Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Καβαφομαχία

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39

Οι εορτασμοί για τα εκατόν πενήντα χρόνια από τη γέννηση του Καβάφη και τα ογδόντα από τον θάνατό του σηματοδοτούν, αν μη τι άλλο, διάρκεια. Και είναι ειρωνεία το ότι οι στραμμένοι προς το μέλλον σπουδαίοι μεσοπολεμικοί λογοτέχνες μας (Σεφέρης, Ελύτης, Γκάτσος, Παπατσώνης, Καζαντζάκης, Θεοτοκάς, Σαραντάρης) έκριναν πως η ποίηση του Αλεξανδρινού ήταν, όπως το διατυπώνει ο Κουτσουρέλης (που συντάσσεται με την άποψή τους), «ένας κόσμος περίκλειστος, στραμμένος προς το παρελθόν».

Βιβλία˙ δελτία˙ αρχεία˙

     δοχεία του χρόνου,

της μνήμης εργόχειρα,

     πόθοι ευσεβείς.

                          Κ. Κουτσουρέλης

«Ο Καβάφης είναι ένας από τους μάστορες της “αποστασιοποίησης”, η οποία, μαζί με την ιστορικήν αίσθηση, παραστέκεται σε κάθε μείζονα ποιητή που δεν είναι μόνο λυρικός αλλά και δραματικός». Αυτό το σχόλιο του 1967 του μεγάλου καβαφιστή Γ. Π. Σαββίδη αποτελεί πρωθύστερη απάντηση στο πρόσφατο δοκίμιο  του Κώστα Κουτσουρέλη, Κ. Π. Καβάφης (Μελάνι, 1913): πρώτον, διότι υπογραμμίζει τον μοναδικό συγκερασμό λυρικού υποκειμενισμού και δραματικής αποστασιοποίησης, παροντικής συνείδησης και εποπτικής ιστορικής θέασης, που χαρακτηρίζει την καβαφική ποίηση˙ δεύτερον, διότι αναγνωρίζει στον Καβάφη έναν μείζονα ποιητή. Αυτή την εικόνα του Αλεξανδρινού επιχειρεί ν’ αποκαθηλώσει κομμάτι-κομμάτι ο Κουτσουρέλης, επιστρατεύοντας την εντυπωσιακή ευστροφία του, την εμπειροπόλεμη ευγλωττία του και το εικονοκλαστικό πείσμα του προκειμένου να βάλει τον Καβάφη και τους απανταχού καβαφόφιλους στη θέση τους.

Θαρραλέο εγχείρημα, ιδίως σε εποχή επετειακών εορτασμών και κατά συρροή ευλαβών αγιογραφήσεων. Θαρραλέο και πολλαπλώς ωφέλιμο, διότι μας ξυπνά από την εικονολατρική νάρκη, επερωτά την πίστη μας στο καβαφικό μέγεθος και μας… ανάβει τα αίματα. Πλην όμως, εγχείρημα αμφίβολης πειστικότητας, καθότι ο Κουτσουρέλης αυτοεγκλωβίζεται σε στενούς δογματικούς κορσέδες και, στη μαξιμαλιστική του προσπάθεια να αποδομήσει και τούτο και εκείνο –κάθε πτυχή ανεξαιρέτως του ποιητικού ύφους και ήθους του Καβάφη–, δεν αποφεύγει τις αντιφάσεις, επιτομή των οποίων είναι το ότι θεωρεί, μολαταύτα, τον Αλεξανδρινό «σπουδαίο» (σ. 37). Διερωτάται κανείς σε ποια βαθμίδα της καθοδικής κλίμακας τελειώνει το «μείζων» και αρχίζει το «σπουδαίος».

Σε μια πρόσφατη συζήτηση για το ανά χείρας δοκίμιο, ο Άρης Μπερλής υποστήριξε ότι η κριτική δεν είναι εν τέλει παρά η «συστηματοποίηση του υποκειμενικού». Κάτι τέτοιο λέει και ο Άσενμπαχ (ο κεντρικός ήρωας του Τόμας Μαν στο μυθιστόρημα Θάνατος στη Βενετία)για τους αναγνώστες γενικότερα: «ο λόγος της επιδοκιμασίας τους είναι κάτι αστάθμητο, δηλαδή η συμπάθεια». Εφ’ όσον όμως αυτό ισχύει, τότε ισχύει και το αντίστροφο: το δοκίμιο του Κουτσουρέλη θα μπορούσε να θεωρηθεί η συστηματοποίηση της αντιπάθειάς του για το πρόσωπο και το έργο του Αλεξανδρινού και μια προσπάθεια να βρεθούν κριτήρια, ποιητικά και εξωποιητικά, που να εξορθολογίζουν και να αιτιολογούν το κατ’ εξοχήν ανορθολογικό και αναιτιολόγητο – την πηγαία, σχεδόν ενστικτώδη απώθηση.

Κριτήρια τα οποία ο Κουτσουρέλης στηρίζει σε αξιωματικές αλήθειες, σε θέσφατα που, κατά την άποψή του, δεν χρήζουν καν απόδειξης. Όπως, φέρ’ ειπείν, ότι η πεσιμιστική κοσμοαντίληψη και η παρακμιακή αισθητική δεν μπορεί να δώσουν σπουδαία ποίηση, δηλαδή ποίηση ρωμαλέα και υψιπέτιδα (σαν την ποίηση του Σολωμού, του Παλαμά ή του Σικελιανού).

Ο Κουτσουρέλης καταγγέλλει την απουσία στον Καβάφη ποιητικο-ηθικού σφρίγους. Και είναι τόσο θεμελιώδες αυτό το προαπαιτούμενο του σφρίγους, που επέχει θέση αναθεωρητικού ποιητικού μανιφέστου, το οποίο στόχο έχει, ως φαίνεται, να ανατρέψει όχι μόνο την καβαφική ποιητική, αλλά και μέγα μέρος της λογοτεχνικής θεωρίας και πρακτικής των τελευταίων αιώνων. Με πιθανές επιρροές από τον καντιανό ιδεαλισμό, αλλά και από τον Νίτσε, μύστης εδώ της απολλώνιας αρμονίας, εκεί της διονυσιακής έξαρσης, εδώ  της δομής, εκεί της δύναμης, ο δοκιμιογράφος θεωρεί τη χαλάρωση των μορφικών ποιητικών κανόνων αισθητικά καταδικαστέα και την απαισιοδοξία στην τέχνη ηθικά επιλήψιμη.

Απ’ την καβαφική πόλη, παρατηρεί ο Κουτσουρέλης, «λείπει η νίκη, η δύναμη, η επιτυχία […] και από το καβαφικό τοπίο του χρόνου απουσιάζει η διάσταση του αύριο, το μέλλον». Και συμπληρώνει ότι «ο ιδανισμός, ο Ουρανός, η έφεση προς την ουτοπία ακόμη, είναι στοιχεία της ανθρώπινης κατάστασης και, ως τέτοια, μοτίβα λογοτεχνικά αναφαίρετα […] Αφαιρέστε απ’ την τέχνη την προσδοκία του Παραδείσου, του όποιου Παραδείσου, και θα πάρετε έναν πτοημένο νατουραλισμό. Στερήστε της τον οίστρο της ουτοπίας και θα σας μείνει ένα φτωχό βιβλίο συμβάντων» (σσ. 39-40).

«Μοτίβα λογοτεχνικά αναφαίρετα»; Ο ιδανισμός είναι τέκνο της πλατωνικής μεταφυσικής, με αμέτρητους επιγόνους, από τη μεσαιωνική θεοκρατία έως τον συμβολισμό, από τον κλασικισμό έως τον μαρξιστικό ουτοπισμό, ακόμη και τον υπερρεαλισμό. Υπάρχουν, όμως, και πλήθος αντιπαραδείγματα, από τον Λουκρήτιο έως πέρα απ’ τον Μπέκετ. Ο αντι-ιδεαλισμός ή ο αντι-ρομαντισμός, η απαισιοδοξία, η πικρή ειρωνεία δεν ταυτίζονται με τον νατουραλισμό, πόσω μάλλον τον «πτοημένο», ούτε με τη ρεαλιστική πεζότητα. Πέραν του ότι η ουτοπία δεν είναι πάντοτε «ιδανική», υπάρχει ο οίστρος της δυστοπίας, της εκ-τοπίας ή της α-τοπίας. Υπάρχει ο πεσιμιστικός ιδεαλισμός του Σοπενάουερ και η θεμελιακή ιδέα του της αιώνιας επανάληψης του παρελθόντος στο παρόν, εμπνευσμένη από τον Εκκλησιαστή («καί οὐκ ἔστι πᾶν πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον») – μια αντι-εξελικτική θεωρία που επηρέασε τα πλείστα fin-de-siècle ιδεαλιστικά αισθητικά ρεύματα και που λανθάνει στην καβαφική αντίληψη της ιστορίας.

Προδίδει, πάντως, η κριτική του Κουτσουρέλη το πάγιο αίτημα του «ύψους», που στοιχειώνει τον δυτικό λογοτεχνικό κανόνα και που ανατρέχει στην περίφημη διαμάχη των αριστοφανικών Βατράχων μεταξύ του Αισχύλου (που «πύργωσε» λόγια μεγαλόπρεπα) και του Ευριπίδη (που έντυσε τους βασιλιάδες με κουρέλια).

Ο Κουτσουρέλης υποστηρίζει  ότι ο Αλεξανδρινός (σαν άλλος Ευριπίδης;) δεν ενοικεί στα δώματα της μεγαλόπνοης θεματικής και του υψηλού ρήματος, ότι η ζωή του και η αισθητική του είναι, πώς να το πω: χαμηλοτάβανη˙ ότι «όπως όλοι οι κάπως μονόχνωτοι ρεαλιστές, υποτιμά τη δύναμη της βούλησης» και ότι «την προσοχή του τραβούν μονάχα οι μεγάλες απώλειες, οι βέβαιες πτώσεις» (σ. 40)˙ ότι, έχοντας επίγνωση πως «στον ρόλο του λυρικού βάρδου υστερεί αθεράπευτα», αναγκάζεται να επινοήσει με τα ταπεινά υλικά του ένα είδος δραματικής (σχεδόν επιθεωρησιακής) πεζοποίησης και να σκηνοθετήσει «μικρά σκηνικά επεισόδια, γρήγορα δραμολέττα» (σσ. 36-37).

Αν το αίτημα του ύψους παραμένει υπόρρητο,  το συναφές του μεγέθους προβάλλεται απερίφραστα: «μεγάλος δεν είναι απλώς ο άριστος ή ο επιφανής, αλλά εκείνος που δίπλα στα επιτεύγματά του έχει να επιδείξει και το απαιτούμενο μέγεθος» (σσ. 81-2). Είναι ο «πλήρης, ο ολοκληρωμένος δημιουργός», βάσει των κριτηρίων που θέσπισε ο ποιητής  Γ. Χ. Ώντεν, προκειμένου να διαχωρίσει τους μείζονες από τους ελάσσονες (ποιητές): πολυγραφία,  θεματο-τεχνουργική ποικιλομορφία,  στιχουργική δεξιοτεχνία, πρωτοτυπία και προοδευτική ωρίμαση της γραφής.

Εξ αυτών, ο Αλεξανδρινός δεν πληροί, παρατηρεί ο Κουτσουρέλης, παρά μόνο το τέταρτο κριτήριο της πρωτοτυπίας, που δεν συνιστά, ως φαίνεται, ούτε ικανό ούτε καν αναγκαίο όρο για να συμπεριληφθεί στην τάξη των μειζόνων. Αν όμως ο ποιητής κατατάσσεται στους ελάσσονες, ποιοι άλλοι συναθροίζονται σ’ αυτή την κατηγορία; Σίγουρα όχι ο Όμηρος, ο Μίλτον, ο Γκαίτε ή ο Ουγκώ. Μήπως τότε η Σαπφώ, ο Ρεμπώ ή ο Κάφκα; Μήπως να δεχτούμε ότι είναι αυτοί ελάσσονες;

Δεν είναι μεγάλος ο Καβάφης, συνοψίζει εν τέλει ο δοκιμιογράφος, αφού «μ’ όλη την αξία του είναι δημιουργός που κινείται αυταπόδεικτα σε μικρότερη, ελάσσονα κλίμακα» (σ. 91). Αλλά, αυτή η παρεμπίπτουσα αναγνώριση της καβαφικής «αξίας» μοιάζει μάλλον με ρητορική προφύλαξη, τόσο ο Κουτσουρέλης δυσκολεύεται να θεωρήσει τον Καβάφη ακόμη και ελάσσονα, ακόμη και απλώς ποιητή: «Σε πείσμα της ελάχιστα διαφωτιστικής μας συνήθειας να ονοματίζουμε αδιαφόριστα ποιητές όλους όσοι έτυχε να συνθέτουν τα έργα τους σε στίχους, ο σπουδαίος Αλεξανδρινός στις ευτυχισμένες του στιγμές υπήρξε πριν και πάνω απ’ όλα ένας επινοητής προσώπων, ένας συγγραφέας χαρακτήρων: ένας writeroffiction» (σ. 37). Μετρημένη με το υποδεκάμετρο, τούτη η διατύπωση δεν καταφέρνει να κρύψει μια βαθύτερη πεποίθηση, που «σκάει μύτη» σαν επιστροφή του απωθημένου: ότι ο Καβάφης δεν ανήκει πραγματικά στον Ιερό Λόχο των ποιητών, ούτε καν «στις ευτυχισμένες του στιγμές». Γιατί, όπως και να το κάνουμε, ένας writeroffiction, ένας μυθιστοριογράφος, δεν χρίεται ποιητής, ει μη μόνον καταχρηστικά. 

Επιπλέον, ο Κουτσουρέλης υποστηρίζει ότι ο Καβάφης δεν είχε έμφυτη ποιητική κλίση, αναγκάστηκε λοιπόν να την επινοήσει, να επινοήσει δηλαδή exnihilo τον εαυτό του – και δη εξαρνούμενος εαυτόν:  «ποιητής ατάλαντος σε βαθμό σκανδαλώδη στα πρώτα του βήματα, αλλά και προικισμένος με πείσμα και επιμονή ασυνήθιστη […], κατάλαβε με καθυστέρηση πλην εγκαίρως ότι αν ήθελε να γράψει έπρεπε να απαλλαγεί από έξεις που όχι μόνο δεν του ήταν ξένες αλλά, το ανάποδο, βαθιά προσφιλείς» (σ. 13).

Θυμόμαστε εδώ τον Σεφέρη: «Και όμως αυτός ο Φαναριώτης, που μοιάζει αρχίζοντας να μην έχει κανένα ταλέντο για την ποίηση, και μολαταύτα επιμένει, σαν αληθινός ποιητής, και γίνεται “όμοιος εαυτώ”, παραμερίζοντας σιγά-σιγά τα πράγματα που δεν του ανήκουν…». Μόνο που ο Σεφέρης πιστεύει πως ο Καβάφης βρήκε καθ’ οδόν τον πραγματικό Καβάφη, ενώ ο Κουτσουρέλης πως τον απώλεσε. Σημαντική διαφορά.

Ωστόσο, το ότι ο Καβάφης του πριν διαγράφεται πίσω από τον Καβάφη του μετά δεν σημαίνει εξάρνηση, αλλά μάλλον αυθεντικότητα και ειλικρινή ανάγκη να βρεθεί άλλος τόνος, ο σωστός, για να εκφραστεί η ίδια ιδιοσυγκρασία, η ίδια ευαισθησία,  το ίδιο κοσμοείδωλο. Όχι, ο Αλεξανδρινός δεν ξεπήδησε πάνοπλος από την κεφαλή της Ποίησης και, ναι, είναι εμφανής η επίπονη προσπάθειά του ν’ αποτινάξει το δύσκαμπτο ιδίωμά του, τις αδέξιες ρίμες, τους μελοδραματισμούς και τις σεμνοτυφίες του. Μάλλον καλλιέργεια φωνητικού οργάνου λέγεται αυτό και όχι αλλαγή φωνής.

ΔΕΚΑΔΕΣ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ…

Ο Κουτσουρέλης μέμφεται τον Αλεξανδρινό για δεκάδες αμαρτήματα. Ως προς το ύφος: γλωσσικό μιγαδισμό, έλλειψη ρηματικού αισθησιασμού, στιχουργικό αμοραλισμό και υποτυπώδη μελοποιία, δραματικοφανή πόζα, πομπική ρητορεία, αλλά και μονοτονία, παρακμιακό αισθητισμό, αντιλυρικό ρεαλισμό, μονοδιάστατο διανοητισμό. Ως προς το ήθος: εσωστρέφεια, πεσιμισμό, εσωτερικευμένη ενοχικότητα, αντεστραμμένο πουριτανισμό, πρώιμο διδακτισμό και όψιμο ελευθερόστομο ηδονισμό. Τον ψέγει για  προσποίηση, ενίοτε  μνησικακία ή και χαιρεκακία. Του προσάπτει αντιφατικά λαγνοθηρία άνευ συναισθήματος και συναισθηματισμό μεταμφιεσμένο σε ειρωνεία. Τον θεωρεί όχι μόνο «ποιητή του γήρατος», αλλά και «μερικές φορές» ποιητή γερασμένο. Ακόμη και ό,τι περιλαμβάνει ο ίδιος στις αρετές του Καβάφη (μοναδική αγχίνοια, ρεαλισμό, μινιμαλισμό) αποκτά υπό τη γραφίδα του χροιά μομφής.

Θα σταχυολογήσω κάποιες από τις παρατηρήσεις του. Όσον αφορά τον «ιστορικό» Καβάφη, ο δοκιμιογράφος  διατείνεται, αφ’ ενός, πως ο Καβάφης έχει την οξεία ειρωνεία του ιστορικού παρατηρητή, αλλά, αφ’ ετέρου, πως στερείται ιστορικής σκέψης, επειδή εστιάζει στη λεπτομέρεια, ενώ  ο ιστορικός «ξέρει να θυσιάζει τη λεπτομέρεια προς όφελος της συνολικής εποπτείας» (σ. 41).  

Πέραν της αντίφασης, ας σημειωθεί ότι δεν έχει καθολική ισχύ αυτό, πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί εφάρμοσαν επαγωγικές μεθόδους, όπως ο  Ζακ Λε Γκοφ στη Γαλλία, ή εστίασαν στη μικροϊστορία, όπως ο  Κάρλο Γκίνζμπουργκ στην Ιταλία. Έπειτα, η ποίηση ευδοκιμεί κατ’ εξοχήν στη λεπτομέρεια, ιδίως την τραγική (και ξέρουμε ότι ο διάβολος σε όλους τους τομείς –και στην κριτική!– κρύβεται στη λεπτομέρεια). Τέλος, δεν κρίνεται ως ιστορικός ο Καβάφης, όπως δεν κρίνεται ο Κόνραντ ως ανθρωπολόγος ή ο Προυστ ως κοινωνιολόγος – το να περιμένουμε από τον ποιητή επιστημονική ιστορική μεθοδολογία είναι σαν ν’ απαιτούμε από τον περιπατητή δεξιότητες χωρομέτρη.

Ο ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Ο «προσωπικός» ή «ερωτικός» Καβάφης, απ’ την άλλη (στον βαθμό που η διάκριση «ιστορικού» και «ερωτικού» έχει το παραμικρό νόημα), αμφιταλαντεύεται, κατά τον Κουτσουρέλη, μεταξύ πουριτανικού διδακτισμού και απροκάλυπτης σαρκολατρίας, δηλαδή μεταξύ του «Ομνύει κάθε τόσο ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή» και του «Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά».

Επιπλέον, είτε για λόγους αυτολογοκρισίας είτε επειδή οι έρωτές του είναι ψυχικά, κοινωνικά και χρονικά στενεμένοι, ο ποιητής σκηνογραφεί μιαν απόσταση, ένα ιστορικό βάθος που να τους προσδίδει υπόσταση και διάρκεια, με αποτέλεσμα να καταλήγουν ταριχευμένοι, «ανάλλαχτοι μόνο στα μαυσωλεία της μνήμης» (σ. 50). Όταν όμως εκφράζεται ελεύθερα, οδηγείται σε ενεστώτα ομοερωτικό κομπασμό και απροσχημάτιστη ηδονοθηρία˙ όπως λέει ο ίδιος: «Παθαίνεται απ’ τον διαρκή πόθον η σάρκα του όλη».  

Πρόκειται, σύμφωνα με τον δοκιμιογράφο, για έναν αμιγώς σαρκικό πόθο, όχι μόνο στιγμιαίο αλλά και συναισθηματικά γλίσχρο, ένα πόθο, αν καταλαβαίνω καλά, θερμόαιμο πλην… ψυχρό. Ο Κουτσουρέλης διαγιγνώσκει έλλειμμα μεγαλείου και στον ερωτικό λόγο του Καβάφη, εκκινώντας τώρα από άλλο αξίωμα, που συνδέει τον έρωτα με την αφειδώλευτη ερωτική προσφορά:«Ο κατά τ’ άλλα ιδεαλιστής Σολωμός θα του έλεγε [του Καβάφη] ίσως ότι αρκεί να δοθείς ολόψυχα σε οτιδήποτε (oaltracosa), για να αισθανθείς μέσα σου “να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου”: είναι το δόσιμο που κάνει τον έρωτα, όχι το είδος του» (σ. 56).

Παίρνει πολλή συζήτηση αυτό το «δόσιμο». Ο Λακάν έλεγε:  «έρωτας είναι να προσφέρεις σε κάποιον που δεν το θέλει κάτι που δεν έχεις». Αν το καλοσκεφτούμε, δεν υπάρχει σ’ αυτό τον ορισμό ίχνος παραδοξολογίας και σίγουρα ισχύει στον ύψιστο βαθμό για την ερωτική σχέση κάθε δημιουργού με την ίδια την τέχνη του.

Ο Κουτσουρέλης ισχυρίζεται ότι ο ποιητής μιλά για μια μόνη έκφανση του ερωτικού, «τη γενετήσια ανακούφιση, τον κορεσμό του sexus˙ της καθαρής σαρκός, όπως ο ίδιος θα έλεγε την καθαρή ηδονή. Όλα τα υπόλοιπα, όσα πλαισιώνουν αυτή την ηδονή –ο ψευδοϊστορικός διάκοσμος, η χαρακτηρολογία των προσώπων, το κοινωνικό milieu– δεν είναι παρά οι δρόμοι που οδηγούνε στην ίδια Ρώμη: ένα προκάλυμμα, μια αφορμή ώστε ο ποιητής να μας πει γι’ αυτήν, να μας τη φανερώσει» (σ. 47). Από τις ενστάσεις του δοκιμιογράφου, συμπεραίνουμε για άλλη μια φορά ότι, κατ’ αυτόν, η σχέση του Καβάφη με την ποίηση είναι αμφισβητήσιμη, αφού δεν τον θεωρεί ούτε βέρο ιστορικό ούτε βέρο ερωτικό ποιητή, μια και η ιστορική του πλευρά κρίνεται προσχηματική, η δε ερωτική του κενή έρωτος.

Φαίνεται να παραγνωρίζει ο Κουτσουρέλης τον ανέκαθεν συμβατικό χαρακτήρα της ερωτικής ποίησης, ακόμη και στον καιρό της fin’ amor των τροβαδούρων και των ιπποτικών ρομάντζων –του Λανσελότου της λίμνης, του Μυθιστορήματος του Ρόδου˙ είναι σαν να ξεχνά ότι οι ερωτευμένοι λυρικοί, των ρομαντικών συμπεριλαμβανομένων, υπακούουν σε κώδικες μάλλον παρά εκφράζουν ειλικρινές ερωτικό πάθος. Κατ’ αντίθεση, ο ερωτισμός του Καβάφη, ενοχικός, αμφίσημος ή στρατευμένος, μοιάζει πιο αυθεντικός και πηγαίος, είτε μιλά για «την στιγματισμένη του αίσχους ηδονή» είτε για «την εμορφιά των ανωμάλων έλξεων» είτε διεγείρεται «πλάττοντας με συγκίνησι το πρόσωπο» του πόθου, όπως το πλάθει ο Έρως. Είναι αυτή η ταραχή, η διερχόμενη από τον αγώγιμο καβαφικό στίχο στον αναγνώστη σαν ηλεκτρική εκκένωση, που καθιστά τα ερωτικά ποιήματα του Αλεξανδρινού τόσο εύγλωττα και τόσο σύγχρονα˙ αυτή η ενεστώσα συγκίνηση, ακόμη και για παρελθόντα ή φαντασιωτικά ερωτικά αντικείμενα˙ αυτή η ένσαρκη αμεσότητα, η πόρρω απέχουσα από το ταριχευτικό  «απομιμητικό ψεύδος» που  ο Κουτσουρέλης βλέπει στον Καβάφη. Θα έλεγα ότι ο ποιητής επινόησε ακριβώς το αντίθετο: την απομιμητική αλήθεια.

Όταν δε ο δοκιμιογράφος παραπέμπει στον Μανόλη Αναγνωστάκη, ο οποίος διερωτάται αν αυτό που θαυμάζουμε στον ποιητή είναι μια «άκρως λεπτή έως έντονα οδυνηρή συγκίνηση διανοητικού τύπου που μόλις ψαύει τα κράσπεδα της καρδιάς», δεν μπορώ να μην διερωτηθώ με τη σειρά μου πόθεν μπορεί να εκπηγάζει η εν λόγω «οδυνηρή» συγκίνηση, διανοητική ή μη, αν όχι από το συμβολικό της locus, την καρδιά. Αλλά, αυτή είναι μια μακριά συζήτηση, που ανατρέχει στο  δοκίμιο Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ˙ παράλληλοι (1946) του Σεφέρη, ο οποίος δυσκολευόταν να εξηγήσει πώς η καβαφική ποίηση μπορούσε να είναι αισθησιακή με μια γλώσσα στεγνή και ασυγκίνητη. «Τα ποιήματά του τραβούν τη συγκίνηση διά του κενού […], δείχνουν τη συγκίνηση που θα είχαμε από ένα άγαλμα που δεν είναι πια εκεί», ήταν η δική του ερμηνεία. Ο Νάσος Βαγενάς, στη μελέτη του Ειρωνική γλώσσα του 1977, θα αποδώσει αυτό το κενό στην  αντίθεση μεταξύ εμφανών και λανθανόντων νοημάτων, συναισθημάτων ή καταστάσεων, που χαρακτηρίζει τη μεικτή –λεκτική και δραματική– ειρωνεία του Καβάφη, με άλλα λόγια, θα συνδέσει το κενό με την ειρωνεία και την τελευταία αυτή με τη συγκίνηση ή τον αισθησιασμό (λέξεις οιονεί συνώνυμες στον Σεφέρη, όσο και στον Βαγενά).

Στους αντίποδες, ο Κουτσουρέλης, πεπεισμένος (όπως τόσοι άλλοι) ότι ο Καβάφης είναι «συγγραφέας στο έπακρο εγκεφαλικός» (σ. 36), σχετίζει την ειρωνεία με την ψυχρότητα: «Στα ερωτικά ποιήματα του ώριμου Καβάφη τη θέση του στωικισμού ως στάσης ζωής θα πάρει με τον καιρό ένας όλο και πιο ελευθερόστομος ηδονισμός. Στα ιστορικά του ποιήματα, αντίθετα, τον διδακτισμό θα υποκαταστήσει η ειρωνεία. Η λογοτεχνική σημασία αυτής της μετάβασης, από την άμεση συγκινησιακή φόρτιση σ’ ένα ύφος αντικειμενικό και ψυχρότερο, είναι προφανής» (σσ. 64-5). Όχι απλώς με την ψυχρότητα, αλλά με την ψυχική αποεπένδυση (που δεν είναι το ίδιο) και με την αδιαφορία: «Η ειρωνεία του Καβάφη, για ν’ αποδώσει, θέλει απόσταση, ψυχική πρώτα απ’ όλα˙ από τέτοια απόσταση ωστόσο συζητά κανείς αποκλειστικά για ζητήματα που εντέλει του είναι αδιάφορα» (σ. 72).

Μάλλον υποτιμά ο Κουτσουρέλης τον ρόλο της ειρωνείας στην ψυχοσύνθεση και την ποιητική του Καβάφη. Η ειρωνεία –μια διπλή απεύθυνση με διπλό ομιλητή, διπλό μήνυμα, διπλό αποδέκτη– δεν θα μπορούσε παρά να είναι κύριο γνώρισμα της καταστατικής διττότητας αυτού του Έλληνα Αιγυπτιώτη, ελληνικής αλλά και αγγλικής παιδείας, άνδρα και ομοφυλόφιλου, ηδονιστή και ασκητή˙ αυτού που, στο μεταίχμιο του 19ου  και του 20ού αιώνα, ετύγχανε  «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων».

Ο δοκιμιογράφος συγχέει, θαρρώ, δραματική αποστασιοποίηση και ψυχική αποξένωση. Η ειρωνεία του Καβάφη δεν υποδηλοί αδιαφορία, αλλά σηματοδοτεί μια καινοφανή σύγκραση ενσυναίσθησης και ψύχραιμης αποτίμησης, εμπλοκής και νηφάλιας τηλεσκοπικής θέασης, γενικότερα, έναν μηχανισμό αντικειμενοποίησης του υποκειμενικού και ταυτόχρονης υποκειμενοποίησης του αντικειμενικού, που κονιορτοποιεί τα στεγανά μεταξύ  λυρικής και δραματικής ποίησης και που ευλόγως προκαλεί την αμηχανία των μελετητών.

Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ: αρκεί να θυμηθεί την τραγική ειρωνεία των στίχων «Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. / Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις» (το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» δημοσιεύτηκε το 1904, αλλά γράφτηκε το 1898)˙ και, στο άλλο άκρο, το πολυεπίπεδα ειρωνικό και συμμέτοχα αυτοειρωνικό ποίημα «Στα 200 π. Χ.» του 1931, όπου ο ανώνυμος ομιλητής του 200 π.Χ. σχολιάζει την περίφημη επιγραφή «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων…», χαραγμένη από τον Μ. Αλέξανδρο πάνω στα περσικά λάφυρα μετά τη νίκη του στον Γρανικό ποταμό, 134 χρόνια πρωτύτερα. Σχολιάζει ο ανώνυμος και επαίρεται, ενώ ο ελληνιστικός κόσμος ήδη βαδίζει ανεπίγνωστα προς το τέλος του. Δύσκολα θα θεωρήσει κανείς  αμέτοχη ή αφ’ υψηλού την ειρωνεία των πικρότατων τελευταίων στροφών του:

Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς·
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.         

Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

Έμφορτη συγκίνησις δεν είναι όμως μόνο η ειρωνική γλώσσα του Καβάφη. Δεν βλέπω, για παράδειγμα, καμιά ψυχρότητα, γλωσσική ή άλλη, καμιά απομιμητική προσποίηση στους στίχους: «Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι / είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη / τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης – / τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα / που γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!, / μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.» Βλέπω, ας μου επιτρέψει ο Κουτσουρέλης, μιαν ανάφλεξη «του έρωτος των άκρως αισθητών», ένα ζέον σαρκικό πάθος, δοσμένο συνεκδοχικά (διά της αφής και της οράσεως) και συναισθησιακά (διά του ρόδινου χρώματος)˙ βλέπω επίσης την αριστοτεχνική ανάσυρση του ρόδου –μιας νεκρής ερωτικής μεταφοράς– από το κοιμητήριο των λυρικών τόπων στη ζώσα ποιητική αλήθεια.

Δεν θα συμφωνήσω λοιπόν με τον δοκιμιογράφο ότι από το ποιητικό ιδίωμα του Καβάφη απουσιάζει ο γλωσσικός αισθησιασμός (όπως και αν εννοείται αυτός, ως αίσθηση, (συν)αίσθημα, συγκίνηση, ευαισθησία, ερωτισμός ή ακόμη ως έκφραση χορού ή έκφραση μουσική, όπως έλεγε ο Σεφέρης). Ούτε θα συμφωνήσω ότι «η απόσταση της μεικτής [του] από τη λαϊκή γλώσσα την έκανε συχνά να φαντάζει όργανο στεγνό, χωρίς αμεσότητα και εκφραστική φαντασία, δυσσύμβατο προς κάθε μορφή ρέοντος και, ιδίως, λυρικού λόγου.» (σ. 22) 

Θα έλεγα, αντιθέτως, ότι ο αισθησιασμός του Καβάφη οφείλει πολλά στο μιγαδικό του ιδίωμα: «Το αιγυπτιακό σου αίσθημα χύσε στην ξένη γλώσσα» είναι η παραίνεση έτερου ανώνυμου ομιλητή στον αλεξανδρινό ποιητή Ραφαήλ του ποιήματος «Για τον Αμμόνη, που πέθανε 29 ετών, στα 610»˙ στην ίδια παραίνεση συμμορφώνεται ο Καβάφης, διαποτίζοντας με το εξωτικό αιγυπτιώτικο αίσθημά του την ελληνική, την οποία χειρίζεται εσκεμμένα ως «ξένη» γλώσσα, έτσι ώστε να μην παγιδευτεί στους κανόνες και τους καταναγκασμούς της ορθοέπειάς της, έτσι ώστε να κινηθεί, έπηλυς, σε όλο το εύρος της, μέσα και έξω απ’ αυτή. Να κινηθεί ελεύθερα και ενίοτε ελευθερόστομα, διότι στη γλώσσα που μας είναι ανοίκεια ο τολμηρός ερωτισμός (όπως εξ άλλου και η βωμολοχία) γνωρίζει πολύ λιγότερες αναστολές – τα «άσεμνα» λόγια εκφέρονται πιο εύκολα και φυσικά σε αφύσικο περιβάλλον.

Να πώς νομιμοποιούνται ποιητικά οι γλωσσικές και στιχουργικές ιδιοτυπίες, όσο και ο ελευθεριάζων ηδονισμός του Καβάφη και πώς παραδόξως  εξηγείται η διαχρονική και διαγλωσσική τους δραστικότητα. Να πώς η αυθεντική εντοπιότητα μπορεί να καταστεί οικουμενική: «Ραφαήλ, οι στίχοι σου έτσι να γραφούν / που να ’χουν, ξέρεις, από τη ζωή μας μέσα των, / που κι ο ρυθμός κ’ η κάθε φράσις να δηλούν / που γι’ Αλεξανδρινό γράφει Αλεξανδρινός». Και να πώς ακόμη και οι  φαινομενικές ποιητικές παρασπονδίες (όπως εδώ η επαναφορά του αναφορικού «που») αποκτούν θαυμαστή εντελέχεια.

Η ΑΠΗΧΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΤΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Τέλος, αξίζει να συζητηθούν τα σχόλια του Κουτσουρέλη σχετικά με την απήχηση του Καβάφη εκτός Ελλάδος. Ο δοκιμιογράφος τη θεωρεί συγκυριακή και, ως εκ τούτου, ίσως χρονικά πεπερασμένη. Και καθώς το έργο του Αλεξανδρινού είναι ελάχιστα αντιπροσωπευτικό της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας (όπως άλλωστε του επίσης δημοφιλή στο εξωτερικό Καζαντζάκη), αυτή η απήχηση είναι διπλά αποπροσανατολιστική, διότι δίνει εσφαλμένη εικόνα της λογοτεχνικής φυσιογνωμίας μας και διότι συντείνει στον ετεροπροσδιορισμό μας, δηλαδή στην τάση μας να ταυτιζόμαστε με την παραπλανητική εντύπωση που διαμορφώνουν οι άλλοι για μας.

Τέσσερις είναι, υποστηρίζει ο Κουτσουρέλης, οι κύριοι λόγοι της σημερινής διεθνούς δημοφιλίας του Καβάφη: πρώτον, το ευμετάφραστο των ποιημάτων του˙ δεύτερον η αγγλογενής νοοτροπία του, με τους «-ισμούς» της (εμπειρισμό, πραγματισμό, κοσμοπολιτισμό, παρακμιακό αισθητισμό, σκεπτικισμό, ηδονισμό) και την περίφημη ειρωνεία της, μια νοοτροπία που τον καθιστά οικείο στους αγγλόφωνους αναγνώστες˙ τρίτον, ο θρίαμβος του «συναισθηματικού βιογραφισμού», που, στην περίπτωση του Καβάφη, επικεντρώνεται στον «στιγματισμένο» ομοερωτισμό του (απόδειξη ο αριθμός των ομοφυλόφιλων μεταφραστών, σχολιαστών και θαυμαστών του)˙ τέταρτον,  η αναδίπλωση του υψήγορου λόγου και η επικράτηση μιας πιο sottovoce και εσωστρεφούς έκφρασης, που απευθύνεται στους ολίγους.

Φοβάμαι πως σ’ όλα αυτά δεν βλέπω παρά μια σειρά θαυμάσια αναδιατυπωμένων κλισέ: ούτε η καβαφική ποίηση είναι τόσο εύκολα μεταφράσιμη (το πιστοποιούν οι τεράστιες αποκλίσεις από τη μια μετάφραση στην άλλη και οι συχνές μεταφραστικές αποτυχίες)˙ ούτε ο σκεπτικισμός, η ειρωνεία, ο αισθητισμός fin-de-siècle είναι βρετανικό μονοπώλιο (η ίδια η έκφραση είναι γαλλική)˙ ούτε η ομοφυλοφιλία εξηγεί ικανοποιητικά τη «μόδα» του Καβάφη (που διαβάζεται όλο και περισσότερο, παρότι η παραβατικότητά του έχει προ πολλού στομώσει)˙ ούτε, βεβαίως, η καβαφική ποίηση απευθύνεται μόνο στους μυημένους (εκτός αν οι «μυημένοι» ανέρχονται πλέον σε δεκάδες χιλιάδες ανά τον κόσμο).

Ο ΚΑΒΑΦΗΣ ΕΝΤΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Τέλος, ο Κουτσουρέλης αποφεύγει να αναφερθεί στη διαχρονική ακτινοβολία του Καβάφη εντός Ελλάδος, θαρρείς και πρόκειται τρόπον τινά για πρόσφατη και αντιδάνεια αίγλη. Ωστόσο, ο Αλεξανδρινός διαβάζεται αδιάκοπα με πάθος στον τόπο μας εδώ και μια εκατονταετία, τόσο από τους ομοτέχνους του (οπαδούς και πολέμιους) όσο και από το ευρύ κοινό. Η δημοφιλία του διέσχισε αλώβητη την περίοδο της επικράτειας του Παλαμά, της γενιάς του ’30, του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού, του στρατευμένου μαρξισμού, του υπερρεαλισμού, του παράλογου και του υπαρξισμού, του μεγάλου οράματος και της περιπαθούς ιδιωτικότητας, του poetavates, και του poets’ poet, του καταραμένου ομοερωτισμού και της σημερινής περίπου γενικευμένης αποδοχής του.

Η πάνδημη απήχηση του Καβάφη δεν είναι σημερινή και δεν έχει (ή έχει λίγα) εξωλογοτεχνικά αίτια: οφείλεται, όπως συμβαίνει με κάθε μείζονα δημιουργό, στη διαφορετικότητα του ύφους του. Στο «πώς» του ιδιότυπου ποιητικού του τρόπου και όχι στο «τι» των μηνυμάτων του ή της βιογραφίας του ούτε στο «πότε» της ιστορικο-κοινωνικής συγκυρίας. Οφείλεται σ’ αυτό το  μυστηριώδες «κάτι» της αμίμητης φωνής του, που ακόμη και παράτονη συνθέτει ένα αρμονικό σύμπαν, συνεκτικό, προφανές, αδιαμφισβήτητο, καθολικής και διαχρονικής εμβέλειας.

Ο προαναφερθείς Ώντεν (ο ίδιος αυτός που επιστρατεύτηκε από τον Κουτσουρέλη για τον υποβιβασμό του Αλεξανδρινού σε ελάσσονα θεότητα), αναζητά τον λόγο για τον οποίο η καβαφική ποίηση διατηρεί τη δύναμή της ακόμη και σε μετάφραση:

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που στα ποιήματα του Καβάφη επιζεί της μετάφρασης και συναρπάζει; Κάτι που μπορώ να ονομάσω απλώς, πολύ ανεπαρκώς, τόνο φωνής, προσωπικό λόγο. Έχω διαβάσει μεταφράσεις του Καβάφη από πολλά διαφορετικά χέρια, αλλά η καθεμιά τους ήταν αυτοστιγμεί αναγνωρίσιμη ως ποίημα του Καβάφη˙ κανείς άλλος δεν θα ήταν δυνατόν να το είχε γράψει. Διαβάζοντας οποιοδήποτε δικό του ποίημα, νιώθω: «Αυτό εδώ αποκαλύπτει άνθρωπο με μοναδική έποψη του κόσμου». Το ότι ο αυτο-φανερωτικός λόγος μπορεί να είναι μεταφράσιμος μου φαίνεται πολύ περίεργο, αλλά είμαι πεπεισμένος πως είναι πράγματι μεταφράσιμος. Συμπεραίνω πως η μόνη ιδιότητα που όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως διαθέτουν είναι η μοναδικότητα˙ απ’ την άλλη, οποιοδήποτε χαρακτηριστικό που μπορεί να θεωρηθεί ότι κάποιος έχει από κοινού με κάποιον άλλο, όπως τα πυρόξανθα μαλλιά ή την αγγλική γλώσσα, υπονοεί την ύπαρξη και άλλων ιδιοτήτων, τις οποίες αυτή η ταξινόμηση αποκλείει. Στο μέτρο, συνεπώς, που ένα ποίημα τυγχάνει προϊόν μιας ορισμένης κουλτούρας, είναι δύσκολο να μεταφραστεί με όρους άλλης κουλτούρας, αλλά στο μέτρο που τυγχάνει έκφραση ενός μοναδικού ανθρώπου, είναι το ίδιο εύκολο ή το ίδιο δύσκολο να εκτιμηθεί από άτομο αλλότριας κουλτούρας, όσο και από κάποιον της πολιτισμικής ομάδας στην οποία ο ποιητής συμβαίνει να ανήκει.

Οι εορτασμοί για τα εκατόν πενήντα χρόνια από τη γέννηση του Καβάφη και τα ογδόντα από τον θάνατό του σηματοδοτούν, αν μη τι άλλο, διάρκεια. Και είναι ειρωνεία το ότι οι στραμμένοι προς το μέλλον σπουδαίοι μεσοπολεμικοί λογοτέχνες μας (Σεφέρης, Ελύτης, Γκάτσος, Παπατσώνης, Καζαντζάκης, Θεοτοκάς, Σαραντάρης) έκριναν πως η ποίηση του Αλεξανδρινού ήταν, όπως το διατυπώνει ο Κουτσουρέλης (που συντάσσεται με την άποψή τους), «ένας κόσμος περίκλειστος, στραμμένος προς το παρελθόν» (σ. 132)˙ μεγίστη ειρωνεία, αν σκεφτεί κανείς ότι η καβαφική ποίηση είναι από τα λίγα εξαγώγιμα σύγχρονα πνευματικά προϊόντα μας, από τα ελάχιστα με αυτόνομη δυναμική και απέραντη προοπτική.

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΦΩΝΗ

Ο Ώντεν θα ειρωνευόταν σίγουρα και τον Κουτσουρέλη και εμένα για την υπερφίαλη και μάταια καβαφομαχία μας:

Αλλά αν η σπουδαιότητα της καβαφικής ποίησης είναι η μοναδικότητα της φωνής του, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να πει ο κριτικός, γιατί το μόνο που κάνει η κριτική είναι συγκρίσεις. Τη μοναδική φωνή δεν μπορεί να την περιγράψει κανείς˙ μπορεί μόνο να τη μιμηθεί, δηλαδή είτε να την παρωδήσει είτε να την παραθέσει.

9 Δεκεμβρίου 2013                          

Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου

Υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Γενεύης, όπου ειδικεύεται στη λογοτεχνία του 16ου αιώνα, έχει διατελέσει μέλος των Μονίμων Ελληνικών Αντιπροσωπειών στον ΟΟΣΑ στο Παρίσι και στον ΟΗΕ στη Γενεύη. Σήμερα, αφιερώνεται αποκλειστικά στη γραφή και τη μετάφραση – με πιο πρόσφατη μεταφραστική δουλειά της βιβλία του Σελίν.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Ο Έρωτας και το Κακό Ο ποιητής (ανα)λυόμενος

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά