Τρίτη, 09 Ιουνίου 2015

Αριστερός και δεξιός λαϊκισμός σε Ευρώπη και Ελλάδα*

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από  Cas Mudde Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 55 Πολιτική Λαϊκισμός
17 Μαΐου 2014, Μάλαγα, Ισπανία. Ο Πάμπλο Ιγκλέσιας των Podemos συνδυάζει το lifestyle της νεότητας, τη μιντιακή χρήση της εικόνας του, τα νέα μεσα και τον αριστερό ριζοσπαστικό λόγο που ακούγεται εύκολα στα αυτιά των λαϊκών στρωμάτων, στο όνομα των οποίων αρθρώνεται. 17 Μαΐου 2014, Μάλαγα, Ισπανία. Ο Πάμπλο Ιγκλέσιας των Podemos συνδυάζει το lifestyle της νεότητας, τη μιντιακή χρήση της εικόνας του, τα νέα μεσα και τον αριστερό ριζοσπαστικό λόγο που ακούγεται εύκολα στα αυτιά των λαϊκών στρωμάτων, στο όνομα των οποίων αρθρώνεται. Cyberfrancis

Ήδη το 2010, πέντε ολόκληρα χρόνια πριν τον σχηματισμό της λαϊκιστικής κυβέρνησης συνασπισμού στην Ελλάδα, ο τότε Πρόεδρος της ΕΕ Χέρμαν φαν Ρομπέι αποκάλεσε τον λαϊκισμό «τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την Ευρώπη» (Frankfurter Allgemeine Zeitung, 9 Απριλίου 2010). Από τότε, πολλές φωνές που εκφράζουν το κατεστημένο έκαναν το ίδιο, από τη Γερμανίδα καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ μέχρι τους αρχισυντάκτες της New York Times. Όλες οι προειδοποιήσεις έχουν τα εξής κοινά χαρακτηριστικά: (1) προέρχονται από ανθρώπους που βρίσκονται στην εξουσία, (2) είναι ασαφείς αναφορικά με την έννοια του λαϊκισμού, και (3) ισχυρίζονται ότι ο λαϊκισμός είναι (πανταχού) παρών στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

 

Σε αυτό το άρθρο θα αξιολογήσω την άνοδο του λαϊκισμού με βάση έναν σαφή ορισμό του. Ιστορικά ο λαϊκισμός αποτελεί ένα περιθωριακό πολιτικό φαινόμενο στην Ευρώπη, αντίθετα με την Αμερική (Βόρεια και Νότια). Τα τελευταία χρόνια, τα λαϊκιστικά κόμματα της Αριστεράς και της Δεξιάς έχουν πετύχει θετικά εκλογικά αποτελέσματα σε ολόκληρη την Ευρώπη, παρόλο που οι επιδράσεις τους στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή παραμένουν μέχρι στιγμής αρκετά περιορισμένες. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει και στην Ελλάδα, η οποία αποτελεί τόσο ιστορική όσο και σύγχρονη εξαίρεση στον γενικό κανόνα στην Ευρώπη.

 

Τι (δεν) είναι ο λαϊκισμός

Ο λαϊκισμός είναι μια πολυχρησιμοποιημένη λέξη στα μέσα ενημέρωσης παγκοσμίως. Ποτέ ένας πολιτικός δεν χαρακτηρίζεται λαϊκιστής. Στην πραγματικότητα, θα ήταν καλύτερο να πούμε ότι κατηγορείται ότι είναι λαϊκιστής, καθώς οι περισσότεροι χρησιμοποιούν τον λαϊκισμό ως πολεμική κραυγή (Kampfbegriff) για να δυσφημήσουν έναν πολιτικό αντίπαλο. Ελάχιστοι πολιτικοί αυτοχαρακτηρίζονται ως λαϊκιστές. Εκείνοι που το κάνουν συνήθως πρώτα επαναπροσδιορίζουν τον όρο με έναν τρόπο που συνάδει περισσότερο με τη λαϊκή χρήση της δημοκρατίας παρά με τον λαϊκισμό.

Στη δημόσια αντιπαράθεση ο λαϊκισμός χρησιμοποιείται κυρίως για να καταγγείλει μια μορφή πολιτικής που χρησιμοποιεί τη δημαγωγία, τη χαρισματική ηγεσία ή έναν λόγο Stammtisch (ή συνδυασμό αυτών). Κανένα από τα παραπάνω δεν αποτελεί ακριβή ορισμό του λαϊκισμού. Παρόλο που κάποιοι λαϊκιστές μπορεί να υπόσχονται τα πάντα σε όλους (δημαγωγία) ή να μιλούν μια απλή, ακόμα και δημώδη, γλώσσα  (λόγος Stammtisch), είναι πολλοί που δεν το κάνουν. Πιο σημαντικό είναι ότι πολλοί μη λαϊκιστές πολιτικοί το κάνουν, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Παρομοίως, ενώ κάποιοι επιτυχημένοι λαϊκιστές είναι χαρισματικοί ηγέτες, κάποιοι δεν είναι, και πολλοί επιτυχημένοι μη λαϊκιστές θεωρούνται επίσης χαρισματικοί.

Αντίθετα, ο λαϊκισμός ορίζεται καλύτερα ως μια αβαθής ιδεολογία (thin-centered ideology) που θεωρεί ότι η κοινωνίαείναι πλήρως διαχωρισμένη σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά σύνολα, τον «αγνό λαό» και τις «διεφθαρμένες ελίτ», και η οποία υποστηρίζει ότι η πολιτική θα έπρεπε να είναι η έκφραση της γενικής θέλησης(volonté générale) του λαού.[1] Αυτό σημαίνει ότι ο λαϊκισμός είναι μια συγκεκριμένη άποψη σχετικά με το πώς είναι η κοινωνία και πώς θα πρέπει να είναι δομημένη, αλλά ασχολείται μόνο με ένα μικρό μέρος της ευρύτερης πολιτικής ατζέντας. Για παράδειγμα, λέει ελάχιστα σχετικά με το ιδανικό οικονομικό ή πολιτικό σύστημα που πρέπει να διαθέτει ένα (λαϊκιστικό) κράτος. Τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι: ηθική και μονισμός. Το βασικό σημείο είναι ότι ο λαϊκισμός θεωρεί και τα δύο σύνολα ομοιογενή, δηλαδή, χωρίς θεμελιώδεις εσωτερικές διαιρέσεις, και πιστεύει ότι η ουσία του διαχωρισμού μεταξύ των δύο συνόλων είναι ηθική. Κατά συνέπεια, οι βασικοί του αντίπαλοι είναι ο ελιτισμός και ο πλουραλισμός. Ο ελιτισμός πιστεύει στον ίδιο σημαντικό διαχωρισμό, αλλά θεωρεί ότι η ελίτ είναι αγνή και ο λαός διεφθαρμένος. Ο πλουραλισμός διαθέτει μια εντελώς διαφορετική κοσμοθεώρηση συγκριτικά με τον ελιτισμό και τον λαϊκισμό, και θεωρεί ότι η κοινωνία διαιρείται σε διάφορα σύνολα με διαφορετικά συμφέροντα, και είναι υπέρ μιας πολιτικής που βασίζεται στη συναίνεση μεταξύ αυτών των συνόλων.

Αντίθετα από ό,τι ενδεχομένως ισχυρίζονται οι υπέρμαχοι και οι επικριτές του, ο λαϊκισμός δεν είναι ούτε η ουσία ούτε η άρνηση της δημοκρατίας. Με απλά λόγια, ο λαϊκισμός είναι υπέρ της δημοκρατίας, αλλά κατά της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Υποστηρίζει τη λαϊκή κυριαρχία και τον κανόνα της πλειοψηφίας, αλλά απορρίπτει τον πλουραλισμό και τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, ο λαϊκισμός μπορεί να θεωρηθεί η μισαλλόδοξη δημοκρατική απάντηση στα προβλήματα που δημιούργησε ένας αντιδημοκρατικός φιλελευθερισμός. Επικρίνοντας την τάση της τελευταίας δεκαετίας να αποπολιτικοποιούνται τα επίμαχα ζητήματα μέσω της απομάκρυνσής τους από την εθνική δημοκρατική (δηλαδή την εκλογική) σφαίρα, και μέσω της μεταφοράς τους στη δικαιοδοσία υπερεθνικών θεσμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, ή (νεο-)φιλελεύθερων θεσμών, όπως τα δικαστήρια και οι κεντρικές τράπεζες, οι λαϊκιστές ζητούν την επαναπολιτικοποίηση ζητημάτων όπως η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων ή η μετανάστευση.

Ένα τελευταίο σημαντικό σημείο είναι ότι ο λαϊκισμός δεν είναι ούτε δεξιός ούτε αριστερός ή, ίσως καλύτερα, ο λαϊκισμός μπορεί να υπάρχει και στην Αριστερά και στη Δεξιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο λαϊκισμός είναι σαν τον «χαμαιλέοντα»,[2] επειδή δεν πρόκειται απαραίτητα για τον ίδιο δρώντα που αλλάζει χρώματα. Ο λαϊκισμός σπάνια υπάρχει καθαρά ως τέτοιος, με την έννοια ότι οι περισσότεροι λαϊκιστές τον συνδυάζουν με μια άλλη ιδεολογία. Αυτή η λεγόμενη ιδεολογία-«ξενιστής», που είναι συνήθως πολύ σταθερή, είναι είτε αριστερή είτε δεξιά. Γενικά, οι αριστεροί λαϊκιστές θα συνδυάσουν τον λαϊκισμό με κάποια ερμηνεία του σοσιαλισμού, ενώ οι δεξιοί λαϊκιστές θα τον συνδυάσουν με κάποια μορφή εθνικισμού. Σήμερα ο λαϊκισμός είναι περισσότερο αριστερός στη νότια Ευρώπη και περισσότερο δεξιός στη Βόρεια Ευρώπη.[3]

 

Λαϊκισμός στην Ευρώπη

Παρόλο που ο λαϊκισμός έχει μακρά ιστορία στην Ευρώπη, ήταν πάντα ένα περιθωριακό πολιτικό φαινόμενο. Αναδύθηκε για πρώτη φορά στη Ρωσία στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι λεγόμενοι Ναρόντνικοι ήταν μια σχετικά μικρή ομάδα της αστικής ελίτ οι οποίοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να υποκινήσουν μια αγροτική εξέγερση. Αν και απέτυχαν στη Ρωσία, οι Ναρόντνικοι άσκησαν έντονη επιρροή στην Ανατολική Ευρώπη, όπου υπήρχαν διάφορα αγροτικά λαϊκιστικά κόμματα στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι περισσότερες από αυτές τις ομάδες είχαν ελάχιστη πολιτική επιρροή στα, κατά κύριο λόγο, αυταρχικά κράτη εκείνης της περιόδου. Και ενώ τόσο ο κομμουνισμός όσο και ο φασισμός χρησιμοποίησαν λαϊκιστική ρητορική, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της φάσης που αποτελούσαν κινήματα, και οι δύο ιδεολογίες και καθεστώτα ήταν κατ’ ουσίαν ελιτιστικά.

Η μεταπολεμική Ευρώπη γνώρισε ελάχιστο λαϊκισμό μέχρι τη δεκαετία του 1990. Υπήρξε ο Πουζαντισμός στη Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του 1950, τα Προοδευτικά Κόμματα της Δανίας και της Νορβηγίας τη δεκαετία του 1970, και το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980, αλλά όλα αυτά τα κινήματα ήταν κατά κύριο λόγο sui genesis παρά μέρος μιας ευρύτερης λαϊκιστικής συγκυρίας. Αυτό άλλαξε με την άνοδο της λαϊκιστικής ριζοσπαστικής δεξιάς στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Παρόλο που τα παλαιότερα κόμματα αυτής της κατηγορίας, όπως το Εθνικό Μέτωπο (FN) στη Γαλλία και το Φλαμανδικό Μπλοκ (τώρα Φλαμανδικό Συμφέρον, VB) στο Βέλγιο, ξεκίνησαν ως ελιτιστικά κόμματα, σύντομα υιοθέτησαν μια λαϊκιστική πλατφόρμα με συνθήματα όπως «Λέμε Αυτό που Σκεπτόσαστε» και «Η Φωνή του Λαού». Τα τελευταία χρόνια ένας νέος αριστερός λαϊκισμός αναδύθηκε σε κάποιες χώρες, ιδιαίτερα στη νότια Ευρώπη.

Ο Πίνακας παραπλεύρως περιλαμβάνει τα πιο σημαντικά λαϊκιστικά κόμματα στην Ευρώπη σήμερα – περιλαμβάνεται μόνο το πιο επιτυχημένο κόμμα σε κάθε χώρα. Η τρίτη στήλη δίνει το εκλογικό αποτέλεσμα στις πιο πρόσφατες Ευρωεκλογές του Μαΐου του 2014, που κυμαίνεται από το 51,5 τοις εκατό μέχρι το 3,7 τοις εκατό των ψήφων – σημειώστε ότι χώρες χωρίς επιτυχημένο λαϊκιστικό κόμμα δεν περιλαμβάνονται (π.χ., Λουξεμβούργο, Πορτογαλία ή Σλοβενία). Κατά μέσο όρο, τα λαϊκιστικά κόμματα κέρδισαν περίπου το 12,5 τοις εκατό της ψήφου στις τελευταίες Ευρωεκλογές, όχι ασήμαντο, αλλά όχι και «πολιτικός σεισμός» όπως ισχυρίστηκαν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης.

Πίνακας. Αποτελέσματα για τα βασικά λαϊκιστικά κόμματα στις Ευρωεκλογές του 2014 και στις πρόσφατες εθνικές εκλογές (και αλλαγή σε σχέση με προηγούμενες εθνικές εκλογές)

Χώρα

Λαϊκιστικό Κόμμα

%Ευρωεκλογές ’14

%Εθνικές

Κατάταξη

%Σύνολο

%Αλλαγή

Αυστρία

Κόμμα Ελευθερίας της Αυστρίας (FPÖ)

19,7

20,5

3

29,8

+1,5

Βέλγιο

Φλαμανδικό Συμφέρον (VB)

4,1

3,7

10

5,6

-5,7

Βουλγαρία

Βουλγαρία χωρίς Λογοκρισία (BBT)

10,7

5,7

6

10,2

+2,9

Γαλλία

Εθνικό Μέτωπο (FN)

25,0

13,6

3

20,5

+16,2

Γερμανία

Η Αριστερά

(Die Linke)

7,3

8,6

3

10,5

-1,0

Δανία

Λαϊκό Κόμμα της Δανίας (DFP)

26,6

12,3

3

12,3

-1,5

Ελβετία

Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα (SVP)

--

26,6

1

27,8

-1,7

Ελλάδα

Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ)

26,6

36,3

1

42,1

+6,1

ΗΒ

Κόμμα Ανεξαρτησίας Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP)

27,5

3,1

4

5,6

+2,0

Ιρλανδία

Σιν Φέιν (SF)

19,5

9,9

4

11,3

+3,7

Ισπανία

Μπορούμε (Podemos)

8,0

--

--

--

--

Ιταλία

Κίνημα Πέντε Αστέρων (M5S)

21,2

25,6

1

51,3

+5,6

Λιθουανία

Τάξη και Δικαιοσύνη (TT)

14,3

7,3

4

7,3

-5,4

Νορβηγία

Κόμμα Προόδου (FrP)

--

16,3

3

16,3

-6,6

Ολλανδία

Κόμμα για την Ελευθερία (PVV)

13,2

10,1

3

19,8

-5,6

Ουγγαρία

Fidesz – Ουγγρική Ένωση Πολιτών (Fidesz)

51,5

44,5

1

65,0

-4,3

Πολωνία

Νόμος και Τάξη (PiS)

31,8

29,9

2

39,9

+7,8

Ρουμανία

Λαϊκό κόμμα – DanDiaconescu (PP-DD)

3,7

14,7

3

16,1

+13,0

Σλοβακία

Κατεύθυνση-Σοσιαλδημοκρατία (Smer-SD)

24,1

44,4

1

63,4

+11,4

Σουηδία

Σουηδοί Δημοκράτες (SD)

9,7

12,9

3

12,9

+7,2

Φινλανδία

Κόμμα των Φιλανδών (PS)

12,9

19,1

3

19,1

+15,0

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα την εκλογική και πολιτική συνάφεια των λαϊκιστικών κομμάτων από τα αποτελέσματα των πιο πρόσφατων εθνικών εκλογών. Η τέταρτη στήλη δίνει το αποτέλεσμα του πιο επιτυχημένου λαϊκιστικού κόμματος στη χώρα, η πέμπτη στήλη την κατάταξή του μεταξύ όλων των εθνικών κομμάτων, η έκτη τη συνολική εκλογική υποστήριξη όλων των λαϊκιστικών κομμάτων στη χώρα, και η έβδομη στήλη την αλλαγή στη συνολική εθνική λαϊκιστική ψήφο μεταξύ των πιο πρόσφατων και των προηγούμενων εθνικών εκλογών.[4] Τα πιο σημαντικά μαθήματα που αποκομίζουμε είναι τα ακόλουθα.

Πρώτον, τα λαϊκιστικά κόμματα είναι εκλογικά επιτυχημένα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Σε περίπου είκοσι ευρωπαϊκές χώρες ένα λαϊκιστικό κόμμα κερδίζει τουλάχιστον 10 τοις εκατό της εθνικής ψήφου. Δεύτερον, όλα τα λαϊκιστικά κόμματα μαζί πετυχαίνουν έναν μέσο όρο περίπου 17% της ψήφου στις εθνικές εκλογές. Αυτό κυμαίνεται από ένα συγκλονιστικό ποσοστό 65 τοις εκατό στην Ουγγαρία, μοιρασμένο μεταξύ του Fidesz και του Κινήματος για μια Καλύτερη Ουγγαρία (Jobbik), μέχρι το 5,6 τοις εκατό στο Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο. Τρίτον, ενώ η γενική τάση είναι ανοδική, τα περισσότερα λαϊκιστικά κόμματα είναι εκλογικά ασταθή. Ελάχιστα λαϊκιστικά κόμματα καταφέρνουν να καθιερωθούν ως σχετικά σταθερές πολιτικές δυνάμεις στο εθνικό κομματικό σύστημα. Τέταρτον, υπάρχουν τεράστιες διαφορές εθνικά και χρονικά εντός της Ευρώπης. Ενώ κάποια λαϊκιστικά κόμματα είναι εντελώς νέα (π.χ., το M5S και το Podemos), άλλα δημιουργήθηκαν κάποιες δεκαετίες πριν (π.χ., FN, FPÖ, Η Αριστερά, SVP). Παρομοίως, ενώ κάποια κόμματα έχουν ανοδική πορεία (π.χ., DF, ΣΥΡΙΖΑ), άλλα είναι σε πτώση (π.χ., PP-DD και VB).

Όταν επικεντρωθούμε μόνο στις (λίγες) ευρωπαϊκές χώρες όπου ο λαϊκισμός είναι ένα σημαντικό πολιτικό φαινόμενο, εξάγουμε τέσσερα σημαντικά συμπεράσματα. Πρώτον, σε πέντε χώρες ένα λαϊκιστικό κόμμα είναι το μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα – Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιταλία, Σλοβακία και Ελβετία. Δεύτερον, τα λαϊκιστικά κόμματα κέρδισαν την πλειοψηφία σε τρεις χώρες – Ουγγαρία, Ιταλία και Σλοβακία. Ωστόσο, τουλάχιστον σε δύο από αυτές τα βασικά λαϊκιστικά κόμματα αντιτίθενται σθεναρά στη συνεργασία. Η κατάσταση στην Ουγγαρία είναι πιο εντυπωσιακή, καθώς και το βασικό κυβερνητικό κόμμα (Fidesz) και το βασικό κόμμα της αντιπολίτευσης (Jobbik) είναι λαϊκιστικά. Τρίτον, λαϊκιστικά κόμμα βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην κυβέρνηση σε έξι χώρες – Ελλάδα, Ουγγαρία, Λιθουανία, Νορβηγία, Σλοβακία και Ελβετία. Η Ελλάδα αποτελεί μοναδική περίπτωση ως προς το ότι διαθέτει μια λαϊκιστική κυβέρνηση συνασπισμού που αποτελείται από δύο λαϊκιστικά κόμματα, ένα της Αριστεράς και ένα της Δεξιάς.[5] Τέταρτον, σε έξι χώρες ένα λαϊκιστικό κόμμα είναι τμήμα του πολιτικού κατεστημένου – Ουγγαρία, Ιταλία, Λιθουανία, Πολωνία, Σλοβακία και Ελβετία. Αυτό είναι αξιοσημείωτο, επειδή ο λαϊκισμός κανονικά σχετίζεται αποκλειστικά με κόμματα-αμφισβητίες που θεωρούνται ανίκανα να καθιερωθούν στο πολιτικό σύστημα. Ωστόσο, ενώ τα λαϊκιστικά κόμματα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά ώστε να μην θεωρηθούν μέρος «της ελίτ», κάποιοι λαϊκιστές όπως ο πρώην Ιταλός πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι και ο νυν Ούγγρος πρωθυπουργός Βικτόρ Ορμπάμ πέτυχαν να διατηρήσουν το έξυπνα κατασκευασμένο προφίλ του «αουτσάιντερ» στην εξουσία.

Γιατί είναι ο λαϊκισμός επιτυχημένος (τώρα);

Δεδομένου του τεράστιου ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος για το φαινόμενο του λαϊκισμού, κάποιος θα υπέθετε ότι γνωρίζουμε τον λόγο για τον οποίο τα λαϊκιστικά κόμματα είναι επιτυχημένα και, ακόμα πιο συγκεκριμένα, τις συνθήκες υπό τις οποίες παρουσιάζουν άνοδο και πτώση. Αυτό όμως δεν ισχύει. Οι περισσότερες αναλύσεις για τον ευρωπαϊκό λαϊκισμό εστιάζουν σχεδόν αποκλειστικά σε έναν τύπο λαϊκιστικών κομμάτων, κυρίως τη λαϊκιστική ριζοσπαστική δεξιά, και συγκεκριμένα τα μη λαϊκιστικά χαρακτηριστικά της. Ωστόσο, η μετανάστευση δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο σε χώρες με λίγους μετανάστες (όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία) ή στην περίπτωση λαϊκιστικών κομμάτων που δεν αντιτίθενται στη μετανάστευση (όπως το Podemos ή ο ΣΥΡΙΖΑ). Ταυτόχρονα, οι πιο δημοφιλείς θεωρίες είναι συχνά πολύ γενικές και ασαφείς. Ενώ η κρίση και η παγκοσμιοποίηση έχουν κάποια σχέση με την άνοδο του λαϊκισμού, η παγκοσμιοποίηση σχετίζεται με τα πάντα, και η κρίση σπάνια ορίζεται, και απλώς χρησιμοποιείται όποτε ένα λαϊκιστικό κόμμα γίνεται επιτυχημένο (καθιστώντας τη «θεωρία» ταυτολογική). Οι τέσσερις λόγοι που ακολουθούν είναι επίσης αρκετά γενικοί, και σε κάποιον βαθμό ασαφείς, αλλά καταδεικνύουν κάποιους σημαντικούς παράγοντες που αφορούν τόσο την πλευρά της ζήτησης όσο και την πλευρά της προσφοράς της λαϊκιστικής πολιτικής.

Πρώτον, μεγάλο τμήμα του ευρωπαϊκού εκλογικού σώματος πιστεύει ότι σημαντικά ζητήματα δεν αντιμετωπίζονται (επαρκώς) από τις πολιτικές ελίτ. Αυτό αφορά σε ζητήματα όπως η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η μετανάστευση, τα οποία τα καθιερωμένα κόμματα δεν επιθυμούν εδώ και καιρό να τα συμπεριλάβουν στην προεκλογική τους εκστρατεία, καθώς και κοινωνικοοικονομικά ζητήματα όπως η ανεργία και η μεταρρύθμιση του κράτους πρόνοιας, ιδιαίτερα εν τω μέσω της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. Ενώ μπορούμε εύλογα να πούμε ότι οι πολιτικές ελίτ είναι πράγματι απρόθυμες και ανεπιτυχείς στην αντιμετώπιση σημαντικών ζητημάτων, και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με προηγούμενες περιόδους (δηλαδή πριν από τη δεκαετία του 1990), είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι πολλοί Ευρωπαίοι πολίτες θεωρούν ότι αυτό αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα. Αυτό δημιούργησε ευρεία πολιτική δυσαρέσκεια, η οποία αποτελεί το γόνιμο έδαφος για την ανάδυση λαϊκιστικών κομμάτων, αλλά και άλλων αντικαθεστωτικών κομμάτων (όπως το Ciudadanos ή Πολίτες στην Ισπανία).[6]

Δεύτερον, οι εθνικές πολιτικές ελίτ θεωρούνται ολοένα και περισσότερο «όλες ίδιες». Και πάλι, η αντίληψη των πολιτών είναι πιο σημαντική από την πραγματικότητα, παρόλο που δεν είναι άσχετες μεταξύ τους. Παρόλο που σχολιαστές επικρίνουν το λεγόμενο «τέλος της ιδεολογίας» από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάσταση σήμερα είναι πολύ πιο ακραία. Ανταποκρινόμενα στη διαρθρωτική αλλαγή των ευρωπαϊκών κοινωνιών ως αποτέλεσμα της «μετα-βιομηχανικής επανάστασης», συμπεριλαμβανομένης της πτώσης της εργατικής τάξης και της εκκοσμίκευσης, τα βασικά κυρίαρχα κόμματα μετρίασαν τις ιδεολογίες τους και συνέκλιναν έντονα τόσο σε κοινωνικοπολιτισμικά όσο και σε κοινωνικοοικονομικά ζητήματα.[7] Η ανάδυση του «neue Mitte» (νέου κέντρου) και του «Τρίτου Δρόμου» στην κεντρο-αριστερά, που γενικά μεταμόρφωσαν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε κεντροδεξιά κόμματα που στόχευαν στους ίδιους ψηφοφόρους με τα χριστιανοδημοκρατικά και τα συντηρητικά-φιλελεύθερα κόμματα, αποξένωσε μεγάλο μέρος της εναπομείνασας εργατικής τάξης και άφησε τους πιο ιδεολόγους ψηφοφόρους τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς χωρίς πολιτική φωνή.

Τρίτον, όλο και περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν τις εθνικές πολιτικές ελίτ ουσιαστικά «ανίσχυρες». Και πάλι, η αντίληψη των πολιτών και η πραγματικότητα συνδέονται στενά, ακόμα και αν πολλοί άνθρωποι  δεν διαθέτουν απαραίτητα ακριβή πληροφόρηση. Τις τελευταίες δεκαετίες οι ευρωπαϊκές ελίτ συμμετέχουν σε μια από τις πιο εντυπωσιακές μεταβιβάσεις εξουσίας από το εθνικό στο υπερεθνικό επίπεδο. Σπάνια οι πολιτικοί αυτοπεριθωριοποιούνται με τόση προθυμία. Μεγάλης σημασίας ήταν η Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, η οποία αφαίρεσε πολλά σημαντικά ζητήματα από την εθνική σφαίρα και τα μεταβίβασε στην πολύ λιγότερο δημοκρατική σφαίρα της ΕΕ. Αυτό, βέβαια, συνέβη κυρίως στις χώρες που συμμετείχαν στην Ευρωζώνη, οι οποίες δεν διέθεταν πλέον τον έλεγχο του νομίσματός τους ή της νομισματικής πολιτικής. Ταυτόχρονα, η διαδικασία της «γνωστικής κινητικότητας» έκανε τους Ευρωπαίους πιο μορφωμένους και πιο ανεξάρτητους, και κατά συνέπεια πιο επικριτικούς και με λιγότερο σεβασμό προς τις πολιτικές ελίτ.[8] Λαμβάνοντας ανάμικτα μηνύματα από τις πολιτικές ελίτ, που ισχυρίζονται ότι είναι ανίσχυρες στην περίπτωση εφαρμογής μη δημοφιλών πολιτικών («το αποτέλεσμα της ΕΕ/παγκοσμιοποίησης/ΗΠΑ») αλλά ότι έχουν τον απόλυτο έλεγχο στην περίπτωση εφαρμογής δημοφιλών πολιτικών («οι δικές μου επιτυχημένες οικονομικές πολιτικές»), οι Ευρωπαίοι πολίτες με βεβαιότητα επικρίνουν τους πολιτικούς για ανικανότητα ή ακόμα και εξαπάτηση.

Τέταρτον, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ευνοούν πολύ περισσότερο τους πολιτικούς αμφισβητίες. Τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1980 τα καθιερωμένα κόμματα έλεγχαν τα περισσότερα από τα σημαντικά μέσα ενημέρωσης στην Ευρώπη, είτε επρόκειτο για κομματικές εφημερίδες είτε για το κρατικό ραδιόφωνο και την τηλεόραση που ελέγχονταν από συμβούλια διορισμένα από το κράτος. Ενώ δεν υπήρχε παρά ελάχιστη λογοκρισία, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι αυτολογοκρίνονταν όταν επρόκειτο για ιστορίες που έπλητταν τα συμφέροντα και τις αξίες της κυρίαρχης πολιτικής τάξης. Κατά συνέπεια, η κριτική για τη μετανάστευση ή την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βρισκόταν για καιρό στο περιθώριο, ενώ δεν αποκαλυπτόταν μεγάλο μέρος της διαφθοράς, ιδιαίτερα αυτής στην οποία εμπλέκονταν οι ελίτ από διάφορα καθιερωμένα κόμματα. Κάτι τέτοιο δεν είναι πλέον δυνατό σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν τα ιδιωτικά μέσα που είναι ανεξάρτητα από τα κόμματα και το ανεξέλεγκτο Διαδίκτυο. Δεν είναι μόνο ότι όλες οι ιστορίες και οι φωνές βρίσκουν διέξοδο, αλλά οι λαϊκιστικές ιστορίες και οι φωνές είναι ιδιαίτερα ελκυστικές στα μέσα όπου κυριαρχεί η λογική του οικονομικού κέρδους. Άλλωστε, τα σκάνδαλα και η αντιπαράθεση πουλάνε!

Τέλος, ενώ οι προηγούμενοι τέσσερις παράγοντες δημιούργησαν γόνιμο έδαφος και μια ευνοϊκή «δομή διαλεκτικής ευκαιρίας» για τους λαϊκιστές, η επιτυχία λαϊκιστικών κομμάτων όπως το FN και ο ΣΥΡΙΖΑ σχετίζεται επίσης με το γεγονός ότι οι λαϊκιστές έχουν γίνει πιο «ελκυστικοί» στους ψηφοφόρους (και στα μέσα). Σχεδόν όλα τα επιτυχημένα λαϊκιστικά κόμματα διαθέτουν έμπειρους ανθρώπους στην κορυφή, όπως και ηγέτες που είναι γνώστες των μέσων επικοινωνίας όπως ο Μπέπε Γκρίλο (M5S), ο Πάμπλο Ιγκλέσιας (Podemos), ή ο Γκερτ Βίλντερς (PVV). Όχι μόνο τα καταφέρνουν στις πολιτικές αντιπαραθέσεις εξίσου καλά με τους ηγέτες των καθιερωμένων κομμάτων, αλλά συχνά γνωρίζουν καλύτερα πώς να εκμεταλλευτούν τις τεράστιες δυνατότητες των νέων πόρων, όπως είναι τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Για παράδειγμα, για πολλά χρόνια ο Βίλντερς κυριαρχούσε στον πολιτικό διάλογο στη Δανία μέσω του Twitter. Ένα και μόνο καλά διατυπωμένο tweet προσείλκυε τους δημοσιογράφους, οι οποίοι έπειτα ανάγκαζαν τους πολιτικούς των καθιερωμένων κομμάτων να απαντήσουν, και με αυτόν τον τρόπο βοηθούσαν τον Βίλντερς να θέτει την πολιτική ατζέντα και να διαμορφώνει τον πολιτικό διάλογο.

 

Η ελληνική εξαίρεση

Όλοι αυτοί οι παράγοντες παίζουν ρόλο στην εξήγηση της αξιοσημείωτης επιτυχίας των λαϊκιστικών κομμάτων στην Ελλάδα σήμερα. Πολλοί Έλληνες αισθάνονται ότι σημαντικά ζητήματα όπως η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ή η μετανάστευση δεν αντιμετωπίζονται (επαρκώς) από τις πολιτικές ελίτ. Για προφανείς λόγους αισθάνονται ότι τα πολιτικά κόμματα είναι όλα ίδια, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι πρώην «αιώνιοι εχθροί» Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) και Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ) σχημάτισαν κυβέρνηση συνασπισμού. Επίσης αισθάνονται ότι οι πολιτικές ελίτ είναι ανίσχυρες, στο έλεος της ΕΕ και της Τρόικα. Ενώ η παραδοσιακή δομή των ελληνικών μέσων ενημέρωσης ενδεχομένως εμφανίζει μικρότερη ροπή προς ένα φιλο-λαϊκιστικό και αντι-ελιτιστικό πλαίσιο σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ, ο ελκυστικός νέος λαϊκισμός, ιδιαίτερα όπως εκφράζεται μέσω του νεαρού ηγέτη Αλέξη Τσίπρα, εισχώρησε στα παραδοσιακά μέσα κυρίως μέσω της πανταχού παρουσία τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Η Ελλάδα δεν μοιάζει με καμία άλλη χώρα στην Ευρώπη, την ΕΕ, ή ακόμα και την Ευρωζώνη. Αποτελεί εξαίρεση τουλάχιστον για τρεις σημαντικούς λόγους.

Πρώτον, η Ελλάδα είναι η χώρα με την πιο μακρόχρονη και πιο επιτυχημένη παράδοση στη λαϊκιστική πολιτική στην Ευρώπη. Το ΠΑΣΟΚ, που μελετήθηκε εκτεταμένα από τους Έλληνες μελετητές[9] αλλά αγνοήθηκε σχεδόν απόλυτα στη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με τον λαϊκισμό, ήταν ίσως το πιο επιτυχημένο ευρωπαϊκό λαϊκιστικό κόμμα του 20ού αιώνα. Με ένα μοναδικό μείγμα πελατειακού συστήματος και «πατριωτικού αριστερού λαϊκισμού», υπό την ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου τη δεκαετία του 1980, το ΠΑΣΟΚ επηρέασε βαθιά την ελληνική πολιτική.[10] Αυτό ενισχύθηκε από το γεγονός ότι η ΝΔ αισθάνθηκε υποχρεωμένη να αντιγράψει κατά μεγάλο μέρος το πελατειακό σύστημα και, ίσως σε λίγο μικρότερο βαθμό, τον λαϊκισμό, προκειμένου να διατηρήσει την εκλογική ανταγωνιστικότητά της.[11]

Μία από τις πιο επιζήμιες λαϊκιστικές κληρονομιές του ΠΑΣΟΚ είναι τα αδύναμα θεμέλια της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ελλάδα. Αντανακλώντας τη λαϊκιστική δυσπιστία του για τις αντισταθμιστικές δυνάμεις, που θα μπορούσαν να εμποδίσουν τη «γενική θέληση» (δηλαδή τη διακυβέρνηση από το ΠΑΣΟΚ), το κόμμα δεν ανέπτυξε ποτέ μια ισχυρή ανεξάρτητη γραφειοκρατία ή δικαστική εξουσία, ενώ το πελατειακό σύστημα καθιστούσε ασαφή τα όρια μεταξύ κόμματος και κράτους. Ενώ η ΝΔ ιδεολογικά δεν δεσμευόταν να δημιουργήσει αυτό που ο Τάκης Παπάς πρόσφατα ονόμασε «λαϊκιστική δημοκρατία», εκλογικοί και πολιτικοί υπολογισμοί την οδήγησαν, σε γενικές γραμμές, να αντιγράψει την πολιτική του ΠΑΣΟΚ.[12] Επομένως, η βασική διαφορά μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δεν αφορούσε στο είδος του πολιτικού καθεστώτος αλλά στο ποιος θα έλεγχε την εξουσία και τα ρουσφέτια.

Τρίτον, ενώ η οικονομική κρίση σε άλλες χώρες με μνημόνια διάσωσης όπως η Ιρλανδία και η Ισπανία ήταν κατά κύριο λόγο η συνέπεια της Μεγάλης Ύφεσης , και επομένως εκπορευόταν από το εξωτερικό, αυτό δεν ισχύει και για την Ελλάδα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παγκόσμια κρίση ήταν καταστροφική για μια χώρα που εξαρτάται τόσο πολύ από τον τουρισμό, και τα μέτρα λιτότητας ενδεχομένως ενέτειναν την οικονομική ύφεση, όμως η καρδιά του προβλήματος βρίσκεται στο εσωτερικό, όχι στο εξωτερικό.[13] Η ιρλανδική και η ισπανική οικονομία και το κράτος ήταν ίσως υπερεκτεταμένα, και υπερβολικά εξαρτημένα από έναν ή δύο οικονομικούς τομείς, αλλά λειτουργούσαν καλά πριν ξεσπάσει η φούσκα των ακινήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2007. Σε έντονη αντίθεση, η ελληνική οικονομία και το κράτος ήταν ήδη δυσλειτουργικά πολύ πριν από το 2007. Το πελατειακό σύστημα και η διαφθορά ήταν τόσο ενδημικά που εμπόδιζαν τις ελάχιστες αδύναμες προσπάθειες για οικονομική και κρατική μεταρρύθμιση.[14] Και εξακολουθούν να τις εμποδίζουν και σήμερα.

 

Συμπέρασμα

Παρά τις έντονες προειδοποιήσεις από διάφορες εθνικές και υπερεθνικές πολιτικές ελίτ, ο λαϊκισμός δεν αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την Ευρώπη σήμερα. Ενώ τα λαϊκιστικά κόμματα είναι πιο επιτυχημένα σήμερα σε σχέση με το παρελθόν, και έχουν μετατραπεί σε σημαντικούς πολιτικούς δρώντες σε χώρες της ΕΕ, σπάνια κυριαρχούν στις κυβερνητικές πολιτικές. Πάνω από όλα, η εθνική πολιτική περιορίζεται έντονα από υπερεθνικούς οργανισμούς, και κυρίως την ΕΕ, στην οποία τα λαϊκιστικά κόμματα έχουν μικρότερη επιρροή. Επομένως, ορισμένοι παράγοντες δημιούργησαν γόνιμο έδαφος για την άνοδο της λαϊκιστικής πολιτικής και λαϊκιστικών αισθημάτων, που οδήγησαν σε ένα «λαϊκιστικό Zeitgeist», με την έννοια ότι τα καθιερωμένα κόμματα συχνά τίθενται σε θέση άμυνας από τη λαϊκιστική κριτική και υποκρίνονται ότι είναι υπέρ του λαϊκισμού – για παράδειγμα, επαινώντας την «κοινή λογική» του «λαού» ή επικρίνοντας την ανηθικότητα των (άλλων) πολιτικών ελίτ.

Ωστόσο, η κατάσταση στην Ελλάδα είναι διαφορετική. Ενώ ο λαϊκισμός είναι ένα σχετικά πρόσφατο φαινόμενο στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1990, η Ελλάδα διαθέτει μια πιο μακρόχρονη παράδοση στη λαϊκιστική πολιτική, που έχει διαμορφώσει βαθιά τον πολιτικό λόγο και τους θεσμούς της χώρας. Η Μεγάλη Ύφεση απλώς ενίσχυσε αυτή την κατάσταση (και εμπόδισε τις πιθανές μεταρρυθμίσεις). Πολλοί σχολιαστές υποστηρίζουν ότι η οικονομική κρίση έχει αλλάξει σε βάθος τη δυναμική της ελληνικής πολιτικής, αντικαθιστώντας την παραδοσιακή διαίρεση Αριστερά-Δεξιά (δηλαδή, ΠΑΣΟΚ εναντίον ΝΔ) με μια νέα διαίρεση κατεστημένου-λαϊκισμού (δηλαδή, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ εναντίον ΑΝΕΛ-ΣΥΡΙΖΑ). Όμως αυτή είναι μια ανιστορική άποψη, η οποία αγνοεί τις ισχυρές λαϊκιστικές ρίζες του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα μπορεί να έγινε πιο παραδοσιακό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης, αλλά αυτό είναι ένα σχετικά πρόσφατο γεγονός. Και ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαθέτει (ακόμα;) την πελατειακή υποδομή του ΠΑΣΟΚ, ή αυτή που είχε πριν την οικονομική κρίση, ο «πατριωτικός αριστερός λαϊκισμός» του έχει πολλές ομοιότητες με αυτόν του Ανδρέα Παπανδρέου τη δεκαετία του 1980. Επομένως, η οικονομική κρίση δεν έχει αλλάξει τόσο πολύ την ελληνική πολιτική, ώστε να δημιουργήσει έναν εντελώς νέο κομματικό ανταγωνισμό. Περισσότερο, προς το παρόν, κυρίως άλλαξε τον κύριο «πατριωτικό αριστερό λαϊκιστικό» πόλο του δικομματικού συστήματος, από ΠΑΣΟΚ σε ΣΥΡΙΖΑ.

 

  • Το κείμενο αποτελεί σύνοψη των βασικών θέσεων του CasMudde, όπως παρουσιάστηκαν στις δύο ομιλίες του στη Θεσσαλονίκη στις 20 Μαρτίου 2015 και στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2015 στις εκδηλώσεις που οργάνωσαν οι εκδόσεις Επίκεντρο προς τιμή του. Δημοσιεύθηκε στο Books' Journal τχ.55, Μάιος 2015, σε αφιέρωμα στον λαϊκισμό. Όλα τα κείμενα του αφιερώματος θα αναδημοσιευθούν ηλεκτρονικά τις επόμενες ημέρες.

 

 

 


[1]Βλ., Cas Mudde, “The Populist Zeitgeist”, Government and Opposition, Vol.39, No.3, 2004, σ. 541-563,και Cas Mudde και Cristóbal Rivera Kaltwasser, “Populism”, στο Michael Freeden, Marc Stears και Lyman Tower Sargent (επιμ.), Oxford Handbook on Political Ideologies. Oxford: Oxford University Press, 2013, σ.493-512.

[2]Βλ. Paul Taggart, Populism. Buckingham: Open University Press, 2000.

[3] Προφανώς υπάρχουν σημαντικές εξαιρέσεις, όπως το αριστερό λαϊκιστικό Die Linke (Η Αριστερά) στη Γερμανία ή το δεξιό λαϊκιστικό Ανεξάρτητοι Έλληνες (ΑΝΕΛ) στην Ελλάδα.

[4] Στην περίπτωση των χωρών με δύο κοινοβούλια, μόνο τα αποτελέσματα της «Κάτω Βουλής» του εθνικού κοινοβουλίου λαμβάνονται υπόψη.

[5] Στην πραγματικότητα, κυβερνήσεις συνασπισμού αριστερών και δεξιών λαϊκιστών σχηματίστηκαν και στο παρελθόν στη Σλοβακία (1992-1998 και 2006-2010).

[6]Βλ. μεταξύπολλώνάλλων, Susan J. Pharr και Robert D. Putnam (επιμ.), Disaffected Democracies: What’s Troubling the Trilateral Countries?. Princeton: Princeton University Press, 2000.

[7]Βλ., κυρίως, Ronald Inglehart, The Silent Revolution: Changing Values and Political Styles Among Western Publics. Princeton: Princeton University Press, 1977.

[8]Βλ., Russell J. Dalton, Citizen Politics: Public Opinion and Political Parties in Advanced Industrial Democracies. Washington, D.C.: CQ Press, 2013, 6η έκδοση.

[9]Βλ., γιαπαράδειγμα, Demetres A. Soteropoulos και Dimitri A. Sotiropoulos, Populism and Bureaucracy: The Case of Greece Under Pasok, 1981-1989, South Bend, IN: University of Notre Dame Press, 1996,Christos Lyrintzis, “The Power of Populism: The Greek Case”, European Journal of Political Research, Vol.15, No.6, 1987, σ. 667-686.

[10] Βλ., για παράδειγμα, George Th. Mavrogordatos, “From Traditional Clientelism to Machine Politics: The Impact of PASOK Populism on Greece”, South European Society and Politics, Vol.2, No.3, 1997, σ. 1-26.

[11]Γιαμιααποτελεσματικήπρόσφατηανάλυση, βλ., Takkis Pappas, Populism and Crisis Politics in Greece. Basingstoke: Palgrave, 2014.

[12]Στοίδιο. Βλ. επίσης, Takis Pappas, “Populist Democracies: Post-Authoritarian Greece and Post-Communist Hungary”, Government & Opposition, Vol.49, No.1, 2014, σ. 1-23.

[13]Βλ., γιαπαράδειγμα, Mark Blyth, Austerity: The History of a Dangerous Idea. Oxford: Oxford University Press, 2013, Manos Matsaganis, “The Welfare State and the Crisis: The Case of Greece”, Journal of European Social Policy, Vol.21, No.5, 2011, σ. 501-512.

[14]Βλ. διάφορακείμεναστο Kevin Featherstone (ed.), “Special Issue: The Challenge of Modernisation: Politics and Policy in Greece”, West European Politics, Vol.28, No.2, 2005.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά