Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Ο Έρωτας και το Κακό

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 32
Γελοιογραφικό πορτρέτο του Ζυλ Μπαρμπέ ντ’ Ωρεβιγύ (1808-1889), που φιλοτεχνήθηκε περί το 1880 από τον André Gill (1840-1885). Γελοιογραφικό πορτρέτο του Ζυλ Μπαρμπέ ντ’ Ωρεβιγύ (1808-1889), που φιλοτεχνήθηκε περί το 1880 από τον André Gill (1840-1885). André Gill / Αρχείο The Books’ Journal

Jules Barbey D' Aurevilly, Η ευτυχία μέσα στο έγκλημα, μετάφραση από τα γαλλικά - επίμετρο: Δέσποινα Σαραφείδου, Ροές, Αθήνα 2012, 176 σελ.

 

 

Η σύζυγος, ένας ξανθός άγγελος, ο ανθός περιώνυμου οικοτροφείου για τις κόρες της αριστοκρατίας. Ο σύζυγος, ευγενής κόμης – όχι ακόλαστος, μα επιρρεπής στις ηδονές και στην παραφορά. Μια μυστηριώδης μαυρομάλλα φτάνει στον πύργο τους μεταμφιεσμένη σε υπηρέτρια – δεινή ξιφομάχος και επίδοξη δηλητηριάστρια, στην πραγματικότητα. Ένας γιατρός αφηγείται την ιστορία τους – ή μάλλον, ένας «καταραμένος» γάλλος συγγραφέας του 19ου αιώνα ενορχηστρώνει με εξαιρετική μαεστρία μια ωδή στο απόλυτο πάθος ως αριστούργημα –ή ανοσιούργημα– της φύσης και στην τέχνη του μονομαχείν ανάμεσα στα φύλα· en garde – ή αλλιώς, φυλαχτείτε: η ηρωίδα του είναι ντάμα σπαθί.

 

«C’est le diable au corps qu’il faut avoir pour exceller dans tous les arts. Πρέπει να έχει εγκολπωθεί κανείς το διάβολο για να μπορεί να διακριθεί σε όλες τις τέχνες».             Βολταίρος

Στο Τραγούδι του Ρολάνδου (La Chanson de Roland), περίφημο γαλλικό έπος του 11ου αιώνα, καθώς και σε άλλα επικά τραγούδια, ο Ολιβιέ, φίλος και έμπιστος του Ρολάνδου και ένας από τους δώδεκα ιππότες συνοδούς του Καρλομάγνου, διακεκριμένος για τη σοφία και για την ψυχραιμία του στη μάχη, φέρει ένα μυθικό σπαθί. Το σπαθί ονομάζεται Ωτκλαίρ, είναι κατασκευασμένο από καφετί ατσάλι και τη χρυσή λαβή του στολίζει ένας κρύσταλλος. Ανήκε κάποτε σ’ έναν ρωμαίο αυτοκράτορα, χάθηκε και παραδόθηκε από χωρικούς στον Πιπίνο τον Βραχύ, ο οποίος το χάρισε στον κόμη Μπεβ, που με τη σειρά του το πούλησε σ’ έναν Εβραίο της Βιέννης. Ένας απόγονος του τελευταίου το δώρισε στον Ολιβιέ ως δείγμα ευγνωμοσύνης για τη στάση του απέναντι στους Εβραίους.

Μπορεί η ιστορία να μην ακούγεται τόσο συναρπαστική όσο, ας πούμε, του Εξκάλιμπουρ, και να μην πλαισιώνεται από εμβληματικές φιγούρες του θηλυκού μανιχαϊσμού όπως η Μοργκάνα και η Βιβιάν (η «Κυρά της Λίμνης»), όμως αποτελεί ζωντανή –ή μάλλον, ορθότερα, διασωθείσα, μέσω της διακειμενικότητας– απόδειξη ότι τα σκήπτρα της αρθουριανής μυθολογίας δεν είναι αδιαφιλονίκητα: Κι αυτό γιατί, οκτώ αιώνες μετά, το Τραγούδι του Ρολάνδου, ένας ανορθόδοξος, εκκεντρικός συγγραφέας, ένας άθεος ευγενής αριστοκράτης, ο οποίος στην πορεία ασπάζεται τον καθολικισμό, πρόκειται να δημιουργήσει μια λογοτεχνική ηρωίδα από εκείνες που μπορεί να αποκαλέσει κανείς «μεγαλύτερες από τη ζωή» – και να της αποδώσει το όνομα του μυθικού σπαθιού: Ωτκλαίρ.

Αν δεχτούμε ότι η ύπαρξη όλων μας, καθορίζεται, ώς ένα βαθμό, από το όνομά μας, πώς σκιαγραφείται άραγε ως φυσική παρουσία, ως χαρακτήρας, ως περσόνα, μια γυναίκα η ύπαρξη της οποίας καθορίζεται από το όνομα ενός σπαθιού; Το ότι κατοικεί το περιβάλλον μιας νουβέλας δεν την καθιστά ανυπόστατη – το αντίθετο, μάλιστα, καλλιεργεί και πολλαπλασιάζει τις υποστάσεις της, με δεδομένο το ότι ένα έργο τέχνης δεν εξισώνεται με θερμοκήπιο ούτε ισοδυναμεί με τη συνθήκη του, αλλά αποτελεί έναν ζωντανό, σαρκοβόρο οργανισμό, τα νεύρα του οποίου διατρέχονται από εξωτική βλάστηση και οργιώδη ανθοφορία, έναν ολοζώντανο κήπο των μαρτυρίων και των θαυμάτων, όπου συναντιούνται οι έννοιες του Ιερώνυμου Μπος και του Οκτάβ Μιρμπώ, όπου συμπλέκονται δηλητηριώδεις ρίζες και απ’ όπου αναδύονται μεθυστικά αρώματα, συχνά-πυκνά αναμεμειγμένα με μια ανησυχαστική αποφορά. Για όλους αυτούς τους λόγους και εφ’ όσον διατηρούμε το βλέμμα μας επικεντρωμένο και σε εγρήγορση, είναι εφικτό να διακρίνουμε να σχηματίζεται με αδρές πινελιές το πορτραίτο μιας γυναίκας αστραφτερής και επικίνδυνης, η οποία, ως άλλη Σαλώμη απεκδυομένη των πέπλων της, τινάζει από πάνω της τη σωρεία των επιθετικών προσδιορισμών που θα μπαίναμε στον πειρασμό να της αποδώσουμε, για να λάμψει η ίδια, με το μυστήριό της ανέπαφο, ώς τον εκθαμβωτικό πυρήνα του δικού της ουσιαστικού: της ικανότητάς της να καταφέρνει το καίριο πλήγμα, να γίνεται θανάσιμη. Τολμώ δε να της αποδώσω τη δαιμονική ποιότητα μιας Κάθριν Έρνσω (από τα Ανεμοδαρμένα ύψη της Έμιλυ Μπροντέ) ή μιας Ναστάζια Φιλίπποβνα (από τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι), κι ας υπολείπεται, σε σχέση με τις προαναφερθείσες, σε αναγνωρισιμότητα. Ας παραμένει πιο μπαρόκ, περισσότερο στυλιζαρισμένη, περισσότερο επιφανειακή. Ακροβατεί, ωστόσο, σε ύψη εξ ίσου δυσθεώρητα, αφού η «καταγωγή» της είναι γνήσια «καταγωγιακή», μια και προέρχεται από την πένα ενός «παραγνωρισμένου», ενός «ελάσσονα», αλλά γνήσια ρομαντικού δημιουργού: του Ζυλ Μπαρμπέ ντ’ Ωρεβιγύ.

 

Ενας Σκοτεινός Δανδής

«Παραγνωρισμένος» ή «ελάσσων», πάντως, αυτός ο μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, δημοσιογράφος και επιστολογράφος που αντιλαμβανόταν εαυτόν ως «άνθος του κακού» (ξεκάθαρη η εκλεκτική συγγένεια με τον Μπωντλαίρ – και η εκτίμηση μεταξύ τους, αμοιβαία), ένδοξο βυρωνικό απόγονο και προασπιστή του δανδισμού, αποτελεί σίγουρα ιδιάζουσα περίπτωση, ένα έξοχο δείγμα παραδοξότητας και ισχυρό συνονθύλευμα γοητευτικών αντιφάσεων. Γεννήθηκε το 1808 στο Σαιν-Σοβέρ της Νορμανδίας (από παλιά νορμανδική οικογένεια) και πέθανε το 1889 στο Παρίσι. Φιλομοναρχικός, πολέμιος των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης και του Ναπολέοντα και καθολικός – βαθιά εντυπωσιασμένος όχι τόσο από τη θρησκεία αυτή καθ’ εαυτή, όσο από τα τελετουργικά της. Θιασώτης της ηδονολατρίας που είναι χαρακτηριστική της εποχής του, ταξιδεύει πολύ και ζει έντονα στο Παρίσι ως δανδής, πότης αξιώσεων, χρήστης οπίου, αλλά και οξυδερκής παρατηρητής του αριστοκρατικού του περιβάλλοντος. «Στη ζωή μου υπήρξα πολλές φορές εξαιρετικά δυστυχής, ωστόσο δεν αποχωρίστηκα ποτέ τα λευκά μου γάντια», λέει ο ίδιος, καθώς ο δανδισμός προκύπτει ως «ατέρμονος αγώνας ανάμεσα στη συμβατικότητα και την πλήξη» (το μπωντλαιρικό spleen) και ο δανδής δεν είναι παρά ο «επιπόλαιος ηγεμόνας ενός επιπόλαιου κόσμου» (ο Όσκαρ Ουάιλντ συναντά, ενδεχομένως, εδώ, τον γάλλο ομόλογό του). Ο Ωρεβιγύ πραγματεύτηκε, εξ άλλου, και θεωρητικά το δανδισμό σ’ ένα από τα κορυφαία δοκίμια για το θέμα, το Για το δανδισμό και τον Τζωρτζ Μπρούμελ (1845) – ο ενδιαφερόμενος ας εντρυφήσει, επίσης, στα έργα Πραγματεία της καλαίσθητης ζωής του Μπαλζάκ, καθώς και Ο ζωγράφος της σύγχρονης ζωής και Εγκώμιο του μακιγιάζ του Μπωντλαίρ. Στο έργο του Ωρεβιγύ, ο δανδισμός ως ενδυματολογική συνθήκη και ως στάση ζωής, που οδηγεί σε μια μορφή εστεμμένης εξατομίκευσης, συναντά το δανδισμό της γλώσσας και συμπλέκεται εντυπωσιακά με την ικανότητά του να αποτυπώνει τα εξωτερικά ερεθίσματα με την ακρίβεια ενός εικονοκλάστη αλχημιστή, αποδίδοντάς τους ταυτόχρονα μια αίσθηση βάθους, αλλά και με τη δεξιοτεχνική μαεστρία που τον διακρίνει ως προς τη διερεύνηση δύο ακόμη προσφιλών του θεμάτων: της γυναικείας ιδιοσυγκρασίας και της σαγήνης του κακού. Δεν είναι διόλου τυχαία η αποφασιστική επιρροή που άσκησε σε συγγραφείς όπως ο Βιγιέ ντε λ’Ιλ Αντάμ και ο Γιόρις Καρλ Υισμάν, ο Χένρι Τζέημς και ο Μαρσέλ Προυστ. Οι φράσεις του δεν είναι απλά κομψοτεχνήματα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο Κλιμτ, για παράδειγμα, δεν είναι –σε αντίθεση με τον ισχυρισμό πολλών, επαϊόντων και μη– διακοσμητική ζωγραφική.

 

Διαβολικές

Ο Ωρεβιγύ συμπυκνώνει στα έργα του την ανησυχία μπροστά στο ιερό και στο βέβηλο, την ακαταμάχητη έλξη προς τα όρια και την υπέρβασή τους, το ναρκισσισμό και το μυστικισμό (στοιχεία που τον τοποθετούν ανάμεσα στους παρακμιακούς του 19ου αιώνα). Προσπαθεί να εμβαθύνει στις περιοχές του αλλόκοτου, του μυστηριώδους, του σατανικού – στον κόσμο του ερέβους και των σκοτεινών κινήτρων, ισχυρότατοι φορείς των οποίων είναι, τις περισσότερες φορές, οι γυναίκες. Η σύλληψή του για τη γυναίκα προέρχεται απευθείας από τη μεσαιωνική καθολική παράδοση, όπου το θηλυκό γίνεται αντιληπτό ως instrumentum diaboli και ο έρωτας ως καθεστώς δαιμονοληψίας. Στο μυθιστόρημά του Μια παλιά ερωμένη (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Printa), όπου εξερευνά και πάλι την καταστροφική δύναμη του πόθου, ο Ωρεβιγύ σκιαγραφεί με συναρπαστικό τρόπο ένα τέτοιο «όργανο του διαβόλου», τη Βελλίνι, μια ηρωίδα αντίστοιχα «δαιμονική» ως προς την Ωτκλαίρ Στασσέν, που συναντάμε στο Η ευτυχία μέσα στο έγκλημα: «“Θα περάσεις πάνω από την καρδιά της κοπέλας που θα παντρευτείς για να ξανάρθεις σε μένα!” του είχε πει η Βελλίνι». Το έργο κυκλοφόρησε το 1851 και προκάλεσε σκάνδαλο, ο Θεόφιλος Γκωτιέ, ωστόσο, επισήμανε χαρακτηριστικά ότι «από το θάνατο του Μπαλζάκ, δεν ξαναδιαβάσαμε βιβλίο τέτοιας αξίας και δύναμης».

Οι Διαβολικές, η συλλογή των έξι ιστοριών του, στην οποία ανήκει και Η ευτυχία μέσα στο έγκλημα, εκδόθηκε το 1874, εξαντλήθηκε σε τέσσερις ημέρες και στο συγγραφέα ασκήθηκε δίωξη για προσβολή της δημόσιας αιδούς. Ηρωίδες των ιστοριών είναι γυναίκες που διαπράττουν κάποιο έγκλημα ή επιδίδονται σε ανεκδιήγητες πράξεις βίας – γυναίκες σεξουαλικά ενεργητικές, εκδικητικές, παράφορες. Έκπτωτες και εωσφορικές. Σαν τη δεινή ξιφομάχο μας, την Ωτκλαίρ, αυτό το «υπέροχο καθαρόαιμο ζώο», τη γυναίκα-πάνθηρα – που αντιμετωπίζει έναν πάνθηρα στην εντυπωσιακή εναρκτήρια σκηνή του διηγήματος, φέρνοντας στο νου το ποίημα «The Tyger» του Ουίλλιαμ Μπλέηκ· την Ωτκλαίρ, αυτή τη γυναίκα-Σφίγγα, την «απαρασάλευτα ωραία», που καλύπτει το πρόσωπό της με πυκνό μπλε βέλο στον περίπατο ή μαύρη σφιχτοπλεγμένη δαντέλα στην εκκλησία, κρατώντας πάντα την επιβεβλημένη απόσταση από τους άντρες – που δε διστάζει, ωστόσο, να φτάσει στα άκρα προκειμένου να εκπληρώσει τον έρωτά της με τον κόμη ντε Σαβινιύ: εγκαθίσταται στον πύργο του, γίνεται υπηρέτρια της συζύγου του, η οποία, βέβαια (και για να λειτουργήσει αποτελεσματικά η αντίστιξη προς τη μαυρομάλλα, «διαβολική» Ωτκλαίρ) είναι ένας ξανθός άγγελος με το ευγενές, αν και συχνά ζηλόφθονο, πεισματικό πνεύμα της παλιάς αριστοκρατίας – τη δηλητηριάζει και τελικά τον παντρεύεται, για να ζήσει μαζί του μέσα στο απόλυτο πάθος και στην ευτυχία την αδιατάρακτη από κάθε είδους ενοχή, τύψη, δυσαρμονία ή πλήξη. Μια νοσηρή τελειότητα, μια τερατωδία ενάντια σε κάθε νόμο της φύσης.

Παρατηρεί σχετικά ο γιατρός Τορτύ, μάρτυρας και αφηγητής της ιστορίας τους:

 

Αυτό το υπεράνθρωπο ύφος της περηφάνιας ενός ευτυχισμένου έρωτα δεν το έχω δει να μετριάζεται ή να επισκιάζεται ούτε στιγμή στο πρόσωπο αυτών των δύο παράξενων Προνομιούχων της ζωής. Με αυτό το ύφος αντιμετώπιζαν πάντοτε νικηφόρα το καθετί […] Τους εγκατέλειψαν οι πάντες. Τους άφησαν να χορτάσουν ο ένας τον άλλον όσο επιθυμούσαν… Μονάχα που δε χόρτασαν ποτέ, καταπώς φαίνεται […] Όσο για μένα, που δε θέλω να πεθάνω, με την ιδιότητά μου του γιατρού, χωρίς να έχω γράψει μια πραγματεία τερατολογίας, και που με ενδιέφεραν, ως τέρατα, δε συντάχτηκα μ’ εκείνους που τους απέφευγαν.

 

Και συνεχίζει:

 

[…] Αυτοί οι δύο πραγματοποίησαν το ιδεώδες που θεωρούσα αδύνατο […] Η μοίρα, το άστρο τους, η τύχη, κι εγώ δεν ξέρω, τους έγραψε ότι μπορούσαν να ζήσουν ο ένας για τον άλλον […] Όχι, ποτέ δεν έκαναν παιδιά. Αγαπιούνται υπερβολικά. Η φωτιά – που κατατρώει, που αναλώνει και δε γεννάει τίποτε.

 

Ο συγγραφέας ολοκληρώνει αριστοτεχνικά, διά στόματος Τορτύ, το πορτραίτο αυτής της ηρωίδας που χαρακτηρίσαμε εξ αρχής ως «μεγαλύτερη από τη ζωή»: «“Δε λυπάστε που δεν έχετε παιδιά, κυρία κόμισσα;” – “Δεν τα θέλω”, μου είπε επιτακτικά. “Θα αγαπούσα λιγότερο τον Σερλόν. Τα παιδιά”, πρόσθεσε με κάποια περιφρόνηση, “είναι καλά για τις γυναίκες που νιώθουν δυστυχισμένες!”»

Ωτκλαίρ Στασσέν, Μπαρμπέ ντ’ Ωρεβιγύ. Châpeau.

 

ΥΓ. Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης των Διαβολικών, ο Ωρεβιγύ αναρωτιέται σχετικά με το βιβλίο: «Σε ποιον να το αφιερώσω…;» Κατά διαβολική σύμπτωση η συντάκτρια συνέγραψε το παρόν κείμενο ταλανιζόμενη από την ίδια βασανιστική διερώτηση ως προς τις αφιερωματικές της προθέσεις. Και καταλήγει στο ότι επιθυμεί να το αφιερώσει σ’ εκείνον που στάθηκε, άθελά του, αφορμή να ανακαλύψει την Ευτυχία μέσα στο έγκλημα, ούσα η ίδια πολύ κοντά στο να το διαπράξει. Σ’ εκείνον, λοιπόν, που το έγκλημα ε ί ν α ι.

 

 

 

 

                                                                                                   

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Μια υπόσχεση καθημερινής εκπλήρωσης Καβαφομαχία

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά