Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

Προς μια ισορροπημένη ανισότητα

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από  Παναγιώτης Μαντζούφας Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Πολιτική Κοινωνία Τεύχος 52
Αφίσα του Εργατικού Κόμματος της Βρετανίας, που προεκλογικά υποσχόταν παροχές στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους. Αφίσα του Εργατικού Κόμματος της Βρετανίας, που προεκλογικά υποσχόταν παροχές στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους. Ιδιωτική Συλλογή

Pierre Rosanvallon, κοινωνία των ίσων, μετάφραση από τα γαλλικά: Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Πόλις, Αθήνα 2014, 345 σελ.

Οι ιστορικές μεταμορφώσεις της ισότητας απ’ την νεωτερικότητα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον είναι το θέμα της Κοινωνίας των ίσων, ενός έργου μεγάλης θεωρητικής σημασίας που έλειπε από την ελληνική βιβλιογραφία. Ο στόχος και το διακύβευμα της ισότητας, λέει ο συγγραφέας, παραμένουν σταθερό κοινωνικό αίτημα που διαρκώς ανανεώνεται και είναι ανοιχτό στις ιστορικές προκλήσεις, τόσο μεταξύ των κρατών, όσο και στο εσωτερικό τους. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 52, Φεβρουάριος 2015 [ΤΒJ]

 

Το έργο του Πιερ Ροζανβαλόν Η κοινωνία των ίσων είναι μία συνθετική εργασία μεγάλης εμβέλειας, που πετυχαίνει να θέσει το ζήτημα της ισότητας σε μια εδραία θεωρητική και ιστορική βάση, αναδεικνύοντας τόσο το ιστορικό του βάθος, όσο και την διαρκή του επικαιρότητα. Ο συγγραφέας ξεκινάει το έργο του από τη διαπίστωση που αποτελεί και την κεντρική του ιδέα του βιβλίου: ενώ η δημοκρατία επιβεβαιώνει το δυναμισμό της ως καθεστώς που επεκτείνεται σε όλο και περισσότερα κράτη, παράλληλα φθίνει ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης, διότι οι ανισότητες αυξάνονται συνεχώς. Παγκοσμίως, παρατηρείται μια εκρηκτική διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των υψηλότερων εισοδημάτων σε σχέση με τα εισοδήματα των ασθενέστερων στρωμάτων[1]. Αυτή η έκρηξη των ανισοτήτων διαδέχθηκε μια μακροχρόνια τάση μείωσης των ανισοτήτων τόσο σε Ευρώπη όσο και σε Αμερική, που κράτησε μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Επομένως, έχουμε μια θεαματική ρήξη με το παρελθόν. Μολονότι το διάχυτο αίσθημα είναι ότι οι ανισότητες είναι εντυπωσιακά μεγάλες, το αίσθημα αυτό δεν μετατρέπεται σε δυσαρέσκεια, αλλά σε μια παθητική αποδοχή συγκεκριμένων μορφών ανισότητας, ίσως διότι όταν αξιολογούνται ειδικές καταστάσεις συνδέονται με ατομικές συμπεριφορές παρά με ευρύτερους κοινωνικούς καθορισμούς. Από την άλλη, ενώ η ιδέα της ισότητας διατηρεί τη ρητορική της αίγλη –όλο και πιο συχνά την επικαλούμαστε στη δημόσια συζήτηση– δεν συνδέεται με κάποιο θετικό όραμα ενός επιθυμητού κόσμου, δεν δίνει τον τόνο της εποχής, δεν συνεγείρει τους πολίτες.

Ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο του σε αυτόν τον σημαντικό σκοπό, στην προσπάθεια δηλαδή επαναθεμελίωσης της ισότητας μέσα από ένα πρίσμα ιστορικό και θεωρητικό. Ο Ροζανβαλόν ξεκινάει την προσπάθεια αυτή πιάνοντας το νήμα από το πνεύμα της ισότητας όπως αναδύθηκε στην Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, όπου η ισότητα δεν γινόταν αντιληπτή ως μέτρο κατανομής του πλούτου αλλά ως σχέση που αρθρώθηκε γύρω από τρεις βασικές έννοιες: την ομοιότητα, την ανεξαρτησία και την ιδιότητα του πολίτη. Με άλλα λόγια, η ισότητα εξέφραζε τρία διαρκή αιτήματα, ένα αίτημα ισοδυναμίας όσων παρουσιάζουν όμοια χαρακτηριστικά (ισότητα - ισοδυναμία), ένα αίτημα ανεξαρτησίας, δηλαδή απουσίας υποταγής σε πρόσωπα και ισορροπίας των σχέσεων (ισότητα - αυτονομία) και ένα αίτημα συμπερίληψης σε μια κοινότητα όπου κυρίαρχο είναι το αίσθημα του ανήκειν σε ένα πολιτικό σύνολο (ισότητα - συμμετοχή). Και τα τρία αυτά στοιχεία, στο συνδυασμό τους, αποτύπωναν μορφές του κοινωνικού δεσμού και υποστηρίζονταν από τους νομικούς θεσμούς και τα δικαιώματα του ανθρώπου, από τη λειτουργία της αγοράς και από την καθολική ψήφο. Ο Ροζανβαλόν θεωρεί ότι τα χαρακτηριστικά αυτά  κλονίστηκαν από την περίοδο της βιομηχανικής επανάσταση και μετά, ενώ σήμερα απαιτείται να τα ανανοηματοδοτήσουμε προκειμένου να επεξεργαστούμε ένα σχέδιο εγκαθίδρυσης μιας κοινωνίας των ίσων.

 

Η ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ

Η πορεία του επιχειρήματος του Πιερ Ροζανβαλόν ξεκινάει από αυτό που ονομάζει επινόηση της ισότητας. Στη Γαλλική Επανάσταση, η ισότητα, ως νεωτερική αντίληψη που την εξέφραζαν τα επαναστατημένα μέλη της τρίτης τάξης, αντεπαρατίθετο σε ένα πλέγμα προνομίων των ευγενών και θεμελιωνόταν σε μια αντίληψη περί έμφυτων χαρισμάτων τα οποία διέθεταν όσοι ανήκαν στην ξεχωριστή φυλή των αριστοκρατών. Σε αυτή την ιεραρχική αντίληψη για τον κόσμο, οι διαφοροποιημένες κοινωνικές συνθήκες δικαιολογούνταν και νομιμοποιούνταν λόγω ανισοτήτων περί την ανθρώπινη αξία, καθώς οι ευγενείς αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως ξεχωριστό είδος ανθρώπων. Παρόμοιες αντιλήψεις έπαιζαν καθοριστικό ρόλο και στην προεπαναστατική Αμερική, όπου μεταλαμπαδεύτηκε η βρετανική αντίληψη περί «φυσικής αριστοκρατίας». Μέσα σε αυτές τις διανοητικές και κοινωνικές συνθήκες, το αίτημα για την ισότητα των ομοίων χρειαζόταν ένα στέρεο ιδεολογικό θεμέλιο και το βρήκε  κατ' αρχήν στη χριστιανική θεώρηση της φυσικής ισότητας όλων ενώπιον του θεού. Την ιδέα αυτή ο Ροζανβαλόν τη δανείζεται από τον Τοκβίλ, σημειώνει ωστόσο ότι το ευαγγελικό μήνυμα περί φυσικής ισότητας δεν συνδέεται με μια κοινωνική και πολιτική προοπτική δημοκρατικού τύπου, αλλά περισσότερο με μια εσωτερική - πνευματική ελευθερία από την οποία συνάγεται ένα ηθικό καθήκον φιλανθρωπίας και όχι ένα σχέδιο κοινωνικής και πολιτικής ανασυγκρότησης επί τη βάσει της ισότητας (σελ. 28-30).

Στο στόχο της ισότητας συνέβαλαν επίσης τόσο οι θεωρίες του φυσικού δικαίου του 18ου αιώνα, όσο οι βιολογικές έρευνες της ίδιας περιόδου, που μιλούσαν για βιολογική ομοιότητα και ανωτερότητα του ανθρώπινου είδους έναντι του υπόλοιπου ζωικού βασιλείου. Η κοινή αξιοπρέπεια και ισότητα που αξίωναν πλέον οι πολίτες βασιζόταν στην αντικειμενική βάση της βιολογικής τους ομοιότητας ως προς τα κύρια χαρακτηριστικά, ενώ φυλετικές και φυσιογνωμικές διαφορές λογίζονταν ως συγκυριακές. Το ότι το ανθρώπινο είδος συλλαμβάνεται επί τη βάσει της έννοιας της βιολογικής ομοιότητας αποτέλεσε μια διανοητική επανάσταση, η οποία κατέστησε δυνατό έναν επαναπροσδιορισμό της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων ως σχέση ισότητας.

Στη συνέχεια, ο Ροζανβαλόν, εμπνεόμενος από το ρουσσωικό ιδεώδες, αναδεικνύει τις θεωρητικές βάσεις της ισότητας - αυτονομίας. Ξεκινάει από τη βασική θέση ότι η αυτονομία δεν αποτελεί ατομική ιδιότητα, αλλά κοινωνική ικανότητα, καθώς η ικανότητα να επινοούμε την ζωή μας και να είμαστε υπεύθυνοι για τις επιλογές μας προϋποθέτει μια κοινωνία εντός της οποίας έχουν καταργηθεί όλες οι εξαρτήσεις (σελ. 34). Ιστορικά, το στοιχείο αυτό συνεπαγόταν την κατάργηση της δουλείας και τη μετάβαση στο καθεστώς του ελεύθερα εργαζόμενου, δηλαδή του εργαζομένου που διαθέτει την εργασία του όχι υπό καθεστώς καταναγκαστικής εργασίας ή άλλης μορφής προσωπικής εξάρτησης (σελ. 37-39). Εδώ, η ισότητα γινόταν αντιληπτή ως ισότητα ελεύθερης ανταλλαγής προϊόντων και υπηρεσιών, στη βάση της αμοιβαιότητας, εντός μιας αγοράς. Η οικονομική συναλλαγή αποτελούσε μια εφαρμογή αυτού που ο Pοζανβαλόν ονομάζει ισότητα - σχέση, διότι, διά της συναλλαγής, επιβεβαιωνόταν τόσο η αλληλεξάρτηση μεταξύ των πολιτών όσο και η ανεξαρτησία τους ως ίσων οικονομικών υποκειμένων. Άρα, η αγορά γίνεται τόσο «έκφραση μιας ελευθερίας όσο και έρεισμα της ισότητας» (σελ. 40), καθώς απελευθέρωνε τους πολίτες από τους συντεχνιακούς και ρυθμιστικούς περιορισμούς της προκαπιταλιστικής οικονομίας που παρήγαγαν ανισότητες και αποκλεισμούς.

Η τρίτη μορφή έκφρασης μιας κοινωνίας των ίσων ήταν η ιδιότητα του πολίτη, δηλαδή η ισότητα που εκφράζεται ως συμμετοχή. Κατά τον Pοζανβαλόν, η θέσπιση του καθολικού δικαιώματος συνιστά μια βαθιά ποιοτική τομή στην πορεία χειραφέτησης του ατόμου, διότι η πολιτική ισότητα αίρει κάθε επιμέρους διάκριση των ατόμων και τους ενοποιεί ως πολιτικό σώμα, εγγράφοντας αμετάκλητα το συλλογικό φαντασιακό στον ορίζοντα της ισοδυναμίας μεταξύ των ανθρώπων. Ο Ροζανβαλόν θεωρεί ότι η δημοκρατική ιδέα ήταν ριζοσπαστικότερη από τη σοσιαλιστική ουτοπία, διότι πριν από την πολιτική ισότητα οι άνθρωποι είχαν επεξεργαστεί σχέδια εξάλειψης των διαφορών στην κατοχή αγαθών, δεν μπορούσαν όμως να φανταστούν ότι θα είχαν το ίδιο βάρος στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων (σελ. 48-49). Αυτό συγκροτεί μια διαφορετική αντίληψη περί κοινωνικού δεσμού, διότι δεν αφορά στενά το δικαίωμα της ψήφου, όσο την επιβεβαίωση μιας ταυτότητας και ενός δεσμού ένταξης σε μια κοινότητα (σελ. 54).

Ο Πιερ Ροζανβαλόν θεωρεί ότι γύρω από τις τρεις αυτές αρχές (ομοιότητα, ανεξαρτησία-αυτονομία και ιδιότητα του πολίτη) οργανώθηκε το όραμα της ισότητας και εγκαθιδρύθηκε ένα νέος κοινωνικός δεσμός, και όχι τόσο ένας κανόνας κατανομής του πλούτου (σελ. 60), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τέθηκε την ίδια περίοδο, και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση, το ζήτημα των αποδεκτών κοινωνικών διαφορών μέσα σε μια κοινωνία όπου υπήρχαν ισχυροί περιορισμοί και στα τρία αυτά πεδία. Την περίοδο που εξετάζει ο συγγραφέας –περί τη Γαλλική Επανάσταση– οι οικονομικές ανισότητες δεν βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, καθώς οι διαφορές των καταστάσεων δεν αποδίδονταν στις διαφορές των συνθηκών και, ως εκ τούτου, το αίτημα περί αναδιανομής του πλούτου ήταν ασθενές (σελ. 64). Αναλογικά αντίστοιχοι περιορισμοί καθόριζαν και το αίτημα της ισότητας - συμμετοχής στο αμερικανικό παράδειγμα, καθώς αυτό, στην αρχική του πρόσληψη, δεν έχει δημοκρατικά - εξισωτικά χαρακτηριστικά. Για τους πατέρες ιδρυτές του αμερικανικού συντάγματος και του ομόσπονδου κράτους, η επίκληση της λαϊκής κυριαρχίας ως πηγή εξουσίας είχε αποδέκτη τον αγγλικό βασιλικό θεσμό και απέβλεπε να θέσει περιορισμούς στις αρμοδιότητές του. Αντίθετα, κατά την αντίληψη των δημιουργών του αμερικανικού συντάγματος, η δημοκρατία παρέπεμπε σε  αναρχία, βία και δημαγωγία. Η περιορισμένη ψήφος, που ήταν το κυρίαρχο σύστημα σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες τον 18ου και του 19ου αιώνα, βασιζόταν στο δόγμα του πολίτη - ιδιοκτήτη και του πολίτη - φορολογούμενου, και ήταν τιμηματική (σελ. 83). Μόνο οι κατέχοντες περιουσία λογίζονταν ως θεματοφύλακες της ελευθερίας και όχι το άτομο - πολίτης με το καθολικό δικαίωμα ψήφου. Οι ίδιες οπισθοδρομήσεις παρατηρούνται και στις εξελίξεις της μετεπαναστατικής Γαλλίας, καθώς εκεί το αίτημα της καθολικής ψήφου, στην επανάσταση του 1848, επενδύθηκε με τις υψηλές προσδοκίες της επίλυσης του κοινωνικού ζητήματος και της επικράτησης της πλήρους ισότητας, δηλαδή ουσιαστικά με μια μορφή εξειδανίκευσης της πολιτικής.

 

ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ

Μεταξύ της επικράτησης των διαφόρων μορφών ισότητας  και των κοινωνικών αντιστάσεων στην επικράτηση αυτή, κινήθηκε η ιστορική διαλεκτική του 19ου αιώνα, όπου πλέον τις ιστορικές συνθήκες θα σημαδεύσει μια καθοριστική ρήξη: η βιομηχανική επανάσταση και η άνοδος του καπιταλισμού. Ο ριζικός μετασχηματισμός του τρόπου παραγωγής θα μεταβάλει  τις ανταλλακτικές σχέσεις και θα αναδείξει νέες μορφές οικονομικών ανισοτήτων, νέους αποκλεισμούς και διαιρέσεις, ουσιαστικά θα μεταβάλει τους όρους με τους οποίους τίθεται το ζήτημα της ισότητας (σελ. 91). Σε αυτούς τους όρους, ο Πιερ Ροζανβαλόν αφιερώνει το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του, αναφερόμενος  στις ασθένειες της ισότητας. Πολλά έργα της εποχής, τα οποία επικαλείται ο συγγραφέας, αναφέρονται στις καταστρεπτικές συνέπειες του βιομηχανικού συστήματος, στην δυστυχία των εργατών και ουσιαστικά σε μια διαιρεμένη κοινωνία, όπου ο χωρισμός εργατών και καπιταλιστών έχει φτάσει στο απόγειό του, όπως στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Ροζανβαλόν διακρίνει τέσσερις μεγάλες προσπάθειες αναπροσδιορισμού του εξισωτικού ιδεώδους, με σκοπό είτε να εξορκιστεί η δυναμική του είτε να επαναπροσδιοριστεί το νόημά του. Τις τέσσερις αυτές προσπάθειες τις αντιλαμβάνεται και ως ασθένειες της ισότητας. Αφ' ενός, μια  συντηρητική ανάγνωση του φιλελευθερισμού αντιμετωπίζει τα φαινόμενα της φτώχειας και της προλεταριακής κατάστασης μέσα από σχήματα από τη μια φυσικοποίησης των ανισοτήτων και από την άλλη μέσω μιας αντίληψης που στιγματίζει την φτώχεια ως ανήθικη. Στον αντίποδα, η κομμουνιστική ιδεολογία επεξεργάζεται το σχέδιο ενός κόσμου όπου η εξάλειψη του ανταγωνισμού θα επιφέρει πλήρη ισότητα και αρμονία. Στις ασθένειες, στα τέλη του 19ου αιώνα, προστίθεται αρχικά ένα κύμα εθνοπροστατευτισμού που εισάγει την έννοια της ισότητας – ομοιογένειας, η οποία αποκλείει τους ξένους, και στη συνέχεια μια ρατσιστική ιδεολογία ριζοσπαστικοποίησε την ιδέα της ισότητας μέσω της απόρριψης των μαύρων (αμερικανικό παράδειγμα). Όλα αυτά τα φαινόμενα, που ο Ροζανβαλόν θα εξετάσει αναλυτικά, διαστρέβλωσαν την ιδέα της δημοκρατικής ισότητας.

Ξεκινώντας από τη μελέτη της συντηρητικής ιδεολογίας πάνω στην ισότητα, ο συγγραφέας τονίζει ότι το στοιχείο της αρετής και το στοιχείο του ταλέντου αποτέλεσαν τα δύο κεντρικά μοτίβα της συντηρητικής ιδεολογίας που υπονόμευσαν την κοινωνία της ισότητας των ομοίων. Από τη μια διευρύνθηκε η έννοια της ατομικής ευθύνης που συνδέεται με την αρετή, από την άλλη υπερτονίστηκαν τα κληρονομικά χαρακτηριστικά που αφορούν το ταλέντο. Με τις δύο αυτές στρατηγικές, η συντηρητική ιδεολογία προσπάθησε να εξαλείψει την κοινωνική διάσταση των ανισοτήτων (σελ. 104). Στο πλαίσιο αυτό, ενώ το μείζον κοινωνικό γεγονός ήταν η έκρηξη των ανισοτήτων και η ακραία φτώχεια που προκάλεσε η άνοδος του καπιταλισμού, στη Γαλλία της δεκαετίας του 1830 οι φτωχοί κάθονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, καθώς η θλιβερή κατάστασή τους αποδιδόταν στην κακή τους διαγωγή. Ο φτωχός στιγματίζεται ως μη ενάρετος και αποκλειστικά υπεύθυνος για την εξαθλίωσή του, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις στερείται και φυσικών χαρισμάτων, δηλαδή ταλέντου. Οι ανισότητες γίνονται απολύτως αποδεκτές ως φυσικά φαινόμενα, αφού συνδέονται αυστηρά με άτομα (αρετή) και καταστάσεις (ταλέντα). Σε αυτό συνέβαλαν και οι επιστήμες της ανισότητας, όπως τις ονομάζει προσφυώς ο Ροζανβαλόν, δηλαδή η φρενολογία του 19ου αιώνα και τα τεστ νοημοσύνης του 20ού αιώνα, που επένδυαν με επιστημονικό λόγο τις ανισότητες καθιστώντας τις φυσικές και ακαταμάχητες (σελ. 118-119). Σε αυτή τη λογική υποτάσσεται και μια περιορισμένη αντίληψη περί ισότητας των ευκαιριών, προνομιακός χώρος της οποίας είναι το σχολείο και το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο από την μια δίνει σε «όλο τον κόσμο μια ευκαιρία (φιλελεύθερη - δημοκρατική αρχή) και ταυτόχρονα τοποθετεί τον καθένα στην θέση του (συντηρητική αρχή)» (σελ. 121-122).  

Ο Πιερ Ροζανβαλόν αντιλαμβάνεται την κομμουνιστική ιδεολογία ως υπονομευτική της αρχής της ισότητας, διότι το πρότυπό της βασιζόταν στην εξάλειψη οποιασδήποτε συνθήκης θα προκαλούσε εκμετάλλευση και διχόνοια μέσα στην κοινωνία, κατάσταση που θεωρεί ανέφικτη, αλλά και επικίνδυνη. Με την εγκαθίδρυση ενός ουτοπικού ιδεώδους μιας κοινωνίας όπου όλοι ομοφωνούν σε συνθήκες υλικής αφθονίας, δίχως φθόνους και εγωισμούς, οι θεωρητικοί του κομμουνισμού διαγράφουν τα πεδία της οικονομίας, της πολιτικής και της ψυχολογίας. Έτσι, το αίτημα της ισότητας ικανοποιείται αυτόματα και ξεπερνιέται ως διαρκές κοινωνικό διακύβευμα. Ο Ροζανβαλόν θεωρεί, αναλύοντας τη σχετική βιβλιογραφία (μαρξιστική και των ουτοπικών σοσιαλιστών),  ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με αυταρχικό τρόπο, κατάργηση των δικαιωμάτων και της ιδιοκτησίας και με τη δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου που θα είναι απαλλαγμένος από ατομικά συμφέροντα. Η εξάλειψη των διαφορών που επαγγέλλεται η κομμουνιστική ουτοπία και η πλήρης αφομοίωση του ατόμου σε μια ομοιογενή κοινότητα, ουσιαστικά η ιδέα μιας ισότητας-απουσίας διαφορών, μιας ισότητας-ταυτότητας, άσκησε σημαντική επίδραση στο εργατικό κίνημα. Για τον συγγραφέα, η αντίληψη που θεωρεί εφικτή μια πλήρη εξάλειψη των ανταγωνισμών και των συμφερόντων μέσα στην κοινωνία απειλεί την έννοια της ελευθερίας, εντός της οποίας και μόνο μπορεί να νοηθεί η ισότητα.

Το επόμενο πεδίο όπου εντοπίζεται μια απειλητική κατάσταση για την ισότητα είναι αυτό της ιδεολογίας του εθνοπροστατευτισμού, που εξάρει το έθνος ως ομοιογενή μορφή και αντιλαμβάνεται την ισότητα με όρους ταυτότητας. Στο παράδειγμα αυτό, που ιστορικά προσέλαβε τη μορφή της απόρριψης και του αποκλεισμού των ξένων εργαζομένων κυρίως στις χώρες που είχαν αποικίες, βασίστηκε σε έναν κοινωνικό δεσμό που διαμορφώνεται επί τη βάσει της εθνικής αντίληψης του ανήκειν σε μια ομοιογενή κοινότητα. Εδώ η ισότητα νοείται με την αρνητική της έννοια, διότι περιλαμβάνει μόνο τα μέλη της εθνικά ομοιογενούς κοινότητας και αποκλείει, απορρίπτει και διαχωρίζει τους ξένους. Αναγνωρίζει, με άλλα λόγια, μόνο μια διάσταση στη συλλογική ταυτότητα, την εθνική, υπονομεύοντας έτσι το δημοκρατικό αίσθημα του ανήκειν που είχε συνδεθεί ήδη από τη Γαλλική Επανάσταση με μια θετική αντίληψη του κοινού βίου.

Μια πιο ακραία εκδοχή αρνητικής αντίληψης περί ισότητας είναι αυτή που υπερβαίνει τον ταυτοτικό διαχωρισμό εθνικού - μη εθνικού, και με τη βοήθεια μιας ψευδοανθρωπολογίας αντιλαμβάνεται τη συγκρότηση της συλλογικής ταυτότητας στη βάση ενός αυστηρού φυλετικού διαχωρισμού. Αυτή η οριακή μορφή της ισότητας - ταυτότητας, κατά τον Ροζανβαλόν, υιοθετήθηκε στην Αμερική, κατά παράδοξο τρόπο, είκοσι χρόνια μετά την κατάργηση της δουλείας. Μετά το τέλος του εμφυλίου και την κατάργηση της δουλείας, ιδιαίτερα στις πολιτείες του Νότου, ήδη από το 1890, καθιερώθηκαν μέτρα διαχωρισμού των μαύρων από τους λευκούς σε όλα τα πεδία του κοινωνικού βίου. Ο νέος αυτός ρατσισμός θα δώσει νέο νόημα στο εξισωτικό ιδεώδες καθώς ανήκει στη δημοκρατική εποχή και θεμελιωνόταν σε ένα αίσθημα ομοιότητας με βάση το χρώμα του δέρματος. Πρόκειται για μια ισότητα του «κοινωνικού σώματος» (σ. 175) αριστοκρατικού τύπου, ουσιαστικά μια απάντηση στην απειλή που συνιστούσε η κατάργηση της δουλείας για την ισότητα - ταυτότητα. Γι’ αυτό άλλωστε το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων της δεκαετίας του 1960 για τη χειραφέτηση των μαύρων επιβλήθηκε μέσα από βίαιες συγκρούσεις, διότι αμφισβητούσε αυτή τη θεμελιώδη εξισωτική αντίληψη της ισότητας - ταυτότητας των λευκών. Εκδοχή αυτής της ισότητας - ομοιογένειας υιοθέτησε και το ναζιστικό καθεστώς ως φυσική ομοιογένεια των Αρίων, που έχουν το ιστορικό καθήκον να εξοβελίσουν μια ομάδα ανθρώπων (Εβραίους) από την ανθρωπότητα.  

 

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ

Οι όροι μέσα από τους οποίους τίθεται το ζήτημα της ισότητας αλλάζουν ουσιωδώς από τις αρχές του 20ού αιώνα με την εγκαθίδρυση του κράτους πρόνοιας. Στην μεγάλη αυτή εποποιία της μείωσης των ανισοτήτων μέσα από τους θεσμούς του κράτους πρόνοιας αφιερώνει ο Ροζανβαλόν το τρίτο μέλος του βιβλίου του. Ο συγγραφέας εντοπίζει τρεις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που προκάλεσαν την ανατροπή στο καθεστώς της ισότητας, που υπέφερε από τις ασθένειες τις οποίες περιγράψαμε ανωτέρω: η θέσπιση συστημάτων προοδευτικής φορολογίας, η πρόβλεψη μορφών καθολικής ασφάλισης έναντι κινδύνων της βιομηχανικής εποχής και η εγκατάσταση μηχανισμών συλλογικής αντιπροσώπευσης των εργαζομένων σε συνδυασμό με θεσμούς προστασίας τους.

Τόσο ο Ναπολέων Γ’ στη Γαλλία, που θα επιτρέψει τη δημιουργία συνδικάτων και ταμείων αλληλασφάλισης, όσο και ο Μπίσμαρκ στη Γερμανία που θα εγκαινιάσει οργανωμένους θεσμούς κοινωνικής ασφάλισης, επηρεάζονταν από το φόβο της επικράτησης των σοσιαλιστικών ιδεών και επιδίωκαν με τα μέσα αυτά να μειώσουν τις κοινωνικές ανισότητες και τους στατιστικά πλέον εντοπίσημους κινδυνογόνους παράγοντες από τη λειτουργία των βιομηχανιών. Πίστευαν ότι «κάθε επανάσταση θα μπορούσε να αποτραπεί με μια κατάλληλη μεταρρύθμιση» (σελ. 196), οπτική που απέκτησε θεωρητική συνοχή μέσα από το έργο και την πολιτική δράση του σοσιαλδημοκράτη ηγέτη E. Μπερνστάιν. Αντίστοιχα, στην Αμερική, ο προοδευτικός και αναδιανεμητικός χαρακτήρας της φορολογίας υπονόμευσε τη θεμελιώδη αντίληψη που βρισκόταν στη βάση των σύγχρονων κρατών περί φορολογίας - ανταλλάγματος και νομιμοποιήθηκε στη συνείδηση της κοινής γνώμης αρχικά ως μέσο συμβολής των πολιτών στις δαπάνες του Α' Παγκόσμιου Πολέμου και ως έκφραση μιας κοινωνικής ηθικής του πατριωτισμού. Ο φόβος των επαναστάσεων και οι ανάγκες του πολέμου συνέβαλαν στην αλλαγή του κλίματος σε Ευρώπη και Αμερική και στην αναγνώριση της φορολογίας ως ενός βασικού εργαλείου αναδιανομής του πλούτου και άρα και περιορισμού των ανισοτήτων, διαμορφώνοντας την συνθήκη που ο Ροζανβαλόν ονομάζει επανάσταση της διανομής.

Στην προοπτική αυτή επανααξιολογείται τόσο η ιδέα της ισότητας όσο και αυτή της αλληλεγγύης. Οι θεσμοί φιλανθρωπίας και η δημόσια  αγαθοεργία προς τους φτωχούς και καταφρονεμένους, στη βάση αισθημάτων εξατομικευμένης συμπόνιας και συμπαράστασης, μεταλλάσσονται σε κρατικά καθήκοντα προστασίας και, από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, σε θεσμούς πρόνοιας, ασφάλισης και παροχών που αντιστοιχούν σε αξιώσεις των πολιτών προς το κράτος (κοινωνικά δικαιώματα). Αντίστοιχα, οι κίνδυνοι από τη λειτουργία της οικονομίας (βιομηχανικό ατύχημα, ανεργία) δεν αποτελούν πλέον τυχαία προσωπικά συμβάντα (ατομική ευθύνη) αλλά στατιστικές πιθανότητες με ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις, για τους οποίους το κράτος οφείλει να μεριμνά με οργανωμένους θεσμούς και ειδικές ρυθμίσεις, κοινωνικοποιώντας, κατά κάποιον τρόπο, τις συνέπειες και την ευθύνη. Καθοριστική υπήρξε για αυτή την αλλαγή της στάσης του κράτους, η οικονομική κρίση του 1929, που ανέδειξε τις καταστροφικές συνέπειες από την ανεξέλεγκτη λειτουργία των αγορών και επέβαλε τις συστηματικές παρεμβάσεις του κράτους στην οικονομία. Όλες αυτές οι εξελίξεις αναδεικνύουν την έννοια της ισότητας - αναδιανομής που είναι κάτι ριζικά διαφορετικό από την ισότητα όπως την ανέδειξε το δημοκρατικό φαντασιακό του 18ου και του 19ου αιώνα.  Πλέον, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Ροζανβαλόν, ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας συνιστά τη δομική αιτία των ανισοτήτων και όχι οι ατομικές διαφορές (σελ. 217).

 

Ο ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ

Στο τέταρτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας αποτιμά την πρόσληψη της ισότητας στις συνθήκες της δεύτερης παγκοσμιοποίησης, όπου παρατηρεί ότι  επανέρχονται παθολογικές μορφές της ισότητας - ταυτότητας των αρχών του προηγούμενου αιώνα, αφ' ενός στη σύγχρονη  εκδοχή ενός ιδιότυπου εθνικισμού που ενισχύει φαινόμενα ξενοφοβίας, αφ' ετέρου στα προδρομικά συμπτώματα της κρίσης του κράτους πρόνοιας (ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 με την πρώτη πετρελαϊκή κρίση). Στην εξέλιξη αυτή, ο Ροζανβαλόν εντοπίζει τρεις δομικούς παράγοντες: την κρίση των θεσμών αλληλεγγύης, την ανάδυση ενός νέου καπιταλισμού και τις μεταμορφώσεις του ατομικισμού (σελ. 234).

Την εξασθένηση των θεσμών αλληλεγγύης που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο συγγραφέας την αποδίδει στο γεγονός ότι «τα φαινόμενα του αποκλεισμού και της μακροχρόνιας ανεργίας μετέτρεψαν ξανά τη φτώχεια σε μια πραγματική συνθήκη, η οποία καθορίζεται, εν πολλοίς,  κοινωνικά και επηρεάζει με σταθερό τρόπο και διαρκή τρόπο ορισμένους πληθυσμούς…» (σελ. 235), κατά τέτοιον τρόπο, όμως, ώστε οι πολίτες να θεωρούν ότι οι καταστάσεις αυτές συνδέονται με ατομικές συμπεριφορές και επιλογές. Μια τέτοιου τύπου απονομιμοποίηση του αναδιανεμητικού κράτους πρόνοιας παρατηρείται στο πεδίο της φορολογίας, ιδιαίτερα στην Αμερική την περίοδο της προεδρίας Ρόναλντ Ρέιγκαν, όπου συντηρητικοί κύκλοι επαναφέρουν την ιδέα της φορολογίας ως κλοπής, με συνέπεια να υποχωρήσει το αίσθημα που είχε εδραιωθεί την περίοδο των παγκόσμιων πολέμων, το οποίο συνέδεε την καταβολή φόρων με ένα κοινωνικό χρέος. Αντιστοίχως, το κοινωνικό αίσθημα της αλληλεγγύης αμβλύνεται καθώς η δυστυχία και η φτώχεια αντιμετωπίζονται ως προϊόντα οκνηρίας και όχι κοινωνικών συνθηκών. Αυτές οι παλιές ιδέες του συντηρητικού οπλοστασίου του 18ου αιώνα, όπως είδαμε ανωτέρω, επανέρχονται στην αμερικανική συζήτηση και διαδίδονται πλέον και στον ευρωπαϊκό χώρο.

Ωστόσο, το ενδιαφέρον του Ροζανβαλόν συγκεντρώνεται στη μεγάλη εικόνα και στους μετασχηματισμούς που έχουν συντελεστεί στον σύγχρονο καπιταλισμό, στους μετασχηματισμούς οι οποίοι οδήγησαν σε μια νέα πρόσληψη της ατομικότητας, δηλαδή σε μια διανοητική διαδικασία που επηρέασε σημαντικά και τη σύγχρονη αντίληψη περί ισότητας. Ειδικότερα, στον σύγχρονο καπιταλισμό, το πρότυπο του μαζικού εργάτη της φορντικής εποχής έδωσε τη θέση του στο δημιουργικό άτομο που μπορεί να καινοτομεί. Με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων, της πληροφορίας και της επικοινωνίας μεταβάλλεται η φύση της παραγωγής και η επιστημονική γνώση ενσωματώνεται στα ίδια τα τεχνικά αντικείμενα κατά τρόπο ώστε η δημιουργικότητα να γίνεται ο κύριος παράγοντας της παραγωγής (σελ. 244). Πλέον η εργασία αποκτά μια μοναδικότητα, καθώς βασίζεται στην επινοητικότητα και στη διάθεση του εργαζομένου να καινοτομεί.

Ο παραδοσιακός ατομισμός συνδεόταν αναπόσπαστα με την «ιδέα της ισότητας και την αναγνώριση μιας ομοιότητας ανάμεσα στους ανθρώπους» (σελ. 247) και ήταν «αδιαχώριστος από ένα εξισωτικό και οικουμενικό ήθος» (σελ. 247). Τα εμπόδια που έθεταν οι μεσαιωνικοί καταναγκασμοί ήταν εμπόδια στην ανάκτηση της ανθρώπινης ιδιότητας που καθιστούσαν τον καθένα όμοιο με τον άλλο, γι’ αυτό και ο Ροζανβαλόν ονομάζει ατομικισμό της καθολικότητας αυτή την έννοια, που τη θεωρεί θεμέλιο της συγκρότησης μιας κοινωνίας των ίσων. Ήταν ένας ατομικισμός που ενίσχυε την ενσωμάτωση του ατόμου στην κοινωνία και όχι την ιδιαιτερότητά του απέναντι στην κοινωνία. Ο συγγραφέας, παρακολουθώντας την εξέλιξη του σύγχρονου ατομικισμού, θεωρεί ότι τα ανωτέρω γνωρίσματα του ατομικισμού έχουν μεταβληθεί ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, με το κίνημα του ρομαντισμού και την εικόνα του ανεξάρτητου καλλιτέχνη. Με τον ρομαντισμό διαμορφώνεται ένα σχήμα ατομικισμού της διάκρισης που είναι «πρόδρομος του σύγχρονου ατομικισμού της μοναδικότητας» (σελ. 249). Με τον ατομικισμό της μοναδικότητας ανοίγεται ένα πεδίο όπου ο καθένας διαμορφώνει την προσωπική του βιογραφία στη βάση όχι της τωρινής του κατάστασης αλλά της ιστορίας του,  των φόβων του να μη χάσει ό,τι ήδη κατέχει και των προσδοκιών του για τη μελλοντική του κατάσταση. Αντιλαμβάνεται, δηλαδή, την ύπαρξή του με δυναμικό τρόπο, ως ένα άτομο ξεχωριστό που χαράσσει τη δική του ανεξάρτητη πορεία και δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με μια ομάδα (σελ. 250-251). Σε αυτό το σχήμα, οι ανισότητες προσλαμβάνονται ως ισχυρές ενδείξεις προσωπικής ανικανότητας και ατομικής αποτυχίας και οδηγούν σε μια αναβάθμιση της προσωπικής ευθύνης αφού το άτομο νοείται και ως μοναδικό. Εδώ οι παραδοσιακές ανισότητες των συνθηκών περνάνε σε δεύτερη μοίρα και υποβαθμίζονται.

Στη συνέχεια, ο Ροζανβαλόν εισάγει στον προβληματισμό του την έννοια της αγοράς, η οποία στην αρχή της νεωτερικότητας έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επικράτηση του εξισωτικού ιδεώδους, καθώς, κατά τον Άνταμ Σμιθ, η αγορά δεν αποτελούσε μια στενά οικονομική θεωρία και πρακτική, αλλά μια γενική μορφή κοινωνικής οργάνωσης που συνδεόταν με την ιδέα της κοινωνίας των πολιτών (σελ. 259). Στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας, τα δομικά χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς ριζοσπαστικοποιούνται καθώς ο ανταγωνισμός γενικεύεται υποκαθιστώντας κάθε σχέση μεταξύ των ανθρώπων και η ιδιότητα του καταναλωτή συνιστά το μέτρο του γενικού συμφέροντος. Ως επιδίωξη ισότητας νοείται πλέον η αέναη επέκταση των καταναλωτικών επιλογών και η αύξηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Αντιστοίχως, η εξάλειψη των προνομίων και των ανισοτήτων θα προέλθει από την απάλειψη κάθε εμποδίου στο ανταγωνισμό των επιχειρήσεων και των ατόμων. Η τεράστια έκρηξη των ανισοτήτων προς τα πάνω, οι υπέρογκες αμοιβές των υψηλόβαθμων στελεχών σε σχέση με τους απλούς εργαζόμενους στις επιχειρήσεις, εμφανίστηκε ως αποτέλεσμα του ανόθευτου ανταγωνισμού. Ο Ροζανβαλόν εκτιμά ότι σε αυτή τη θεμελιώδη ανισότητα ούτε το ατομικό ταλέντο ούτε η αξία είναι καθοριστικά, αλλά περισσότερο «ο δόλος, η χειραγώγηση, οι συσχετισμοί δυνάμεων και η διαπλοκή, ακόμα και η διαφθορά» (σελ. 267), γεγονός που πλέον οδηγεί σε μια μερική απονομιμοποίηση αυτών των ανισοτήτων στη συνείδηση του κόσμου.

Στο τέλος του τέταρτου κεφαλαίου, ο συγγραφέας αποτιμά τη λειτουργία του σχήματος της ισότητας των ευκαιριών μέσα από την κριτική ανάγνωση του έργου του Τζον Ρωλς και του Ρόναλντ Ντουόρκιν. Θεωρεί ότι η ισότητα των ευκαιριών είναι μια έννοια που αποτυγχάνει να θεμελιώσει μια θεωρία της δικαιοσύνης, στο μέτρο που δεν μπορούμε να επιτύχουμε εξίσωση των αρχικών θέσεων, καταργώντας τις οικογενειακές καταβολές, την εκπαίδευση και τα κληρονομικά προνόμια. 

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ

Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο Πιερ Ροζανβαλόν επεξεργάζεται ένα σχέδιο θεωρητικής αντιμετώπισης των νέων απειλών της ισότητας, όπως τις περιέγραψε στο προηγούμενο κεφάλαιο, εντοπίζοντας τους παράγοντες που δυσχεραίνουν την ολοκλήρωσή της. Θεωρεί κατ' αρχήν ότι η έννοια της ισότητας ευκαιριών συνιστά μια θεωρία των νόμιμων ανισοτήτων, διότι ενώ θεμελιώνει μια αρχική κατανομή των πόρων κατά τρόπο ακριβοδίκαιο (διανεμητική δικαιοσύνη) υποβαθμίζει και απονομιμοποιεί τους θεσμούς του κράτους που έχουν αναδιανεμητικό χαρακτήρα, όπως τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας (προστασίας ανέργων, μειονεκτούντων ατόμων κ.λπ). Δεν είναι τυχαίο ότι η ισότητα των ευκαιριών αποκτά προτεραιότητα και διαδίδεται τη δεκαετία του 1990, όταν εντείνεται η κριτική στα καθολικά κοινωνικά δικαιώματα (θεωρία του Τρίτου Δρόμου του Άντονυ Γκίντενς). Κατά τον Ροζανβαλόν, «το πρόβλημα είναι, έτσι, ότι οι θεωρίες της ισότητας των ευκαιριών κατανοούν το ζήτημα των ανισοτήτων αποκλειστικά υπό το πρίσμα ενός κριτηρίου δικαιοσύνης που αφορά την αξιολόγηση ατομικών καταστάσεων» (σελ. 284), παραβλέποντας ότι οι ανισότητες είναι καθοριστικός παράγοντας για το είδος του κοινωνικού δεσμού, δηλαδή για τη συνοχή μιας κοινωνίας. Σύμφωνα με έρευνες που επικαλείται, όσο πιο εξισωτικές είναι οι κοινωνίες, τόσο τα άτομα έχουν καλύτερη υγεία και τόσο η εγκληματικότητα είναι μικρότερη. Οι ανισότητες βιώνονται πάντοτε συλλογικά και δεν επηρεάζουν μόνο τους λιγότερο προνομιούχους, αλλά παράγουν επιζήμιες συνέπειες για όλη την κοινωνία, διαβρώνοντας τη συνοχή της.

Ο Ροζανβαλόν θεωρεί αναγκαίο να επιστρέψουμε στο επαναστατικό πνεύμα της ισότητας της εποχής των επαναστάσεων, που αρθρώθηκε γύρω από τους άξονες: ομοιότητα, ανεξαρτησία, ιδιότητα του πολίτη.

Στο σημείο αυτό, ο Πιερ Ροζανβαλόν προσπαθεί να συμβιβάσει τη νέα αντίληψη περί ατομικισμού της μοναδικότητας με τις αντιλήψεις που αντιμετωπίζουν τις σύγχρονες διακρίσεις (μαύροι, ομοφυλόφιλοι), όχι ως στίγμα αλλά ως παράγοντα διάκρισης, μέσω του οποίου συγκροτείται μια ξεχωριστή ταυτότητα που με την ιδιότητα αυτή διεκδικεί την αναγνώρισή της. Η πολιτική των ταυτοτήτων, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, δεν διεκδικεί πλέον την ενσωμάτωση σε μια κοινωνία η οποία, μέχρι πρότινος, απέκλειε ορισμένες κατηγορίες πολιτών (κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων της δεκαετίας του 1960, ριζοσπαστικός φεμινισμός), αλλά την αναγνώριση της ιδιαιτερότητάς τους ως νομικής κατηγορίας και πηγής δικαιωμάτων.

Οι σύγχρονες δημόσιες πολιτικές και η αλλαγή της στάσης γύρω από τα όρια των κοινωνικών δικαιωμάτων που απορρέουν από μια διεκδίκηση της μοναδικότητας των ατόμων καθιστούν δύσκολη, αλλά και επιβεβλημένη, την υιοθέτηση και των δύο διαστάσεων μιας δημόσιας ηθικής γύρω από το πρόβλημα της ισότητας που απαιτεί: «την επεξεργασία δίκαιων κανόνων, από τη μια (ο πόλος της γενικότητας), και τη διαμόρφωση συμπεριφορών φροντίδας για τον άλλον, από την άλλη (ο πόλος της ιδιαιτερότητας)» (σελ. 297).

Στη συνέχεια, ο Ροζανβαλόν πραγματεύεται δύο κεντρικές έννοιες: την αμοιβαιότητα και την ιδιότητα του πολίτη εντός της κοινότητας, που θα του ανοίξουν προοπτικές για μια σύγχρονη οικονομία της ισότητας, όπως την ονομάζει.

Ως αμοιβαιότητα αντιλαμβάνεται «τη μορφή μιας ισορροπίας των τρόπων συμμετοχής στον κοινωνικό βίο» (σελ. 302), που απορρέει από τη διαπίστωση ότι οι πολίτες είναι πρόθυμοι να συμβάλλουν σε συλλογικά εγχειρήματα ή δαπάνες, όταν αισθάνονται ότι και οι υπόλοιποι έχουν την ίδια διάθεση. Στο πνεύμα αυτό, τα δικαιώματα δεν αντιμετωπίζονται ως νομικές δυνατότητες των ατόμων για αυτοπραγμάτωση, αλλά σχεσιακά, καθώς επιτελούν μια λειτουργία θέσμισης του κοινωνικού και νοούνται ως δυνατότητες που τα άτομα παρέχουν αμοιβαία το ένα στο άλλο, προκειμένου να συγκροτήσουν μια κοινωνία στη βάση μιας ελευθερίας, δηλαδή ως καταστατική αρχή μιας κοινωνίας των ίσων. Το ίδιο συμβαίνει και με τα καθήκοντα τα οποία, μαζί με τα δικαιώματα, συγκλίνουν και συμπληρώνουν μια κοινωνία της αμοιβαιότητας, «όπου η συμμετοχή και η ατομικότητα καθενός μπορούν να ενισχυθούν από κοινού» (σελ. 303). Το αίσθημα ότι η αμοιβαιότητα διαρρηγνύεται αγγίζει περισσότερο τα μεσαία στρώματα υπό δύο εκδοχές: από τη μια εγκαλούν τους έχοντες υψηλά εισοδήματα ότι αποφεύγουν να συμβάλουν αναλογικά στις κοινές δαπάνες φοροδιαφεύγοντας, από την άλλη κατηγορούν τις κατώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας ότι επωφελούνται από τις παροχές των κοινωνικών επιδομάτων τις οποίες χρηματοδοτούν κυρίως τα μεσαία στρώματα. Αυτή η κρίση αμοιβαιότητας δημιουργεί κοινωνική δυσπιστία και εμποδίζει την ανάπτυξη αλληλεγγύης.

Όπως είδαμε αναλυτικά ανωτέρω, ένα από τα βασικά αιτήματα του εξισωτικού προτάγματος της νεωτερικότητας ήταν η πρόσληψη της ιδιότητας του πολίτη, τόσο ως συνόλου δικαιωμάτων που εξασφαλίζουν τη συμμετοχή σε μια συλλογικότητα, κυρίως με το δικαίωμα ψήφου, όσο και την κοινωνική ιδιότητα του πολίτη που συνδιαμορφώνει έναν κοινό κόσμο και έναν κοινωνικό δεσμό με τους άλλους πολίτες, κυρίως μέσω των κοινωνικών δικαιωμάτων. Αυτή η έννοια της κοινότητας που αναγνώριζε δεσμούς μεταξύ των πολιτών και είχε στον πυρήνα της την ιδέα της ισότητας - σχέσης έχει σήμερα ατονήσει εντυπωσιακά. Δεν είναι μόνο ότι υποχωρεί η αντίληψη για το γενικό συμφέρον χάριν των εγωιστικών επιδιώξεων των ατόμων, είναι ότι έχουμε υπεισέλθει σε αυτό που ο Ροζανβαλόν ονομάζει απεθνικοποίηση των δημοκρατιών, δηλαδή μια διαδικασία κλονισμού των θεμελίων της κοινωνικής συνύπαρξης. Έτσι ερμηνεύονται, π.χ., ορισμένες συμπεριφορές πλουσίων που επιδιώκουν να αποσχισθούν πλήρως από τη χώρα στην οποία κατοικούν ιδιωτικοποιώντας κάθε μορφή κοινωνικής εκδήλωσης (επιλέγοντας ως τόπο κατοικίας ειδικές συνοικίες με περιορισμένη πρόσβαση σε ξένους[2], ιδιωτική ασφάλεια, ξεχωριστή εκπαίδευση, διασκέδαση, αθλητικές υποδομές, εμπορικά κέντρα) και συγκροτώντας κλειστές ομοιογενείς ομάδες με σκληρά ταξικά χαρακτηριστικά. Μέσω της οργάνωσης του αστικού χώρου, το έδαφος έχει γίνει «ο εμφανέστατος δείκτης των κοινωνικών ανισοτήτων» (σελ. 310), ενώ η ομοιογένεια που συνέχει τα συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα βρίσκεται στον αντίποδα της ιδέας περί κοινωνικού δεσμού στη βάση της δημοκρατικής ιδέας.

Έχοντας διατρέξει τον ιστορικό χρόνο τριών αιώνων και έχοντας αναμετρηθεί με τις μεγάλες ιστορικές διακυμάνσεις της έννοιας της ισότητας, την επικράτηση και την υποχώρησή της, την ακμή και την παρακμή της, την επαναστατική της ορμή και τις ασθένειές της, ο Ροζανβαλόν καταλήγει σε ένα αγωνιώδες ερώτημα; «Πώς μπορούμε να είμαστε όμοιοι και μοναδικοί, ίσοι και διαφορετικοί, ίσοι από ορισμένες απόψεις και άνισοι από άλλες;» (σελ. 320). Την περίοδο που ετέθησαν τα ιδεώδη της ομοιότητας, της αυτονομίας και της ιδιότητας του πολίτη δηλαδή τα θεμέλια της ισότητας, τα πράγματα ήταν περισσότερο προφανή και οι αντίπαλοι της ισότητας ξεκάθαροι. Τότε, αποσυρόταν ένας κόσμος νομοκαταστημένων τάξεων με θεσμικές ανισότητες και ανύπαρκτα δικαιώματα. Σήμερα, που όλα αυτά έχουν  κατακτηθεί, στην εποχή του ατομικισμού της μοναδικότητας, οι διαφορές μεταξύ των ατόμων εξαιτίας των ποικίλων χαρακτηριστικών που τους καθορίζουν, έχουν πολλαπλασιαστεί επικίνδυνα και έχουν μετατραπεί σε καταστροφικές ανισότητες. Από την άλλη, η αναφορά σε μια γενική - ολική ισότητα –καθώς ο αριθμός των ιδιοτήτων που διακρίνουν τα άτομα είναι πολύ μεγάλος (φυσικά χαρακτηριστικά, οικονομικά δεδομένα, ψυχολογικά και πολιτιστικά στοιχεία, πολιτικά δικαιώματα)– προϋποθέτει την απουσία διακρίσεων, επιδίωξη ανέφικτη σε κοινωνίες με υψηλό βαθμό κοινωνικής διαφοροποίησης. Με τα δεδομένα αυτά, ο Πιερ Ροζανβαλόν προτείνει να σκεφτούμε τα πράγματα με τους όρους μιας επιλεγμένης ισότητας, στρατηγική που συνεπάγεται διάκριση των πεδίων της ισότητας και ιεράρχηση των ιδιοτήτων που είναι κοινωνικά κρίσιμες. Το μείγμα του ίσου προς το άνισο, σε ένα επιλεγμένο πεδίο με πολλές κοινωνικές και οικονομικές μεταβλητές, δεν μπορεί να αγνοεί τις αξίες και τις ψυχολογικές στάσεις των εμπλεκομένων. Ουσιαστικά, ο Ροζανβαλόν αναφέρεται στο κοινωνικό ιδεώδες μιας ισορροπημένης ανισότητας, όπου το καθοριστικό κριτήριο για το πέρασμα «από την ισορροπία στην ανισορροπία είναι το σημείο της ανατροπής πέρα από το οποίο οι ανισότητες γίνονται παρά φύσιν, παγιώνονται και συγκροτούν μια αμείλικτη εχθρική φύση» (σελ. 325). Στη λογική αυτή, ο συγγραφέας θεωρεί ότι στο βαθμό που η σχέση ισότητας συγκροτεί έναν κοινωνικό δεσμό μεταξύ των πολιτών θα πρέπει να ενισχύσουμε τις ιδιότητες των ατόμων που τους κάνουν μοναδικούς και, παράλληλα, να μεριμνήσουμε για την αμοιβαιότητα στις μεταξύ τους σχέσεις, εμβαθύνοντας την ιδιότητα του πολίτη (στη νομική και την κοινωνική της διάσταση), μέσω της οποίας συγκροτείται και διαμορφώνεται μια κοινότητα. Τα παραπάνω προϋποθέτουν ότι ισότητα και ελευθερία συλλαμβάνονται, όχι αντιθετικά αλλά  μαζί, ως κοινωνικές ιδιότητες που αλληλοσυμπληρώνονται. Από εκεί και πέρα, ο Ροζανβαλόν θεωρεί ότι τόσο η ισότητα - διανομή, όσο και η ισότητα - αναδιανομή αγαθών και υπηρεσιών υποτάσσεται σε αυτή την ισότητα - σχέση. Μόνο μέσα από αυτή την αναβάπτιση του κοινωνικού δεσμού, τόσο η φορολογία όσο και οι πολιτικές αναδιανομής αποκτούν νόημα, ενώ ο δεσμός αυτός δεν θα παύσει να απειλείται από την κοινωνική αναπαραγωγή των ανισοτήτων (κληρονομιές περιουσιών), από τις υπερβολές του αναπτυξιακού προτύπου που παραβλέπει τις οικολογικές επιπτώσεις της οικονομικής μεγέθυνσης και από την τάση του διαχωρισμού και τις απόσχισης τμημάτων του πληθυσμού από την κοινή συμβίωση (γκετοποίηση).

Για τον Πιερ Ροζανβαλόν, ο στόχος και το διακύβευμα της ισότητας παραμένουν σταθερό κοινωνικό αίτημα που διαρκώς ανανεώνεται και είναι ανοιχτό στις ιστορικές προκλήσεις, τόσο μεταξύ των κρατών, όσο και στο εσωτερικό τους.

Συνολικά, το βιβλίο του Ροζανβαλόν είναι ένα έργο μεγάλης θεωρητικής σημασίας που έλειπε από την ελληνική βιβλιογραφία. Η συστηματικότητα στην ανάπτυξη των επιχειρημάτων, οι εύστοχες κατηγοριοποιήσεις, η συνολική θεώρηση της ισότητας μέσα από το πρίσμα μιας πολυεπίπεδης και διεπιστημονικής προσέγγισης χαρίζουν στο αναγνώστη στιγμές γνήσιας απόλαυσης. Όλα αυτά περνάνε στην ελληνική γλώσσα με λόγο σαφή και καλοζυγισμένο, χωρίς ασάφειες ως προς τους τεχνικούς όρους και με μεγάλη ακρίβεια στην διατύπωση. Για μια ακόμα φορά, ο έμπειρος μεταφραστής και πανεπιστημιακός δάσκαλος Αλέξανδρος Κιουπκιολής μετέγραψε στα ελληνικά με μεγάλη επιτυχία ένα σπουδαίο έργο που θα συζητηθεί ευρύτερα.          

      

                                                                  


[1]               Βλ. Z. Bauman, Πλούτος και ανισότητα, μας ωφελεί όλους ο πλούτος των ολίγων, εκδ. Οκτώ, 2014.

[2]               Είναι οι λεγόμενες unincorporatedareas, δηλαδή ζώνες κατοικίας, όπου απουσιάζουν οι δημόσιες αρχές και δεν παρέχονται δημόσιες υπηρεσίες και τις οποίες συνδιαχειρίζονται οι ιδιώτες-ιδιοκτήτες τους με δικούς τους πόρους.

 

 

 

Παναγιώτης Μαντζούφας. Επίκουρος καθηγητής συνταγματικού δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Βιβλία του: Το συνταγματικό ζήτημα στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (2000), Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης (2006). Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί η νέα δουλειά του, Οικονομική κρίση και σύνταγμα. Συνταγματικές και ενωσιακές διαστάσεις της οικονομικής κρίσης στο ελληνικό παράδειγμα. Μορφές και τεχνικές δικαστικού ελέγχου των εφαρμοστικών νόμων των μνημονίων στο πεδίο των δικαιωμάτων.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά