Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Ο ποιητής (ανα)λυόμενος

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39
Ο Χάρης Βλαβιανός Ο Χάρης Βλαβιανός

Επάνοδος στο παλαιότερο έργο, κριτική αξιολόγηση και επαναπόδοσή του στο σήμερα, ώστε να επαναναγνωσθεί και να επανεκτιμηθεί: η συγκεντρωτική έκδοση τεσσάρων ποιητικών συλλογών, εξαντλημένων σήμερα,  του Χάρη Βλαβιανού, δίνει το στίγμα της ποιητικής του, όπως αποτυπώθηκε στη νεότητά του και εκδιπλώνεται ως σήμερα. Είναι το αποτύπωμα ενός ποιητή που προσπαθεί να δραπετεύσει από την προσωπικότητα και από το συναίσθημα, που ξεκινάει από το προσωπικό τραύμα, αλλά καταλήγει να εκφράσει μια ευρύτερη, βαθύτερη ευαισθησία του ανθρώπινου που δοκιμάζεται στον καιρό του.

Μια συγκεντρωτική ποιητική επανέκδοση, ακόμη και αν επιβάλλεται από μιας μορφής χρηστική αναγκαιότητα, αποτέλεσμα της εξάντλησης των συλλογών που τη συναποτελούν, φέρει εξ ορισμού μια επιπλέον διάσταση, συνδεόμενη με την ανάγκη του δημιουργού να επανέλθει στο έργο του, να το κρίνει και να το αξιολογήσει, με την απόσταση του χρόνου και με τα σημερινά κριτήριά του, να το αποδώσει στο σήμερα, υποβάλλοντάς το σε νέες κρίσεις, αναγνώσεις, προσεγγίσεις.

Πόσο μάλλον, όταν ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει, τυχαίνει να ισούται με μια στρογγυλή δεκαετία από τότε που εκδόθηκε η πιο πρόσφατη από τις επιμέρους συλλογές, περίοδο εξίσου απομακρυσμένη και κοντινή, ώστε να επιτρέπει και να επιζητά επανατοποθέτηση του έργου, αλλά και να διατηρεί διαυγείς, προσιτές, ζωντανές στη μνήμη τις αρχικές συνθήκες γραφής, εντάσσοντάς τες, εξελικτικά, στην επακόλουθη πορεία του δημιουργού. Με δυο λόγια, μια τέτοια έκδοση επέχει θέση χρονικού δείκτη και σημείου καμπής, ισορροπώντας ανάμεσα στο παρελθόν (της γραφής) και το παρόν (της έκδοσης), δρομολογώντας ταυτόχρονα και το δυνητικό μέλλον που εμπεριέχει.

Διαπερνώντας αυτές τις πρώτες, βασικές, κοινοτοπίες και φτάνονταςστην Εύθραυστη επικράτεια των λέξεων (εκδ. Νεφέλη), που συγκεντρώνει τέσσερις ποιητικές συλλογές του Χάρη Βλαβιανού (γ. 1957), δημοσιευμένες από το 1991 έως το 2003, αντικρίζουμε, ήδη από το γαλάζιο εξώφυλλο, τις αντανακλάσεις πάνω στην επιφάνεια μιας παγωμένης λίμνης. Η ανάγνωση γίνεται έτσι επισφαλής περίπατος, όπου κάθε βήμα συνεπάγεται τους, εγγενείς στον έντεχνο λόγο, κινδύνους του σημασιολογικού και εκφραστικού πεδίου, αλλά και αποκαλυπτική εμπειρία: τι συμβαίνει κάτω από την παγωμένη επιφάνεια που διασχίζουμε; Η ζωή παραμένει διακριτή, ανοιχτή στο βλέμμα μας, αλώβητη, αν και προσαρμοσμένη σε συνθήκες χαμηλής θερμοκρασίας.

Η αίσθηση που αποκομίζουμε από τη Νοσταλγία των ουρανών (1991) είναι ότι πρόκειται για προοίμιο, κατά κάποιον τρόπο, της κατοπινής του εργασίας, επιστροφή στα θεμελιώδη του βίου και αναζήτηση ενός τρόπου καθαρά προσωπικού, πειστικού και εκφραστικά τελειωμένου. Παρότι η συλλογή διαπνέεται από τη διαπίστωση πως είναι μάταιο να προσπαθήσει κανείς ν’ αποδώσει κάτι από την όποια αρχική σύλληψη, καθώς ο κόσμος των ιδεών παραμένει, εν πολλοίς, πέρα από τα όρια της έκφρασης, και παρά τη δυσοίωνη και βαθιά απαισιόδοξη κατάληξή της, υπάρχει εδώ και κάτι το καταφατικό, κάτι που μοιάζει ν’ ανοίγεται.

Στις επόμενες τρεις συλλογές συναντούμε την επέκταση των ήδη διατυπωμένων προβληματισμών και την έμπρακτη προσπάθεια του ποιητή να τους διαχειριστεί. Το Adieu(1996), κατ’ αρχάς, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ποιητική αυτοβιογραφία, μυθοπλασία του εαυτού. Ο άγγελος της ιστορίας (1999), τίτλος αντλημένος από τον WalterBenjamin, έχει αναπόφευκτα στραμμένο το βλέμμα του προς το παρελθόν, αντικρίζοντάς το ως «μια και μοναδική καταστροφή». Πρόκειται για τον ίδιο τον Χ. Β., που επανέρχεται, λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα, για ν’ αναλογιστεί την ιστορία, την προσωπική του και τη παγκόσμια, και, μειδιώντας κυνικά, να την αφηγηθεί.

H OMΟΡΦΙΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Στην ακροτελεύτια συλλογή, την τοποθετημένη Μετά το τέλος της ομορφιάς (2003), θα δούμε, αποκρυσταλλωμένο πια, ως προς την περιπλοκή των εκφραστικών μέσων και της ποιητικής στοχοθεσίας, το ώριμο ύφος που συναντούμε και στις μεταγενέστερές του συλλογές. Αν τα δύο κεντρικά ζητούμενα της ποίησης, που συγκλίνουν και συνταυτίζονται, είναι η ομορφιά και η αλήθεια, για να θυμηθούμε και τον πασίγνωστο στίχο του JohnKeats, ο Βλαβιανός έρχεται εδώ να τα διαπραγματευτεί εκ νέου, αποδεχόμενος πρωτίστως την αποδυνάμωση και την εννοιολογική διάβρωση που έχουν υποστεί στο πλαίσιο της μετανεωτερικότητας. Η παραδοχή αυτή τον ωθεί να γράψει, π.χ., ότι «η ομορφιά δεν είναι το ζήτημα τώρα» και ότι «χορεύει αυτάρεσκα μέσα στα ερείπια του χθες», εκτεθειμένη στο «εξαντλημένο βλέμμα». Η αλήθεια, από την άλλη, δεν είναι παρά μια «μια κατάφαση θανάτου».

Για τις ανάγκες του κειμένου μας, ακολουθώντας το νήμα της ποιητικής αφήγησης, καθώς η τυπογραφική διάταξη του κειμένου υπογραμμίζει τη διαδοχική συνοχή των ποιημάτων, σαν να πρόκειται για ροή συνείδησης, θα ασχοληθούμε κυρίως με το πώς ορίζεται και εκφράζεται η φύση του ίδιου του ποιητή, η στάση του απέναντι στη δημιουργία, η αυτοεικόνα του εν δράσει, θα λέγαμε, σαν «αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο», για να δανειστούμε τον τίτλο του γνωστού έργου του JohnAshbery. Ο ποιητής, λοιπόν, στο εργαστήριό του, στοχαστικός, στην ηλικία ακριβώς που περνάει από τη νεότητα στην ωριμότητά του (από τα 34 έως τα 46 του) και στερεοποιεί τα χαρακτηριστικά της γραφής του, στοιχειοθετεί την ποιητική του και την θέτει σε εφαρμογή.

Όντας και ο ίδιος, ως υποκείμενο, εγγεγραμμένος στην αφήγηση, όπως αναφέρει το εναρκτήριο μότο του PauldeMan, διυλίζει το προσωπικό βίωμα, διερευνώντας τις μεθόδους με τις οποίες θα μπορούσε το μεταπλάσει σε ολοκληρωμένη ποιητική έκφραση. Είναι εκείνος που, όπως θα έλεγε ο T.S. Eliot, προσπαθεί να δραπετεύσει από την προσωπικότητα και από το συναίσθημα, που ξεκινάει από το προσωπικό τραύμα, αλλά καταλήγει να εκφράσει μια ευρύτερη, βαθύτερη ευαισθησία του ανθρώπινου που δοκιμάζεται στον καιρό του.

Και η μικροκλίμακα του ανθρώπινου είναι ασφαλώς ο οικογενειακός πυρήνας, πανταχού παρών και τυραννικά απών για τον Χ. Β. Δεν θα είναι βιογραφισμός, αν πούμε ότι απευθύνεται διαρκώς στα συγγενικά του πρόσωπα – εξάλλου, όπως γράφει και ο ίδιος, «στην ποίηση τίποτα δεν είναι αληθινό/ εκτός από τις υπερβολές του εγώ». Αναλυόμενος, λοιπόν, με συνειρμό ελεύθερο σ’ ένα «λεύκωμα αγάπης και απώλειας», αυτοπραγματώνεται, άλλοτε επινοώντας όψιμες τελετές ενηλικίωσης, άλλοτε δίνοντας τον λόγο στις γονεϊκές μορφές, άλλοτε, εκών άκων, σκοτώνοντάς τες για να υπάρξει. Αυτές οι «μήτρες» αναπαράγονται και στις δικές του σχέσεις, που εγκυμονούν την ακράδαντη πεποίθηση για το τέλος του έρωτα και τα σαθρά θεμέλια του γάμου.  Καθώς μαθαίνει πώς να συγκρατηθεί και πώς να χαμηλώσει τη θερμοκρασία του, διαχειριζόμενος πλέον την απόσταση και τον πόνο που, όπως γράφει, «σημαίνει αγαπάω», το ύφος του δίνει κάποιες φορές την εντύπωση του ψυχρού, του κυνικού, του αποστασιοποιημένου, με συσσωρευμένες «τόσες λέξεις που δεν έμεινε χώρος/ ούτε για ένα αληθινό αναφιλητό». Αυτό, ωστόσο, δεν είναι παρά μια μορφή αυτοάμυνας, στην οποία ανοίγουν οι ρωγμές μιας έως και συγκινητικής τρυφερότητας, ιδίως όταν πλάθει τις μορφές των δικών του παιδιών και τους απευθύνεται.

Επίμονος είναι ο διάλογός του με την ποιητική παράδοση, εντόπια και παγκόσμια. Ο έντεχνος λόγος προκύπτει, εξάλλου, μέσα από την εποπτεία των προγενέστερων κειμένων και τις ποικίλες χρήσεις που μπορεί να τους δώσει ο δημιουργός. Υπομνηματίζουμε το λογοτεχνικό παρελθόν, το διασκευάζουμε, το υπονομεύουμε, το ανακαινίζουμε, μεταφράζοντάς το στον τρόπο της εποχής μας. Ο Χ. Β., poetadoctus «μοιρασμένος ανάμεσα σε τρεις χώρες και τρεις γλώσσες», είναι λογικό να ισορροπεί ανάμεσα στο ελληνικό και το ξένο, θεωρώντας και τα δυο εξίσου οικεία. Δεν κρύβει τις εκλεκτικές του συγγένειες, πολλές από τις οποίες κατονομάζονται ευθέως και μετατρέπονται σε γόνιμη αναφορά και αγαπητική οικειοποίηση εντός του δικού του έργου. Συχνά απολογητικός –σαν Καλλίμαχος, απευθυνόμενος στους δικούς του Τελχίνες–, υποστηρικτής μιας «αποεθνικοποιημένης» τέχνης, που μόνο έτσι μπορεί να είναι «τυπικά σύγχρονη», όπως ισχυρίζεται ο FernandoPessoa σ’ ένα καίρια τοποθετημένο μότο, δεν λησμονεί πως το να είμαστε ό,τι γράφουμε προϋποθέτει αυτό που διαβάζουμε και μαζί του διαπλέκεται: και τα δυο μαζί συνιστούν την ποιητική προσωπικότητα στη διαλεκτική της υπόσταση.

ΔΙΕΚΔΙΚΩΝΤΑΣ ΝΕΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

Ο Χ. Β. επιδιώκει να διευρύνει τα όρια του ποιητικού πεδίου, ν’ αγγίξει και να διεκδικήσει νέες περιοχές, συνομιλώντας, μεταξύ άλλων, με τις εικαστικές τέχνες, τον φιλοσοφικό στοχασμό, τις επιστήμες. Τον παρακολουθούμε να θέτει ερωτήματα, ν’ αστειεύεται, να σαρκάζει και –κάπως ναρκισσιστικά– ν’ αυτοσαρκάζεται. Αντλώντας από ποικίλες πηγές, συλλαμβάνει και πραγματοποιεί τη μετατόπιση του μυθικού πεδίου, κατασκευάζοντας έτσι μια προσωπική μυθολογία, μια παράδοση ιδιωτικής χρήσεως. Πλάθει μια γλώσσα παλίμψηστη, χωρίς λυρισμούς και υπερβολές, «απλή, φυσική –αφοπλισμένη, πιο σωστά–» και γι’ αυτό πιο ανθρώπινη και πιο συγκαιρινή.

Διαπραγματευόμενος τη σχέση του με την πραγματικότητα που τον περιβάλλει, ο Χ. Β. την αντιμετωπίζει ως «μια αυθεντική επινόηση». Προσπαθώντας, επομένως, να κατακτήσει το εκφραστικό του όργανο, επιδιώκει ταυτόχρονα να επινοήσει εξαρχής τον κόσμο και ζητά «ένα ζωντανό πλαίσιο που να μπορεί να [τον] δεχτεί». Και η πρώτη ύλη του ποιήματος, αντλημένη από τον κόσμο, δεν είναι παρά τα ερείπια, τα χαλάσματα, τα κενά, τα χάσματα, τα ρήγματά του: η λήθη και η σιωπή, στην ιστορική και την προσωπική τους διάσταση. Αν είναι ειλικρινής, ο ποιητής, όπως τον ενσαρκώνει ο Χ. Β., δεν μπορεί να νιώσει κάτι παραπάνω από «ηλιόλουστες τύψεις», ενώ «τα καυτά δάκρυα» της τέχνης του «στεγνώνουν προτού καλά καλά σχηματιστούν». Τραγική θα είναι, εντέλει, μόνο «η αδυναμία μας/ να συλλάβουμε τον εαυτό μας στην τραγικότητά του», καταδικασμένοι στην πλήξη, την κενότητα του βίου, «την επιφάνεια των πραγμάτων».

Έστω, όμως, και αν ο Χ. Β. ισχυρίζεται ότι «τα ποιήματα δεν μπορούν/ (...)/ να σταθούν έξω από τις λέξεις/ και να παρακολουθήσουν τη ζωή» και ότι η ποίηση «εκτοπίζει την εξωτερική ζωή/ [και] την υποβαθμίζει πάντοτε σε απλό συμβάν», αυτό που συντελείται, απ’ αρχής μέχρι τέλους, είναι ένας διαρκής, ενσυνείδητος, κάποιες φορές απεγνωσμένος, άλλες φορές νηφάλιος, διάλογος με την πραγματικότητα, συνυφασμένος με τη γραφή, ενσωματωμένος μέσα της. Κατορθώνοντας έτσι να διαπεράσει το κέλυφος του ποιήματος, ανέπαφη, συμπυκνωμένη στην ουσία της, η ζωή φτάνει ως εμάς, εντοπισμένη στην αδιόρατη αναπνοή της μικρότερης λεπτομέρειας, την ώρα εκείνη που κάποιος θα σκύψει για να μαζέψει «ένα ξερό φύλλο από το κεφαλόσκαλο./ Το φύλλο της πραγματικότητας./ Το εξαίσιο ποίημα του αληθινού».

Γιάννης Δούκας

Γράφει ποίηση. Βιβλία του: Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα (2001), Στα μέσα σύνορα (2001), που τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή του Διαβάζω, και Το σύνδρομο Σταντάλ (2013)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Καβαφομαχία Ο Κάφκα χωρίς τα κλισέ του

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά