Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Για τον έρωτα και την πατρίδα

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία Τεύχος 46
Η Μέλπω Αξιώτη. Η Μέλπω Αξιώτη. Αρχείο The Books' Journal

Μέλπω Αξιώτη, Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη, εισαγωγή-επιμέλεια: Μαίρη Μικέ, μετάφραση-επίμετρο: Τιτίκα Δημητρούλια, Άγρα, Αθήνα 2014, 243 σελ.

 

Ένα άγνωστο, γραμμένο στα γαλλικά μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη, που μιλάει για την ευφορία του έρωτα και το μνημονικό βάρος του γενέθλιου τόπου, μένει ανέγγιχτο από το μακρύ χέρι της κομμουνιστικής ορθοδοξίας και συμπυκνώνει υποδειγματικά τις τομές τις οποίες θα επιφέρει η πεζογραφία της στη νεώτερη ελληνική λογοτεχνία.

 

Κόρη του μουσικοσυνθέτη και τεχνοκριτικού Γεωργίου Αξιώτη και της αριστοκράτισσας Καλλιόπης Βάβαρη, η Μέλπω Αξιώτη (1905-1973) μεγάλωσε στη Μύκονο, σπούδασε στη γαλλική Σχολή Ουρσουλίνων της Τήνου και άνοιξε το 1934 οίκο ραπτικής στην Αθήνα ενώ έναν χρόνο νωρίτερα δημοσίευσε το πρώτο της διήγημα. Ενταγμένη από πολύ νωρίς στο ΚΚΕ, η Αξιώτη ξεχώρισε γρήγορα στα γράμματα με τα μυθιστορήματά της Δύσκολες νύχτες (1938) και Εικοστός αιώνας (1946), αλλά και με τις νουβέλες της Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; (1940) και Κάδμω (1972), και τη συλλογή διηγημάτων της Το σπίτι μου (1965), που την κατέταξαν μεταξύ των σπουδαιότερων πεζογράφων της γενιάς του 1930.

Επιδιώκοντας να αποφύγει τη σύλληψη στην Ελλάδα λόγω των φρονημάτων της, η Αξιώτη θα εγκατασταθεί το 1947 στο Παρίσι απ’ όπου και θα ξεκινήσει η ευρωπαϊκή της αναγνώριση. Ο Εικοστός Αιώνας θα μεταφραστεί στα γαλλικά μια διετία μόλις μετά την παρισινή της εγκατάσταση, για να ακολουθήσουν, ύστερα από την ενθουσιώδη υποδοχή την οποία θα του επιφυλάξουν οι Γάλλοι, μεταφράσεις του και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Την περίοδο εκείνη, και συγκεκριμένα από τον Νοέμβριο του 1948 μέχρι τον Μάιο του 1949, η Αξιώτη θα γράψει στα γαλλικά και το μυθιστόρημα Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη, το οποίο δεν θα μεταφράσει ποτέ στα ελληνικά, με την εξαίρεση ορισμένων χωρίων, που θα εντάξει μερικά χρόνια αργότερα στη συλλογή διηγημάτων της Σύντροφοι,καλημέρα! (1953). Κατόπιν διαβήματος της ελληνικής προς τη γαλλική κυβέρνηση, η Αξιώτη θα απελαθεί το 1950 στην Ανατολική Γερμανία και το γαλλικό της μυθιστόρημα θα καταχωνιστεί στο συρτάρι με τα αζήτητα.

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟ, ΤΟΝ ΔΙΕΥΡΥΜΕΝΟ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΚΟ ΡΕΑΛΙΣΜΟ

Τι ακριβώς, όμως, αντιπροσωπεύει το Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη και για ποιον λόγο  αποδεικνύεται αίφνης ένα άκρως σημαντικό μυθιστόρημα; Ένα μυθιστόρημα που θα πρέπει να ενταχθεί οργανικά στην καθιερωμένη παραγωγή της Αξιώτη, χάρη και στη μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια, η οποία έχει εγκλιματιστεί πλήρως στο ύφος και στον οργανισμό της γλώσσας της, χωρίς να πέσει από την άλλη μεριά στην παγίδα της γλωσσικής και της υφολογικής απομίμησης. Θα χρειαστεί, νομίζω, να πάμε σιγά-σιγά και να θυμηθούμε πρώτα γιατί διακρίθηκε ως πεζογράφος η Αξιώτη. Τα χαρακτηριστικά της, αν θέλουμε να εννοήσουμε εις βάθος τη συναναστροφή της με τον μοντερνισμό, εκδηλώνονται στα δύο άκρα που ενώνουν το έργο της: στις Δύσκολες νύχτες και στην Κάδμω. Στις Δύσκολες νύχτες η Αξιώτη θα επινοήσει έναν θραυσματικό και αποσυντονισμένο κόσμο, στον οποίο θα επικρατήσουν η κατάτμηση του χρόνου, η συγκεχυμένη παράθεση των γεγονότων, το σκιώδες των χαρακτήρων και η συνεχής λειτουργία μιας διχαστικής μνήμης (η αφηγήτρια στέκει δίβουλη ανάμεσα στην επίγνωση του ώριμου παρόντος και στις λυτρωτικές εικόνες του νεανικού της παρελθόντος). Θα πρέπει επίσης εδώ να υπολογίσουμε τις διαφορετικές οπτικές γωνίες που θα συλλειτουργήσουν στο εσωτερικό της ίδιας φωνής (τείνοντας, από ένα σημείο και μετά, να συναιρεθούν), αλλά και την έντονα παραμορφωμένη όψη της εξωτερικής πραγματικότητας, η οποία θα ενσωματώσει στην παράταιρη εικονογραφία της όλο τον προφορικό πλούτο τής μυκονιάτικης γλώσσας. Με την Κάδμω, πάλι, η υποκειμενικότητα του βλέμματος την οποία εισάγει η Αξιώτη στις Δύσκολες νύχτες, θα μετακινηθεί προς ένα είδος αυτοβιογραφίας, όπου θα εκτεθούν αποσπασματικά όχι μόνο στιγμιότυπα από τη ζωή της, αλλά και αξιώματα της ποιητικής της, που θα υποδείξουν τον δρόμο μέσα από τον οποίο η  προσωπική εμπειρία οδηγείται στην καλλιτεχνική της μετάπλαση.    

Τη ρευστότητα του αφηγηματικού τοπίου, μαζί με τη θέρμη του λαϊκού ή του μνημονικού λόγου και τα πρωθύστερα της πλοκής, που φτιάχνουν μιαν εσκεμμένα ασυγκόλλητη (και εν τέλει ανεύρετη) ενότητα, θα τη συναντήσουμε και στο Σπίτι μου, το οποίο θα δείξει εξίσου παραστατικά με τις Δύσκολες νύχτες και την Κάδμω τους δεσμούς της Αξιώτη με τον μοντερνισμό. Στον μοντερνισμό η Αξιώτη θα προσφύγει κι όταν δεν θα χρησιμοποιήσει παρά μόνο το όνειρο και το παραμύθι, όπως στο Θέλετε να χορέψομε Μαρία; που θα φέρει την πρόζα της σε προκλητική γειτνίαση με την ποίηση.

 Σε ένα τέτοιο πλαίσιο έχει σημασία να δούμε πως ακόμα κι όταν η Αξιώτη θα υποχρεωθεί να βγει, υπό την πίεση των ιδεολογικοπολιτικών της αναγκών, από τα αυστηρά χαραγμένα όρια του συγγραφικού εργαστηρίου, για να κλείσει στα γραπτά της κάτι από την αιματηρή παρουσία της Ιστορίας στη συνείδηση της εποχής της, όπως στον Εικοστό αιώνα, θα υιοθετήσει έναν ελευθερόφρονα και κατά τεκμήριο πολυμορφικό ρεαλισμό, ο οποίος θα συνδυάσει τα υλικά του ντοκιμαντέρ (την ιστορική μαρτυρία, το δημόσιο έγγραφο και το ημερολόγιο) με ποικίλους κειμενικούς πειραματισμούς, που θα αναδείξουν τη συνεχή έγνοια του καλλιτέχνη για   την τύχη και τον προορισμό της γραφής του.

 

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ: ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΟΠΟΥ

Στο Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη η Αξιώτη θα διατηρήσει τον πολυμορφικό ρεαλισμό του Εικοστού αιώνα, αλλά θα νιώσει πολύ πιο ελεύθερη ιδεολογικά, ενδεχομένως επειδή γράφει στα γαλλικά και βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό γεωγραφικό μεταίχμιο: το Παρίσι δεν είναι ούτε η Αθήνα του Εμφυλίου ούτε η κατοπινή ανατολική Ευρώπη του σταλινισμού και ο περίπατος στους δρόμους του ταυτίζεται, όπως σημειώνει στο επίμετρό της η Δημητρούλια, με την εκπλήρωση ενός παλαιού ονείρου. Παρά, λοιπόν, την πίστη της στο κομμουνιστικό ιδανικό και την αδιαπραγμάτευτη κομματική της προσήλωση, η Αξιώτη θα αποφύγει να γράψει στο Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη οτιδήποτε θυμίζει στρατευμένη λογοτεχνία: το είδος της λογοτεχνίας που ζητούσε το Κόμμα από τους συγγραφείς του προκειμένου να αποκαλυφθεί στην εργατική τάξη η εικόνα της κοινωνίας στην οποία επέπρωτο να ευτυχήσει. Βεβαίως, η Αξιώτη δεν θα παραμερίσει, όπως και στον Εικοστό αιώνα, τις ιδέες της: θα μιλήσει ανοιχτά για τους αγώνες εναντίον του φασισμού στην πατρίδα της, τους οποίους και θα συνδέσει με τον ομόλογο αγώνα στην Ευρώπη, και θα ζωντανέψει τις μεγάλες κινητοποιήσεις της μεταπολεμικής περιόδου στο Παρίσι. Η θεματική αυτή συνδέεται οργανικά, όπως παρατηρεί η Μαίρη Μικέ στην εμπεριστατωμένη εισαγωγή της, με την πλούσια γαλλική παραγωγή της Αξιώτη μεταξύ 1947 και 1950: τα γαλλικά της ποιήματα, τη γαλλική της αρθρογραφία και τις μεταφράσεις της από τα γαλλικά στα ελληνικά. Τα στοιχεία, ωστόσο, τα οποία θα αποτελέσουν το κέντρο του μυθιστορηματικού της ιστού θα αποδειχθούν εντελώς διαφορετικά.

Προηγείται ο έρωτας. Ο έρωτας που πολιορκεί ποικιλοτρόπως την καρδιά ενός ανήσυχου και ταυτοχρόνως γεμάτου δύναμη για ζωή κοριτσιού, το οποίο θα έχει συνεχώς ανοιχτά τα μάτια του στο καινούργιο περιβάλλον χωρίς να ξεχάσει τις  εμπειρίες του στην Ελλάδα: πρώτα η διστακτική και ανολοκλήρωτη σχέση με έναν δάσκαλο, που θα κατορθώσει παρόλα αυτά να της ανοίξει ένα παράθυρο στο σύμπαν, ύστερα ο κρυφός δεσμός με έναν επιχειρηματία, που θα τη μυήσει στα μυστικά της σάρκας, και μετά μια αγάπη την οποία θα διακόψει ένας βίαιος θάνατος. Ο νέος έρωτας, ο έρωτας με έναν Γάλλο, δεν θα τελεσφορήσει, γιατί το κορίτσι θα πρέπει να φύγει από τη Γαλλία (εμφανής η αυτοβιογραφική αναφορά: η Αξιώτη ψυχανεμίζεται την απέλαση), αλλά η αίσθηση της ερωτικής ευφορίας δεν θα λείψει από καμία σχεδόν σελίδα του βιβλίου, συγκατοικώντας και με μιαν άλλου τύπου ευφορία: την ευφορία του γραψίματος.

Με ανάλογο τρόπο δεν θα λείψει από το βιβλίο και η μνήμη της χώρας την οποία έχει αναγκαστεί η ηρωίδα να εγκαταλείψει. Μνήμες που ανακαλούν τα χρώματα και το φως της ελληνικής φύσης, χωρίς να παραλείπουν τη συμπεριφορά και τα σουσούμια (καλά και κακά) των ανθρώπων: καμία σχέση με τη σιδερένια γροθιά του κομματικού πατριωτισμού και των κομμουνιστικών επιταγών, σ’ ένα μυθιστόρημα που ξέρει πώς να μιλήσει για το καταφύγιο το οποίο είναι σε θέση να προσφέρει όχι η εθνική ή η φυλετική, αλλά η γενέθλια ρίζα.

Το Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη, όμως, δεν συνιστά μόνο ένα τεκμήριο ιδεολογικής ελευθερίας. Στον πολυμορφικό του ρεαλισμό εγγράφεται, όπως και στον Εικοστό αιώνα, ο αδιάκοπος αγώνας για την επίτευξη της καλλιτεχνικής μορφής και αποτυπώνεται, έστω και υπογείως, όλο το κλίμα της μοντερνιστικής προβληματικής  της Αξιώτη, πριν και μετά από τη διαμονή στο Παρίσι. Η έμφαση στον γενέθλιο τόπο και στη διάφανη ατμόσφαιρα των καλοκαιριών του θα ανακαλέσει τον λατρεμένο περίγυρο των παιδικών της αναμνήσεων στο Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; με την ονειρική και την παραμυθητική-μαγική υφή του, αλλά και την αναβίωση της μυκονιάτικης γλωσσικής πατρίδας στις Δύσκολες νύχτες. Και πώς να μην επανέλθει  κανείς εκ νέου στις Δύσκολες νύχτες αν είναι να σκεφτεί την εικονογράφηση του παρελθόντος; Ένα παρελθόν που θα παρηγορήσει εκεί δραστικά την αφηγήτρια και θα δώσει φτερά και στην ηρωίδα του Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη, η οποία θα παραμείνει σφηνωμένη ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς πολιτισμούς, δύο διαφορετικές ιστορίες και δύο διαφορετικές γλώσσες (βλ. και τις σχετικές επισημάνσεις τής Δημητρούλια). Στις Δύσκολες νύχτες, ωστόσο, θα μας παραπέμψει το Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη μέσω και του διάχυτου ερωτισμού του ενώ στο παιχνίδι του θα μπει, από μιαν άλλη πόρτα αυτή τη φορά, και ο Εικοστός αιώνας μέσω του διαρκούς αναστοχασμού για το ζήτημα της γραφής (βλ. και τις παρατηρήσεις της Μικέ για την εξίσωση, και στα δύο βιβλία, γραφής, ζωής και μνήμης).

Υπάρχουν, παρόλα αυτά, κι άλλες, καθολικότερες οσμώσεις του Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη με την υπόλοιπη πεζογραφία της Αξιώτη. Όπως και στα άλλα βιβλία της, η Αξιώτη θα χαλαρώσει και θα διασπάσει στο γαλλικό της μυθιστόρημα τον αφηγηματικό της χρόνο, θα παρουσιάσει αν όχι συγκεχυμένα πάντως συμπεριληπτικά τα γεγονότα και θα προβάλει αν όχι παραμορφωτικά πάντως έκκεντρα και ελλειπτικά την εξωτερική πραγματικότητα, για να καταλήξει σε έναν λόγο έμμεσα προσωπικό και αυτοβιογραφικό. Με τη διαφορά πως όλα αυτά δεν θα σημειωθούν στο προσκήνιο και με καταστατικό τρόπο, αλλά σε ένα δεύτερο, υπόγειο πλην όχι και δευτερεύον επίπεδο.              

Δεν μπορώ παρά να κλείσω με το συμπέρασμα με το οποίο κλείνει την εισαγωγή της και η Μικέ:Το Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη  από τη μια υποδέχεται και απηχεί ενώ από την άλλη προετοιμάζει και προαναγγέλλει τα θέματα, τα πρόσωπα και τις τεχνικές γραφής που συναντάμε τόσο στο προγενέστερο όσο και στο μεταγενέστερο έργο της Αξιώτη. Κι αυτό μας λέει, βέβαια, πολλά για την κομβική θέση που έρχεται να καταλάβει όχι μόνο στην πεζογραφία της Αξιώτη, αλλά και στο συνολικότερο φάσμα του ελληνικού μοντερνισμού.     

        

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Κριτικός λογοτεχνίας. Έχει γράψει τα βιβλία Μίλτος Σαχτούρης: Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού (1991), Οδόσημα (1999) και μαζί με την Ελισάβετ Κοτζιά επιμελήθηκε την ανθολογία Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία (1995).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά