Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Κυρίαρχος και η Υποτακτική

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 22 Λογοτεχνία Κριτικές
Σκηνή από το τρέιλερ της ταινίας Πενήντα αποχρώσεις του γκρι, με τον Τζέιμι Ντόρναν και την Ντακότα Τζόνσον. Σκηνή από το τρέιλερ της ταινίας Πενήντα αποχρώσεις του γκρι, με τον Τζέιμι Ντόρναν και την Ντακότα Τζόνσον. Focus Features

E.L. James, Πενήντα αποχρώσεις του γκρι. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Τιτίνα Σπερελάκη, Πατάκη, Αθήνα 2012, 703 σελ.

 

Εκείνη, παρθένα, μαγεύεται από τη φωνή του, «ζεστή και τραχιά, σαν λιωμένη μαύρη σοκολάτα πάνω σε καραμέλα»! Εκείνος, πλούσιος και μονογαμικός, θα τη βοηθήσει να γνωρίσει τη σεξουαλικότητα βάζοντας τους κανόνες και θα την τιμωρεί όταν τους παραβαίνει, με ξύλισμα και μαστιγώσεις. Γκρι ή ροζ με λίγο σεξ; [Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 22, Αύγουστος 2012, με την ευκαιρία της διαρροής του τρέιλερ της ταινίας που στηρίζεται στο συγκεκριμένο ανάγνωσμα και έχει προγραμματιστεί να κάνει πρεμιέρα στην Αμερική στις 13 Φεβρουαρίου 2015.]


Ομολογώ ότι δεν είχα και μεγάλη όρεξη να γράψω για τις Πενήντα αποχρώσεις του γκρι. Η ανάγνωση (συχνά διαγωνίως) του «μυθιστορήματος» της Ε.Λ.Τζέιμς μου προκάλεσε τόση πλήξη, ώστε αναρωτιόμουν ειλικρινά το προς τι. Η υψηλή ερωτογραφία που ξεκινάει από τους λιμπερτίνους του 17ου αιώνα και φτάνει μέχρι τον Χένρυ Μίλλερ και την Αναΐς Νιν –παρεκκλίνοντας εν μέρει προς τον Απντάικ και τον Φίλιπ Ροθ– όχι μόνο μας αρκεί αλλά και μας προστατεύει από τον σημερινό ξεπεσμό στο επίπεδο ενός κωμικού (και κατά βάση συντηρητικού) πορνό, που εκτοξεύεται στη σφαίρα του γελοίου με ρυθμό ανάλογο των «ωθήσεων» και των «βογγητών» των ηρώων του. Γι’ αυτό και σχεδόν μελαγχόλησα, διατρέχοντας τις αναλύσεις (ψυχαναλυτικές, φεμινιστικές κ.ά.) που προκάλεσε τούτο το βιβλίο το οποίο υποδύεται το «ερωτικό», ενώ δεν είναι παρά ένα τυπικό Βίπερ Νόρα διανθισμένο από πανομοιότυπες, άχαρες, στερημένες φαντασίας σεξουαλικές σκηνές
Πολύ κακό για το τίποτα, λοιπόν. Πολύς ντόρος για μια φαντασίωση νοικοκυράς, που καταδικασμένη, στην καλύτερη περίπτωση, σε βιαστικές, αδιάφορες συνευρέσεις ή, το συνηθέστερο, σε μοναχικές απολαύσεις, ονειρεύεται έναν πρίγκιπα με ακαταδάμαστη σεξουαλική ρώμη, που θα τη μυήσει στις ηδονές της υποταγής και θα την οδηγήσει σε απανωτές κορυφώσεις. Υπό προϋποθέσεις, φυσικά. Πρέπει να είναι «απρόσμενα δυνατός... μυώδης», με «φαρδιές πλάτες, στενούς γοφούς» και «οι κοιλιακοί του να κάνουν μικρούς κυματισμούς καθώς περπατάει»! Πρέπει, τις κρίσιμες στιγμές, να σε κοιτάζει μέσα από τις «απίστευτα μακριές βλεφαρίδες του». Η χροιά της φωνής του να είναι «απαλή, προκλητική, μια απολαυστική αισθησιακή απειλή»• τα γκρίζα μάτια του «ανερμήνευτα, η έκφρασή του αινιγματική». Και φυσικά, εκείνη (εσύ, ευφάνταστή μου αναγνώστρια) να είναι παρθένα, παντελώς άπειρη, αθώα αλλά και ηδυπαθής, «άμεσα ανταποκρίσιμη», υγρή, γλυκιά, πρόθυμη να γίνει έρμαιο του «αδυσώπητου ρυθμού του», στον οποίο απαντά κάθε τόσο με νοερές κραυγούλες: «πο, πο! Εκπληκτικό!».
Νομίζω, όμως, πως άρχισα in medias res. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η ιστορία εξελίσσεται σήμερα, και ξεκινάει στο Βανκούβερ της Ουάσινγκτον. Εκεί συναντάμε τη νεαρή Αναστάζια Στιλ, να «κοιτάζεται εκνευρισμένη στον καθρέφτη» προσπαθώντας να «τιθασέψει τα μαλλιά της», να τα «θέσει υπό έλεγχο με τη βούρτσα»! Βιάζεται υπερβολικά, γιατί πρόκειται να οδηγήσει 250 ολόκληρα χιλιόμετρα μέχρι το Σιάτλ, για να πάρει συνέντευξη από έναν «μεγιστάνα μεγαλοβιομήχανο», ο οποίος τυγχάνει να είναι ταυτοχρόνως «εξαιρετικός επιχειρηματίας και ευεργέτης του πανεπιστημίου της» – συνέντευξη που προτίθεται να δημοσιεύσει στη φοιτητική εφημερίδα. Και βέβαια με το που βλέπει τον Μr. Grey (μη φανταστεί ο Έλληνας αναγνώστης πως επειδή το λογοπαίγνιο με το όνομά του δεν λειτουργεί στη γλώσσα μας, κινδυνεύει πραγματικά να χάσει «αποχρώσεις» – δεν υπάρχουν) μένει άφωνη. Είναι ο «πιο όμορφος άντρας στον πλανήτη». Δεν έχει καν πατήσει τα τριάντα. Δεν είναι γκέι. Δεν είναι παντρεμένος – αν και δηλώνει μονογαμικός (διαδοχικά μονογαμικός, να εξηγούμαστε). Οδηγεί ιδιόκτητο ελικόπτερο. Εκτιμά την τέχνη – έχει εξαίρετο γούστο. Παίζει πιάνο – κατά προτίμηση μελαγχολικά κομμάτια. Είναι «μανιακός με τον έλεγχο» (η ελληνική μετάφραση, προφανώς, του control-freak). Ασφαλώς, είναι πάρα πολύ πλούσιος και (αλίμονο!) υπερβολικά γενναιόδωρος, αγαπάει τα ζώα, θέλει να βοηθήσει όλους τους φτωχούς αυτού του κόσμου. Βλέπετε ο Κρίστιαν Γκρέι είχε μια δυστυχισμένη παιδική ηλικία: υιοθετημένος, τραυματισμένος, γεμάτος βασανιστικά μυστικά, «δικαιολογημένα» γίνεται μερικές φορές αλαζονικός, αυταρχικός και ψυχρός. Καθ’ ομολογία του, άλλωστε, είναι «πολύ ιδιόρρυθμος, ψυχαναγκαστικός». Στερείται παντελώς μετριοφροσύνης. Όμως η φωνή του είναι «ζεστή και τραχιά, σαν λιωμένη μαύρη σοκολάτα πάνω σε καραμέλα»! Όταν τα δάχτυλα του Κρίστιαν και της Αναστάζια αγγίζονται τυχαία, κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνά την αθώα παρθένο, «σαν να ακούμπησε γυμνό καλώδιο». Όταν την κοιτάζει, τα γόνατά της «γίνονται ζελέ». Είναι θέμα χρόνου να ακολουθήσει τον μυστηριώδη κύριο Γκρέι στο «κόκκινο δωμάτιο» των ακολασιών του, εκεί όπου φυλάει τις αλυσίδες και το μαστίγιο.
Και τι ακολασίες! Για τις επόμενες επτακόσιες σελίδες συμβατικού, επαναληπτικού σεξ, του οποίου μοναδική ποικιλία είναι μερικές βιτσιές με το μαστίγιο (όχι πολύς πόνος, ώς εκεί που αντέχει η τρυφερή Αναστασία), τα ενδιαφερόμενα μέρη θα υπογράψουν συμβόλαιο: εκείνος θα είναι ο «Κυρίαρχος», εκείνη η «Υποτακτική». Εκείνος θα βάζει τους κανόνες, εκείνη θα τιμωρείται όταν τους παραβαίνει. Εκείνος θα τη βοηθήσει να «εξερευνήσει τον αισθησιασμό της», εκείνη θα έχει την ευκαιρία να απομακρυνθεί από το σύμπαν των βικτωριανών μυθιστορημάτων που τόσο της αρέσουν και να ψηλαφίσει την τραχιά επιφάνεια των σαρκικών παθών.

ΜΕΤΑΞΥ ΜΕΡΕΝΓΚΕ ΚΑΙ ΣΑΛΣΑ
Και η Αναστάζια αποδέχεται τους όρους του συμβολαίου – δεν είναι δα και τόσο ακραίοι. Αρκεί να διαβάσει κανείς το «Παράρτημα 3» όπου περιγράφονται οι σεξουαλικοί ορίζοντες που ανοίγονται προ της έκθαμβης νεαρής, για να ευθυμήσει, διαπιστώνοντας ότι η «αιδοιολειχία» και η «πεολειχία» απαιτούν συμβολαιογραφική πράξη ώστε να τελεστούν, ενώ η «κατάποση σπέρματος» παραμένει προαιρετική. Δέσιμο με «χειροπέδες» ή με «ταινία» μένει επίσης να συμφωνηθεί, όσο για το «ξύλισμα» ή τη «μαστίγωση», αυτά μάλλον αποτελούν το αποκορύφωμα της αισχρότητας. «Πώς είναι δυνατόν να συμφωνήσω με όλα τούτα;» σκέφτεται καταθορυβημένη η Αναστάζια. Όμως θα συμφωνήσει. Και θα της αρέσει. «Η εσωτερική μου θεά χορεύει μερένγκε με κάποιες κινήσεις σάλσα» – μ’ αυτά τα λόγια θα περιγράψει την έκστασή της. Ήμαρτον!
Εν πάση περιπτώσει, το βιβλίο έτσι προχωράει κι έτσι «ολοκληρώνεται» (ή «ολοκληρώνει»): μεταξύ «σάλσα» και «μερένγκε». Όχι πως δεν υπάρχουν και κάποιοι ηθικοί ενδοιασμοί –κι αυτοί, αφορούν την αδυναμία του «συνδέεσθαι» που βαραίνει τον μελαγχολικό Κρίστιαν Γκρέι, τον κύριο «πενήντα αποχρώσεις» – μ’ όλο που οι αποχρώσεις αυτού του μονοδιάστατου επιβήτορα μάλλον περιορίζονται στη γραβάτα, στα κοστούμια του, άντε και στα χαλκόχρωμα, μονίμως αναστατωμένα του μαλλιά. Η Αναστάζια θέλει να την αγαπήσει, όχι να της προσφέρει αυτοκίνητο, τηλέφωνο, υπολογιστή, ρούχα και, ω της φρίκης, «κανένα βρωμοδιαμέρισμα» λες και είναι η «πόρνη του». Κι εφ’ όσον εκείνος δεν μπορεί να «της δοθεί», η σεμνή παρθένος πρέπει να φύγει, να τον εγκαταλείψει, να παραδοθεί στον απερίγραπτο «σωματικό, ψυχικό, μεταφυσικό (!) πόνο» του χωρισμού. Ωστόσο, μην ανησυχείτε, κυρίες μου. Ο κύριος Γκρέι θα επανέλθει με σκοτεινότερες αποχρώσεις. Τριλογία έγραψε η Ε.Λ. Τζέιμς, να έχει να χαίρεται (και να πλουτίζει) η ίδια, να παρηγοριούνται οι αναγνώστριες και να μανιάζουν οι φεμινίστριες. Και αυτή τη φορά, όχι αδίκως.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά