Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Βασίλι Γκρόσμαν: στη σκιά του Τσέχωφ

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία Τεύχος 2
O Βασίλι Γκρόσμαν με τη στολή του Κόκκινου Στρατού στο έδαφος της Γερμανίας, 1945. O Βασίλι Γκρόσμαν με τη στολή του Κόκκινου Στρατού στο έδαφος της Γερμανίας, 1945. Study Center Vasily Grossman

Vasily Grossman, The road, επιμ.: Robert Chandler, New York Review of Books, 2010, ωσελ. 384

Ο Βασίλι Γκρόσμαν υπήρξε μάχιμος ανταποκριτής του σοβιετικού στρατού στον Β’ Παγκόσμιο, συγγραφέας της αυτοβιογραφίας αναφοράς Ζωή και πεπρωμένο (μεταφράστηκε από τον Γιώργο Μπλάνα και κυκλοφορεί στις εκδόσεις Γκοβόστη) και φωνή αντίδρασης στην επικράτεια του σταλινισμού. Η ανθρωπιστική συνείδησή του αναβιώνει σε μια νέα έκδοση με διηγήματα, σημειώσεις και την περιγραφή της επίσκεψής του στο κολαστήριο της Τρεμπλίνκα το 1944. (αναδημοσίευση από το τεύχος 2, Δεκέμβριος 2010)

 

Στο σπίτι του συντρόφου Λεβ Ορλώφ η μικρή Ξένια ψάχνει σε κάθε γωνιά το ραδιόφωνο για ν’ ακούσει μουσική. Στα μέσα του 1930, η «ζωή έχει γίνει καλύτερη» στη Μόσχα. Το είπε και ο πατερούλης Στάλιν, ο λόγος του είναι συμβόλαιο και τα σκυλιά δεμένα. Το ραδιόφωνο, παρ’ όλα αυτά, λείπει. Η μελωδία της σοβιετικής ευτυχίας δεν θ’ ακουστεί σ’ αυτό τουλάχιστον το σπιτικό. Ο πομπός της προπαγάνδας έμεινε χωρίς δέκτη. «Πόσο ανυπόφορο είναι να ζείτε χωρίς ράδιο», λέει τελικά η Ξένια, πριν αποχωρήσει στο δωμάτιό της. Το ορφανό κορίτσι φιλοξενείται στους Ορλώφ με εντολή του κόμματος, για να κερδίσει ένα μικρό μερίδιο απ’ τη φιέστα της Πρωτομαγιάς που πλησιάζει. Αλλά η μικρή Ξένια, όπως και οι κομματικοί ινστρούχτορες, αγνοούν ότι ο οικοδεσπότης δεκάρα δεν δίνει για την ατμόσφαιρα γενικής ευφορίας στους δρόμους της Μόσχας. Η ρωσική του ψυχή έχει συρρικνωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε η έγνοια για τον κόσμο να θυμίζει μάλλον μελαγχολικό ήρωα της Κεντρικής Ευρώπης:

 

Συνήθιζε να λέει για τον εαυτό του «είμαι φτιαγμένος από τέτοιο υλικό που αναγνωρίζω αμέσως την τραγωδία, ακόμη κι όταν τη σκεπάζουν με πέταλα τριαντάφυλλου»... Καθώς προχωρούσε ανάμεσα στο πλήθος σκεφτόταν πόσο δύσκολο θα ήταν για κάποιους να δουλεύουν στο νοσοκομείο αυτές τις ημέρες της χαράς, πόσο άθλιες θα πρέπει να μοιάζουν αυτές οι μέρες για τους φαρμακοποιούς, τους οδηγούς και τους υπάλληλους στα τρένα – ανθρώπους υποχρεωμένους να εργάζονται την πρώτη του Μάη.

 

Στη «Μικρή ζωή», ο καθόλου θαρραλέος πρωταγωνιστής του Βασίλι Γκρόσμαν νιώθει αποσυνάγωγος. Αν για τους πολλούς το ραδιόφωνο είναι μια μικρογραφία του σοβιετικού τρόπου ζωής, ο συγγραφέας τοποθετεί τον ήρωά του εκτός συχνότητας. Πατώντας στα χνάρια του Τσέχωφ ρίχνει αθόρυβα μικρές δόσεις δηλητηρίου στον πολτό της σοβιετικής ευημερίας. Κι αυτό είναι ένα μόνο από τα διηγήματα που περιέχονται στη νέα έκδοση του New York Review of Books με τίτλο Ο δρόμος. Χάρη στην καταλυτική επιμέλεια του Ρόμπερτ Τσάντλερ (μεταφραστή στα αγγλικά του μνημειώδους αυτοβιογραφικού έργου του Γκρόσμαν, Life and fate), αναβιώνουν συνολικά έντεκα διηγήματα, τρία δοκιμιακά σημειώματα και δύο ανεπίδοτες επιστολές του σοβιετικού συγγραφέα προς τη μητέρα του.

Η ιστορία της «Μικρής ζωής» εκτυλίσσεται το 1936, χρονιά κατά την οποία ο Γκρόσμαν παντρεύεται τη δεύτερη γυναίκα του, Όλγα Μικαΐλοβνα Γκούμπερ. Η προσωπική του ευτυχία είναι αντιστρόφως ανάλογη με την πορεία της πατρίδας του. Τον Σεπτέμβριο του 1936 ξεκινάει η περίοδος του Μεγάλου Τρόμου, που θα διαρκέσει μέχρι το 1938. Στο μεσοδιάστημα, περίπου τα μισά μέλη της πολιτικής, στρατιωτικής και καλλιτεχνικής ελίτ φυλακίζονται ή εκτελούνται, 380.000 κουλάκοι και 250.000 μέλη εθνοτικών ομάδων πέφτουν θύματα ενός ενορχηστρωμένου σχεδίου εξόντωσης, που μοναδικό σκοπό έχει τη μακροημέρευση του Ιωσήφ Στάλιν.

 

Στην επικράτεια του Πατερούλη

Στο φόντο των διηγημάτων δεν παύει ούτε στιγμή να αναπνέει η επικράτεια του «πατερούλη». Μια επικράτεια, όπου η σιωπή είναι το νομιμοποιημένο έγκλημα (οι «ψιθυριστές», σύμφωνα με την πετυχημένη περιγραφή του ιστορικού Ορλάντο Φάιτζες) και οι Σοβιετικοί μια αγέλη κανιβάλων που αλληλοσπαράσσεται. Είναι η ιστορία των ορφανών κοριτσιών που απομακρύνονται απ’ την αγκαλιά των μελλοθάνατων γονιών τους και δίνονται για υιοθεσία σε άτεκνα ζευγάρια. Η ιστορία της συζύγου που αποφασίζει να καταδώσει τον άντρα της για να σωθεί η ίδια. Ο συγγενής ενός «εχθρού του λαού» που κλείνει την πόρτα, όταν ο τελευταίος εκλιπαρεί για την τελευταία πιθανότητα ανθρωπισμού πάνω στη γη. Οι αόρατοι γείτονες που βιοπορίζονται κατασκοπεύοντας τις ζωές των άλλων.

Στην «Πόλη της Μπερντίγεφ», το πρώτο διήγημα με το οποίο ο Γκρόσμαν εμφανίστηκε στη λογοτεχνία, η κομισάριος Βαβίλοβα πρέπει να διαλέξει μεταξύ του νεογέννητου μωρού της και του στρατού. Κάποια στιγμή νιώθει την ανάγκη «να ουρλιάξει σαν τον λύκο, να δαγκώσει το μαξιλάρι... Αλλά δεν φωνάζει. Απλώς σφίγγει τα δόντια». Μετά την κυκλοφορία του, ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ και ο Μαξίμ Γκόρκι γράφουν ύμνους.

Στο αφήγημα «Νεαρή και μεγάλη γυναίκα», η Γκαγκάρεβα κλαίει μέσα στο κουπέ ενός τρένου. Την ώρα που η ίδια ταξιδεύει στο παραθαλάσσιο θέρετρο των διακοπών της, η κόρη της λαγοκοιμάται σ’ ένα απ’ τα στρατόπεδα των γκουλάγκ. Στο ίδιο διήγημα η νεαρή Γκοριάτσεβα θυμίζει στον εαυτό της τη βαριά τιμωρία που επιφέρει η αργοπορία στο γραφείο. Οι νόμοι του Στάλιν κλέβουν ανάσες απ’ τη ρωσική κοινωνία, ξεκινώντας απ’ την πενταετή φυλάκιση για κατοχή μαχαιριού και φτάνοντας στην πενταετή εξορία για τους συγγενείς «προδοτών»[1].

Στον «Ζωντανό χώρο» η Άννα Μπορίσοβνα Λόμοβα χάνει κάθε επαφή με τους φίλους της, πεθαίνει στα γκουλάγκ και το διαμέρισμά της περνάει σ’ έναν αντιπαθητικό οδηγό τρόλεϊ. Η μισή Ρωσία –των στρατοπέδων συγκέντρωσης– συνωστίζεται δίπλα στην άλλη μισή, κατά την περιγραφή της Άννας Αχμάτοβα. Αυτό που μένει ως αίσθηση στο τέλος είναι τα φώτα ενός αυτοκινήτου που έρχονται μέσα απ’ την ομίχλη, για να κατευθυνθούν και πάλι στο θολό πουθενά. Οι ήρωες δεν θέλουν να μάθουν τίποτε για τους νόμους που διέπουν τη ζωή, επειδή έχουν ήδη χάσει την πίστη τους στη λογική. Απέναντί τους ο Στάλιν χρησιμοποιεί την προβοκάτσια σαν πολιτικό εργαλείο. Μετατρέπει τους γιατρούς σε βασανιστές, τους μηχανικούς σε σαμποτέρ και τους αντιπολιτευόμενους σε τροτσκιστές ή πράκτορες του εξωτερικού. Και τότε η πιο πετυχημένη παρομοίωση της σοβιετικής ιστορίας είναι το νεκροταφείο Βανκάνγκοβο, το οποίο περιγράφει ο Γκρόσμαν στην «Αιώνια ειρήνη»:

 

Το κοιμητήριο μοιράζεται την ιστορία της χώρας και των ανθρώπων της. Το καλοκαίρι του 1941 […] οι βόμβες κατέστρεψαν τα δέντρα του, ολόκληρα κομμάτια γης, τους σταυρούς του. […] Κατά τη διάρκεια της πείνας στον εμφύλιο οι άνθρωποι έρχονταν εδώ για να μαζέψουν λάπαθα και φύλλα φλαμουριάς. […] Την περίοδο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής ακούγονταν ιστορίες για κιόσκια που μοίραζαν πικάντικα λουκάνικα με σκόρδο. Αργότερα ανακαλύψαμε ότι περιείχαν κρέας από ανθρώπινα πτώματα. Όταν ο Στάλιν ανακοίνωσε ότι «η ζωή έχει βελτιωθεί», οι ληστές έψαχναν στους τάφους για τιμαλφή, χρυσά δόντια, ρούχα των νεκρών. […] Σήμερα [σ.σ.: την περίοδο 1957-60, κατά την οποία έχει γραφεί το κείμενο] τα εγκλήματα των νεκροταφείων είναι ασήμαντα. Σήμερα κλέβουν λουλούδια, κάδρα, βάζα και κιγκλιδώματα.

 

Σ’ αυτόν τον απέραντο νεκροθάλαμο το μόνο που σώζει τον Γκρόσμαν είναι τα ηρωικά παράσημα του πολεμικού ανταποκριτή. Ποτέ δεν υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και αρκετοί δικοί του άνθρωποι έλιωσαν στις φυλακές. Ο ίδιος έμοιαζε να δουλεύει «εντός του συστήματος», χωρίς ποτέ να απορροφηθεί, όπως ο φίλος του Ιλιά Έρενμπουργκ. Τον τρομερό χειμώνα του 1938, πριν από τις μεγάλες δίκες της Μόσχας, γράφει στον Νικολάι Γιεζόφ, επικεφαλής της Μυστικής Αστυνομίας NKVD:

 

Απέκτησα δίπλωμα από σοβιετικό γυμνάσιο, πήρα το πτυχίο χημείας απ’ το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας το 1929 και δούλεψα ως επιστήμων ερευνητής. Είμαι συγγραφέας απ’ το 1934...Όλη μου την περιουσία –την παιδεία, τη συγγραφική επιτυχία, το προνόμιο να μοιράζομαι τις σκέψεις μου με τους πολίτες– τη χρωστάω στη σοβιετική κυβέρνηση.

 

Ήταν τα λόγια ενός φιλόδοξου συγγραφέα που ήθελε να ξεπεράσει πιθανότατα το είδωλό του, Ισαάκ Μπαμπέλ. Ήθελε να αφήσει το αποτύπωμά του στη σοβιετική διανόηση και, ως ένα βαθμό, εξαρτιόταν απ’ το σύστημα. Η διαχρονική σχέση του με τον Στάλιν συμπυκνώνεται σε μια φράση που έλεγε ο ίδιος:

 

Δεν με στέλνει στα στρατόπεδα εργασίας, αλλά δε μου δίνει και βραβείο.

 

 

Στην κόλαση της Τρεμπλίνκα

Το έργο του, όπως κι εκείνο του Σολζενίτσιν, δεν είναι ρεαλιστική απεικόνιση της σοβιετικής ιστορίας. Είναι μια ερμηνεία της, εν μέρει καταγγελτική, εν μέρει αυτοβιογραφική, υποκειμενική και μονομερής. Βασίζεται στις εμπειρίες ενός –υπέρβαρου και μυωπικού– συγγραφέα, που κόπηκε απ’ τον Κόκκινο Στρατό, αλλά τελικά βρέθηκε ανταποκριτής στη Μάχη του Στάλινγκραντ (1942-43). Τα άρθρα του στον Ερυθρό Αστέρα γίνονται μαζικό ανάγνωσμα στα ορύγματα των στρατιωτών, οι οποίοι τα διαβάζουν μέχρι που το χαρτί λιώνει στα χέρια τους, σύμφωνα με την αφήγηση του Βίκτορ Νεκράσοφ. Τον Σεπτέμβριο του 1944 είναι ένας από τους πρώτους ανταποκριτές που μπαίνουν σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Στην «Κόλαση της Τρεμπλίνκα», κείμενο που δημοσιεύεται για πρώτη φορά ολόκληρο στ’ αγγλικά, επιστρέφει νοερά στον τόπο όπου «όλα είχαν προσαρμοστεί στις ανάγκες του θανάτου», οι ναζί παγίδευαν λύκους και αλεπούδες για να περνά η ώρα, δεκάχρονα κορίτσια παρηγορούσαν τους ηλικιωμένους πατεράδες τους λίγο πριν το τέλος κι ένα απροσμέτρητο «σμάρι μύγες είχε καλύψει τα πεύκα της περιοχής». Λίγους μήνες αργότερα, ο Γκρόσμαν καλύπτει την πτώση του Βερολίνου και παίρνει από το γραφείο του Χίτλερ σφραγίδες με την ένδειξη «Ο Φύρερ εγκρίνει». Αυτές οι εμπειρίες βρίσκουν το δρόμο μέσα στα διηγήματα και τις σύντομες ιστορίες του. Ακριβώς στο μέσο του πολέμου, ο «Γέρος» δεν κρύβει τις προπαγανδιστικές πατριωτικές του διαθέσεις, καθώς περιγράφει τη ζωή των χωρικών κατά τη γερμανική επέμβαση στη Ρωσία. Ο «Παλιός δάσκαλος» περιγράφει μια πόλη λίγο πριν τη γενοκτονία, όταν «κάτι νοσηρό και σκοτεινό την αρπάζει [...] κάτι που ξύπνησε με τον ερχομό των Ναζί». Για να περιγράψει τα εγκλήματα του 20ού αιώνα, χρησιμοποιεί τα λογοτεχνικά εργαλεία του 19ου: έναν αφηγητή πανταχού παρόντα σε τρίτο πρόσωπο, πανοραμική καταγραφή που εναλλάσσεται με ζουμάρισμα και την οικογένεια ως βασική μέθοδο για να οργανώσει το πλήθος των ηρώων. 

Μια δεκαετία μετά την Τρεμπλίνκα οι εικόνες της επιμένουν να στοιχειώνουν τη σκέψη του. Το 1955 γράφει το δοκίμιο «Σιστίνα Μαντόνα», ύστερα από μια επίσκεψή του στο Μουσείο Πούσκιν, όπου εκτίθετο ο πίνακας του Ραφαήλ. Για τον Γκρόσμαν, η Μαντόνα ξαναγεννιέται σαν μητέρα μέσα στους θαλάμους αερίων. Μεγαλώνει το παιδί της σε μια εποχή «όπου οι άνθρωποι ζουν σαν λύκοι και οι λύκοι κυκλοφορούν με τη μορφή ανθρώπου». Δίνει το χέρι στους Ουκρανούς κατά το μεγάλο λιμό που επιβάλλει ο Στάλιν το 1930. Τα χρόνια έχουν περάσει και ο ηρωικός ανταποκριτής έχει δώσει από καιρό τη θέση του στον απογοητευμένο παρατηρητή της σοβιετικής δόξας. Θα είναι και πάλι από τους πρώτους δημοσιογράφους που γράφουν για τις μαζικές εκτελέσεις Εβραίων στη δυτική ΕΣΣΔ. Σε μια περίοδο μάλιστα κατά την οποία το σοβιετικό καθεστώς αποκηρύσσει τη λέξη «Ολοκαύτωμα», μοιράζει ισόποσα τις ευθύνες του Χίτλερ απέναντι στα έθνη και λανσάρει το σλόγκαν «Μη διαιρείτε τους νεκρούς!».

Βαθιά μέσα του ο Γκρόσμαν φοβάται ότι δεν υπάρχει καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους. Δεν θ’ αργήσει να πέσει σε δυσμένεια και το έργο του θα γίνει υπόθεση της λογοκρισίας και μόνο. Στα τέλη του 1940 φαντάζει ιδανικός στόχος ως «εσωτερικός εχθρός» (εξαιτίας της εβραϊκής του καταγωγής), αλλά και ιδανική περίπτωση για τον «κόκκινο Τολστόι» που αναζητά ο Στάλιν. Μετά το θάνατο του πατερούλη, τον Μάρτιο του 1953, το παιχνίδι της γάτας και του ποντικού συνεχίζεται με αφορμή την έκδοση του ογκώδους έργου Ζωή και πεπρωμένο, όπου οι ομοιότητες της ναζιστικής Γερμανίας και του σοβιετικού κομμουνισμού διαδέχονται η μία την άλλη. Η οδύσσεια του βιβλίου ξεκινά όταν ο Μιχαήλ Σουσλόφ παρομοιάζει το περιεχόμενό του με τις ατομικές βόμβες των Αμερικανών. Η KGBδεσμεύει το χειρόγραφο και ο Γκρόσμαν φυγαδεύει ένα αντίτυπο στο εξωτερικό. Θα περάσουν 30 χρόνια μέχρι την πρώτη δημοσίευσή του στη Λωζάνη. Το 1985 είναι η σειρά των ΗΠΑ. Εκείνη τη χρονιά, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ αναδεικνυόταν γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ και η βιτρίνα της ρωσικής λογοτεχνίας στις ΗΠΑ απαιτούσε απαραιτήτως έργα του Σολζενίτσιν.

 

Οι μεγάλοι αμετάφραστοι

Ο μοιραίος άνθρωπος που ανέλαβε να συστήσει τον Γκρόσμαν στο αμερικανικό κοινό ήταν ο Ρόμπερτ Τσάντλερ, ο οποίος επανήλθε το 2009 με το Everything flows. Στην έκδοση του NYRB του 2010 έχει συμπεριλάβει ένα προλογικό σημείωμα για τη δεκαετία του 1930 στην ΕΣΣΔ, επίμετρο στο οποίο επισημαίνει τα πραγματολογικά λάθη ή τις αβλεψίες του Γκρόσμαν (ειδικά στην περιγραφή της Τρεμπλίνκα), καθώς και κατατοπιστικές υποσημειώσεις για την εποχή. Με τον τρόπο της, η έκδοση αυτή χτυπάει «καμπανάκι» για τα μεγάλα κενά στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή. Ο Βασίλι Γκρόσμαν παραμένει επί δεκαετίες αμετάφραστος στα ελληνικά (σσ. μεταφράστηκε το 2014 το πιο γνωστό έργο του, Ζωή και πεπρωμένο, και κυκλοφορεί από τις εκδ. Γκοβόστη) ανήκοντας στην ίδια κατηγορία με τον Βαρλάμ Σαλάμοφ (σ.σ. οι Ιστορίες από την Κολιμά ήδη μεταφράστηκαν από την Ελένη Μπακοπούλου για τις εκδ. Ίνδικτος), τον Όσιπ Μαντελστάμ (σσ. ποιήματά του μετέφρασε και ανθολόγησε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, ενώ μεταφραστικές δοκιμές έχει προτείνει και δημοσιεύσει στο Books' Journal ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης), την  Ευγενία Γκίνζμπουργκ (Ταξίδι στον ανεμοστρόβιλο) και τον Ανατόλι Κουζνετσόφ (Μπάμπι Γιαρ). Το γεγονός ίσως δεν είναι τυχαίο, εάν αναλογιστεί κανείς ότι χρειάστηκαν έξι δεκαετίες για να ανοίξει ένας διάλογος στη σύγχρονη ιστοριογραφία σχετικά με τα ανομήματα του ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος. Ειδικά, στην ηρωική κι ανυπότακτη ιστοριογραφία της Μεταπολίτευσης δεν χωρούσαν προφανώς το λεπίδι του Στάλιν και τα απομνημονεύματα της Σιβηρίας. Ήταν η χρυσή εποχή της αριστερής κουλτούρας που χόρευε πάνω στο τομάρι της χούντας, το ’ριχνε έξω με ρεμπέτικο και γυφτολαϊκά, ονειρευόταν Μακρυγιάννηδες και Θεόφιλους, έφτανε στο τσακίρ κέφι με τις σχολικές γιορτές του Πολυτεχνείου –εκεί όπου οι περισσότεροι παπαγάλιζαν Ρίτσο–, έγραφε εγχειρίδια τύπου Η αγωγή του πολίτη (επρόκειτο μάλλον για την «Αγωγή του μελλοντικού ψηφοφόρου»), έπαιρνε συμπληρώματα συνείδησης με ανούσιες μαθητικές καταλήψεις κι έκανε επαναστατική γυμναστική κατεβάζοντας διακόπτες.

Προφανώς η ευθύνη της δεν είναι ότι δεν βρήκε μεταφραστές. Η ευθύνη της είναι ότι δεν τους αναζήτησε καν.



[1] Robert Conquest, The great terror – a reassessment, Pimlico, 2008, σ. 75. 

Δημήτρης Δουλγερίδης

Δημοσιογράφος στα Νέα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, Δεύτερη ανάγνωση (2012).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά