Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Η απομυθοποίηση του Συντάγματος. Αποκαθιστώντας τη σχέση δικαίου και πολιτικής

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από  Γιώργος Καραβοκύρης Δημοσιεύθηκε στο Τελυχος 54 Κριτικές Πολιτική
19 Φεβρουαρίου 2015. Ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, συναντάται με την Πρόεδρο της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Η επιλογή Προέδρου από το χώρο της αντιπολίτευσης μετά τις εκλογές, οι οποίες προκλήθηκαν από την αδυναμία της προηγούμενης Βουλής να εκλέξει Πρόεδρο, επικυρώνει, ως δείγμα εκ των υστέρων συναίνεσης, ότι η διαφωνία δεν ήταν επί της ουσίας, για το πρόσωπο, αλλά για την εξουσία. 19 Φεβρουαρίου 2015. Ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, συναντάται με την Πρόεδρο της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Η επιλογή Προέδρου από το χώρο της αντιπολίτευσης μετά τις εκλογές, οι οποίες προκλήθηκαν από την αδυναμία της προηγούμενης Βουλής να εκλέξει Πρόεδρο, επικυρώνει, ως δείγμα εκ των υστέρων συναίνεσης, ότι η διαφωνία δεν ήταν επί της ουσίας, για το πρόσωπο, αλλά για την εξουσία. YouTube

Ξενοφών  Ι. Κοντιάδης, Το ανορθολογικό μας Σύνταγμα. Γιατί απέτυχαν οι πολιτικοί θεσμοί;,Παπαζήση, Αθήνα 2015, 268 σελ.

 

Στη δίνη των πολιτικών κρίσεων, όταν η αντιπαράθεση οξύνεται και οι επιλογές των αντιπροσώπων μας αμφισβητούνται, είτε αυτές αφορούν τα ζητήματα της λεγόμενης «μεγάλης πολιτικής», όπως ο καθορισμός της δημοσιονομικής πορείας της χώρας (π.χ. τα Μνημόνια), είτε πρόκειται για περισσότερο ή λιγότερο  εμπνευσμένους ελιγμούς που, όμως, αγγίζουν ευθέως τον δημοκρατικό μας αυτοκαθορισμό, όπως η πρόκληση πρόωρων βουλευτικών εκλογών με αφορμή την (προσχηματική) αδυναμία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, ακούγεται, μοιραία, πιο δυνατά και η συνήθως ήπια, στις ωραίες πολιτειακές μας μέρες, φωνή των συνταγματολόγων.

 

Τα πολιτικά επεισόδια δεν έλειψαν προφανώς στην ούτως ή άλλως ταραγμένη και μάλλον ολοζώντανη ακόμα μεταπολίτευση. Η ψήφος Αλευρά και τα ομοιόμορφα, όχι όμως και ομοιόχρωμα, ψηφοδέλτια, η εργαλειοποίηση της προεδρικής εκλογής από τη διψασμένη για εξουσία αντιπολίτευση (2009, 2014), ακόμη και η πρόσφατη πρόταση δυσπιστίας κατά του (τότε) υπουργού Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα συνιστούν, μεταξύ άλλων, πολιτικά γεγονότα υψηλότερης ή χαμηλότερης έντασης. Είναι, όμως, (πρωτίστως) και συνταγματικές στιγμές που συμπυκνώνουν τη δύσκολη σχέση την οποία διατηρεί το δίκαιο με την πολιτική. Όταν δε οι συνταγματολόγοι πολιτικολογούν και οι πολιτικοί συνταγματολογούν, τότε τα (τελο)λογικά επιχειρήματα για την ορθή εφαρμογή του Συντάγματος και η ορθολογική διευθέτηση της διαφωνίας αδυνατίζουν μέσα σε μια εκκωφαντική κακοφωνία.  

Στη συνταγματική θεωρία, έχει αναδειχθεί στο παρελθόν, κυρίως από τον Αριστόβουλο Μάνεση, η σημασία του συνταγματικού δικαίου ως τεχνικής της πολιτικής ελευθερίας και η σχετική, στο όνομα του θετικισμού, αυτονομία του νομικού κανόνα έναντι των πολιτικών ή άλλων (π.χ. οικονομικών, ηθικών) προσδιορισμών του[1]. Ο Δημήτρης Τσάτσος, από την άλλη, ανέδειξε την ερμηνευτική, ιστορική και πολιτική διάσταση του Συντάγματος και την υπαγωγή της ερμηνείας του  σε μια προ-ερμηνευτική επιλογή, σε μια θέση επί της αρχής που όλοι μας αναγκαστικά, σαν ιστορικά υποκείμενα, παίρνουμε και έχει να κάνει με την (ηθικό)πολιτική μας προτίμηση[2]. Κοινός τόπος, όμως, υπήρξε αμφοτέρων των «σχολών» αυτών, οι οποίες ανα-παρήγαγαν και εισήγαγαν στην ημεδαπή  θεωρητικά σχήματα της ηπειρωτικής συνταγματικής και νομικής σκέψης (κοινωνιολογικός / κριτικός θετικισμός, ερμηνευτική), η λατρεία του Συντάγματος. Στα ρεύματα που δημιούργησαν οι δυο στοχαστές κινήθηκαν με περισσότερη ή λιγότερη άνεση οι περισσότεροι συνταγματολόγοι και δημοσιολόγοι μετά το 1980, όταν κλήθηκαν να επιλύσουν τις ερμηνευτικές συγκρούσεις πάνω σε ένα Σύνταγμα, αυτό του 1975, που μάλλον άντεξε στο χρόνο και στη συνείδηση ημών, συνταγματολόγων, πολιτικών αλλά και των πολιτών, ως ένα εν γένει σύγχρονο, δημοκρατικό και φιλελεύθερο Σύνταγμα. Έτσι, ακόμη και τα τελευταία χρόνια της οξείας οικονομικής κρίσης, που δοκίμασε τα όρια των συνταγματικών μας λέξεων, στο επίκεντρο της κριτικής βρέθηκε κυρίως το πολιτικό σύστημα και όχι ο συνταγματικός νομοθέτης. Η κρίση των πολιτικών μας θεσμών αποδόθηκε κυρίως στις υστερόβουλες συμπεριφορές των πολιτικών, την κομματοκρατία, την έλλειψη συναινετικής πολιτικής κουλτούρας, το λαϊκισμό, σε δομικές παθογένειες και αντιφάσεις του τρόπου διεξαγωγής του πολιτικού παιχνιδιού. Αντιθέτως, οι κριτικές στην εσωτερική συνοχή και ενότητα του συνταγματικού κειμένου υπήρξαν μάλλον αποσπασματικές. Κοντολογίς, οι νομικοί παρέμειναν εγκλωβισμένοι στο μύθο του Συντάγματος και στο κλασικό δίπολο ορθολογικού δικαίου - ανορθολογικής πολιτικής, αδυνατώντας, ίσως, να συλλάβουν το εύρος της αλληλεπίδρασής τους και κατά συνέπεια της κοινής τους ευθύνης για τα (πολλά) κακώς κείμενα της δικαιο-πολιτικής μας μοίρας.

Το νέο βιβλίο του Ξενοφώντα Κοντιάδη δηλώνει ήδη στον τίτλο του την ιδιαίτερη έως και προκλητική ματιά του στο συνταγματικό κείμενο (Το Ανορθολογικό μας Σύνταγμα) και υπονοεί ανοιχτά, στον υπότιτλό του, τη σύνδεσή του με την πολιτική (Γιατί απέτυχαν οι πολιτικοί θεσμοί;). Έρχεται, λοιπόν, ως μια υψηλή στιγμή συνταγματικής και πολιτικής (αυτό)κριτικής, όχι απλώς να επιλύσει σύνθετα συνταγματικά ζητήματα που αναδείχθηκαν ως πολιτικά προβλήματα –και το ανάποδο–, αλλά να αναχθεί στη ρίζα της ίδιας της διαφωνίας, να εξετάσει δηλαδή γιατί τελικά οι πολιτικοί και οι νομικοί οδηγούνται σε αυτήν. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη μελέτη επί της αρχής και όχι για μια συνηθισμένη περιγραφική έκθεση νομικών ή θεσμικών γεγονότων, που μέσα από την περιήγηση στις συνταγματικές μας διατάξεις και τις πολιτικές πρακτικές συγκροτεί ένα πανόραμα των αδιεξόδων της μεταπολιτευτικής σχέσης του δικαίου και πολιτικής.

Φιλοδοξία του συγγραφέα δεν είναι να αποδομήσει πλήρως το Σύνταγμα ή να δαιμονοποιήσει για ακόμη μια φορά τους πολιτικούς. Είναι, όπως ήδη το ξεκαθαρίζει στον πρόλογό του, να μας προ(σ)καλέσει σε μια επίπονη συνειδητοποίηση: ότι η εύρυθμη και δίχως μείζονες συνταγματικές κρίσεις λειτουργία της δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα μετά το 1974 δεν οφείλεται «στην ποιότητα των συνταγματικών θεσμών αλλά σε μια σειρά πολιτικών και οικονομικών παραμέτρων, καθώς και στη σοφία που επέδειξαν σε αρκετές περιπτώσεις οι ερμηνευτές του. Αντιθέτως, είναι ορισμένες σημαντικές και εγγενείς αδυναμίες του Συντάγματος που κρίνονται (συν)υπεύθυνες για τη σημερινή κρίση του πολιτικού συστήματος και την οικονομική χρεοκοπία» (σελ.19).

Για να φθάσει σε αυτό το συμπέρασμα, που θα μπορούσε κάλλιστα να κλείνει και όχι να ανοίγει το βιβλίο, ο Κοντιάδης επιλέγει σύγχρονα μεθοδολογικά και θεωρητικά εργαλεία που διαλέγονται, αλλά και συγκρούονται με τα κυρίαρχα ρεύματα της νομικής σκέψης. Εστιάζοντας στη συνταγματική μηχανική και την τυπική ορθολογικότητα που (πρέπει να) διέπει το σχεδιασμό του Συντάγματος, αναφέρεται παράλληλα στις πολιτικές και εξωσυνταγματικές μεταβλητές που τον (συν)καθορίζουν. Ταυτόχρονα, απορρίπτει την ηθικοπολιτική ή δεοντολογική ανάγνωση των συνταγματικών διατάξεων, δηλαδή την εξάρτηση της ορθής εφαρμογής τους από την καλή βούληση των ερμηνευτών τους (1).

Σε προνομιακό πεδίο δοκιμασίας της θεωρητικής του άσκησης, ο συγγραφέας επιλέγει την οργάνωση των εξουσιών, εκεί όπου ρυθμίζεται το πολιτικό παιχνίδι και η ίδια η πολιτική μας ελευθερία. Και το παράδοξο που φέρνει στο φως αιφνιδιάζει τον αναγνώστη: σε αυτό το μείζον για την πολιτική και το δίκαιο κεφάλαιο του Συντάγματος, όπου επιβάλλεται να περιορίζεται δραστικά η ερμηνευτική ασάφεια, είναι που διαπιστώνονται οι πιο κραυγαλέες συνταγματικές αστοχίες (π.χ. η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, η αναθεωρητική διαδικασία κ.λπ). Είναι σαφές: το πολιτικό παιχνίδι δεν παίχθηκε και δεν παίζεται σωστά γιατί απλούστατα έχει εξαρχής σχεδιαστεί –και παραμείνει– λάθος (2).

Μπορεί το αντικείμενο του βιβλίου να εγγράφεται στο συνταγματικό δίκαιο, η διαδρομή του, ωστόσο, είναι διεπιστημονική και το βασικό ερώτημά του ξεφεύγει από τη στενή κοινότητα των νομικών. Εξ ου και η έκδοσή του από μη νομικό οίκο. Συνομιλώντας με την πολιτική επιστήμη, τη θεωρία του δικαίου και τη μεθοδολογία εν γένει των κοινωνικών επιστημών, ο συγγραφέας επιχειρεί να προσεγγίσει αυτό που ο ίδιος αποκηρύσσει ρητά και μετά βδελυγμίας ως ανύπαρκτο, αλλά στην ουσία κινητοποιεί το συλλογισμό του: πώς μπορούμε να σκεφτούμε το ιδανικό Σύνταγμα; Και είναι προφανές ότι η εμβέλεια του προβληματισμού είναι καθολική, καθώς τολμώντας, με τη θεραπευτική μέθοδο του Κοντιάδη, να σχεδιάσουμε σωστά τη συνταγματική μηχανή κάνουμε το κρίσιμο βήμα για μια καλύτερη πολιτική(3).  

 

Τυπική ορθολογικότητα και συνταγματική μηχανική: το Σύνταγμα δεν είναι μια υπόθεση καλών προθέσεων

Στην εισαγωγή («Η απομάγευση του Συντάγματος») και στο πρώτο κεφάλαιο («Συνταγματική μηχανική και τα όρια της ορθολογικότητας»), εκτίθενται τα κρίσιμα μεθοδολογικά και θεωρητικά θεμέλια της μελέτης και προαναγγέλλονται οι συγκρούσεις με το mainstream της νομικής και συνταγματικής σκέψης: τον λογικό θετικισμό και την ηθικοπολιτική ανάγνωση του δικαίου.

Στην έννοια του νεωτερικού Συντάγματος εντοπίζει ορθά ο συγγραφέας την εκκοσμικευμένη όψη μιας θεολογικής φύσης εξουσίας και πολιτικής. Η υποκατάσταση του λαού/νομοθέτη στο ρόλο που κατείχε στο μεσαίωνα ο μονάρχης και υπεράνω όλων ο θεός,  ωστόσο, δεν ανατρέπει, απλώς αναπαράγει ως θεμέλιο της οργάνωσης και της συνταγματικής διαρρύθμισής της ένα αδιαπραγμάτευτο αξίωμα που βρισκόταν στην καρδιά και της θεολογικής σύλληψης του κόσμου: την ανθρωπολογική απαισιοδοξία. Ο άνθρωπος, ήδη το γνωρίζουμε από την ιουδαιο-χριστιανική διδασκαλία της πτώσης, είναι ένα ατελές υποκείμενο, με μια φύση εν πολλοίς απροσδιόριστη που τον καθιστά ικανό για το καλύτερο (δηλαδή τη συμμόρφωσή του με το Λόγο) και το χειρότερο (την παράδοσή του στα πάθη της βούλησης). Είναι ακριβώς αυτή η πεσιμιστική, ανθρωπολογικά, θέση που εξηγεί τη δυσπιστία των Μοντέρνων (π.χ. του Χομπς) απέναντι στη δυνατότητα των ανθρώπων να λύνουν διά της αυτορρυθμίσεως τις διαφορές τους (σελ. 27) και ανυψώνει το δίκαιο –και όχι την ηθική ή την καλή προαίρεση των κοινωνιών– σε βασικό εργαλείο έλλογης διευθέτησης των συγκρούσεων. Το Σύνταγμα αναλαμβάνει τον υψηλό εγγυητικό ρόλο να φέρει και να εμπεδώσει την ορθολογικότητα στην οργάνωση των εξουσιών, ώστε να καλλιεργήσει τις συνθήκες για τη δημιουργία ενός αυτόνομου και έλλογου γνωστικού υποκειμένου, δίχως, ωστόσο, να επιβάλλει στο άτομο μια μεταφυσική αντίληψη του λόγου ή μια συγκεκριμένη θεωρία περί αγαθού.

Αυτή την ηθικά μινιμαλιστική θέση του Συντάγματος / κανόνα δικαίου και την τυπική ορθολογικότητά του συλλαμβάνει ο Μαξ Βέμπερ και υπερασπίζεται ο Κοντιάδης. Όχι για να ενστερνιστεί τον απόλυτο σχετικισμό ή για να διαφυλάξει χάριν συνταγματο-λαγνίας την αυτονομία του συνταγματικού κειμένου, αλλά για να προστατεύσει από τον ηθικό υποκειμενισμό και τον ανορθολογισμό τον πολιτειακό μας αυτοπροσδιορισμό. Ο Βέμπερ ορίζει την  (τυπική) ορθολογικότητα ως την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού με τα πρόσφορα και κατάλληλα μέσα. Για να εξασφαλισθεί αυτή η εργαλειακή / τεχνική αντίληψη του ορθού λόγου, πρέπει η ρύθμιση να είναι συνεκτική εσωτερικά, μεταβατική και ανεξάρτητη από προτιμήσεις (σελ. 31). Με λίγα λόγια, η ορθολογικότητα θωρακίζει τον κανόνα δικαίου από την αυθαιρεσία των προτιμήσεων, των συμφερόντων και της ιδιοτέλειας. Ταυτόχρονα, όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι πρόκειται για μια ανιστορική λογική κατασκευή, που παράγεται σε συνθήκες εργαστηρίου. Τεχνική μεν πράξη, που αφορά τη διαδικασία, αναπνέει δε μέσα στην ιστορική συγκυρία, ώστε να διαρρυθμίζει με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, συνοχή και ανταπόκριση στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, για να διατηρεί την ικανότητά της ως μέσο να οδηγεί στον (εκάστοτε) σκοπό.

Όταν, όμως, η τυπική ορθολογικότητα ως στοιχείο της πράξης αφορά τη συνταγματική ρύθμιση, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, καθώς το δίκαιο συναντά την πολιτική, τα πάθη και τα συμφέροντα προσώπων και κομμάτων. Οι συνταγματικές προτάσεις σχεδιάζονται και εφαρμόζονται στο πολιτικό πραγματολογικό πλαίσιο και η δύναμη του τελευταίου επιδρά καθοριστικά στο νόημά τους. Αντιλαμβανόμαστε τη δυσκολία του εγχειρήματος του Κοντιάδη: πώς μπορούμε να σχεδιάσουμε τους συνταγματικούς θεσμούς και ειδικότερα την οργάνωση των εξουσιών ορθολογικά (μέσα-σκοπός) και ταυτόχρονα να μην αφυδατώσουμε το πολιτικό παιχνίδι, ούτε να θρέψουμε  την πολιτική αυθαιρεσία;

Ο συγγραφέας καταφεύγει στη σύγχρονη θεωρία της συνταγματικής μηχανικής, την οποία έχει αναπτύξει κυρίως ο Τζ. Σαρτόρι[3], για να συμπληρώσει και να μεταφέρει τη βεμπεριανή ορθολογικότητα στο συνταγματικό πεδίο. Μια μηχανιστική πρόσληψη του Συντάγματος εστιάζει στα βασικά γρανάζια της λειτουργίας του, τις διαδικασίες δηλαδή που αφορούν πρωτίστως την άσκηση και τη διάρθρωση της κρατικής εξουσίας, τη νομο-παραγωγική διαδικασία, την ανάδειξη των πολιτειακών οργάνων και τη διάκριση των εξουσιών. Εκεί δεν χωρούν ερμηνευτικές αμφισημίες που θα αφήνουν το περιθώριο στους πολιτικούς να διαστρεβλώσουν πλήρως τον ίδιο το σκοπό της διάταξης, χρησιμοποιώντας τη μάλιστα ως μέσο. Πρέπει να ισχύουν ξεκάθαροι κανόνες κλειστής ερμηνευτικά υφής, και όχι αόριστοι γνώμονες και έννοιες που υπόκεινται σε πολλαπλές αναγνώσεις. Το Σύνταγμα είναι «καθημερινό εργαλείο οργάνωσης και οριοθέτησης των κρατικών λειτουργιών» (σελ. 37), το οποίο ως στέρεη και λειτουργική κατασκευή θα δημιουργήσει τα κατάλληλα κίνητρα και αντικίνητρα, αρμοδιότητες και αντίβαρα που θα διαρρυθμίσουν αρμονικά τη θεσμική συμπεριφορά, τη σχέση και διάδραση μεταξύ των συνταγματικών και πολιτικών παικτών, υπό το φως της ύπατης αρχής νομιμοποίησής του: της δημοκρατικής. Έτσι, το δίκαιο δεν αρκείται σε μια θετικιστική αυτοαναφορικότητα, αλλά οφείλει να ενσωματώνει τα πορίσματα της πολιτικής επιστήμης, της μελέτης των θεσμών και του κομματικού συστήματος, ακόμη και της πολιτικής κοινωνιολογίας, ώστε ο κανόνας να τίθεται ουσιαστικά  εντός και όχι εκτός της πολιτικής μας κοινωνίας. Ο συνταγματικός νομοθέτης καλείται να προβλέψει τις θεσμικές και πολιτικές συμπεριφορές και να αναπτύσσει μια «δυναμική» και όχι «εγγενή» ή «αυτοδύναμη» ορθολογικότητα. Με απλά λόγια, το σωστό designενός «έξυπνου» και «ζωντανού» Συντάγματος, μπορεί να εγγυηθεί την επιτυχή επικοινωνία του με το πολιτικό του περιβάλλον, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των ίδιων των συνομιλητών.

 

Οι κατασκευαστικές αστοχίες του ελληνικού Συντάγματος

Για να θεωρηθεί ένα Σύνταγμα επιτυχημένο, προϋπόθεση αποτελεί, μεταξύ άλλων, να «αποτυπώνει μια μηχανική που οδηγεί τα κρατικά όργανα και τα πολιτικά υποκείμενα σε επιθυμητές θεσμικές συμπεριφορές, οι οποίες εξυπηρετούν την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος» (σελ. 53). Τούτο δεν σημαίνει ότι οι επιδιώξεις ισχύος, το πολιτικό ή και στενό κομματικό συμφέρον είναι αθέμιτες επιλογές στο πλαίσιο της ανοικτής πολιτικής αντιμαχίας που διέπει τις πλουραλιστικές κοινωνίες και, σε κάθε περίπτωση, το συγκρουσιακό πολιτικό παιχνίδι. Ωστόσο, ο συνταγματικός νομοθέτης δεν πρέπει να αξιολογεί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης των θεσμών και των πολιτικών, ή βέβαια να στηρίζεται σε αυτά, αλλά να τα προσανατολίζει, με τη θέσπιση κινήτρων-αντικινήτρων, αμοιβών και κυρώσεων,  στην εξυπηρέτηση των σκοπών που ο ίδιος επιδιώκει. Έτσι, στη θεωρία της συνταγματικής μηχανικής, ξεδιπλώνεται μια τελολογική ορθολογικότητα, μια συνταγματική στρατηγική που αποσκοπεί στην ορθή σύνδεση συνταγματικών μέσων και σκοπών. Όμως, στο ελληνικό Σύνταγμα, τα παραδείγματα ελαττωματικής συνταγματικής μηχανικής και σχεδιασμού, στα οποία επικεντρώνεται ο Κοντιάδης, αναδεικνύουν μια διάχυτη ανορθολογικότητα που μεταφράζεται τελικά σε ανεπιθύμητες και αποκλίνουσες από το σκοπό του Συντάγματος θεσμικές και πολιτικές συμπεριφορές. Κοντολογίς, η πολιτική χρησιμοποιεί κατά το δοκούν τις συνταγματικές αστοχίες για να εκπληρώσει αποκλειστικά τις δικές της στοχεύσεις.

Η αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας (Δεύτερο Κεφάλαιο, «Η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας μεταξύ συνταγματικής μηχανικής και συνταγματικής δεοντολογίας») οδήγησε πρόσφατα στην πρόωρη διάλυση της Βουλής και τη διενέργεια βουλευτικών εκλογών. Δύσκολα μπορεί κανείς να αμφιβάλλει, ανεξάρτητα από την πολιτική του τοποθέτηση, για τον καθοριστικό, θεσμικά και πολιτικά, ρόλο της διάταξης και της ερμηνείας της. Η χρήση της από την αντιπολίτευση ως μέσο για τη διάλυση της Βουλής και την προσφυγή στις κάλπες, δηλαδή ως πολιτικό όπλο κατά της κυβερνητικής πλειοψηφίας, και δίχως να εκφράζεται καμία επί της ουσίας διαφωνία ως προς το ίδιο το πρόσωπο του Προέδρου –άλλωστε, η επιλογή του από το χώρο της αντιπολίτευσης μετά τις εκλογές, ως δείγμα εκ των υστέρων συναίνεσης, αυτή την αδιαφορία επικυρώνει– αποτυπώνει, όντως, τη ratioτης συνταγματικής διάταξης; Μήπως, αντίθετα, συνιστά την πλήρη διαστρέβλωσή της; Ο συγγραφέας εύστοχα και δηκτικά απογυμνώνει την επίμαχη ρύθμιση από κάθε στοιχείο τυπικής και τελολογικής ορθολογικότητας. Πρόκειται για μια διάταξη με πολλαπλά σχεδιαστικά λάθη, ένα υπόδειγμα ελαττωματικής μηχανικής: α) ο συντακτικός νομοθέτης δεν υπολόγισε ότι η προκήρυξη εκλογών σε περίπτωση αδυναμίας εκλογής Προέδρου δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνον ως απειλή, αλλά και ως αντικίνητρο εκλογής, ιδιαίτερα σε ένα συγκρουσιακό εν γένει πολιτικό σύστημα, όπως το ελληνικό β) η περίπλοκη διαδικασία και η παραπομπή στη λαϊκή ετυμηγορία είναι σε προφανή δυσαρμονία με τον συμβολικό και όχι ουσιαστικό ρόλο που έχει ο Πρόεδρος, μετά την αναθεώρηση του 1986, στο ελληνικό πολίτευμα γ) η επίτευξη της ratioτης διάταξης, δηλαδή της συναινετικής –ως προς το πρόσωπο του ΠτΔ– εκλογής επαφίεται απολύτως στη δεοντολογία και την καλή βούληση των πολιτικών θεσμών. Μια κομβική, όπως έχει αποδειχθεί, για την πολιτική μας ζωή διάταξη είναι προφανώς ατελέσφορη για τον σκοπό που η ίδια έχει θέσει. Αντιθέτως, εμφανίζεται καταφανώς πρόσφορη για τον αντίθετό του, με μοναδική τελικά εγγύηση τη συνταγματική δεοντολογία των κομμάτων, τον υψηλής ευθύνης ηθικοπολιτικό αυτοπεριορισμό τους ή, βέβαια, τη συγκυριακή σύμπτωση της εκλογής του ΠτΔ με το κομματικό τους συμφέρον. Ο Κοντιάδης σωστά τονίζει ότι η μη εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας δεν συνιστά παραβίαση ή καταστρατήγηση του Συντάγματος, καθώς η υποβολή των θεσμικών συμπεριφορών στη νόρμα της πολιτικής αξιοπιστίας (π.χ. στην έλλειψη πειστικής αιτιολογίας της ψήφου) ή της συνταγματικής δεοντολογίας (τα κόμματα δεν συμμορφώνονται ηθικοπολιτικά στο σκοπό της διάταξης και τη θυσιάζουν στην καθαρή πολιτική σκοπιμότητα) δεν συνιστούν νομικά κριτήρια της συνταγματικότητας, ούτε λαμβάνουν υπ’ όψη την ίδια τη δημοκρατική αρχή, η οποία σε «συνάρτηση με το δικαίωμα της ελεύθερης γνώμης και ψήφου του βουλευτή, ενισχύουν το επιχείρημα ότι σε κρίσιμα ζητήματα διαδικαστικού χαρακτήρα, η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, εφόσον προβλέπεται σε συνταγματική διάταξη, δεν συνιστά καταστρατήγηση του Συντάγματος» (σελ. 111).  Η ηθική ανάγνωση του δικαίου και η αναζήτηση κανόνων συνταγματικής ευπρέπειας ή ορθότητας, αδυνατεί στην ουσία να υπηρετήσει την οργάνωση των εξουσιών, καθώς είναι πρακτικά αλυσιτελής, αλλά και εν γένει ακατάλληλη για τη διαρρύθμιση του εξ ορισμού ανοιχτού δημοκρατικού πολιτικού παιγνίου, φτιάχνοντας μια γκρίζα ζώνη που αφαιρεί κρίσιμη ύλη, τόσο από την κανονιστικότητα του Συντάγματος, όσο και από την ίδια την πολιτική αντιπαράθεση (σελ. 121). Θα προσθέταμε με τη σειρά μας, ότι η ηθικοπολιτική δικαιολόγηση επιτείνει ακόμη περισσότερο την ήδη προβληματική αμφισημία μιας κακοφτιαγμένης διάταξης, καθώς είναι προφανές ότι περί ηθικής και πολιτικής όλοι μπορούν να έχουν και από μία γνώμη. 

Αν στο ζήτημα της πρόσφατης αποτυχημένης, στην πρώτη φάση, προεδρικής εκλογής, η κομματική αντιμαχία οξύνθηκε στην σκιά του Μνημονίου και υπαγορεύθηκε από μια ιδεολογικοπολιτική απόκλιση, στην επόμενη υπόθεση εργασίας του συγγραφέα, την αναθεωρητική διαδικασία, ακόμη και η ιδεολογική σύγκλιση μεταξύ των κομμάτων, ως εξωσυνταγματική μεταβλητή, δεν στάθηκε ικανή για να εκπληρωθεί ο συναινετικός σκοπός της διάταξης το 2006-2008, σε αντίθεση με την ευρεία συναινετική αναθεώρηση του 2001 (Τρίτο Κεφάλαιο: «Η συνταγματική μηχανική της αναθεωρητικής διαδικασίας και οι πολιτικές μεταβλητές της»). Τα κόμματα δεν αντιλήφθηκαν σε καμία περίπτωση τη συνταγματική αναθεώρηση ως την «πολιτική της πολιτικής», δηλαδή ως μια εξαιρετικής σημασίας συνταγματική πράξη, αλλά την ενέταξαν σε αυτό που, θα λέγαμε εμείς, ο Μαρσέλ Γκωσέ (MarcelGauchet) αποκαλεί πολιτική και αντιδιαστέλλει από το πολιτικό[4], την εξυπηρέτηση με άλλα λόγια συγκυριακών πολιτικών και κομματικών σκοπιμοτήτων και όχι τη σύνθεση ιστορικής στιγμής και γενικού συμφέροντος. Η ενδοκομματική αστάθεια στο ΠΑΣΟΚ και η ηγεμονική βούληση της Νέας Δημοκρατίας, μετά το 2004, καθώς και η υποχώρηση της θεσμικής εμπιστοσύνης μεταξύ των κομμάτων, συνιστούν κρίσιμες πολιτικές παραμέτρους που ενέτειναν την κομματική αψιμαχία και υπονόμευσαν, ως εξωσυνταγματικές μεταβλητές, τη σταθερή μεταβλητή της αναθεώρησης. Εκτός, όμως, από τις πολιτικές συνθήκες και συγκυρίες ή τις κομματικές επιδιώξεις, είναι και οι εσωτερικές αντιφάσεις και αστοχίες της διαδικασίας της αναθεώρησης που διόλου δεν ανταποκρίθηκαν στη ratioτης, δηλαδή την αναζήτηση επάλληλων συναινέσεων – στην πραγματικότητα, ο συνδυασμός πολιτικών παραμέτρων και αποτυχημένου συνταγματικού σχεδιασμού-στρατηγικής οδήγησε στο ακριβώς αντίθετο.  Για παράδειγμα, η πρόβλεψη δύο Βουλών για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της αναθεώρησης, αντί να λειτουργεί ως εγγύηση συναίνεσης, στην πράξη επιτείνει τη θεσμική ανασφάλεια της πρώτης αναθεωρητικής Βουλής, καθώς είναι συνταγματικά προφανές ότι οι επιλογές της δεν δεσμεύουν νομικά τη δεύτερη. Συνεπώς, η ανελαστική εγγύηση, αντί να λειτουργεί ως αντίβαρο στο (ενδεχόμενο) έλλειμμα  εμπιστοσύνης, συντελεί στην ενίσχυση της θεσμικής δυσπιστίας (σελ. 152). Η δε απαραίτητη προϋπόθεση της παρεμβολής βουλευτικών εκλογών για την περάτωση της αναθεώρησης είναι δυνατόν να συμβάλει στον εκφυλισμό της και να την υποτάξει στη λογική της προεκλογικής ατζέντας. Εύστοχα, λοιπόν, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι η ανορθολογικότητα στη διαρρύθμιση της συνταγματικής διάταξης υποτιμά τον σκοπό και τη μείζονα πολιτική και συνταγματική σημασία της αναθεώρησης και καλλιεργεί το έδαφος για την μικροκομματική και μικροπολιτική ιδιοποίησή της, με αποτέλεσμα τελικά η αναθεώρηση να συρρικνώνεται σε ένα θεατρικό και συμβολικό πολιτικό παιχνίδι αυτοπροβολής ή σε ένα εγχείρημα φορμαλιστικής νομιμοποίησης αυτού που την εκκινεί, γνωρίζοντας εκ των προτέρων την αποτυχία της (βλ. Νέα Δημοκρατία τον Δεκέμβριο του 2014).

Στις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις, το σχεδιαστικό λάθος του συντακτικού νομοθέτη έγκειται κυρίως στις εσωτερικές αντινομίες των διατάξεων ή στη λανθασμένη εκτίμηση από την πλευρά του των πολιτικών μεταβλητών (κομματική αντιμαχία, πολιτική κουλτούρα) που επηρέασαν καθοριστικά τη λειτουργία της συνταγματικής μηχανικής. Στη συνέχεια, ο Κοντιάδης κλείνει το πιο εμπειρικό και αποδεικτικό κομμάτι της μελέτης του με μια σειρά συνταγματικών διατάξεων στο πεδίο της διάρθρωσης των εξουσιών (Τέταρτο Κεφάλαιο: «Όψεις ελαττωματικής μηχανικής στη διάρθρωση των εξουσιών»), όπου η επιλογή του συντακτικού νομοθέτη να καταφύγει σε ερμηνευτικά ανοιχτούς γνώμονες (standards) και όχι σε σαφείς κανόνες (rules), οδήγησε μαθηματικά σε πολιτικές κρίσεις ή σε ατελή εκπλήρωση των λειτουργιών του Συντάγματος.  Ποιος μπορεί να ξεχάσει την ένταση και την αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα αντικατάστασης του Πρωθυπουργού, στην περίπτωση της σοβαρής ασθένειας και παραμονής του Ανδρέα Παπανδρέου στο νοσοκομείο (Νοέμβριος 1995-Ιανουάριος 1996), την οποία προκάλεσε η ερμηνευτική ευρύτητα του όρου «έκλειψη» (περιλάμβανε την ασθένεια;) που έμεινε σε ισχύ μέχρι το 2001 και την αναθεώρηση του άρθρου 38 παρ.2 Σ.; Το βάρος της ιστορικής εμπειρίας ώθησε εδώ τον συντακτικό νομοθέτη στον αναγκαίο εξορθολογισμό. Στη νομοπαραγωγική διαδικασία, όπως, ιδίως, τη γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια της κρίσης, δηλαδή με τη μορφή της εισαγωγής πολυνομοσχεδίων με ετερόκλητο περιεχόμενο και πληθώρα άσχετων με το κύριο αντικείμενο του νόμου διατάξεων, της συμπερίληψης των ρυθμίσεων σε ένα και μόνο άρθρο και της επείγουσας ή κατεπείγουσας διαβούλευσης, αποτυπώνεται, όσο τουλάχιστον δεν ελέγχονται δικαστικά τα interna corporis της Βουλής, μια προβληματική για τη διασφάλιση της ποιότητας της δημοκρατίας μας συνταγματική μηχανική. Στην αλυσιτελή διάταξη για την ανάδειξη των μελών των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, η άκαμπτη (πάλι) προϋπόθεση της συναίνεσης συμβάλλει τελικά στην αδυναμία στελέχωσής τους και στην υποβάθμιση του κύρους και της λειτουργίας τους. Την εκτενή σειρά άστοχων διατάξεων του Συντάγματος συμπληρώνουν, μεταξύ άλλων, η προβληματική διαρρύθμιση της σύστασης των εξεταστικών επιτροπών, η αόριστη επίκληση κρίσιμου εθνικού θέματος από την Κυβέρνηση για την πρόωρη διάλυση της Βουλής, η ευεπίφορη σε παρεμβάσεις στη δικαστική ανεξαρτησία διάταξη περί (πολιτικής) επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης και η συνταγματική τεχνική της πρότασης δυσπιστίας. Έτσι, ο Κοντιάδης καταστρώνει μια εντυπωσιακή και συνάμα απογοητευτική για την ορθολογικότητα του Συντάγματός μας λίστα, στην οποία η χρήση κριτηρίων στάθμισης από τη μεριά του νομοθέτη, δηλαδή η συστηματική προσφυγή σε αόριστες έννοιες (π.χ. «κρίσιμο εθνικό ζήτημα», «όμοια» πρόταση δυσπιστίας) εκβάλλει τελικά στη δυνατότητα της ερμηνευτικής διαστρέβλωσης του συνταγματικού σκοπού,  πάντα, ωστόσο, εντός του νοηματικού πλαισίου ανάγνωσης του κειμένου. Κοντολογίς, όπως εύγλωττα αναφέρει ο συγγραφέας, παραφράζοντας τον Αυγουστίνο και την αντίληψή του για το χρόνο, όσο λιγότερο σκεφτόμαστε το Σύνταγμα τόσο πιο αυτονόητο μας φαίνεται.

Μια μηχανιστική αναζήτηση ενός ιδανικού Συντάγματος

Αφού ο Κοντιάδης έχει εκθέσει με ενάργεια το θεωρητικό επιχείρημά του για την τυπική ορθολογικότητα και τη συνταγματική μηχανική και το έχει εδραιώσει εμπειρικά σε μια σειρά συνταγματικών διατάξεων, επιλέγει, εν είδει προ-επιλόγου, τη μετωπική σύγκρουσή του με το επιχείρημα του Γιώργου Τσεμπελή για τη σχέση έκτασης-ποιότητας του συνταγματικού κειμένου (Πέμπτο Κεφάλαιο: «Η έκταση του Συντάγματος ως μεταβλητή της συνταγματικής μηχανικής»)[5]. Στην υπόθεση του Τσεμπελή, η ανορθολογικότητα του Συντάγματος συναρτάται άμεσα με τη φλυαρία του. Οι πολύπλοκες και μακροσκελείς συνταγματικές διατάξεις και οι συχνές αναθεωρήσεις προδίδουν την κακή ποιότητα του Συντάγματος, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ποσοτική μέθοδο του συγγραφέα, να οδηγούν σε χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και σε υψηλότερο δείκτη διαφθοράς, να καθίστανται δηλαδή παράγοντες φτωχοποίησης και υπανάπτυξης. Αντιθέτως, τα ελλειπτικά και αυστηρά Συντάγματα, όχι μόνο αντέχουν στο χρόνο, αλλά εγγυώνται διά της λελογισμένης έκτασής τους την άνοδο του εισοδήματός μας, την πτώση της διαφθοράς και την αναβάθμιση της πολιτικής μας κουλτούρας. 

Ωστόσο, η σύνδεση έκτασης και ποιότητας του Συντάγματος, όπως επισημαίνει εύλογα ο Κοντιάδης, είναι έωλη επιστημικά και εμπειρικά. Η ποιότητα του Συντάγματος κρίνεται από την ορθολογική διάρθρωση, τον περιορισμό της κρατικής εξουσίας και την αποτελεσματική ρύθμιση της κοινωνικής συμβίωσης και όχι από την ποσοτική παράμετρο των λέξεων (σελ. 226). Άλλωστε, θα προσθέταμε εμείς, ακόμη κι αν υιοθετούσαμε τη συνάρτηση Τσεμπελή για τον αριθμό των λέξεων με την ποιότητα ενός κείμενου (εν προκειμένω, του συνταγματικού) θα ήταν αδύνατον να καταλήξουμε σε μια αιτιακή σχέση, δεδομένου ότι το (καλό ή κακό) νόημα μιας πρότασης δεν καθορίζεται σε καμία περίπτωση από το αν είναι μακροσκελής ή σύντομη. Στο επιχείρημα του Τσεμπελή εντοπίζει μάλλον αβίαστα κανείς μια γλωσσική προκατάληψη, η οποία εξαρτά τη σαφήνεια, την καθαρότητα, την ποιότητα και προφανώς την αποτελεσματικότητα μιας πρότασης (νομικής ή άλλης) από τον (περιορισμένο) αριθμό των λέξεων. Με αυτή την υπόθεση εργασίας, εύκολα, για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι –κατά κανόνα– σύντομες και ελλειπτικές διατυπώσεις της αγγλικής γλώσσας αποδίδουν καλύτερα τα νοήματα από τον –συνήθως– μακροπερίοδο γαλλικό λόγο. Συμπερασματικά, το νόημα και κατά συνέπεια η αξιολογική μας κρίση επ’ αυτού (καλό ή κακό κείμενο) δεν είναι εξ αρχής για τον Τσεμπελή, θέμα περιεχομένου, ούτε υπόκειται σε μια σημασιολογική  (π.χ. γραμματική, συντακτική δομή) ή πραγματολογική (σχέση του κειμένου με το context, τη δύναμη του εκφορέα του λόγου, ιστορική συγκυρία κ.λπ.) αντίληψη της γλώσσας, αλλά συνίσταται σε ένα ποσοτικό κριτήριο που τελικά εκπίπτει στην προάσπιση ενός πολιτισμικού στερεοτύπου ή μιας ποιοτικής διαφοροποίησης των γλωσσών (π.χ. οι Άγγλοι μιλούν πιο καθαρά από τους Γάλλους) ή, ακόμη, και στο επίπεδο της λαϊκής θυμοσοφίας (λόγια μετρημένα).  

Ακόμη κι αν ξεπεράσουμε, ωστόσο, αυτές τις (δικές μας) αντιρρήσεις στο επιχείρημα του Τσεμπελή και υποθέσουμε ότι η μεγάλη έκταση του Συντάγματος συνδέεται με το χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, τότε, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Κοντιάδης, μάλλον έχουμε προχωρήσει σε έναν αυθαίρετο αιτιακό συσχετισμό, που συνιστά λήψη του ζητουμένου. Η μονοσήμαντη διαδρομή από το μεγάλο Σύνταγμα στη φτώχεια και τη διαφθορά αδυνατεί να συλλάβει ότι το αντίστροφο είναι εξ ίσου δυνατό: σε φτωχές χώρες, συνήθως, ο κατάλογος των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι πιο πλούσιος ακριβώς για να προστατεύσει ο συντακτικός νομοθέτης τον ευάλωτο πληθυσμό, ενώ σε δύσκολα περιβάλλοντα πολιτικής διαφθοράς οι συνταγματικοί περιορισμοί μπορεί να είναι περισσότεροι. Περαιτέρω, η επιμονή του Τσεμπελή στην αντοχή του Συντάγματος υποτιμά την αξία της δυνατότητας μεταβολής και προσαρμογής του στις συνθήκες, μειώνει δηλαδή τη δυναμική διάσταση του κειμένου. Τέλος, μεταξύ άλλων, ο Κοντιάδης επισημαίνει ότι η υπόθεση του Τσεμπελή δεν στέκει καν εμπειρικά: χώρες με σχετικά εκτενές Σύνταγμα, όπως η Γερμανία, έχουν υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα και, αντίστροφα, χώρες με μικρό Σύνταγμα, όπως η Ισλανδία, βρέθηκαν πρόσφατα στο επίκεντρο της κρίσης.

Παρά ταύτα, Κοντιάδης και Τσεμπελής μοιράζονται ένα κοινό συμπέρασμα: έχουμε ένα ανορθολογικό (Κοντιάδης) ή κακό (Τσεμπελής) Σύνταγμα. Για να το βελτιώσουμε, ο συνταγματολόγος μάς προτείνει να αφήσουμε στην άκρη την ηθικοπολιτική θεώρηση και να σχεδιάσουμε / τροποποιήσουμε (τελο)λογικά τις διατάξεις, σεβόμενοι στο οργανωτικό μέρος του Συντάγματος τη δημοκρατική αρχή και ανευρίσκοντας τα σωστά αντίβαρα απέναντι στη μικροπολιτική και την κομματική σκοπιμότητα.  Ο πολιτικός επιστήμονας επιμένει να το μειώσουμε και, σαν νοσταλγός του κλασικού φιλελευθερισμού, να του αναθέσουμε τη ρύθμιση μόνο των αναγκαίων, δείχνοντας εν τέλει εμπιστοσύνη στην αρρύθμιστη αγορά και στην κοινωνία των πολιτών. Αντιθέτως, το βιβλίο του Κοντιάδη εισάγει μια υποψιασμένη ως προς το ελληνικό πολιτικό σύστημα οπτική, ενσωματώνοντας την ιστορική εμπειρία, τα πολιτικά και κομματικά τραύματα που φέρει το Σύνταγμά μας, και μελετώντας τα συμπτώματά του, δηλαδή τις κακότεχνες διατάξεις του. Απαλλαγμένος από το βάρος ενός ουσιαστικού προσδιορισμού του λόγου (raison) και έχοντας συνείδηση της δυνατότητας των πολιτικών θεσμών να μεταμφιέζονται («Αντί συμπεράσματος: οι μεταμφιέσεις των πολιτικών θεσμών»), να εκπλήσσουν ακόμη και την πιο νοσηρή φαντασία και έτσι να καθιστούν, inextremis, αδύνατη ή ατελέσφορη οποιαδήποτε πρόνοια και προ-σχεδιασμό του συντακτικού νομοθέτη, ο συγγραφέας απομαγεύει, αν και συνταγματολόγος, το Σύνταγμα και το τοποθετεί εκεί όπου, μάλλον εξ ορισμού, του αναλογεί: στο να υπηρετεί ως μέσο και ως συνθήκη, αδιάλειπτα και αποτελεσματικά, και να συν-τάσσει το πολιτικό.

Ωστόσο, παρ’ όλο που ρητά απορρίπτει την ύπαρξη ενός ιδανικού Συντάγματος, η σκέψη του Κοντιάδη στριφογυρίζει συνεχώς στη δυνατότητά του. Σε αυτήν ακριβώς την αντίφαση ανάμεσα στο αδύνατο ιδανικό και στη δυνατότητα της πραγμάτωσής του είναι που χωρεί η κριτική. Στο «Ανορθολογικό μας Σύνταγμα» η απομυθοποίηση του Συντάγματος δεν συμπαρασύρει τελικά και τη φιγούρα του συνταγματικού νομοθέτη. Αυτός καλείται να σχεδιάσει ορθολογικά, συνδυάζοντας τις γνώσεις για το πολιτικό και το κομματικό σύστημα, τους παρόντες και μέλλοντες συσχετισμούς δύναμης, καθώς και να κλείσει exanteτις ερμηνευτικές τρύπες στο συνταγματικό μας κείμενο, όπως και να διορθώσει, αναθεωρώντας expost τις ενδεχόμενες εσωτερικές αντιφάσεις των διατάξεων, όπως αυτές μπορούν να προκύψουν λόγω των εξωτερικών συνταγματικών μεταβλητών, καθώς και των θεσμικών συμπεριφορών. Με άλλα λόγια, ο συντακτικός νομοθέτης μοιάζει όντως να αναλαμβάνει ως εγγυητής της συνοχής και της ορθολογικότητας του Συντάγματος ένα ηράκλειο έργο, όπως για παράδειγμα ο δικαστής του Ρόναλντ Ντουόρκιν, ο οποίος καλείται πάντα να βρίσκει την καλύτερη δυνατή απάντηση. Και μπορεί ο συντακτικός νομοθέτης του Κοντιάδη να μην αναλαμβάνει να μιλήσει ηθικοπολιτικά, καθώς ως ιδιοφυής designerδεν αφήνει περιθώριο να εξαρτηθεί από την καλή βούληση των άλλων, αλλά ίσως, έτσι, αναγορεύεται μοιραία ο ίδιος σε χαρισματικό ηθικοπολιτικό ή δικαιοπολιτικό υποκείμενο, αφού για να αρθεί στο ύψος του ρόλου του, για να εκπληρώσει τα κριτήρια της ορθολογικής πράξης και να σχεδιάσει ή να αναθεωρήσει σωστά το Σύνταγμα, θα πρέπει να αποστασιοποιηθεί από τα δικά του συμφέροντα και να φορέσει ένα πέπλο άγνοιας, σαν το υποκείμενο στον Τζον Ρωλς, ώστε να αναγνωρίσει και να χαράξει μια καθολική και όχι προσωπική στρατηγική. Συνεπώς, για να μην εξαρτηθεί η ορθολογικότητα του Συντάγματος από το ηθικό συναίσθημα των εφαρμοστών του θα πρέπει να είναι κατ’ εξοχήν ηθικός ο ίδιος του ο εμπνευστής.

H μεταφορά της υψηλής ευθύνης στον σχεδιαστή του Συντάγματος και η υποχρέωσή του, κατά τον συγγραφέα, να επιλέγει σαφείς κανόνες και όχι γνώμονες και αόριστες έννοιες στο πεδίο της οργάνωσης των εξουσιών υποδηλώνει μια κλασική θέση του σύγχρονου συνταγματισμού: τον ερμηνευτικό μονολογισμό, την πίστη με άλλα λόγια σε μια δεσμευτική νοηματικά φωνή, εν προκειμένω του συντακτικού νομοθέτη, που θα αποκλείσει την παρερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων. Είναι, ωστόσο, στέρεη μια τέτοια πεποίθηση, η οποία θυμίζει τη θεωρία της καθαρής πράξης (acteclair) και υποτιμά τη δύναμη του ερμηνευτή; Είναι δυνατόν να κλείσει λογικά στο χρόνο της σύνταξής της το νόημα μιας διάταξης, ακόμη και της πιο προφανούς διαδικαστικής προθεσμίας (π.χ. του 15ημέρου εντός του οποίου πρέπει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης η νέα Κυβέρνηση από τη Βουλή; Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση χωρεί ερμηνεία, ανάλογα με το αν έχει διαλυθεί η Βουλή); Μήπως η εφαρμογή του δικαίου μάς δείχνει ότι τελικά είναι πιο σημαντική η στιγμή της ερμηνείας από αυτή της γραφής του Συντάγματος;

Οι παραπάνω κριτικές παρατηρήσεις, ωστόσο, δεν μειώνουν τη μεγάλη συνοχή και την αξία που έχει το βιβλίο από την ιδιαίτερη θεωρητική και μεθοδολογική σκοπιά στην οποία τοποθετείται. Η ηθικοπολιτική και εξιδανικευμένη μορφή που αναγνωρίζεται στον συνταγματικό νομοθέτη, καθώς και η –ανομολόγητη– μονολογική του πρόσληψη, συνιστούν εξωτερικές και όχι εσωτερικές κριτικές στο επιχείρημα. Απευθύνονται εν γένει στην κατασκευή της τυπικής ορθολογικότητας, η οποία για κάποιους είναι πολύ αδύναμη να υπηρετήσει τη σχέση μέσων-σκοπών, αν δεν επενδυθεί με μια ηθικοπολιτική στάση του φορέα της, και στην ιδέα της καθαρής ερμηνείας, την οποία αμφισβητούν οι σύγχρονες θεωρίες της ερμηνευτικής.

Ίσως ο Κοντιάδης, λοιπόν, να αναζητά με μηχανιστικό τρόπο και εργαλεία (τυπική ορθολογικότητα, συνταγματική μηχανική) την πραγμάτωση ενός μεταφυσικού σκοπού (το ιδανικό Σύνταγμα). Στη διαδρομή του, ωστόσο, είναι εξαιρετικά ακριβής και συνεπής και έρχεται να ταράξει και να ανανεώσει μια  μάλλον προβληματική στις βάσεις της συζήτηση που αφορά την αποκατάσταση της διαρρηγμένης μεταπολιτευτικά σχέσης του δικαίου με την πολιτική. Διαλύοντας προκλητικά τους πιο ισχυρούς και δημοφιλείς μύθους (καλό Σύνταγμα - κακή πολιτική) και επιμένοντας διεξοδικά στη σχεδιαστική λεπτομέρεια, ανακατασκευάζει, δίχως να γκρεμίσει, την επικοινωνία των συνταγματικών και των πολιτικών θεσμών. Τελειώνοντας ο αναγνώστης το βιβλίο, αντιλαμβάνεται ότι ο υπότιτλός του τελικά ήταν μάλλον το «τυράκι» για να πιαστούμε όλοι μας, συνταγματολόγοι, πολιτικοί και πολίτες, στο μείζον για τη δημοκρατία μας ερώτημα: Πώς μπορούν να πετύχουν οι πολιτικοί θεσμοί;

 


[1] Αρ. Μάνεσης, Το συνταγματικόν δίκαιο ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας, Θεσσαλονίκη, 1962.

[2] Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 1994.

[3]Βλ. αναλυτικά G. Sartori, Comparative Constitutional Engineering, N.Y.U Press, New York, 1997.

[4]Μ. Gauchet, “Le politique versus la politique”, http://gauchet.blogspot.gr/2007/11/le-politique-versus-la-politique.html

[5]Βλ. το σχετικό διάλογο για την έκταση του Συντάγματος σε Γ. Τσεμπελής, «Μεγάλο κακό και “κλειδωμένο”», Το Βήμα της Κυριακής, 23/11/2014 και Ξ. Ι. Κοντιάδης, «Πόσο φταίει το Σύνταγμα για την κρίση;», TheBooksJournal, τ. 49, σελ. 36-40.

 

 

Αναδημοσίευση από το τεύχος #54 του Books' Journal, Απρίλιος 2015.

 

--------

Γιώργος Καραβοκύρης. Διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Paris II. Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του, Το Σύνταγμα και η κρίση.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά