομία. Η συνέχιση των μνημονίων είναι απολύτως απαραίτητη για την εξαφάνιση του παρασιτισμού και την εργατικοποίηση αυτών των κοινωνικών στρωμάτων. Επομένως, αν η αριστερά δεν είχε διαβρωθεί από τα στρώματα του παρασιτισμού και της προσοδοθηρίας, θα έπρεπε να παλεύει για πιό «σκληρά» μνημόνια, μέσα στο πλαίσιο πάντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.

 

ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Ο Παπανίκος τελειώνει το βιβλίο του σκιαγραφώντας ένα αριστερό πρόγραμμα για την ελληνική οικονομία. Η πρότασή του στοχεύει στην ανάπτυξη του καπιταλισμού σε υγιείς βάσεις, ώστε ο καπιταλισμός να αποδώσει το μέγιστο των δυνατοτήτων του. Για να καταστεί πραγματικά εφικτή η μετάβαση σε ένα μετακαπιταλιστικό στάδιο, πρέπει πρώτα να κτισθεί μια ισχυρή εξωστρεφής οικονομία με υψηλή παραγωγικότητα και μισθούς, καθώς και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες παιδείας και κοινωνικής υγείας. Βασική προϋπόθεση προοδευτικών αλλαγών είναι η υγιής οικονομία με πραγματικά παραγωγικό εργατικό δυναμικό, που θα επιτρέπει τη γενική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και τη δημιουργία ενός σωστού κράτους πρόνοιας. Αντίθετα, η καταστροφή της οικονομίας και η φτωχοποίηση των μαζών, με την προσμονή επαναστατικής ανατροπής, οδηγεί κατά κανόνα σε ολοκληρωτικά και φασιστικά καθεστώτα.

Αυτή η οπτική του Παπανίκου, δεν είναι παρά  επιστροφή στο κεντρικό ρεύμα της mαρξιστικής παράδοσης, όπως εκφραζόταν από τους Έντουαρντ Μπερνστάιν και Καρλ Κάουτσκυ, πριν από τη βίαιη εκτροπή του από τον Λένιν και την μπολσεβίκικη επανάσταση. Το κεντρικό αυτό ρεύμα οδήγησε στην εδραίωση  και ιστορικά επιτυχή πορεία της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής ενώ, αντίθετα, η λενινιστική εκτροπή δεν δικαιώθηκε τελικά από την ιστορία.  Δυστυχώς όμως, σε μεγάλο βαθμό, η ελληνική Αριστερά εξακολουθεί να οραματίζεται την επαναστατική άμεση μετάβαση στη μετακαπιταλιστική κοινωνία και αντιμάχεται κάθε προσπάθεια βελτίωσης στη λειτουργία και απόδοση της καπιταλιστικής οικονομίας.

Είναι επομένως απίθανο η πρόταση που σκιαγραφεί ο Γρηγόρης Παπανίκος να έχει απήχηση στην Αριστερά και, έτσι, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι απευθύνεται κατά κύριο λόγο στους σοσιαλδημοκράτες. Το πρόγραμμα στοχεύει στην ανάπτυξη του υγιούς καπιταλισμού και στην καταπολέμηση του παρασιτισμού και της προσοδοθηρίας. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις που προτείνει είναι πραγματικά ρηξικέλευθες και αφορούν  τη λειτουργία του Δημοσίου, τη φορολογική πολιτική, την πολιτική γης και την επαγγελματική αδειοδότηση. Περιληπτικά, είναι οι εξής: 1) Οι μισθοί στο Δημόσιο δεν θα ξεπερνούν τους αντίστοιχους στον ιδιωτικό τομέα. 2) Το φορολογικό σύστημα θα απλοποιηθεί ριζικά, μέσω της κατάργησης όλων των έμμεσων και άμεσων φόρων και αντικατάστασής των με έναν προδευτικό φόρο επί του πλούτου.  3) Οι δημόσιες αγροτικές και τουριστικές εκτάσεις θα ξεπουληθούν ή και παραχωρηθούν δωρεάν για εκμετάλλευση, με στόχο τη δημιουργία της μεγαλύτερης δυνατής υπεραξίας. 4) Δημόσια γη θα παραχωρηθεί στους Έλληνες του εξωτερικού  για να κτίσουν το σπίτι τους. 5) Όλα τα κλειστά επαγγέλματα θα ανοίξουν και θα παταχθεί κάθε μορφή προσοδοθηρίας.

Είναι φανερό ότι  αυτές οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις δεν συνιστούν ένα εμπεριστατωμένο πρόγραμμα και αναμφίβολα σηκώνουν πολλές επιφυλάξεις. Παραδείγματος χάριν, η φορολόγηση του πλούτου (στην οποία δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα και αφιερώνεται ένα ολόκληρο κεφάλαιο) ενισχύει λάθος κίνητρα. Συγκεκριμένα, ενθαρρύνει την κατανάλωση παρά την επένδυση, ακόμη δε περισσότερο, όταν συνδυάζεται με κατάργηση του ΦΠΑ. Ενθαρρύνει επίσης τη συσσώρευση μορφών μη παραγωγικού πλούτου που δύσκολα φορολογούνται, όπως κοσμήματα και συλλεκτικά αντικείμενα μεγάλης αξίας (π.χ. έργα τέχνης ή σπάνια ωρολόγια και γραμματόσημα). Λάθος κίνητρα και ανεπιθύμητα αποτελέσματα, πιθανώς, παράγει και η πρόταση για τη θέσπιση οροφής στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, έτσι ώστε να μην υπερβαίνουν τους αντίστοιχους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, ενώ διατηρείται συγχρόνως ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων. Μία τέτοια ρύθμιση όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει την κρατική γραφειοκρατία, που είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα στην αποδοτική λειτουργία του ιδιωτικού τομέα, αλλά μάλλον την εντείνει, αφού ενθαρρύνει την αποχώρηση από το Δημόσιο των ικανότερων υπαλλήλων.  Ανάλογες αντιρρήσεις μπορούν ενδεχομένως να διατυπωθούν και για τις υπόλοιπες προτάσεις.

Παρά τις αδυναμίες των συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων, θα ήταν λάθος να αγνοήσει κανείς την πρόκληση της διαμόρφωσης ενός οικονομικού προγράμματος με πραγματικά παραγωγικό προσανατολισμό, στη βάση ανανεωτικών και τολμηρών ιδεών. Η πρόθεση νομίζω του Παπανίκου είναι να κάνει μια προκλητική πρόταση στην Κεντροαριστερά, ώστε να ξεκινήσει ένας προβληματισμός σχετικά με την οικονομική πολιτική, πέρα από τις προκαταλήψεις και τις συνήθεις ιδεοληψίες υπέρ του Δημοσίου και κατά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της ελεύθερης αγοράς. Το κύριο ζητούμενο είναι μια οικονομική πολιτική που θα προωθεί την αύξηση της παραγωγικότητας και των εξαγωγών μέσω της εργατικοποίησης – δηλαδή, της μετατροπής των παρασιτικών στρωμάτων σε παραγωγικό εργατικό δυναμικό. Οι παρούσες σκέψεις του Παπανίκου, μολονότι σχετικά πρωτόλειες, θα μπορούσαν να αποτελέσουν χρήσιμο έναυσμα για τον προβληματισμό και συζήτηση πάνω σε αυτό το θέμα.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Υπάρχουν βέβαια και άλλα σημεία στο βιβλίο για τα οποία θα μπορούσαν να εκφρασθούν επιφυλάξεις. Παρ’ ότι είθισται σε παρουσιάσεις βιβλίων στον τόπο μας να πλέκονται αποκλειστικά και μόνον εγκώμια, πιστεύω ότι αυτή η παράδοση είναι λανθασμένη και στην ουσία υποτιμά όχι μόνο το σχολιαστή αλλά και το συγγραφέα. Επομένως, η παρουσίαση αυτή θα κλείσει με ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις.

Η σημαντικότερη ίσως επιφύλαξη, αφορά το πρόβλημα της ανεργίας. Η θεαματική μείωση της απασχόλησης  από το 2010, θεωρείται από πολλούς  υπερβολικό κόστος για την προσαρμογή που πέτυχαν τα μνημόνια και, επομένως, την καταλογίζουν ως αποτυχία των μνημονίων. Ο Παπανίκος εκτιμά ότι η ανεργία, κυρίως των νέων, είναι πλασματική. Παρατηρεί σωστά, ότι η παραοικονομία πρέπει να αυξήθηκε σημαντικά την περίοδο της κρίσης και αναφέρει στοιχεία από το τελευταίο Ευρωβαρόμετρο, σύμφωνα με το οποίο αυξήθηκε από 17% το 2007 στο 30% το 2013. Αυτό όμως είναι αναμενόμενο, δεδομένων των μεγάλων φορολογικών επιβαρύνσεων και της δυσκολίας των οικονομικών μονάδων να κρατηθούν σε λειτουργία με τη μείωση των εσόδων τους που προκάλεσε η κρίση. Είναι επομένως αμφίβολο αν μπορεί η αύξηση να εξηγήσει την τεράστια  αύξηση στην ανεργία. Ένα δεύτερο επιχείρημά του στηρίζεται στην αμφισβήτηση της αύξησης της παραγωγικότητας, που υποδηλώνει η σύγκριση των στατιστικών στοιχείων για το ΑΕΠ και την απασχόληση μεταξύ 1999 και 2013. Δηλαδή, το ΑΕΠ του  2013 ήταν 7% μεγαλύτερο αυτού του 1999, ενώ η ανεργία το 2013 ήταν μεγαλύτερη κατά 15 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό σημαίνει ότι η μέση παραγωγικότητα (δηλαδή το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο) ήταν σημαντικά υψηλότερη το 2013, πράγμα που απορρίπτεται ως «ανέκδοτο». Και όμως, το αποτέλεσμα αυτό είναι αναμενόμενο και αποτελεί τον κανόνα όταν μειώνεται το ΑΕΠ. Ο λόγος είναι απλός. Οι εργαζόμενοι που πρώτοι απολύονται και κυρίως οι επιχειρήσεις που πρώτες κλείνουν, έχουν την πιό χαμηλή παραγωγικότητα, με αποτέλεσμα η αποχώρησή τους από το ενεργό εργατικό δυναμικό να αυξάνει  την μέση παραγωγικότητα. Η πρόσθετη επιχειρηματολογία του βιβλίου, σχετικά με την πλασματική φύση σχεδόν του συνόλου της στατιστικά μετρούμενης ανεργίας, δεν είναι περισσότερο πειστική.

Νομίζω πως προτιμότερο θα ήταν να τονισθεί, ότι η ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση της ανεργίας (όπως και η υποεκτίμηση του αρνητικού πολλαπλασιαστή και του βάθους της κρίσης) δεν οφείλεται τόσο στα μνημόνια, όσο στην ακραία αντίδραση των παρασιτικών στρωμάτων. Ακόμη περισσότερο, που τα αντιμνημονιακά πολιτικά κόμματα, τα οποία κατά κύριο λόγο εκπροσωπούν τα παρασιτικά στρώματα, επικράτησαν στις εκλογές και στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Το βάθος της κρίσης και η αύξηση της ανεργίας εξηγούνται επαρκώς από τις 20.120 διαδηλώσεις (17 κάθε εργάσιμη μέρα κατά μέσο όρο)[i] από την αρχή των μνημονίων και τις καταστροφές περιουσίας και απώλειες παραγωγής που τις συνόδευαν, καθώς και από την απροκάλυπτη υπονόμευση κάθε επενδυτικής πρόθεσης, με τις απειλές και δέσμευση της αντιπολίτευσης  να ακυρώσει εκ των υστέρων κάθε επενδυτική συμφωνία και άδεια.

Επιφύλαξη μπορεί επίσης να εκφρασθεί για τον ισχυρισμό ότι η καγκελάριος Μέρκελ και «η άρχουσα τάξη της Γερμανίας θέλει την Ελλάδα εκτός ευρώ» (τίτλος του Κεφαλαίου 7). Η θέση αυτή στηρίζεται σε μια σειρά συλλογισμών. Στη βάση της είναι η εκτίμηση ότι η γερμανική άρχουσα τάξη θέλει ένα υπερτιμημένο ευρώ. Θέλει την αποχώρηση της Ελλάδας από  το ευρώ, διότι η παραμονή της τείνει να μειώνει τη διεθνή ισοτιμία του, ενώ η έξοδός της θα την αυξήσει. Γιατί η Γερμανία θέλει υπερτίμηση του ευρώ; Ο λόγος βρίσκεται στη φύση, από τη μία πλευρά, της ζήτησης και, από την άλλη, του κόστους παραγωγής των γερμανικών προϊόντων. Η ζήτηση για τα προϊόντα των μονοπωλιακών και ολιγοπωλιακών γερμανικών επιχειρήσεων είναι ανελαστική και, επομένως, μια αύξηση του ευρώ δεν μειώνει αντίστοιχα τη ζήτηση. Μια αύξηση του ευρώ όμως μειώνει το κόστος παραγωγής, στο βαθμό που ενδιάμεσες εισροές παράγονται σε χώρες εκτός ευρώ και οι μισθοί εκεί πληρώνονται στο υποτιμημένο τοπικό νόμισμα. Γιατί όμως η Άνγκελα Μέρκελ επέμενε στην εμπλοκή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και στο μνημόνιο για την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ, εάν αυτό είναι ενάντια στα συμφέροντα της γερμανικής οικονομίας; Η απάντηση είναι ότι δεν πίστευε ότι η Ελλάδα θα τα καταφέρει.

Το συλλογιστικό αυτό σχήμα είναι ενδιαφέρον αλλά δεν είναι πλήρες και, χωρίς περαιτέρω θεμελίωση, μοιάζει βεβιασμένο. Ερωτήματα ανακύπτουν σε όλα τα βήματά του. Είναι αξιόπιστος ο ισχυρισμός ότι η αύξηση του ευρώ δεν θα μειώσει τις γερμανικές εξαγωγές; Πόσο σημαντικό είναι το όφελος στο σύνολο των κερδών από τη μείωση των εργατικών μισθών που πληρώνονται σε ξένο νόμισμα; Πώς επηρεάζεται το ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών και επομένως πώς επηρεάζονται τα συνολικά κέρδη; Αν υποτεθεί ότι, πράγματι, η γερμανική άρχουσα τάξη οφελείται, σε ποιο βαθμό η γερμανίδα καγκελάριος είναι δέσμια και ενεργεί βάσει των συμφερόντων και μόνον αυτής της τάξης;

Υπάρχουν και άλλα σημεία του βιβλίου, λιγότερο σημαντικά, για τα οποία μπορούν πιθανώς να εγερθούν αντιρρήσεις και επιφυλάξεις. Παραδείγματος χάριν, η εκτίμηση σχετικά με τα όσα διαδραματίζονται και τι διακυβεύεται σήμερα στην Ουκρανία μοιάζει να ευθυγραμμίζεται με την κρατούσα άποψη στην ελληνική κοινωνία, η οποία με τα εδραιωμένα αντιαμερικανικά και αντιγερμανικά αντανακλαστικά της, εύκολα αποδέχεται τη ρωσική προπαγάνδα. Η θέση που παίρνει το βιβλίο για την Ουκρανία είναι, επομένως, μάλλον βιαστική και συζητήσιμη. Αυτό το θέμα όμως, όπως και τα άλλα για τα οποία είναι δυνατόν να υπάρχουν επιφυλάξεις, δεν αφορά την κεντρική επιχειρηματολογία του βιβλίου αλλά παρατηρήσεις που γίνονται παρεμπιπτόντως για ενδιαφέροντα αλλά κατ’ ουσίαν άσχετα θέματα. Πάντως, ο κύριος κορμός του βιβλίου και η βασική του θέση έχουν καλή θεμελίωση και εξαιρετικό ενδιαφέρον. Επιπλέον, είναι γραμμένο σε απλή γλώσσα και αποπνέει ζωντάνια, χαρακτηριστικά που κάνουν το διάβασμά του εύκολο και ευχάριστο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα προκαλέσει στον αναγνώστη σκέψη και προβληματισμό, προσφέροντάς του μία διαφορετική και πιό σωστή προοπτική της οικονομικής κρίσης, από αυτήν πού κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης.

  



[i] Τα στατιστικά στοιχεία για τις διαδηλώσεις προέρχονται από το κύριο άρθρο της Εστίας (3/5/2014) και υπογράφεται από τον Αθανάσιο Παπανδρόπουλο.

 

 

Θάνος Σκούρας. Ομότιμος Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει διατελέσει αντιπρύτανης και πρόεδρος τμήματος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής στο Cambridge University και σε άλλα πανεπιστήμια. Βιβλία του: Οικονομικές προτεραιότητες στο κατώφλι του 21ου αιώνα (2000), Η οικονομική διάσταση των μέσων μαζικής επικοινωνίας (2003).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά