Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

«To υπέροχο ψηλαφητό σκοτάδι»*

Κατηγορία Ποίηση
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Ποίηση Τεύχος 65
6 Φεβρουαρίου 1939. Ο Γ.Χ. Ώντεν (δεξιά) φωτογραφίζεται μαζί με τον φίλο και ομότεχνό του Κρίστοφερ Ίσεργουντ. 6 Φεβρουαρίου 1939. Ο Γ.Χ. Ώντεν (δεξιά) φωτογραφίζεται μαζί με τον φίλο και ομότεχνό του Κρίστοφερ Ίσεργουντ. Carl Van Vechten / Library of Congress

W.H. Auden, Πένθιμο μπλουζ, μετάφραση από τα αγγλικά: Ερρίκος Σοφράς, Κίχλη, Αθήνα 2015, 72 σελ.


Η μεταφραστική περιπέτεια του Ερρίκου Σοφρά στη χώρα του Ώντεν είναι υποδειγματική. Η δεξιότητά του συμβάλλει ώστε να λιγοστέψει το πηχτό, «ψηλαφητό σκοτάδι» που περιβάλλει ακόμη στη χώρα μας έναν από τους μείζονες ποιητές του 20ού αιώνα.



Αll I have is a voice

To undo the folded lie

W. H. Auden, «September 1, 1939»

 

Ας διευκρινίσω εξ αρχής ότι μιλώ όχι ως ειδήμων του Ώντεν ή της αγγλοαμερικανικής ποιητικής παράδοσης, αλλά ως φίλη του Ερρίκου Σοφρά. Είναι χαρά να βλέπεις έναν αλλοτινό φοιτητή σου (από τους καλύτερους μάλιστα) να εξελίσσεται συνεχώς και να ανθίζει: χρόνια τώρα παρακολουθώ την πορεία του με ενδιαφέρον, καθώς από πολύ νωρίς είχε αρχίσει να διαμορφώνει, να ακονίζει και να καλλιεργεί την κριτική του συνείδηση και τη γλωσσική του ευαισθησία. Ολιγογράφος από επιλογή, ο Ερρίκος είναι σαρωτικός και ενήμερος αναγνώστης· έτοιμος να συστήσει το καινούργιο που κυκλοφορεί και το οσφραίνεται αμέσως, αλλά και να προτείνει (εμμονικά πολλές φορές, όμως εννιά φορές στις δέκα σε πείθει το πάθος και η γνώση του) κάτι παλαιότερο, ένα συγγραφέα, κάποιο ποίημα, ένα ζωγράφο, μια μετάφραση, μια κριτική, πράγματα που η καθημερινή τύρβη τα βγάζει από την προσοχή μας, τα λησμονούμε ή απλώς δεν τα γνωρίζουμε – και είναι ευλογία να έχεις τέτοιους φίλους-λαγωνίκες. Εν πάση περιπτώσει, θέλω να πω ότι εκείνο που διατυπώνει τόσο ποιητικά ο Μαγιακόβσκι:

 

            Για μια και μόνο λέξη / λιώνεις χιλιάδες τόνους / γλωσσικό μετάλλευμα [1]

 

ταιριάζει εντελώς στην περίπτωση του μεταφραστή που παρουσιάζουμε απόψε. Μετρημένες στα δάχτυλα οι ποιητικές του μεταφράσεις μέσα σε μια εικοσιπενταετία περίπου. Μας γνώρισε την ιαπωνική χάρη του Ζεάμι (Το φιλιατρό του πηγαδιού, Ροδακιό, 1992)[2], σταλάζοντας με ακρίβεια τις ελληνικές λέξεις πάνω στα άνθη της κερασιάς· μετά από χρόνια μελέτης και άοκνης έρευνας, ξεκλείδωσε υποδειγματικά την ερμητική ποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον ακολουθώντας σαν ευαίσθητος σεισμογράφος τους ρυθμούς και τις ταλαντώσεις των στίχων της (44 ποιήματα και 3 γράμματα, Ροδακιό, 2005)· μετέφρασε τα έξι «απαγορευμένα», λεσβιακά ποιήματα από τα μπωντλαιρικά Άνθη του κακού (Μεταίχμιο, 2009)· μας αποκάλυψε τον σκιερό και σκονισμένο λυρισμό του Σάντρο Πέννα, εγκάρδιου φίλου του Παζολίνι, ανθολογώντας 81 ποιήματα από το σύνολο του έργου του (Ο σκονισμένος ποδηλάτης, Ροδακιό, 2012). Κάθε μετάφρασή του, κάθε φορά, δεν είναι απλή διεκπεραιωτική εργασία – είναι καταβύθιση στον κόσμο του ποιητή, εγνωσμένη αναμέτρηση με τις δυσκολίες, τις παγίδες, τα όρια της μιας και της άλλης γλώσσας, διαπολιτισμική γνωριμία που κρίνεται στις φίνες λεπτομέρειες και τις απλές χειρονομίες, όπως φιλτράρονται μέσα από τη γλώσσα. Αν τον καταλαβαίνω καλά, ο Ερρίκος δεν είναι αισιόδοξος μεταφραστής· δεν νομίζω ότι θεωρεί πως τα πάντα είναι μεταφράσιμα – ότι μπορεί ο ίδιος να μεταφράσει οτιδήποτε. Δεν το έχουμε συζητήσει, αλλά νομίζω ότι κρατά κάτι από την αμφιθυμία ή την επιφυλακτικότητα του Σεφέρη μπροστά στις αντοχές και τις δυνατότητες της ελληνικής γλώσσας, στη μεταφρασιμότητα της ξενόγλωσσης ποίησης. Εξ ου και οι προσεκτικές επιλογές στο τι μεταφράζει, ο χρόνος και ο κόπος που αφιερώνει σε κάθε μεταφραστική περιπέτεια εγγίζουν τα όρια της τελειοθηρίας.

Τον Ώντεν που μας παρουσιάζει τώρα ανθολογώντας 12 ποιήματά του ξέρω ότι τον ετοιμάζει και τον μελετά χρόνια – η συνάφεια με το έργο του Σεφέρη και του Λορεντζάτου προφανώς τον έφερε από νωρίς στην πόρτα της ποίησής του. Το αποφασιστικό λάκτισμα ωστόσο δόθηκε με δύο σημαδιακές απώλειες, δύο θανάτους. Σε πρόσφατη συνέντευξή του (στην Τίνα Μανδηλαρά)[3] αποκαλύπτει:

 

Ήμουν καθηγητής στη Λέρο όταν έμαθα ότι πέθανε ο Ασλάνογλου [1996]. Και αντί να ανάψω ένα κερί, αποφάσισα να μεταφράσω το «Στη μνήμη του Γ(ουίλιαμ) Μπ(άτλερ) Γέητς», το οποίο αντίστοιχα έγραψε ο ΄Ωντεν όταν έμαθε τον θάνατο του Γέητς το 1939.

 

Γενναία απόφαση, αν συλλογιστεί κανείς ότι το ποιητικό ανάστημα του Ώντεν είχε αναλάβει ήδη από το 1937-38 να το φέρει στα μέτρα της ελληνικής γλώσσας ένας Σεφέρης («Ισπανία 1937», «MuséedesBeauxArts, αντίστοιχα»)[4] και το παραδεχόταν η «δρακογενιά» του 1930 που, ουσιαστικά, μας εξοικείωσε με τον αγγλοσαξονικό μοντερνισμό. Η δεύτερη απώλεια, ο θάνατος το 2011 του Βασίλη Διοσκουρίδη, ψυχή  του Εκηβόλου και του Ροδακιού, έδωσε την αφορμή στον Ερρίκο Σοφρά να προσθέσει στην προηγούμενη τριμερή ελεγεία για τον Γέητς ένα ακόμη επικήδειο ποίημα του Ώντεν, το «Πένθιμο μπλουζ», και να κοινοποιήσει πια τη χρόνια ενασχόληση με το έργο του. Μεταφρασμένα τα δύο ποιήματα κυκλοφόρησαν μαζί σε ένα κομψό φυλλάδιο το 2012, στην πρώτη επέτειο από τον θάνατο του Βασίλη Διοσκουρίδη και μοιράστηκαν στους φίλους του Ροδακιού.

Η τωρινή ανθολόγηση στις εκδόσεις Κίχλη περιλαμβάνει, εκτός από τις δυο παραπάνω ελεγείες, δέκα ακόμη από τα δημοφιλέστερα και αντιπροσωπευτικότερα ποιήματα του Ώντεν. Τα περισσότερα ανήκουν στη συλλογή ΑnotherTime (1940), την πρώτη με την οποία εμφανίζεται στο αμερικανικό κοινό, λίγο μετά την εγκατάστασή του στη Νέα Υόρκη το 1939. Είναι ποιήματα του καιρού και του τόπου τους: γραμμένα επί το πλείστον στη γηραιά ήπειρο ανάμεσα στα 1936 και 1939, απηχούν τα ταραγμένα χρόνια της Ευρώπης, την εντεινόμενη δυσφορία μπροστά στο φάσμα ενός γενικευμένου πολέμου και τη διάλυση των διαπροσωπικών σχέσεων. Ένας υπόκωφος και νέος λυρισμός που παίζει ανάλαφρα ανάμεσα στην εγγύτητα και την απόσταση από τις καταστάσεις, τις συγκυρίες, τους ανθρώπους, εναλλάσσοντας ρυθμούς, ασκούμενος σε σταθερές φόρμες (σονέτο, βιλανέλα) και προσφεύγοντας σε χαλαρότερες έως και ελευθερόστιχες λύσεις. Πρόκειται για την πιο μεστή και συνάμα πειραματική συλλογή του, κατά πολλούς μελετητές, καθώς συγκεντρώνει στοχαστικά και πολιτικά ποιήματα («Ισπανία 1937», «ΜuséedesBeauxArts, «1η Σεπτεμβρίου 1939», «Προσφυγικό μπλουζ»), μικρές βιογραφικές βινιέτες-hommages για τον Ρεμπώ τον Βολταίρο, τον Φρόυντ και άλλους, ποιήματα ερωτικά («Νανούρισμα», «Μα τι ’ναι αυτό που το λένε αγάπη;») – τραγούδια «της πολιτείας και της μοναξιάς», όπως τα χαρακτηρίζει ο Σοφράς, χαμηλόφωνα, τρυφερά ή πικρόχολα, ειρωνικά, σχεδόν σαρκαστικά. Εκτός της πολυφωνικής αυτής συλλογής (Another Time), ανθολογούνται εδώ τέσσερα άλλα ποιήματα από την πλούσια γκάμα του Ώντεν, το πρώιμο «Who’s Who», «Αν γινότανε να σου το πω» (If I could tell you), η διάσημη «Πτώση της Ρώμης» (The Fall of Rome), «Αυτός που πιο πολύ αγαπάει» (The more loving one).

 

Οξφορδιανός, κοσμοπολίτης, αντιρομαντικός

O Ώντεν είναι δύσκολος και απαιτητικός: μπορεί να φαίνεται πως ακολουθεί χαρτογραφημένη πορεία, ας πούμε στα μοντερνιστικά χνάρια του Έλιοτ (1868-1965) ή του Γέητς (1865-1939), αλλά στην ουσία σκάβει δικό του δρόμο, χειραφετημένος ιδεολογικά και τεχνοτροπικά από τους μέντορές του. Επιβάλλεται πρωτοεμφανιζόμενος ως αριστερόφρων και επιδραστικός νέος ποιητής, ο επιφανέστερος της γενιάς του, κινούμενος στον φροϋδομαρξιστικό γαλαξία και συσπειρώνοντας γύρω του σημαντικούς ομοτέχνους (ό,τι χαρακτηρίστηκε από ορισμένους «the Audengroup», ο Isherwood, ο Spender, ο MacNeice, μεταξύ άλλων)· οξφορδιανής παιδείας, λόγιος, διανοούμενος ποιητής, κοσμοπολίτης και στρατευμένος στα κοινωνικά προπολεμικά οράματα, θα γευτεί τη βερολινέζικη αταξία και ανησυχία του 1928-29, θα λάβει για λίγο μέρος στον ισπανικό εμφύλιο (1937) και θα ταξιδέψει ώς την Κίνα (1938) καταγράφοντας εμπειρίες από τη σινο-ιαπωνική σύρραξη. Μετά λόγου γνώσεως, λοιπόν, όχι ως λιποτάκτης αλλά ως στοχαστική και διόλου μαινόμενη Κασσάνδρα, βλέποντας τα σύννεφα του ολοκληρωτισμού να μαζεύονται πάνω από την Ευρώπη, κάνει το αντίστροφο ταξίδι από τον Έλιοτ: φεύγει στις αρχές του 1939 για τις ΗΠΑ, επιλέγει νέα θετή πατρίδα, τη φιλελεύθερη Αμερική, αναθεωρώντας εν μέρει τις αριστερές τάσεις του και στρεφόμενος σε μια βαθύτερη ηθική, υπαρξιακή τελείωση. Το 1946 θα λάβει την αμερικανική υπηκοότητα· αντίστροφα, ο Αμερικανός Έλιοτ στον προηγούμενο μεγάλο πόλεμο αποβιβάστηκε στην Αγγλία, την επέλεξε ως νέα πατρίδα, ευθυγραμμίστηκε με τη συντηρητική της παράδοση, ασπάστηκε το αγγλοκαθολικό δόγμα, διοχετεύοντας κάπως οξύμωρα όλη τη ριζοσπαστικότητα και την ανατρεπτική του διάθεση στην ποιητική του τεχνοτροπία. Ο Ώντεν γοητεύεται από τον μοντερνισμό του Έλιοτ καθώς και του Γέητς, χωνεύει τις καινοτομίες τους, αλλά δίχως τα μεταφυσικά ή οραματικά πετάγματά τους, μολονότι αργότερα και σταδιακά ρέπει και ο ίδιος προς τη θρησκευτική αναζήτηση. Είναι όμως εμφανώς πιο χθόνιος, πιο ανθρώπινος στη συνολική κοσμοθεωρία του, του δόγματος μιας Realpolitik, θα λέγαμε, αντιρομαντικός και με ενεργή κοινωνική συνείδηση (όχι στενά πολιτική ή κομματική), πιο ερωτικός, με μεγαλύτερη άνεση στη γλωσσική, θεματική και τεχνοτροπική ποικιλία και εναλλαγή και με τεράστια πειραματική τόλμη – εξ ου και ασκήθηκε σε παντοειδείς ελεύθερες επιλογές, δεσμευόμενος κάθε φορά από τους κανόνες που επιβάλλει η συγκεκριμένη φόρμα (δράμα, ωδή, λιμπρέτο, ορατόριο, ελεγεία, σάτιρα, βιογραφική μινιατούρα ή πεζό ποίημα, έμμετρος στίχος ή ελευθερόστιχες μορφές). Ο Ώντεν, όπως λέει παραστατικά ένας συστηματικός μελετητής του, πρόσθεσε στον μοντερνισμό μια πέμπτη ταχύτητα, αφομοιώνοντας ξέφρενα ιδέες και ποιητικές τεχνογνωσίες, δίχως ελιτισμό ή στρυφνότητα, αναζητώντας εμμονικά και επιτυγχάνοντας σε μεγάλο βαθμό ένα άλλο ήθος, μια νέα ποιητική εντιμότητα, μια ενσυνείδητη συνέπεια και ταπεινή αλληλεγγύη στα ανθρώπινα – τα σοβαρά και τα ελαφρά.[5] Η πολυπλοκότητα της νέας συνδεσμολογίας είναι κυρίως εκείνη που δημιουργεί τις αναγνωστικές δυσκολίες στην ποίησή του. Πολυσύνθετος μηχανισμός που κρύβει πίσω από μια οικονομημένη, υπολογισμένη απλότητα τις μυστικές καινοτομίες της – σαν τις επαναστατικές συσκευές τελευταίας τεχνολογίας που μπαίνουν ξαφνικά στη ζωή μας και την αναστατώνουν εωσότου εξοικειωθούμε με τη χρήση και τη λειτουργία τους.

Όλα αυτά τα εκθέτει με υποδειγματική οικονομία λόγου ο Ερρίκος Σοφράς στην ολιγοσέλιδη εισαγωγή του, αφιερώνοντας και μερικά σχόλια, στοιχειώδη και χρηστικά, σε έκαστο ποίημα από τα δώδεκα που μεταφράζει. Η μαεστρία του φαίνεται στη μεταφραστική διαδικασία, στην επιλογή των λέξεων που πασχίζουν να σώσουν τις εικόνες, τα χρώματα, τα ακούσματα του πρωτοτύπου. Έμμετρες οι περισσότερες μεταφράσεις, προσπαθούν να κρατήσουν τις συμβάσεις, τις αντιφάσεις ή και τα αδιέξοδα της αρχικής σκηνοθεσίας, να αποδώσουν το σονέτο ως σονέτο, ομοιοκατάληκτο δεκατετράστιχο, να μεταφέρουν αλώβητο τον τόνο του ερωτικού εγκωμίου ή τον σπαραγμό του πένθους. Αναδεικνύονται οι φίνες λεπτομέρειες, που αναφέραμε προηγουμένως. Π.χ. οι χρωματικές αντιθέσεις στο «Πένθιμο μπλουζ» που χαρίζει και τον τίτλο στο παρόν ανθολόγιο:

 

                        […] Μαβιές κορδέλες βάλτε στ’ άσπρα περιστέρια,

                        μαύρα γάντια οι τροχονόμοι έχουν στα χέρια.

                        Ανατολή και Δύση μου, Βορρά και Νότε,

                        χαρά της Κυριακής, της εβδομάδας μόχθε,

                        ήσουν φωνή, τραγούδι μου, μέρα, σκοτάδι·

                        πίστευα αιώνια την αγάπη. Μα ήταν πλάνη…

 

Ή η ευρηματική εικόνα στην «Πτώση της Ρώμης» που διατηρεί την ενάργειά της και στα ελληνικά:

 

                        Δίχως υπάρχοντα και δίχως λύπη,

                        μικρά πουλιά με κόκκινα ποδάρια,

                        απ’ της φωλιάς τ’ αυγά και τα χορτάρια,

                        βλέπουν την πόλη άρρωστη απ’ τη γρίππη.

 

Η επιλογή της λέξης είναι αυτοσκοπός

Ο μεταφραστής, λέγεται, είναι διαρκώς σε αναζήτηση της ποιητικής ισοδυναμίας.

Θα επαναλάβω εδώ κάποια αυτονόητα και τετριμμένα: η επιλογή της λέξης στην ποίηση είναι αυτοσκοπός. Αν στην καθημερινή γλωσσική μας επικοινωνία η λέξη είναι απλός διάμεσος, όχημα, αχθοφόρος του νοήματος, στην ποιητική πράξη χάνει τη διαφάνειά της, ανακτά την αρχική της πύκνωση, γίνεται ψηλαφητή, απτή, αιχμηρή, προβάλλει αντιστάσεις. Εδώ η λέξη λειτουργεί περισσότερο ως δείκτης μιας βιογλωσσικής εμπειρίας, μιας ιδιαίτερης και αγωνιώδους σχέσης με τη γλώσσα: ο ποιητής, ως γλωσσοτεχνίτης, ανακωδικοποιεί τον κόσμο, δοκιμάζει συνεχώς τις αντοχές των γλωσσικών εργαλείων του, νομοθετεί ενίοτε στα όρια της γραμματικής και συντακτικής αυθαιρεσίας, αναζητώντας με πάθος την καίρια έκφραση, την ακριβόλογη διατύπωση της ευαισθησίας του. Εν ολίγοις, οι λέξεις αποτελούν το ιδιαίτερο βασίλειό του και διαμορφώνουν σταδιακά την ηθική της γραφής του. Αυτή η πάλη, ο παιδεμός για την κατάκτηση της ζητούμενης λέξης, απαιτείται και από τον μεταφραστή που θα μετακενώσει το ποιητικό κείμενο σε μιαν άλλη γλώσσα· οφείλει να κάνει το αντίστοιχο ταξίδι, να υποβληθεί στην ίδια δοκιμασία προκειμένου οι κοινόχρηστες λέξεις να γίνουν πράγματα, μοναδικά χειροτεχνήματα του λόγου. Όταν μάλιστα συμβαίνει (όπως εν προκειμένω) να εμπλέκονται οι δύο διαδικασίες (ποιητής μεταφράζει ποιητή), ο μεταφραστής υποτάσσει τις δικές του εμμονές, πειθαρχεί στις ευρετικές αυθαιρεσίες του πρωτοτύπου, επιχειρεί να τις διασώσει όσο και όπως μπορεί, σέβεται δηλαδή τον γλωσσικό κόσμο του ομοτέχνου και αγωνιά να βρει την πλήρη, ει δυνατόν, ισοδυναμία του στον νέο κώδικα. Η πιστότητα στο πρωτότυπο με αυτούς τους όρους είναι το πρώτο μέλημα του μεταφραστή και η δουλειά του είναι μια δύσκολη ισορροπία (ή μάλλον σχοινοβασία) ανάμεσα στο ιδιόφωνο και το αλλόφωνο, που δεν καταργεί τις ιδιαιτερότητές τους αλλά τις διατηρεί, τις αναδεικνύει και τις προβάλλει.[6]

Ο Ερρίκος Σοφράς, όπως σε όλα του τα μεταφραστικά ταξίδια, με αυτές πάνω-κάτω τις αρχές, μπαίνει και μας ξεναγεί στον κόσμο του Ώντεν. Μολονότι περιορισμένη η ανθολόγηση (δώδεκα όλα κι όλα τα ποιήματα, είπαμε), οι επιλεγμένες σταθμεύσεις του στην παραγωγή μιας τεσσαρακονταετίας αρκούν για να μεταδώσουν δειγματοληπτικά τις θεματικές και μορφολογικές σταθερές του Ώντεν, αλλά και την ποικιλοχρωμία που κυριαρχεί στην ποιητική του επικράτεια. Μοναδικά επίκαιρο τούτη τη στιγμή το «Προσφυγικό μπλουζ», δείγματος χάριν, διατρανώνει τη διαχρονική δραστικότητα της αυθεντικής ποίησης.

Στέκομαι σε δυο άλλες λεπτομέρειες όπου ο μεταφραστής επιβάλλει στη γλώσσα μας την εκδοχή του, παραβλέποντας τη λεκτική διαφοροποίηση του πρωτοτύπου, προτείνοντας την οπτική-απτική συνένωση που επιτείνει τη σφοδρότητα της εικόνας. Πρόκειται για το «ψηλαφητό σκοτάδι» που εντάσσεται στο τρίτο, καταληκτικό μέρος της ελεγειακής τριλογίας για τον Γέητς:

 

                        Ποιητή, κατέβα ώς το βυθό / σ’ ένα σκοτάδι ψηλαφητό,

                        με την αβίαστη φωνή σου / πάλι χαρά φέρε μαζί σου·

 

και αποδίδει έτσι το the bottom of the night του πρωτοτύπου. Το ίδιο «ψηλαφητό σκοτάδι» επανευρίσκουμε στο ποίημα «Αυτός που πιο πολύ αγαπάει»:

 

            Αν τ’ άστρα έσβηναν σ’ έναν αφανισμό / θα μάθαινα να βλέπω έναν άδειο ουρανό,

            να νιώθω το υπέροχο ψηλαφητό σκοτάδι / και να το συνηθίζω κάθε βράδυ.

 

μεταφέροντας εδώ την αίσθηση του totalblacksublime που φωτίζει σαν μαύρος ήλιος το πρωτότυπο. Δικαιούται να έχει και ο μεταφραστής τις σταθερές του, τις εμμονές του, αν δεχθούμε ότι η μετάφραση είναι αναδημιουργία, ότι στο τέλος της διαδικασίας της προκύπτει ένα νέο ποίημα, ένας νέος ποιητικός σπινθήρας από την επίμονη και επαναληπτική τριβή των λέξεων, των ξένων και των ιθαγενών.

Στεκόμαστε ακόμη στην ελεγεία για τον Γέητς, στο τρίτο και τελευταίο μέρος της. Διαβάζουμε τις δυο καταληκτικές στροφές:

 

            Σκάψε το στίχο και τη στροφή / κι αμπέλι κάμε την κόλαση,

            τραγούδα την αποτυχία / σ’ ένα μεθύσι από αγωνία·

            στης καρδιάς τη μαύρη ερημιά / ν’ αναβλύσει βάλσαμο ξανά,

            μάθε στην ελεύθερη ψυχή / μες στη φυλακή της πώς να υμνεί.

 

Γνώριμο το κλίμα τους στον έλληνα αναγνώστη από την καρυωτακική «Ευγένεια»:

 

            Κάνε τον πόνο σου άρπα. / Και γίνε σαν αηδόνι, / και γίνε σαν λουλούδι.

            Πικροί όταν έλθουν χρόνοι, / κάνε τον πόνο σου άρπα / και πέ τονε τραγούδι.

            Μη δέσεις την πληγή σου / παρά με ροδοκλώνια. / Λάγνα σου δίνω μύρα

– για μπάλσαμο – και αφιόνια. / Μη δέσεις την πληγή σου, / και το αίμα σου πορφύρα

           

             […]

            Κάνε τον πόνο σου άρπα./ Και δρόσισε τα χείλη / στα χείλη της πληγής σου.

            Ένα πρωί, ένα δείλι, / κάνε τον πόνο σου άρπα / και γέλασε και σβήσου.[7]

 

Προφανώς, δεν γίνεται λόγος για αιτιώδη συνάφεια εν προκειμένω· πρόκειται για καλλιέργεια ενός ποιητικού τόπου, της ποιητικής αλχημείας που μεταλλάσσει την αδυναμία σε δύναμη, θεραπεύει με αυτοΐαση το τραύμα και συμφιλιώνει τον πάσχοντα με το πένθος. Είναι σημαντικό όμως να εντοπίζουμε τή σύμπτωση δύο «μαέστρων της ελεγείας»[8] στο ίδιο μοτίβο, να τους ακούμε να συντονίζονται στο ίδιο μουσικό κλειδί, υπακούοντας σε μια μυστική, υπόγεια αλληλεγγύη.

Θα μπορούσαμε να μιλάμε για πολύ ακόμη βηματίζοντας προσεκτικά ανάμεσα στους στίχους του Ώντεν, όπως μας τους προτείνει ο Ερρίκος Σοφράς. Είναι πολλά τα σημεία στα οποία πρέπει να σταθεί ο αναγνώστης, να σκεφτεί, να συνδυάσει, να συνυπολογίσει τα όσα ξέρει και τα όσα μαθαίνει περιδιαβάζοντας σε καλούς ποιητικούς κήπους. Δεν μπορεί κανείς παρά να ευχηθεί να συνεχίσει τη μεταφραστική του περιπέτεια στη χώρα του Ώντεν, να βοηθήσει με τη δεξιότητά του ώστε να λιγοστέψει αυτό το πηχτό, «ψηλαφητό σκοτάδι» που περιβάλλει ακόμη στη χώρα μας έναν από τους μείζονες ποιητές του 20ού αιώνα.

 


* Το κείμενο εκφωνήθηκε στην Αθήνα (15/2/2016) σε εκδήλωση με αφορμή την παρουσίαση του Πένθιμου μπλουζ.

 

 

[1]Άρης Αλεξάνδρου, Διάλεξα (επιμ. Κ. Δρόσου), Κείμενα, Αθήνα, 1984.

[2]Το έργο του Ζεάμι ανέβηκε και στη θεατρική σκηνή από την Όλια Λαζαρίδου· τα Γράμματα της Ντίκινσον από την Άννα Κοκκίνου.

[3]Lifo (29/10/2015).

[4]Τώρα στις σεφερικές Αντιγραφές, Ίκαρος, 1965. Αργότερα, ο Κλείτος Κύρου θα αναλάβει να μεταφέρει στα ελληνικά εννέα ποιήματα του Ώντεν: Διαγώνιος (Ιανουάριος-Απρίλιος 1973). Πιο πρόσφατες μεταφραστικές απόπειρες από τον Χάρη Βλαβιανό, τον Γιώργο Κοροπούλη, τον Αντώνη Δεκαβάλλε, τον Θωμά Τσαλαπάτη.

[5]John Fuller, 1977.

[6]Βλ. αναλυτικά την επιχειρηματολογία στο μικρό σημείωμά μου για τον ποιητή-μεταφραστή Ρίτσο, «Σε αναζήτηση της ποιητικής ισοδυναμίας», Απηλιώτης, ηλεκτρονικό περιοδικό του ΕΚΕΜΕΛ, 2 (φθινόπωρο 2009).

[7]Η «Ευγένεια» [1920] ανήκει στα καρυωτακικά Νηπενθή, τη δεύτερη συλλογή του ποιητή (1921), ο οποίος επίσης διακρίθηκε ως λαμπρός ελεγειογράφος (Ελεγεία και Σάτιρες, 1927).

[8]Ο όρος Master of the elegy, φιλοτεχνημένος για τον ΄Ωντεν, ανήκει στον Seamus Heany.

Λίζυ Τσιριμώκου

Καθηγήτρια Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας του Τμήματος Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Έχει εκδώσει τη Λογοτεχνία της πόλης (1988), τον συγκεντρωτικό τόμο δοκιμίων Εσωτερική ταχύτητα (2000), τη σχολιασμένη αλληλογραφία του Γιάννη Ρίτσου με την Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου, Τροχιές σε διασταύρωση (2008).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά