Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Περονισμός, το υπόδειγμα του εθνικολαϊκισμού

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από  Pierre-André Taguieff Δημοσιεύθηκε στο Πολιτική
Μπουένος Άιρες, τέλη της δεκαετίας του 1940 ή αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο Χουάν Ντομίνγκο Περόν, με στρατιωτική στολή, πίνει τον καφέ του. Μπουένος Άιρες, τέλη της δεκαετίας του 1940 ή αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο Χουάν Ντομίνγκο Περόν, με στρατιωτική στολή, πίνει τον καφέ του. Pinélides A. Fusco / Soles Digital

Θα αναφερθούμε εδώ στον πολιτικό λαϊκισμό, αφού τόσο ο πολιτισμικός (κυρίως ο λογοτεχνικός) όσο και ο αγροτικός λαϊκισμός (στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, τη Ρωσία και σε ορισμένες χώρες στης Ανατολικής Ευρώπης) θέτουν διαφορετικά προβλήματα[1].

 

Μπορούμε συνοπτικά να ορίσουμε τον λαϊκισμό ως πολιτικό ύφος που χαρακτηρίζει έναν πολιτικό ηγέτη προικισμένο με χάρισμα, από μία κλήση στο λαό που προϋποθέτει λατρεία του λαού, ακόμα και έναν μυστικισμό για το λαό, που συνιστά την έδρα έκφρασης αμφισβητήσεων, διαμαρτυριών και διεκδικήσεων, ακολουθώντας τον τρόπο της κατηγορίας των υφισταμένων ελίτ. Δεν υπάρχει λαϊκιστική ιδεολογία, δεν υπάρχουν παρά πρόσκαιρες συνθέσεις μεταξύ των λαϊκιστικών αμφισβητήσεων και η μία ή η άλλη λαϊκιστική κατασκευή. Αν ο λαϊκισμός εμφανίζεται συμβατός με όλες τις μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες (φιλελευθερισμός, εθνικισμός, σοσιαλισμός, φασισμός, αναρχισμός, κ.λπ.), η προτίμησή του βαίνει περισσότερο προς τον εθνικισμό και το σοσιαλισμό παρά προς τον πολιτικό φιλελευθερισμό[2].

Στην πραγματικότητα, η σημασία της λέξης «λαϊκισμός» αιωρείται ανάμεσα σε δύο πόλους αναφοράς: από τη μία πλευρά, την πράξη τού να παίρνει κάποιος δημοσίως το μέρος του λαού κατά των ελίτ, καθώς και εκείνου που καλεί το λαό σε εξέγερση κατά των υφισταμένων ελίτ· από την άλλη πλευρά, την ιεροποίηση ή τη λατρεία του λαού, με τις διάφορες συνδηλώσεις της (λαϊκή κυριαρχία, λαϊκή κουλτούρα, λαϊκή ηθική, κ.λπ.), και, προκειμένου για έναν τέτοιον λαό, για έναν συγκεκριμένο λαό υποτίθεται προικισμένο με μία συλλογική ταυτότητα, με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ιδεολογική του μόλυνση από τους εθνικιστικούς μύθους. Η κλήση στο λαό αποσκοπεί στο να αποφύγει τις μεσολαβήσεις και την προγραμματική διάσταση: θέλει να είναι ευθεία, χωρίς να φιλτράρεται από αντιπροσωπευτικές βαθμίδες. Το ιδεώδες της αμεσότητας μεταφράζεται μέσω της περιφρόνησης, της καταγγελίας ή της απόρριψης των ενδιάμεσων σωμάτων. Ως προς αυτό, το λαϊκιστικό ύφος συναντά το ιδεώδες της άμεσης δημοκρατίας. Πρόκειται όμως για προσωπική κλήση στο λαό, που προϋποθέτει την ύπαρξη χαρισματικού ηγέτη, ο οποίος μπορεί να πάρει την μορφή ενός απλού δημαγωγού σε αναζήτηση διασημότητας ή αυτή ενός λαϊκού δικτάτορα.

Το λαϊκιστικό μήνυμα μπορεί συχνά να ανάγεται στο «Εμπιστευθείτε με!» ή στο «Ακολουθήστε με!», που εκφέρονται από δημαγωγούς οι οποίοι απευθύνονται στον λαό – τόσο από α λα παλαιά δημαγωγούς (ο ρήτορας ενώπιον ενός κοινού) όσο και από τους νέους δημαγωγούς, που έχουν εξελιχθεί σε μαιτρ στην εκμετάλλευση των ευκαιριών που προσφέρονται από τα ΜΜΕ. Και οι μεν και οι δε παρουσιάζονται ως σωτήρες[3]. Το τετ-α-τετ του ηγέτη-σωτήρα και του πιστού και ενθουσιώδους (μα πάνω από όλα καλά ελεγχόμενου) «λαού» του επιβάλλεται ως πολιτικό ιδεώδες. Γι’ αυτόν το λόγο, ο λαϊκισμός ομοιοκαταληκτεί συχνά με τον βοναπαρτισμό ή τον αυταρχισμό, όπως στους κλασικούς λατινοαμερικανικούς λαϊκισμούς, όλους ισχυρά εθνικιστικούς, που ενσαρκώθηκαν από καθοδηγητές ή υπέρτατους ηγέτες –Τζετούλιους Βάργκας στη Βραζιλία ή Χουάν Ντομίνγκο Περόν στην Αργεντινή[4]–, το ύφος των οποίων το ξαναβρίσκουμε σε έναν Ούγκο Τσάβεζ στη Βενεζουέλα[5] ή στους συγκαιρινούς εθνικιστικούς λαϊκισμούς στην Ανατολική Ευρώπη, ο προσανατολισμός των οποίων είναι σαφώς αυταρχικός[6].

Ο πολιτικός λαϊκισμός προϋποθέτει την εξύψωση του λαού, που αντιτίθεται είτε στις ελίτ είτε στους ξένους, ή ακόμα και στις ελίτ και τους ξένους, και μάλιστα στις ελίτ που εκλαμβάνονται ως ξένες, απεδαφικοποιημένες, «παγκοσμιοποιημένες», που στην πράξη έχουν γίνει κοσμοπολίτικες. Ο καλός λαός είναι ριζωμένος σε ένα έδαφος και μία ιστορία, είναι προικισμένος με διακριτή ταυτότητα που συνδέεται με την εθνικότητά του, παρέμεινε «ο ίδιος», αντίθετα με τις ελίτ ή τους μετανάστες, που καταγγέλλονται ως ξεριζωμένοι, άρα χωρίς διακριτή ταυτότητα («κοσμοπολίτικη μετανάστευση», «νομαδικές» ή «παγκοσμιοποιημένες» ελίτ). Επομένως, με τον «λαϊκισμό» εννοούμε, χωρίς να τον θεωρούμε στην αριστερή ή τη δεξιά παραλλαγή του, μία εξιδανίκευση ή μία μεταμόρφωση του «λαού» είτε ως προς το «κατώτερο» μέρος του (λατινικά: plebs) είτε προς την ολότητά του (populus), ως εάν να ήταν ο μοναδικός φορέας ανθρώπινων ιδιοτήτων και γηγενών αξιών[7]. Συνεπώς, η κατηγορία των «προερχόμενων από το λαό» προσδιορίζει τη νέα τάξη των ευγενών.

 

Μεταξύ λαϊκισμού και εθνικισμού: η περονική δημαγωγία

Η στενή διασύνδεση μεταξύ του λαϊκιστικού ύφους και της εθνικιστικής ιδεολογίας απεικονίζεται πλήρως από ορισμένα κινήματα και λατινο-αμερικανικά καθεστώτα που κάποτε χαρακτηρίσθηκαν «εθνικο-λαϊκά». Η ρητορική του αργεντίνου λαϊκιστή ηγέτη Χουάν Ντομίνγκο Περόν είναι σαφώς εθνικιστικού προσανατολισμού, όπως μαρτυρά γι’ αυτό η ομιλία που εκφωνεί αμέσως μετά τη θριαμβευτική προεδρική εκλογή του της 24ης Φεβρουαρίου 1946. Η εμβληματική αυτή ομιλία επικεντρώνεται στην εξύμνηση της ταυτότητας του λαού (των κοινών ανθρώπων, του «κοσμάκη»), αλλά και του λαού του (του αργεντίνικου λαού), που εξυμνείται ως μία μοναδική εθνικο-λαϊκή ταυτότητα η οποία καλείται να επανεπινοηθεί, να ξαναγεννηθεί.

Η κλήση του προς τον αργεντίνικο λαό προϋποθέτει ότι αυτός ο τελευταίος έγινε άλλος από αυτό που είναι λόγω της ανυπόφορης υποταγής του σε ξένα μοντέλα. Επομένως, ο λαός-έθνος πρέπει να επανεπινοηθεί, πρέπει να ξαναγίνει ο εαυτός του. Ο κοινότοπος εθνοτικοκεντρισμός μετασχηματίζεται σε κανονιστικό «νοστοκεντρισμό», που δείχνει την οδό της σωτηρίας: ο αργεντίνικος λαός πρέπει να ξαναβρεί την αυθεντική «ψυχή» του. Αναγνωρίζουμε, εδώ το υπόδειγμα επιχειρήματος, που είναι αυτό της καταγγελλόμενης αλλοτρίωσης και της υποσχόμενης απο-αλλοτρίωσης, η οποία περνά μέσω μιας κάθαρσης της «ψυχής» του λαού:

 

Επιστρέφουμε σε ό,τι είναι δικό μας, σε ό,τι είναι ουσιωδώς δικό μας, σε ό,τι συγκροτήθηκε κατά την διάρκεια πολλών γενεών, με την αγάπη της γης και χάρις στον ψυχή τε και σώματι αγώνα για να στεριώσουμε και προασπίσουμε σπιθαμή προς σπιθαμή καθεμία από τις κατακτήσεις μας. Επιστρέφουμε σε ό,τι είναι δικό μας, στη μύχια ουσία της ψυχής μας που μας την παραμόρφωσαν […]. Αν αφομοιώσουμε ξένες κουλτούρες, η ψυχή μας θα έχανε τα προσίδια χαρακτηριστικά της. […] Και με την ξανακερδισμένη μας ψυχή, επανήλθαν οι αθώες και αυθόρμητες εκδηλώσεις του πλήθους μας· αυτών των μαζών που, στις σκοτεινές στιγμές της πατρίδας, είχαν μία σαφή θεώρηση του μέλλοντος και την διαίσθηση του δρόμου που θα τις οδηγούσε στην πραγματοποίηση των πεπρωμένων τους.[8]

 

Εκτός από την κλήση στο λαό, στον Περόν συναντάμε δύο άλλα μείζονα χαρακτηριστικά του λαϊκιστικού ύφους: την καταγγελία της προδοσίας των πουλημένων στο εξωτερικό ελίτ και το καύχημα ότι ενσαρκώνει την πιο καθαρή δημοκρατική ιδέα, πέραν του «κομματικοκρατικού» και κοινοβουλευτικού συστήματος που την αλλοιώνει, αυτή την αυθεντική δημοκρατία που τη χαρακτηρίζει «κοινωνική», ως προς το ότι αυτή εγκαθιδρύεται πάνω στην άμεση σχέση του υπέρτατου ηγέτη με τις μάζες ή τις λαϊκές τάξεις. Ο δημαγωγός παίρνει σαφώς το μέρος των «μικρών» κατά των «μεγάλων», των «καταπιεστών», ενώ ταυτοχρόνως καλεί σε αντίσταση κατά των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Ο Περόν απορρίπτει χωρίς διφορούμενα τη φιλελεύθερη και πλουραλιστική δημοκρατία, που την ανάγει σε απατηλό μηχανισμό στην υπηρεσία μιας ολιγαρχίας, θέση που συναντάμε τόσο στους «μακιαβελιανούς» θεωρητικούς της δημοκρατίας όσο και σε έναν  Μουσολίνι που εμπνέεται από τον Γουσταύο Λε Μπον[9]. Το 1932, ο Ντούτσε χαρακτηρίζει τα δημοκρατικά καθεστώτα ως «εκείνα εντός των οποίων δίνεται από καιρού εις καιρόν στο λαό η ψευδαίσθηση ότι είναι κυρίαρχος, ενώ η πραγματική και υπαρκτή κυριαρχία εναπόκειται σε άλλες δυνάμεις, ενίοτε ανεύθυνες και μυστικές»[10].

Αυτό καθόλου δεν τον εμποδίζει να προσθέσει:

 

Αν η δημοκρατία μπορεί να εννοηθεί διαφορετικά, δηλαδή αν δημοκρατία σημαίνει να μην απωθείται ο λαός στο περιθώριο του κράτους, ο φασισμός μπορεί να ορίζεται από τον συγγραφέα αυτού του βιβλίου ως «οργανωμένη, συγκεντροποιημένη, αυταρχική δημοκρατία»[11].

 

Με τον ίδιο τρόπο, ο Περόν δεν απαρνείται τη δημοκρατία, την επανορίζει, αλλά χρησιμοποιεί συστηματικά μία «δημοκρατιστική» ή «πληβειακή» ρητορική κατά των αντιπάλων του. Ο πραγματικός εχθρός του είναι ο φιλελευθερισμός, ως προς αυτό συναντά τον Μουσολίνι που ισχυρίζεται ότι, «έναντι των φιλελεύθερων δογμάτων, ο φασισμός είναι σε μία κατάσταση απόλυτης αντίθεσης, και στο πολιτικό και στο οικονομικό επίπεδο»[12]. Επομένως, η «κοινωνική δημοκρατία» που εξυμνείται από τον αργεντίνο δημαγωγό προϋποθέτει μια αυταρχική διακυβέρνηση για να την εφαρμόσει και να την υπερασπισθεί εναντίον της εκδικητικής βούλησης των «προνομιούχων»:

 

Είμαστε δημοκράτες, όχι όμως μιας δημοκρατίας στην οποία η ελευθερία, η δικαιοσύνη και ο νόμος είναι τα εργαλεία που χρησιμοποιούν οι καταπιεστές για να διατηρούν τα προνόμιά τους. Δεν αναγνωρίζουμε την ύπαρξη παρά μιας μόνο πραγματικής και αυθεντικής δημοκρατίας: της κοινωνικής δημοκρατίας[13].

 

Το περονικό δόγμα, το δόγμα του «justicialisme», εκτέθηκε εν συντομία από τον Περόν την 17η Οκτωβρίου 1950. Ανάμεσα στις «20 αρχές του περονικού justicialisme», βρίσκουμε τις ακόλουθες λαϊκιστικές και εθνικιστικές αρχές:

 

1) Η πραγματική δημοκρατία είναι αυτή όπου η κυβέρνηση απαντά στις επιθυμίες του λαού και δεν υπερασπίζεται παρά μόνον ένα συμφέρον: αυτό του λαού. 2) Ο περονισμός είναι ουσιωδώς λαϊκού χαρακτήρα. […] 8) Η κλίμακα των αξιών που κάθε περονιστής πρέπει να τηρεί στην πολιτική δράση είναι η ακόλουθη: κατ’ αρχάς η Πατρίδα, μετά το κίνημα, στο τέλος οι άνθρωποι. 9) Η πολιτική δεν είναι για εμάς σκοπός αλλά μέσον για να δώσουμε στο λαό την ευτυχία και στην Πατρίδα το μεγαλείο της. […] Ο περονισμός προσβλέπει όχι στον αγώνα για τον αγώνα, αλλά να πραγματοποιήσει την εθνική ενότητα. […] Θέλουμε μία κοινωνικά δίκαιη Αργεντινή, οικονομικά ελεύθερη και πολιτικά κυρίαρχη. 19) Το έθνος μας χαρακτηρίζεται από μία συγκεντροποιημένη διακυβέρνηση, ένα οργανωμένο κράτος και έναν ελεύθερο λαό. 20) Ο,τι καλύτερο διαθέτει η Αργεντινή, είναι ο λαός της[14].

 

Στο επίσημο περονικό δόγμα, η λατρεία του λαού και η ειδωλολατρία του μοναδικού έθνους είναι αυστηρά συνδεδεμένα. Μένοντας στο γράμμα του κειμένου, και βάζοντας σε παρένθεση την δημαγωγική συμπεριφορά και τις πρακτικές του αργεντίνου δικτάτορα, αυτή η εθνικολαϊκιστική ρητορική φαίνεται ευρέως αποδεκτή από όλους τους εχθρούς της φιλελεύθερης-πλουραλιστικής δημοκρατίας, είτε αυτο-αποκαλούνται δεξιοί, είτε αριστεροί, είτε οποιουδήποτε τρίτου δρόμου («ούτε δεξιά ούτε αριστερά»).

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Canovan M., Populism, ΝέαΥόρκη, Harcourt Brace Jovanovich, 1981.

-Doctrinepéroniste, s.l., 1952 (επίσημη συλλογή κειμένων του Χουάν Περόν και του περονικού κινήματος).

        -Folz O., « Hugo Chávez : le renouveau du populisme vénézuélien ? », Amnis,  

       τχ. 5, 2005, 1η Ιουνίου 2005, http://amnis.revues.org/988.

-Germani G., Authoritarianism, Fascism and National Populism, New Brunswick,  NJ, Transactions Books, 1978.

        -Hicks J. D., The Populist Revolt: A History of the Farmer’s Alliance and the

       People’s Party (1931), Lincoln, NE, University of Nebraska Press, 1961.

       -Girardet R., Mythes et mythologies politiques, Παρίσι, Le Seuil, 1986.

-Goodwyn L., Democratic Promise: The Populist Moment in America, ΝέαΥόρκη, OxfordUniversity Press, 1976.

       -Goujon A., « Les paradoxes idéologiques du nationalisme en Ukraine et en

      Biélorussie », στο G. Delannoi & P.-A. Taguieff (επιμ.), Nationalismes en

      perspective, Παρίσι, Berg International, 2001, σ. 45-62.

     -Goujon A., « Le “loukachisme” ou le populisme autoritaire en Biélorussie »,    

      Politique et Sociétés, 21 (2), 2002, σ. 29-50 ;

     -Goujon A., « Un cas de populisme postsoviétique : la Biélorussie », στο 

      P.A.Taguieff (επιμ.), Le Retour du populisme, Paris, Universalis, 2004, σ. 73-82.

     -Guillemoles A., « Le populisme se lève à l’Est », Politique internationale, τχ.

      114, Χειμώνας 2006-2007, σ. 329-342.

     -Hermet G.,La Trahison démocratique. Populistes, républicains et démocrates,

       Παρίσι, Flammarion, 1998.

      -Hermet G., Les Populismes dans le monde. Une histoire sociologique, XIXe-XXe

      siècle, Παρίσι, Fayard, 2001.

     -Hofstadter R., The Age of Reform: From Bryan to F.D.R., ΝέαΥόρκη,  Alfred

      A.Knopf, 1955.

      -James D., Resistance and Integration: Peronism and the Argentine Working

      Class, 1946-1976 (1988), ΚέϊμπριτζκαιΝέαΥόρκη, Cambridge University    

      Press, 1993.

       -Kazin M., The Populist Persuasion: An American History, ΝέαΥόρκη, Basic  

       Books, 1995.

      -Krulic J., « Les populismes d’Europe de l’Est », Le Débat, τχ. 67, Νοέμβριος-

       Δεκέμβριος 1991, σ. 83-91.

      -Krulic J., « Milosevic et les nationalismes », στοG. Delannoi & P.-A. Taguieff

       (επιμ.), Nationalismes en perspective, Παρίσι, Berg International, 2001, σ.141-       

       159.

      -Le Bon G., Psychologie des foules (1895), 31ηεκδ., Παρίσι, Félix Alcan, 1925.

      -Mussolini B., Le Fascisme. Doctrines, institutions (1932), ανώνυμημετ., εκδ.

       αναθεωρημένη και επαυξημένη, Παρίσι, Denoël & Steele, 1934.

      -Pessin A., Le Mythe du peuple et la société française du xixe siècle, Παρίσι, Puf,

       1992.

-Pollack N. (επιμ.), The Populist Mind, ΙνδιανάπολιςκαιΝέαΥόρκη, The Bobbs-Merrill Company, 1967.

-Quattrocchi-Woisson D., Un nationalisme de déracinés. L’Argentine pays malade de sa mémoire, Παρίσι, Éditions du CNRS, 1992.

-Roger A., « Les partis antisystème dans la Roumanie postcommuniste », Revue d’études comparatives Est-Ouest, 31 (2), 2000, σ. 101-136.

-Roger Ph., « Le roman du populisme », Critique, n° 276-277, Ιαν.-Φεβ. 2012,  σ. 5-23.

-Taguieff P.-A., « Le populisme et la science politique : du mirage conceptuel aux vrais problèmes », Vingtième Siècle. Revue d’histoire, τχ. 56, Οκτ.-Δεκ. 1997, σ. 4-33.

-Taguieff P.-A., L’Illusion populiste. Essai sur les démagogies de l’âge démocratique, Παρίσι, Flammarion, συλ. « Champs », 2007a.

 -Venturi F., Les Intellectuels, le peuple et la révolution. Histoire du populisme    russe au xixe siècle (1952), γαλ. μετ. V. Pâques, Παρίσι, Gallimard, 1972, 2 τομ.

      -Vilas C. M., « Latin American Populism: A Structural Approach », Science and

      Society, 56 (4), Χειμώνας 1992-1993, σ. 389-420.

      -Weyland K., « Clarifying a Contested Concept: “Populism” in the Study of Latin    

      America », Comparative Politics, 34 (1), Οκτώβριος 2001, σ. 1-22.

      - Wolf N., Le Peuple dans le roman français de Zola à Céline, Παρίσι, Puf, 1990.

-Zawadzki P., « Entre ethnos et dêmos : les populismes en Pologne », Mots/Les langages du politique, τχ. 55, Ιούνιος 1998, σ. 27-44.

        -Zawadzki P., « Les populismes en Pologne », στο P.-A. Taguieff (επιμ.), Le     

       Retour du populisme, Παρίσι, Universalis, 2004, σ. 61-71.

*Το ανωτέρω κείμενο αποτελεί μέρος του 7oυ κεφαλαίου του νέου βιβλίου του Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ (Pierre-André Taguieff) που μόλις κυκλοφόρησε (Μάρτιος 2015) με αντικείμενο την ευρωπαϊκή άκρα δεξιά, υπό τον τίτλο: Larevanchedunationalisme. Néopopulistes et xénophobes a l’ assaut de l’ Europe, Παρίσι, PUF, 2015. Ο τίτλος του άρθρου είναι του μεταφραστή. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις Εκδόσεις «Επίκεντρο» (μετάφραση-επιμέλεια: Ανδρέας Πανταζόπουλος).           


[1]Hofstadter, 1955· Hicks, 1961· Pollack, 1967· Venturi, 1972· Goodwin,1976· Kazin, 1995· Canovan, 1981· Wolf, 1990· Pessin, 1992· Roger, 2000· Hermet, 2001· Zawadzki, 1998 και 2004· Taguieff, 2007a· Roger, 2012.

[2]Taguieff, 1997 και 2007a.

[3]Girardet, 1986, σ. 63-95.

[4]Germani, 1978· Vilas, 1993· Weyland, 2001· Hermet, 2001, σ. 223-236· Taguieff, 2007a, σ. 125-134.

[5]Hermet, 2001, σ. 80, 88, 236· Folz, 2005· Taguieff, 2007a, σ. 48-49, και 282-283.

[6]Krulic, 1991 και 2001· Goujon, 2001, 2002 και 2004· Guillemoles, 2006-2007.

[7]Taguieff, 2007a, σ. 176-177.

[8]Perón, Φεβρουάριος 1946, παρατίθεταιστο Quattrochi-Woisson, 1992, σ. 255-256.

[9] Le Bon, 1925, σ. 151-180.

[10] Mussolini, 1932, στο Mussolini, 1934, σ. 41.

[11]Ibid., σ. 44.

[12]Ibid., σ. 45.

[13]Perón, Οκτώβριος 1955, παρατίθεται στοJames, 1993, σ. 92. Βλ. Hermet, 1998, σ. 14-15, και 2001, σ. 81-82.

[14]Perón, 17 Οκτωβρίου 1950, στο Doctrinepéroniste, 1952, σ. 53-55 (σημ. του μετ.: ο όρος «justicialisme», συνιστά το θεμέλιο της «πολιτικής φιλοσοφίας» του περονισμού. Εδώ, εν συντομία, μπορούμε να πούμε ότι σχετίζεται με την οικονομική διάσταση της εθνικής ανεξαρτησίας παραπέμποντας, ταυτόχρονα, σε κρατικές πολιτικές μνησίκακης κοινωνικής δικαιοσύνης).

 

 

 

Pierre-Andre Taguieff. Φιλόσοφος και ιστορικός πολιτικών ιδεών, διευθυντής ερευνών στο CNRS, διδάσκει στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: Ο ρατσισμός (1998), Παγκοσμιοποίηση και Δημοκρατία (2002), Ο μύθος των «Σοφών της Σιών» (2006), Θεωρίες συνωμοσίας (2010), Τι είναι αντισημιτισμός; (2011), Ο νέος εθνικολαϊκισμός (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά