Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Νεοελληνικός λυρισμός πριν και μετά τον Ελύτη (σχεδίασμα)

Κατηγορία Ποίηση
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Ποίηση Κριτική Πρόσωπα Τεύχος 22
Ο Oδυσσέας Ελύτης φωτογραφημένος από τον Ανδρέα Εμπειρίκο, Άνδρος 1955. Ο Oδυσσέας Ελύτης φωτογραφημένος από τον Ανδρέα Εμπειρίκο, Άνδρος 1955. Ανδρέας Εμπειρίκος / εκδόσεις Άγρα

Από τις καταβολές στις προβολές του ελυτικού λυρισμού, με ζητούμενο να δοθεί μια, πρόχειρη έστω, απάντηση στο ερώτημα αν, πόσο και πώς ο λυρισμός του Ελύτη επηρέασε τις μεταπολεμικές ποιητικές γενιές. Ένα κείμενο του Δ.Ν. Μαρωνίτη, αναδημοσίευση από το Books' Journal 22, Αύγουστος 2012.

1.

Ο τίτλος απαιτεί κάποιες εξηγήσεις, για να μην παρεξηγηθούν οι προϋποθέσεις και οι προθέσεις του. Πρώτη εξήγηση: ο εντεταλμένος χρόνος δεν επαρκεί για συστηματική πραγμάτευση ενός ατίθασου θέματος με απροσδιόριστο εύρος και βάθος· αντ’ αυτού προβλέπεται μόλις η σκιαγράφησή του, ερεθίζοντας ελπίζω το ενδιαφέρον όσων διαθέτουν μεγαλύτερη προπαίδεια από τη δική μου, περισσότερο χρόνο και συνθήκες πανεπιστημιακού σπουδαστηρίου. Δεύτερη εξήγηση: ο όρος λυρισμός στην προκειμένη περίπτωση προτείνεται με την αυστηρότερη έννοιά του, ως διακριτό δηλαδή είδος ποίησης, όχι ως περίπου συνώνυμό της. Τούτο όμως προϋποθέτει ότι υπάρχει και είναι προσιτός κάποιος σταθερότερος ορισμός του λυρισμού στην εξελισσόμενη περιοχή τουλάχιστον της νεοελληνικής ποίησης. Γραμματολογικό εφόδιο που, όσο βλέπω, μάλλον δεν υφίσταται, ή εγώ το αγνοώ.

Κενό που εν μέρει αναπληρώνεται, αν προσφύγουμε στην αρχαιοελληνική γενεαλογία του λυρισμού, κάτι που εφεξής επιχειρείται, με οριακή συντομία. Τελικός στόχος είναι να τεθεί υπό συζήτηση, εκ των ενόντων έστω, ένα άλλο, πιο κρίσιμο κατά τη γνώμη μου, ερώτημα: αν ο ανθεκτικός πυρήνας της ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη υπήρξε εξ αρχής και παρέμεινε σε παραλλαγές μέχρι τέλους ο αυθόρμητος νεωτερικός λυρισμός του, ερωτάται κατά πόσον αυτός ο τύπος λυρισμού επηρεάζει, αναδρομικά και προδρομικά, το τοπίο του νεοελληνικού λυρισμού. φιλόδοξος σίγουρα και μακρινός στόχος, που μόνον εξ αποστάσεως εδώ εντοπίζεται.

Προηγείται ωστόσο η σύντομη αρχαιολογική αναδρομή που υποσχέθηκα, καλύπτοντας κάπως τα νώτα μου.

 

2.

Στοιχεία για την προομηρική γενεαλογία του αρχαιοελληνικού λυρισμού μάλλον δεν διαθέτουμε. Γραμματολογικά εμφανίζεται στη μεθομηρική εποχή με κάποια μεγάλα ονόματα και έργα, που θεμελιώνουν την αρχαϊκή λυρική ποίηση. Ας πούμε ότι πρώτος ο ανατρεπτικός ιαμβογράφος Αρχίλοχος ανοίγει τον δρόμο στον επερχόμενο λυρισμό , ενώ λίγο αργότερα η Σαπφώ και ο Αλκαίος τον υπερασπίζονται με πάθος, και τον καθιερώνουν. Τούτο ωστόσο δεν σημαίνει πως προδρομικά λυρικά σπέρματα δεν αναγνωρίζονται ήδη στα δύο ομηρικά έπη. Έπονται προς απόδειξη δύο παραδείγματα: ανά ένα από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Προηγείται το ιλιαδικό.

Ο Λύκιος Γλαύκος, επιστήθιος εταίρος του Σαρπηδόνα, προκαλείται στην έκτη ραψωδία από τον Διομήδη να δηλώσει τη γενεαλογική του φύτρα, για να κριθεί η ανταγωνιστική του αξία. Και εκείνος αποκρίνεται με πέντε στίχους (στη μετάφραση έξι) που εφεξής έγιναν σημείο επαναληπτικής αναφοράς:

Μεγάθυμε γιε του Τυδέα, τι με ρωτάς για τη γενιά του; / Όπως των φύλλων η γενιά, έτσι και των ανθρώπων η φυλή· / τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη, άλλα φυτρώνουν όμως / στο φουντωμένο δάσος, σαν φτάσει η εποχή της άνοιξης./ Έτσι και των ανθρώπων η φυλή, ανθίζει η μια γενιά / φυλλορροεί η άλλη και μαραίνεται.

Το οδυσσειακό παράδειγμα: παραποτάμια σκηνή λανθάνουσας ερωτικής ομιλίας Ναυσικάς και Οδυσσέα στην έκτη ραψωδία. Γυμνός και εξοντωμένος από το ναυάγιό του εκείνος, πέφτει στα γόνατα ικέτης της πεντάμορφης κόρης. Η ικεσία του εκβάλλει στον επόμενο ανεπανάληπτο έπαινο:

Τόση ομορφιά ποτέ δεν είδα εγώ ώς τώρα, κόρη ή αγόρι, / θάμπωσα και δεν χορταίνω να κοιτώ. / Ω ναι, κάποτε και στη Δήλο, πλάι στον ναό του Απόλλωνα / μπροστά στα μάτια μου, ένα βλαστάρι φοινικιάς το είδα να ψηλώνει. / […] Τότε, όπως τώρα, κοιτούσα το βλαστάρι εκείνο / κι έμεινε ο νους μου θαμπωμένος ώρα πολλή.

Υποθέτω δεν χρειάζονται σχόλια. Να πω μόνο ότι τα δύο ομηρικά έπη είναι κιβωτός μιας αδιαίρετης ακόμη ποίησης, φυλαγμένης μέσα στο επικό κέλυφος. Στο πέρασμα ωστόσο από τον όγδοο στον έβδομο αιώνα αυγάζει κιόλας η λυρική ποίηση, ως γόνιμος αντίλογος συχνά στην ηρωική επική παράδοση, γυρεύοντας αυτονομία, ψάχνοντας τους δικούς της χαρακτήρες, που είναι περίπου οι επόμενοι, λειψά και άτσαλα καταλογισμένοι.

Η λέξη λυρικός, ως όρος διακεκριμένου τύπου ποίησης, πολιτογραφείται μόλις στην αλεξανδρινή εποχή, παραπέμποντας στο αδόμενο ποίημα με συνοδεία λύρας. Τότε ομαδοποιούνται ως κορυφαίοι της λυρικής μονωδίας ο Αλκαίος, η Σαπφώ και ο Ανακρέων· ως χορικοί ποιητές ο Αλκμάν, ο Στησίχορος, ο Ίβυκος, ο Σιμωνίδης, ο Βακχυλίδης και ο Πίνδαρος. Παράλληλα αναπτύσσεται και ανθεί, τρίμορφη μάλιστα, η ελεγεία: πολεμική, πολιτική και ερωτική. Περιορίζοντας υποχρεωτικά την αρχαιολογική αυτή διαφυγή στον λυρισμό της Λέσβου, που εκπροσωπείται από τον Αλκαίο και τη Σαπφώ, καταλογίζονται εφεξής κάποιες βασικές ιδιορρυθμίες του, κυρίως εκείνες που τον διαφοροποιούν από το μοντέλο της αρχαϊκής επικής ποίησης.

Πρώτα η φόρμα του λυρικού ποιήματος: περιορισμένη έκταση, στροφική σύνταξη, αιολική η γλώσσα και τα μέτρα. Μετά ο τρόπος και ο τόνος: κατά κανόνα αμυθολόγητο και πρωτοπρόσωπο το ποίημα, επιμένει στον παρόντα χρόνο και χώρο, δίνοντας έμφαση σε παθολογικές ατομικές αντιδράσεις, οι οποίες προκύπτουν σε διαπροσωπικές (ερωτικές και εταιρικές) σχέσεις. Επικεντρώνοντας εδώ το ενδιαφέρον στη Σαπφώ (που ο Πλάτων την ανακήρυξε ισότιμη δέκατη Μούσα), παραθέτω σε δική μου μετάφραση δύο δείγματα: σπαραγμένο το ένα, ακέραιο μάλλον το άλλο. Το πρώτο:

Ο Έρωτας ξανά, που παραλύει το κορμί / του ανθρώπου / σύγκορμη με δονεί / εκείνο το γλυκόπικρο διαβολικό ερπετό.

Το δεύτερο:

Άλλοι το ιππικό, άλλοι το πεζικό, / κάποιοι το ναυτικό ορίζουν πως είναι το ομορφότερο πράγμα πάνω στη μαύρη γη.  Όμως εγώ εκείνο που ο καθένας ερωτεύεται. // Κι έχω εξήγηση απλή, που θα την ασπαστούν / νομίζω όλοι. // Αφού εκείνη η αξεπέραστη / στον κόσμο καλλονή, η Ελένη / παράτησε πανάριστον τον άντρα της κι ανέβηκε στο πλοίο για την Τροία; // ούτε που νοιάστηκε για το παιδί της, / μήτε για τους γονείς της – της συνεπήρε η Κύπρις το μυαλό. // Έτσι κι εγώ, που τώρα αναμνήστηκα απούσα την Ανακτορία. / Πώς θα ’θελα το εράσμιο βήμα της να δω / τη φεγγοβόλα λάμψη του προσώπου. / Όχι αμάξια λυδικά και πάνοπλους / πολεμιστές να μάχονται.

Μ’ αυτό το ισχνό απόθεμα αρχαϊκής λυρικής ποίησης περνώ απότομα στο κεφάλαιο του νεοελληνικού λυρισμού, με επίκεντρο τον Οδυσσέα Ελύτη.

 

3.

Αν πράγματι ο λυρικός Ελύτης ανανέωσε το τοπίο του νεοελληνικού λυρισμού, αυτό δεν έγινε εκ του μηδενός. Ξεκίνησε με κάποιες προκαταβολές, όσες του ταίριαζαν αλλά κι εκείνες που τον απωθούσαν. Η συστηματική απογραφή τους, όσο ξέρω, δεν έγινε ακόμη, ούτε βέβαια είναι δυνατόν να δοκιμαστεί εδώ. Το μόνο που απομένει είναι να εντοπιστούν κάποια σημεία προσανατολισμού της έρευνας. Τούτο σημαίνει ότι όσα σχετικά έπονται, αποτελούν μάλλον αμφίβολες υποθέσεις.

Μ’ αυτούς τους όρους προτάσσεται μια ευτυχής σύμπτωση στο κεφάλαιο της λυρικής ορολογίας: στις απαρχές της νεοελληνικού λυρισμού ανήκουν Τα Λυρικά του Αθανασίου Χριστόπουλου (1772-1847)· στη μεσοπολεμική ακμή του, ο Λυρικός Βίος του Σικελιανού, στον οποίο θα επανέλθω. Μεσολαβούν, συγκλίνουσες και αποκλίνουσες, λυρικές φωνές, που ακούγονται στη ροή του δέκατου ένατου αιώνα και στα πρώτα τριάντα χρόνια του εικοστού, μοιρασμένες, συμβατικά έστω, σε μείζονες και ήσσονες ποιητές. Το περίεργο είναι ότι ο αισθηματικός λυρισμός περισσεύει στους ήσσονες ποιητές, ενώ οι μείζονες κατά κανόνα τον τιθασεύουν, ενσωματώνοντάς τον σε πιο φιλόδοξες συνθέσεις.

Στην περίπτωση του Ελύτη είναι σαφής η εξέλιξη του νεωτερικού λυρισμού του από τη μια στην άλλη τροχιά. Η οποία συντελείται εν όψει κάποιων υποδειγμάτων, που ανιχνεύονται περισσότερο σε μείζονες προηγούμενους ποιητές. Προέχουν ο Σολωμός και ο Κάλβος· μάλλον παραγνωρίζονται (για άλλους λόγους ο καθένας) ο Παλαμάς και ο Καβάφης, προτού φτάσουμε στο υπόδειγμα του Σικελιαν0ού, το οποίο επηρεάζει κυρίως τη λυρική ιδεολογία του Ελύτη. οι ομολογημένες οφειλές του Ελύτη στον Σολωμό (άμεσες και έμμεσες) είναι πολλές και απαιτούν συστηματική απογραφή. Το ίδιο λίγο-πολύ ισχύει και για τον Κάλβο των Ωδών. Παραδειγματική ωστόσο οφειλή στους δύο μεγάλους Επτανήσιους έχει καταθέσει ο ίδιος ο Ελύτης μέσα στο έργο του, ειδικότερα στον Μικρό Ναυτίλο. Όπου στον «Ταξιδιωτικό Σάκο» του πρώτου μέρους, που επιγράφεται Όττωτις έραται, ανάμεσα σε παραθέματααπό τον Χαίλντερλιν και τον Νοβάλις, θησαυρίζει ο ποιητής ανά τρίαπολύτιμα σπέρματα από τον Σολωμό και τον Κάλβο.

Σπαραγμένος στην «Είσοδο» καιακέραιος στην «Έξοδο» της συλλογής, ακούγεται ο ανεπανάληπτος στίχος του Σολωμού «Έρμα ’ν’ τα μάτια που καλείς χρυσέ ζωής αέρα»· το δεύτερο εξάλλου κεφάλαιο της ίδιας σύνθεσης επιγράφεται με τον καθηλωτικό στίχο του Κάλβου: «Και με φως και με θάνατον».

Και προχωρώ στο ασυμφιλίωτο ζεύγος Καβάφη - Παλαμά. Η στάση του Ελύτη απέναντί τους είναι, θα έλεγα, εξ ίσου επιφυλακτική. Επιφύλαξη ευεξήγητη για τον Αλεξανδρινό, όχι όμως και για τον Παλαμά, η συνεισφορά του οποίου στον νεοελληνικό λυρισμό υπήρξε γενναία και ανεξίτηλη. Φτάνει να θυμηθούμε το πρωτοπρόσωπο «Ρόδου μοσχοβόλημα» από την Πολιτεία και Μοναξιά ή το τριτοπρόσωπο έβδομο οκτάστιχο από τις «Εκατόφωνές». Το παραθέτω:

Αγνάντια το παράθυρο· στο βάθος / ο ουρανός, όλο ουρανός και τίποτ’ άλλο· / κι ανάμεσα ουρανόζωστον ολόκληρο, / ψιλόλιγνο ένα κυπαρίσσι, τίποτ’ άλλο. / Κι ή ξάστερος ο ουρανός ή μαύρος είναι, / στη χαρά του γλαυκού, στης τρικυμίας το σάλο, / όμοια και πάντα αργολυγάει το κυπαρίσσι, / ήσυχο, ωραίο, απελπισμένο. Τίποτ’ άλλο.

Έχω την αίσθηση πως η πρώτη στροφή από το πρώτο ποίημα του «Αιγαίου» στους Προσανατολισμούς ακούγεται ομόρρυθμη και ομόφωνη:

Ο έρωτας / Το αρχιπέλαγος / Κι η πρώρα των αφρών του / Κι οι γλάροι των ονείρων του / Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει / ένα τραγούδι.

Δεν θα επιμείνω. Όσο για τον αντιλυρικό εκ πεποιθήσεως Καβάφη, το πράγμα θέλει κι άλλο ψάξιμο. Κάποια πρωτοπρόσωπα, αναμνηστικά ή εξομολογητικά, ποιήματα (ας πούμε το «Σώμα θυμήσου», το «Για νάρθουν» και πιο πολύ το «Μακρυά») μαρτυρούν, παραβατικόέστω, λυρικό απόθεμα.

Περνώ τώρα στον Λυρικό βίο τουΣικελιανού, ο οποίος, με τον ποιητικό του οίστρο, υπήρξε κατά τηγνώμη μου ιδανικό υπόδειγμα γιατον λυρικό Ελύτη – κάτι που, όσοξέρω, η κριτική μάλλον το παραγνώρισε. οι αναλογικές πάντωςομοιότητές τους εύκολα εντοπίζονται. Παράδειγμα, το νεανικό τουςξεκίνημα: ο Αλαφροΐσκιωτος τουενός, οι Προσανατολισμοί του άλλου.

Ο Αλαφροΐσκιωτος γράφεται την άνοιξη του 1907, όταν, πανέμορφος, ο Σικελιανός βρίσκεται μόλις στα είκοσι τρία του χρόνια. Σολωμικής καταγωγής ο τίτλος, οδηγεί τον νεοελληνικό λυρισμό σε πολλαπλή έκρηξη: έμπνευσης, έντασης, έκτασης και ιδεολογίας του ποιητικού λόγου· γλώσσας, σύνταξης, στιχούργησης και ρυθμού· ευδαιμονικής ταύτισης με τη σύνολη φύση σε μικροσκοπική και μακροσκοπική κλίμακα· επίμονης ποιητικής άσκησης στο όριο γενναιόδωρης εξωστρέφειας και στοχαστικής εσωστρέφειας, Στοιχεία δηλαδή (όπως εύστοχα συμπεραίνει ο Λίνος Πολίτης στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας) που «θα αποτελέσουντα ορόσημα της ώριμης ποίησης τουΣικελιανού, και εδώ προκαταβάλλεται ο λυρικός πυρήνας τους».

Σύμπτωση; Στα είκοσι τέσσερά του χρόνια δημοσιεύει ο Ελύτης τα πρώτα του ποιήματα στα Νέα Γράμματα, προκαλώντας ανάλογη δόνηση στο κορεσμένο από τον καρυωτακισμό σώμα του νεοελληνικού λυρισμού: σε επίπεδο πάλι γλώσσας, σύνταξης, ρυθμού, φυσιοκρατικής ευφορίας. Πρόκειται επομένως για δύο διαδοχικές, αναταράξεις που γνωρίζει μέσα στα πρώτα τριάντα χρόνια του εικοστού αιώνα ο νεοελληνικός λυρισμός. Κοινό σημείο αναφοράς τους: ο ιδρυτικός λυρισμός του Σολωμού και του Κάλβου και ο διάμεσος του Παλαμά. Κοινός παρονομαστής τους, η αποκαλυπτική αναγωγή της λυρικής ποίησης σε λυρικό βίο, σημαδεμένον από την εξελισσόμενη ελληνική γλώσσα, με θεμελιακά σύμβολα τον ήλιο και τη θάλασσα, όπου η συγγένεια Σικελιανού - Ελύτη φτάνει περίπου στην ταύτιση. Παράδειγμα: η δεύτερη στροφή από τον Αλαφροΐσκιωτο και η πρώτη στροφή από το τέταρτο μέρος της συλλογή Ήλιος ο πρώτος:

Σικελιανός: Βοή του πελάου πλημμυρίζει / τις φλέβες μου· / απάνω μου τρίζει / σα μυλολίθαρο ο ήλιος· γεμάτες χτυπάει τις φτερούγες ο αγέρας· / […] Γαληνεύει, ώς τον άμμο, βαθιά μου / και απλώνεται η θάλασσα πάσα.

Ελύτης: Πίνοντας ήλιο κορινθιακό / Διαβάζοντας μάρμαρα / Δρασκελίζοντας […] θάλασσες / […] βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει [...]

Υπολείπεται η ευεξήγητη απώθηση του Καρυωτάκη, την οποία δοκίμασα να εξηγήσω σε δημόσια ομιλία μου το 1980, συγκρίνοντας σε κρίσιμα σημεία την ποιητική αισιοδοξία του Ελύτη με την ποιητική απαισιοδοξία του αυτοκτόνου ποιητή της Πρέβεζας. Η έντυπη μορφή της παρεξηγημένης αυτής πρότασης είναι σήμερα διαθέσιμη στο βιβλιάριο: Οδυσσέας Ελύτης: Μελετήματα (Πατάκη, 2007). Εκεί εξάλλου έχουν συγκεντρωθεί και οι άλλες επτά δοκιμές μου για την ποίηση και την ποιητική (ακριβέστερα: την ενδοποιητική) του Ελύτη: από τα Πρώτα Φιλολογικά Προλεγόμενα στο Άξιον Εστί (1965) έως τα Ανάγλυφα και τα ολόγλυφα ποιήματα (2006). Από την άποψη αυτή περιττεύει εδώ η επανάληψη όποιων πορισμάτων προέκυψαν από την πολύχρονη εκείνη άσκηση.

Σε αντίθεση πάντως προς τον απωθημένο Καρυωτάκη, πρέπει να υπολογιστεί η γενναιόδωρη και δίκαιη εκτίμηση του Ελύτη για την ποίηση και τη μορφή του Γιώργου Σαραντάρη, ολιγογράφου και ολιγόζωου ποιητή (πέθανε νέος το 1941, από τις κακουχίες του αλβανικού πολέμου), με σπάνιες και προδρομικές για την εποχή του νεωτερικές αρετές.

Προφανώς οι προηγούμενες αναφορές σε πρόσωπα και έργα του νεοελληνικού λυρισμού σταθμεύουν εδώ στο όριο της πρώτης εμφάνισης του Ελύτη (χοντρικά στο 1935), με ελάχιστες αποκλίσεις πίσω-μπρος. Αφήνοντας ακάλυπτες τις διασταυρώσεις με ομόγλωσσους ποιητές της λεγόμενης «γενιάς του τριάντα» (Σεφέρη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, αλλά και τον σχεδόν ομήλικο Ρίτσο), και βέβαια με ξενόγλωσσους, προδρομικούς και νεωτερικούς ποιητές. Κι αυτό, επειδή υπόσχεση της λειψής αυτής εισήγησης ήταν να διαφανούν κατ’ αρχήν οι σημαντικότερες νεοελληνικές προκαταβολές του ελυτικού λυρισμού και εφεξής οι πιθανές προβολές του, για τις οποίες λίγος χώρος πια απομένει. Προηγουμένως, ωστόσο, μια πρόσθετη παρατήρηση.

Στις άλλες (βασικές και δευτερεύουσες) προτάσεις για την εξελισσόμενη ποιητική του Οδυσσέα Ελύτη, πρέπει να προστεθούν και οι πολλαπλές τεχνοτροπικές επινοήσεις, με τις οποίες πρόλαβε κατά κάποιον τρόπο ο ποιητής τους επιγενομένους. Μία από αυτές έχει να κάνει με την εξελισσόμενη φόρμα του ποιήματος, που οι παραλλαγές της δοκιμάζονται ήδη στο Άξιον εστί και αποκαλύπτονται στον εργαστηριακό, όπως είπα, Μικρό Ναυτίλο. Όπου ο ποιητικός λόγος αλλού στιχουργείται και αλλού απογράφεται σε πεζό. Κάποτε ο στιχουργημένος λόγος διαβάζεται και οριζόντια και κάθετα, με τη διαμεσολάβηση στη μέση του στίχου ενός αστερίσκου, όταν δεν κόβεται απότομα, αφήνοντας σε εκκρεμότητα το νόημα. Επί πλέον, άλλοτε τυπώνεται με πλάγια στοιχεία και άλλοτε με απλά. Διαβαθμίσεις που υποδηλώνουν τις διακυμάνσεις του λυρικού λόγου, από την κατάδυση στην ανάδυση, και αντιστρόφως, καθώς το ποίημα αναζητεί την απρόβλεπτη ή προβλέψιμη έξοδό του.

 

4.

Καιρός όμως να περάσω κάπως από ις νεοελληνικές καταβολές στις προβολές του ελυτικού λυρισμού. Με ζητούμενο να δοθεί μια πρόχειρη έστω απάντηση στο ερώτημα αν, πόσο και πώς ο λυρισμός του Ελύτη επηρέασε τις μεταπολεμικές ποιητικές γενιές. Γενικότερα: αν εξαιτίας του περίσσεψε ή λιγόστεψε ο λυρικός τρόπος στη μεταπολεμική μας ποίηση. Μιλώντας στη συγκεκριμένη περίπτωση για μεταπολεμικές γενιές, έχω στο νου μου κατ’ αρχήν τη γενιά της κατοχικής αντίστασης και του εμφυλίου, και εφεξής τη γενιά του εβδομήντα, που αλλάζει ρότα ποιητική, επηρεασμένη από την ανατρεπτική ποίηση της Αμερικής. Με τους όρους αυτούς διατυπώνονται εφεξής δύο υποθέσεις, που συνέχονται μεταξύ τους.

Η μία εξυπακούει γενικότερη υποχώρηση του νεοελληνικού λυρισμού (σε μορφή επιθετικής ή αμυντικής απώθησης, αναλόγως), καθώς αλλάζουν οι πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες, με τη διαμεσολάβηση του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ο οποίος δοκιμάζει σε οριακό κάποτε σημείο τον χώρο και τη χώρα μας. Η υποστολή αυτή του λυρισμού γίνεται εμφανέστερη στους αριστερούς ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, που αναδέχονται το χρέος αλλά και τις εμπλοκές της αγωνιστικής αντίστασης, όπου ο λυρισμός, με τα παραδοσιακά αλλά και τα νεωτερικά του σήματα, θεωρείται λίγο-πολύ φυγόμαχος, και απωθείται, όταν δεν καταγγέλλεται. Αντ’ αυτού προκρίνεται και προτείνεται η άσκηση της ποίησης στο κρίσιμο πεδίο κρούσης και σύγκρουσης πολιτικής και πολιτικής ηθικής.

Όσοι εξάλλου αναζητούν κάποιου είδους λυρική εκτόνωση, προσφεύγουν τώρα κατά κανόνα στον πικρόχολο λυρισμό του Καρυωτάκη, που εφεξής θα γίνει σταθερό σημείο αναφοράς για το σύνολο της μεταπολεμικής μας ποίησης. Συνάμα, εισβάλλει και στον δικό μας ποιητικό χώρο το ρεύμα της υπαρξιακής ποίησης, η οποία αλλοιώνει, όταν δεν εκτοπίζει, τη γνήσια λυρική διάθεση και διάχυση.

Η δεύτερη υπόθεση έχει να κάνει με το πρόβλημα της λυρικής γλώσσας και μυθοπλασίας στον Ελύτη, η οποία στην περίπτωσή του μάλλον δεν ευνόησε τη συμμαχία του με τους μεταπολεμικούς ποιητές. Ο ίδιος εξάλλου ομολόγησε σε συνέντευξή του τη γλωσσική του αυτή απομόνωση. Επισημαίνοντας ότι ο δικός του γλωσσικός κώδικας αποδείχτηκε κατά κάποιον τρόπο δύσχρηστος, εμποδίζοντας την αυτόματη εξοικείωση, σε αντίθεση προς τη γλώσσα του Σεφέρη (δική του η επώνυμη διάκριση), που λειτούργησε ως διαθέσιμο γλωσσικό ταμείο για το σύνολο σχεδόν της μεταπολεμικής μας ποίησης (δική μου η διατύπωση).

Διαφορά η οποία, εκτός των άλλων, οφείλεται (κατά δική του πάλι ομολογία) σε δύο πρόσθετες επιλογές. Απέρριψε ο ίδιος εξ αρχής την αυτοαναφορική ποίηση, που αποτελεί ενοχλητικό, κατά την άποψή του, παρεπόμενο υπαρξιακής εκτόνωσης, στις προχειρότερες τουλάχιστον εφαρμογές της. Συνάμα, αντιστάθηκε (όπως ευθαρσώς ομολογεί) στη χρήση μέσα στο ποίημα μυθολογικών στοιχείων, δελεάζοντας έτσι το ξένο προπάντων αναγνωστικό κοινό, εθισμένο στην αρχαιοελληνική μυθολογία και μυθοπλασία. Αντ’ αυτής προτίμησε τη σύγχρονη μυθογένεση (δικός του ο όρος), που απαιτεί άλλης τάξεως ποιητική και αναγνωστική ευαισθησία, άξονας της οποίας είναι η αναγωγή του λυρισμού από το γραμματολογικό στο αρχετυπικό του επίπεδο. Όπου η γλώσσα αποβαίνει «πρισματική» σε διάκριση, υποτίθεται, προς τη γλώσσα του Καβάφη και του Σεφέρη, όπου παραμένει τελικώς «επίπεδη» (δική του η διπλή, συγκριτική αξιολόγηση).

Εδώ πρέπει να σταματήσω. Να προσθέσω μόνον ότι όλες αυτές οι υποθετικές ενδείξεις για τον φθίνοντα μάλλον μεταπολεμικό μας λυρισμό (με λίγες αλλά σημαντικές εξαιρέσεις), δεν μειώνουν σε τίποτα το μέγεθος της λυρικής ιδιοφυΐας του Οδυσσέα Ελύτη, που φτάνει στο απόγειό της με τα ανεπανάληπτα Ελεγεία της Οξώπετρας. Από όπου δύο επόμενα παραθέματα (η αρχή και το τέλος) από την τελευταία ελεγεία, που επιγράφεται « Το ύστερο των Σαββάτων».

Η αρχή:

Σσσς… πια τίποτε· τίποτε άσπρο ή λείο τίποτε / Μεθυστικό, μελωδικό, τίποτε· κανένα φωτισμένο από το πίσω μέρος / νέφος ή συντροφιά ανθρώπου έστω / Κάτι πένθιμο, λιποθυμιστικό ύστερα που η μέρα των Παθών / Πήρε να γέρνει με το πλάι αργά και να βυθίζεται // Ποια ψυχή φεύγει και μυρίζει / Τόσο δυνατά ο αέρας κι άλλο δεν αντέχω.

Το τέλος:

Επειδή / τα χέρια σου ήσαν μαθημένα σε δεντρόκηπους όπου, / Η θάλασσα εισχωρεί και τραβιέται γεμίζοντας μικρά λουλούδια / φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ο κόσμος. / φυσάει φυσάει και μεγαλώνει ο άλλος· ο θάνατος, ο πόντος ο γλαυκός κι ατελεύτητος / ο θάνατος ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα.

Οκτώβριος 2011

*Πρόκειται για εντεταλμένης διάρκειας εισήγηση, που ακούστηκε πανομοιότυπη σε επετειακή εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής, για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή.

Δ.Ν. Μαρωνίτης

(1929-2016) Καθηγητής της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τη δεκαετία του 1990 πρόεδρος και γενικός διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, στη Θεσσαλονίκη, και στη συνέχεια συντονιστής του προγράμματος Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση, που εκπονήθηκε από το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας. Έγραψε βιβλία, μονογραφίες, και άρθρα για τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Σοφοκλή, τον Ηρόδοτο, τον Αλκαίο, τη Σαπφώ, που, εν μέρει ή εν όλω, και μετέφρασε. Για τον ίδιο προείχε η μετάφραση της Οδύσσειας, η πρώτη που συντελέστηκε, αλλά πολύ χρόνοα αφιέρωσε και στη μετάφραση της Ιλιάδας. Συγχρόνως μελέτησε και δημοσίευσε δοκίμια για μείζοντες νεοέλληνες ποιητές και πεζογράφους, επιμένοντας σε εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Από το 1971 σταθερός επιφυλλιδογράφος στην κυριακάτικη έκδοση του Βήματος, υπήρξε σταθερός συνεργάτης και του BooksJournal. Πέθανε στις 12 Ιουλίου 2016, σε ηλικία 87 ετών.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά