Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Οι «Δεύτεροι» της Τουρκίας και το Ισλάμ

Κατηγορία Πολιτική
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40

Πώς και γιατί το Ισλάμ άλλαξε το πρόσωπο της σύγχρονης Τουρκίας; Πώς επικράτησε και τι πέτυχε το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, του πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν; Πώς η Τουρκία κατάφερε να συνδυάσει  τον φιλελευθερισμό με τον ατομικισμό, που δίνει προτεραιότητα του ιδιωτικού τομέα στην οικονομία, ενώ ο ατομικισμός έχει το νόημα της ελευθερίας συνείδησης και της θρησκευτικής έκφρασης του ατόμου; Εν τέλει, μπορεί η οικονομία της αγοράς να έχει σχέση με τις παραδόσεις του Ισλάμ; [ΤBJ]

Χρήστος Ν. Τεάζης, Η δεύτερη μεταπολίτευση στην Τουρκία. Ρετζέπ Ερντογάν: Η άνοδος των «μη προνομιούχων», μετάφραση από τα τουρκικά: Λιάνα Μυστακίδου, Πατάκη, Αθήνα 2013, 231 σελ.

Το βιβλίο του Χρήστου Ν. Τεάζη Η δεύτερη μεταπολίτευση στην Τουρκία. Ρετζέπ Ερντογάν: Η άνοδος των «μη προνομιούχων» έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία σε σχέση με το πολιτικό και κομματικό σύστημα στην Τουρκία. Και αυτό γιατί η συνήθης πρακτική που ακολουθείται είναι να δίνεται έμφαση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και όχι στην εσωτερική πολιτική κατάσταση της Τουρκίας. Στο πλαίσιο αυτό, μέσω της ιστορικής, οικονομικής και πολιτικής εξιστόρησης των γεγονότων, σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης είναι να παρουσιάσει την περίοδο από το 1923 έως σήμερα τους «Δεύτερους», «τις μη προνομιούχες δυνάμεις […] που είχαν μπει στο περιθώριο από την ίδρυση της τουρκικής Δημοκρατίας και μετά. Οι δυνάμεις αυτές εκφράστηκαν [τελικά] μέσω του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά της Δεύτερης Δημοκρατίας στην Τουρκία [Δεύτερη Μεταπολίτευση]» (σελ.14). 

Ο Χρήστος Ν. Τεάζης ακολουθεί μια διεπιστημονική προσέγγιση για να αποδείξει τη συνέχεια των «Δεύτερων» από την περιθωριοποίηση αλλά όχι την εξαφάνισή τους με την επικράτηση του κεμαλισμού το 1923 ώς το 2002, οπότε η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ανήλθε στην εξουσία μέσω του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Συνδυάζει την ιστορική εξιστόρηση των γεγονότων που αφορά την ιδιαίτερη θέση της θρησκείας στην τουρκική κοινωνία με την πολιτική επιστήμη (με αναφορές στο ρόλο του Κράτους στο σύστημα διακυβέρνησης, στο σύστημα της Προεδρικής Δημοκρατίας) και την οικονομική επιστήμη (με αναφορές στην οικονομική πολιτική, όπως, για παράδειγμα, στο «κεφάλαιο της Ανατολίας», την επιρροή του Σχεδίου Μάρσαλ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και του οικονομικού φιλελευθερισμού από τη δεκαετία του 1980].

Στο πλαίσιο αυτό θεωρεί ότι «η Τουρκική Δημοκρατία είναι μια "ανατολική κοινωνία" η οποία ιδρύθηκε πάνω στα εδάφη που απέμειναν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία» (σελ. 25), και εστιάζει στην ύπαρξη θεσμικών ελλειμμάτων και υστερήσεων στο ζήτημα του εκσυγχρονισμού. Ενώ στις «Δυτικές Κοινωνίες» ο εκσυγχρονισμός πραγματοποιείται διαμέσου της έντονης ανάμειξης της κοινωνίας, στις «ανατολικού τύπου» κοινωνίες αντίθετα ο εκσυγχρονισμός «επιβάλλεται» «από τα πάνω» μέσω της παρεμβατικής πολιτικής των Δυτικών Κοινωνιών και χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στο σχεδιασμό και στην υλοποίησή του. Έτσι, «οι κοινωνικές, πολιτισμικές, οικονομικές και πολιτικές αλλαγές και εξελίξεις που σημειώθηκαν στην Τουρκία μέχρι τις 3 Νοεμβρίου 2002 [όπου το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ήρθε στην κυβέρνηση με ποσοστό 42%] μπορούν να χαρακτηριστούν πολιτικές πράξεις που επιβλήθηκαν από τα πάνω» (σελ. 27). Για το λόγο αυτό κομβικό σημείο για να αντιληφθούμε τις εκάστοτε αλλαγές στην Τουρκία θεωρείται ο ρόλος του Κράτους.

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΡΝΤΟΓΑΝ

Το πρώτο μέρος «Το χτες και το σήμερα του Ισλαμικού Κινήματος», αναφέρεται α) στις ιδεολογικές και πολιτικές ρίζες του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, β) στη «Δεύτερη Ομάδα» κατά την Πρώτη Εθνοσυνέλευση το 1920, και γ) στο Ισλαμικό Κίνημα στα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας. Για τις ιδεολογικές και πολιτικές ρίζες του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης σημαντικά ζητήματα θεωρούνται ο ρόλος του ισχυρού κράτους και η σημαντική επιρροή της θρησκείας ως αποτέλεσμα της ισχυρής κληρονομιάς από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου ο συνδυασμός τους αποτελούσε εγγύηση και πηγή «σταθερότητας». Επίσης, ένα άλλο χαρακτηριστικό που κληροδότησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι η ιδιαίτερη σημασία που έδινε η κρατική οντότητα στις «τοπικές - περιφερειακές ιδιαιτερότητες», με σκοπό την κοινωνική ειρήνη. Το ρεύμα του ισλαμισμού αναπτύσσεται μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη σημαντική επέμβαση της Δύσης το 1839 όπου, μέσω του διατάγματος Tanzimat Fermani, επιβλήθηκε «η αποβολή των ισλαμικών κανόνων από την κοινωνική ζωή» (σελ. 43). Στόχος του ισλαμισμού ήταν, μέσω του Ισλάμ, η τουρκική κοινωνία να απαλλαγεί ειρηνικά από την παρέμβαση της Δύσης, καθώς θεωρεί ότι η αιτία της κατάρρευσης των ισλαμικών χωρών είναι η απομάκρυνσή τους από το Ισλάμ.       

Σχετικά με την Πρώτη Εθνοσυνέλευση, η Δεύτερη Ομάδα ήταν εκείνη που διαφωνούσε με τις ιδέες του Μουσταφά Κεμάλ, καθώς ήταν υπέρ της διατήρησης του θεσμού του Χαλίφη. Κατά τον συγγραφέα, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έχει τις ρίζες του στη Δεύτερη Ομάδα, καθώς έχει υιοθετήσει τα δυο βασικά πολιτικά χαρακτηριστικά της: α) τον φιλελεύθερο και «παγκοσμιοποιημένο» προσανατολισμό της οικονομίας, καθώς πίστευε ότι παραχώρηση σημαντικών πλουτοπαραγωγικών πηγών σε εταιρείες της Δύσης θα αναβάθμιζε την χώρα στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας και β) έδινε έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις ελευθερίες, με βασική κατεύθυνση την προστασία των θρησκευτικών ελευθεριών. Ο συνδυασμός της δημοκρατίας με τη θρησκεία σε ένα μοντέλο οικονομίας της αγοράς που υιοθετεί η Δεύτερη Ομάδα συμπίπτει με την πολιτική ατζέντα του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης «ενός καπιταλισμού στηριγμένου στις παραδόσεις». Αναφορικά με τη θέση του Ισλαμικού Κινήματος στα πρώτα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας, ο συγγραφέας γράφει ότι «όταν ιδρύθηκε η Τουρκική Δημοκρατία, το ισλαμικό κίνημα παραγκωνίστηκε αλλά ουδέποτε εξαφανίστηκε […] οι οπαδοί του δεν επεδίωκαν ποτέ την ανατροπή του κράτους. Βασικός σκοπός τους ήταν η λήψη προστατευτικών μέτρων έναντι της κοσμικότητας που πρέσβευε το έθνος-κράτος» (σελ. 55).

Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως το Σχέδιο Μάρσαλ το οποίο δόθηκε στην Τουρκία με σκοπό την αποτροπή του κομμουνισμού και τον στρατιωτικό εξοπλισμό της χώρας έναντι της ΕΣΣΔ, έδωσε ώθηση στο ισλαμικό κίνημα, καθώς στο νέο πολυκομματικό σύστημα το Ισλάμ αναπτύχθηκε σε άμεση σύνδεση με την έννοια της δημοκρατίας. Έτσι, «η έννοια της δημοκρατίας συνδέθηκε στενά με τον συντηρητισμό και τον ισλαμισμό, ή ενσωματώθηκε στην τουρκική Δεξιά» (σελ. 58). Μια τάση η οποία ενισχύθηκε από την στρατιωτική παρέμβαση στις 27 Μαΐου 1961, η οποία προσπάθησε «να πάρει το Ισλάμ από τις συντηρητικές ομάδες και τα πολιτικά κόμματα και να το μετατρέψει σε εθνικό εργαλείο του κράτους» (σελ. 63). Σημαντική παράμετρος για την κατανόηση του ισλαμικού κινήματος αποτελεί το κίνημα της «Θρησκευτικής Άποψης» για το οποίο «Τζιχάντ είναι ο εσωτερικός αγώνας που κάνει ο άνθρωπος ενάντια στο κακό» (σελ. 67). Με αυτό τον τρόπο το Ισλάμ αναδεικνύεται ως το βασικό στοιχείο του κράτους. Κοινωνικά και οικονομικά η Θρησκευτική Άποψη εκπροσωπεί «το κεφάλαιο της Ανατολίας, δηλαδή τους εμπόρους και τους μικροβιοτέχνες της εγχώριας αστικής τάξης […] απαρτίζεται από το τμήμα του πληθυσμού που δεν έπαιρνε μερίδιο από την οικονομία» (σελ. 70). Είναι οι «μη προνομιούχοι» της Τουρκίας, όπως αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου, οι οποίοι διεκδικούν χώρο στην οικονομία  και στην πολιτική εκπροσώπηση – και εδώ βλέπουμε να υπάρχουν εκλεκτιστικές συγγένειες με την περίπτωση των μη προνομιούχων στην Ελλάδα στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ. Μάλιστα, ο Ερμπακάν, το 1993, υιοθέτησε ως βασικό πολιτικό σύνθημα το «Αλλαγή», κάτι που επίσης παραπέμπει στην Ελλάδα, στις εκλογές του 1981. Ωστόσο, το περιεχόμενο της Αλλαγής είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο του ΠΑΣΟΚ, καθώς όπως υποστηρίζει «πρέπει να παύσει να υφίσταται το μονοπώλιο του κράτους στην οικονομία, στην παιδεία, στην υγεία. Το κράτος δεν πρέπει να είναι παρεμβατικό και καταπιεστικό. Είμαστε υπέρ της ελεύθερης αγοράς και του ιδιωτικού τομέα» (σελ. 103). Η πολιτική ατζέντα του Ερμπακάν, όπως για παράδειγμα η εισαγωγή δημοψηφισμάτων ή η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό, συμπίπτουν με τις βασικές θέσεις του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.

ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΛΑΜ

Το δεύτερο μέρος τιτλοφορείται «Ο μετασχηματισμός της οικονομίας και η διεύρυνση του καπιταλισμού στην Τουρκία».  Κατά τον Χ. Τεάζη, η «Οθωμανική Αυτοκρατορία εισήλθε στην περίοδο του καπιταλισμού με το Tanzimat το 1839» (σελ. 111). Το μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης επηρεάστηκε αποφασιστικά από την έντονη παρέμβαση των χωρών της Δύσης (ιδίως των Άγγλων), οι οποίες έλεγχαν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας προς όφελός τους. Η αντίδραση που υπήρξε από ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας οδήγησε, με την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, στην υιοθέτηση μιας νέας οικονομικής δομής με έμφαση την «εθνική οικονομία». Στο πλαίσιο αυτό υιοθετείται ο κρατικισμός. Ο Μουσταφά Κεμάλ τον προσδιορίζει όχι με βάση τις ιδέες του σοσιαλισμού – μεθόδευσε «να πάρει το κράτος την οικονομία της χώρας στα χέρια του έχοντας ως βάση την ιδιωτική πρωτοβουλία και τις ατομικές δραστηριότητες» (σελ. 118). Το κεφάλαιο της Ανατολίας, το οποίο εκφράζεται στις μέρες μας από το Κόμμα του Ερντογάν, στηριζόταν σε φιλελεύθερες αρχές κυρίως στον τομέα της οικονομίας:

α) ενθάρρυνση επιχειρηματικότητας, β) διάδοση του ελεύθερου εμπορίου, γ) ενθάρρυνση ιδιωτικής πρωτοβουλίας και δ) ανάπτυξη δευτερογενούς τομέα. (σελ. 123)

Με την υιοθέτηση του σχεδίου Μάρσαλ δόθηκε έμφαση στην ανάπτυξη του κεφαλαίου της Ανατολίας, ενώ κρίσιμη ώθηση δόθηκε τη δεκαετία του 1980, όταν η οικονομική πολιτική της χώρας επηρεάστηκε από τον νεοφιλελευθερισμό. Στο πλαίσιο αυτό δόθηκε έμφαση στην ιδιωτική οικονομία, ενώ η κυβέρνηση Οζάλ εισήγαγε «ρυθμίσεις προς όφελος των ισλαμικών τραπεζών και εις βάρος των τουρκικών» (σελ. 137). Με τον τρόπο αυτό ενισχύθηκαν οι τράπεζες του κεφαλαίου της Ανατολίας, δημιούργησαν μεγάλους ομίλους οι οποίοι από το 1989 ανοίγονται στη διεθνή αγορά και δραστηριοποιούνται στις χώρες της Ανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Συμβολικά, η επέκταση της ισχύος του κεφαλαίου της Ανατολίας σηματοδοτείται με την ίδρυση του Συνδέσμου  Ανεξάρτητων Επιχειρηματιών το 1992, όπου η έννοια «ανεξάρτητος» δηλώνει την απεξάρτηση της επιχειρηματικότητας από το κράτος και αποτελεί την έκφραση της επιχειρηματικής μεσαίας τάξης που στηρίζουν και εκφράζονται από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.

Στο τρίτο μέρος «Πολιτικός μετασχηματισμός και Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης: Εκδυτικισμός ρητορική και ιδεολογία» ο Χ. Τεάζης υποστηρίζει πως ο εκσυγχρονισμός στην κεμαλική περίοδο είναι μια διαδικασία η οποία επιβάλλεται «από τα πάνω» με βασικό εκφραστή τον Στρατό. Ο Στρατός ήταν ο εγγυητής του δυτικού προσανατολισμού της τουρκικής οικονομίας και της κοινωνίας, όπως επίσης και της υιοθέτησης «των βασικών δομών: εθνικό κράτος, κοινοβουλευτικό σύστημα, προεδρευόμενη δημοκρατία, κρατικισμός» (σελ. 156). Ωστόσο, η μεγάλη διαφορά της Τουρκίας σε σχέση με τις χώρες της Δύσης είναι ότι, ενώ στη Δύση ο εκσυγχρονισμός νομιμοποιείται με βάση τη λογική, στην Τουρκία νομιμοποιείται διαμέσου της θρησκείας. Η επιβολή του στρατιωτικού πραξικοπήματος στις 12 Σεπτεμβρίου 1980, η έμφαση στον νεοφιλελευθερισμό, στον περιορισμό του κράτους στην οικονομία, η έμφαση στον ιδιωτικό τομέα καθώς και στον αποκεντρωτισμό, θέτει τις βάσεις για την ανάπτυξη του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και δηλώνει τη συνέχεια με τις ιδέες του Κινήματος της «θρησκευτικής Άποψης». Είναι η ανάδειξη της «νέας Δεξιάς» με βάση το άτομο, σε συνδυασμό με τη θρησκεία, καθώς «ο παράγοντας που διαμορφώνει τη συλλογική συνείδηση στην Τουρκία είναι το Ισλάμ» (σελ. 175).

Για τον συγγραφέα, σημαντικός παράγοντας για την άνοδο του κόμματος του Ερντογάν είναι οι συνταγματικές αναθεωρήσεις του 1993 και του 2007 στις οποίες προβλέφθηκαν η κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στα ΜΜΕ και επετράπη η ίδρυση ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης (1993) καθώς και η διαμέσου δημοψηφίσματος εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό (2007), μια εξέλιξη που όπως υποστηρίζει θα οδηγήσει την Τουρκία στην υιοθέτηση προεδρικού συστήματος, μάλιστα με βάση το πρότυπο των ΗΠΑ. Κρίνοντας τις συνταγματικές αναθεωρήσεις θεωρεί πως «μπορεί να τις αξιολογήσει κανείς ως βήματα που έγιναν προς την κατεύθυνση του «εκδημοκρατισμού». Γιατί χάρη σε αυτές τις εξελίξεις αναπτύχθηκε ιδιαίτερα το ισλαμικό κίνημα και έφθασε στο απόγειό του με τη δημιουργία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (σελ. 190). Στο πλαίσιο αυτό η ιδεολογία του κόμματος μπορεί να συνοψισθεί στο συνδυασμό του φιλελευθερισμού με τον ατομικισμό, δηλαδή στην προτεραιότητα του ιδιωτικού τομέα στην οικονομία, ενώ ο ατομικισμός έχει το νόημα της ελευθερίας συνείδησης και της θρησκευτικής έκφρασης του ατόμου. Μια πρακτική που μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύνδεση της οικονομίας της αγοράς με τις παραδόσεις του Ισλάμ, και αποτελεί το ιστορικό νήμα που σηματοδοτεί τη συνέχεια του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης με το Κίνημα της «Θρησκευτικής Άποψης». 

Το βιβλίο του Χρήστου Ν. Τεάζη αποτελεί πολύτιμη συνεισφορά για την κατανόηση της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης στην Τουρκία, καθώς αναφέρεται στις αιτίες και στη συνέχεια που φαίνεται να υπάρχει και να δικαιολογεί την ανάπτυξη και τη δυναμική του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Αποτελεί μια διεπιστημονική προσέγγιση, η οποία μας «προκαλεί» να ασχοληθούμε με το πολιτικό και κομματικό σύστημα στην Τουρκία και μας «προκαλεί» να συζητήσουμε συγκριτικά θέματα του παρουσιάζονται και στο ελληνικό κομματικό σύστημα, όπως για παράδειγμα οι «μη προνομιούχοι» «η εξάρτηση» και «η Αλλαγή». 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά