Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Μια υπόσχεση καθημερινής εκπλήρωσης

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχοσ 44
Αθήνα, 2014. Η Κατερίνα Σχινά φωτογραφημένη στο βιβλιοπωλείο Επί λέξει. Αθήνα, 2014. Η Κατερίνα Σχινά φωτογραφημένη στο βιβλιοπωλείο Επί λέξει. Κώστας Πίττας

 


Κατερίνα Σχινά, Καλή και ανάποδη. Ο πολιτισμός του πλεκτού, Κίχλη, Αθήνα 2014, 173 σελ.

 

Το πλέξιμο δεν είναι μια άλλη λέξη για τη μονοτονία και την επανάληψη, αλλά μια φαντασιακή εικασία για κάτι το οποίο θα γεννηθεί στο άμεσο μέλλον. Το πλέξιμο συνιστά ένα έργο εν προόδω. Πρόκειται για μιαν υπόσχεση εκπλήρωσης που γίνεται πραγματικότητα λεπτό προς λεπτό, για ένα άθροισμα στιγμών προστιθέμενης αξίας οι οποίες θα καταλήξουν σ’ ένα συμπυκνωμένο και αδιαίρετο σύνολο, σε μιαν ιδανικά ολοκληρωμένη συνοχή, σ’ έναν οριστικά συμπληρωμένο και αποκατεστημένο χρόνο. (αναδημοσίευση από το τεύχος 44 που κυκλοφορεί).

 

 

Είναι μια εικόνα που τη θυμάμαι να ξεκινάει από τη νεανική μου ηλικία και να επαναλαμβάνεται με ελαφρές παραλλαγές για πολλά χρόνια, φτάνοντας μέχρι και πριν από μία ίσως δεκαετία. Βράδια ευωχίας στο σπίτι της Κατερίνας, με σταθερές ή περιστασιακές συντροφιές, μετά το φαγητό, μαγειρεμένο και σερβιρισμένο από την ίδια, σε πιατέλες υψηλόφρονα εορταστικές (συνήθως χωρίς την παραμικρή αφορμή γιορτής), και με το ποτό να έχει ρεύσει άφθονο στα ποτήρια και τον ουρανίσκο μας. Δεν είναι η ώρα της περισυλλογής, αλλά των εντάσεων. Τα λόγια πολλά, πολύ περισσότερα από το κανονικό, η σκωπτική διάθεση ανεβασμένη στο φουλ, έναντι δικαίων και αδίκων, και οι διαφωνίες βγαλμένες στην πρώτη γραμμή, μεγάλες και επίμονες, ικανές να τραβήξουν ώς το πρωί.
Με την άκρη του ματιού μου, κι ενώ ο μαραθώνιος των συζητήσεων δεν λέει να πάψει, βλέπω πάντοτε σε αυτή την εικόνα την Κατερίνα να αποσύρεται προσεκτικά στον χαμηλό της καναπέ (ένας καναπές που αργότερα θα αποτελέσει το πρώτο σκηνικό της εκπομπής μας για την τηλεόραση), να πιάνει χαμογελαστή το πλεκτό της (αδύνατο να ανακαλέσω από πού το ξετρύπωνε κάθε φορά) και να σκύβει προσηλωμένη στη δουλειά της, επεμβαίνοντας σποραδικά στις κουβέντες μας.

ΜΙΑ ΜΕΘΟΔΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗΣ
Πρωτοδιαβάζοντας το βιβλίο της Κατερίνας σε συνέχειες (φιλοξενήθηκε επί μια διετία στις σελίδες του Books’ Journal, τιμώντας με τους δοκιμιακούς του τρόπους μια παλαιά μυθιστορηματική παράδοση: την παράδοση του roman feuilleton), η εικόνα της ορκισμένης πλέκτριας που πλέκει ακούραστα εν σιωπή ήρθε κατ’ επανάληψη στον νου μου. Ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο πριν από λίγο καιρό στην έκδοση της Κίχλης και μπαίνοντας στον υποβλητικό κόσμο της ασπρόμαυρης εικονογράφησης (κάθε φωτογραφία και μια είσοδος σ’ ένα πολλαπλασιαστικό σύμπαν), συνειδητοποίησα πως εκείνες οι πολύβουες νύχτες έσβηναν στη σιωπή του πλεκτού όχι για να μην αποσπαστεί η πλέκτρια από τη χειρωνακτική της εργασία, αλλά γιατί το πλεκτό ήταν ένα μέσον εσωτερικής ανασύνταξης και αναδιοργάνωσης σ’ ένα περιβάλλον όπου η συμποτική φωνασκία είχε την τάση να αποδιοργανώσει και να διαλύσει τα πάντα.
Το πλέξιμο (θα το διαβάσουμε ξανά και ξανά στην Καλή και ανάποδη) δεν είναι μια άλλη λέξη για τη μονοτονία και την επανάληψη, αλλά μια φαντασιακή εικασία για κάτι το οποίο θα γεννηθεί στο άμεσο μέλλον. Το πλέξιμο συνιστά ένα έργο εν προόδω. Πρόκειται για μιαν υπόσχεση εκπλήρωσης που γίνεται πραγματικότητα λεπτό προς λεπτό, για ένα άθροισμα στιγμών προστιθέμενης αξίας οι οποίες θα καταλήξουν σ’ ένα συμπυκνωμένο και αδιαίρετο σύνολο, σε μιαν ιδανικά ολοκληρωμένη συνοχή, σ’ έναν οριστικά συμπληρωμένο και αποκατεστημένο χρόνο.
Δεν είναι ίσως άσχετο με αυτή τη δύναμη αποκατάστασης και διασφάλισης της συνοχής το γεγονός πως το πλέξιμο θα αγκαλιαστεί από τις φεμινίστριες, θα εμπνεύσει ποικίλους διεκδικητικούς αγώνες με σημαία τους τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα μπλέξει με τη λογοτεχνία και τη μουσική και θα προσελκύσει με τη μαστορική του ακόμα και το ανδρικό φύλο, παρά τον εμφανή κίνδυνο κατάρρευσης της ανδροπρέπειας. Η μαστορική του πλεκτού είναι προορισμένη να παράγει λογική και νόημα (ας κοιτάξουμε τη σχέση των μαθηματικών με το πλεκτό) και το νόημα, ή μάλλον ο σχηματισμός ενός νοήματος (όπως το πλέξιμο όσο εξυφαίνει ένα πλεκτό), είναι η βάση της οποιαδήποτε ταυτότητας, πολιτικής, κοινωνικής ή καλλιτεχνικής.
Η άρθρωση, παρ' όλα αυτά, ενός νοήματος σαν το νόημα το οποίο παράγει το πλεκτό θα πάρει ευθύς εξ αρχής κι έναν άλλο δρόμο, μένοντας μακριά από κάθε συλλογική μέριμνα. Είναι ο δρόμος της εσώτερης ύπαρξης και της πάλης με την αθανασία και την ομορφιά, όπως θα την εικονογραφήσουν τα μεταφρασμένα ποιήματα του Τζον Τέυλορ, της Τζάκι Κέυ, του Πάμπλο Νερούδα, του Τζον Χάρτλεϋ Ουίλλιαμς, της Τζο Σάπκοτ και της Έμιλυ Ντίκινσον στο επίμετρο του βιβλίου. Εδώ η βελόνα θα παλέψει με το αίσθημα της προσωρινότητας και της φθοράς, θα δοκιμάσει να αποτρέψει τον θάνατο, ακόμα κι όταν δεν θα αποφύγει τη λαιμητόμο, θα αγωνιστεί με μικρά, πιθανόν και τιποτένια βήματα για να κατακτήσει το ωραίο, θα εγγυηθεί τη λειτουργία μιας τράπεζας αυξημένης εμπιστοσύνης και θα θρηνήσει διακριτικά (μολονότι πνιγμένη στο πένθος) την απώλεια του έρωτα και τη μοναξιά.

ΕΞΙ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Δεν θα συνεχίσω, ωστόσο, άλλο προς την κατεύθυνση της κοινωνιολογίας και της οντολογίας του πλεκτού. Προσπαθώντας να ανακτήσω τον επαγγελματισμό τον οποίο είναι έτοιμη να θέσει εκποδών μια τριαντάχρονη φιλία (μια φιλία η οποία μας παρέλαβε από την πρώτη μας νιότη για να μας φέρει αχώριστους μέχρι την ανηφόρα της μέσης ηλικίας), θέλω να εστιάσω στα αυτοβιογραφικά κείμενα του βιβλίου. Πρόκειται για έξι ιστορίες όπου ο πολιτισμός του πλεκτού θα προβάλει ως καθαρό, αδιαμεσολάβητο βίωμα, υποδεικνύοντας τη ζώσα εμπειρία η οποία τρέφει την υπερδομή των δοκιμιογραφικών μερών. Στις δύο πρώτες ιστορίες («Το βεραμάν της Αναρχίας» και «Μια πλεκτομηχανή Passap»), η νεαρή πλέκτρια (στην αρχή κοριτσάκι, ύστερα πολύ νέα γυναίκα) θα μάθει πώς να χειρίζεται τις βελόνες και τα κουβάρια με το νήμα: η μύηση στα ενδότερα μιας διαδικασίας που θα κρατήσει εφ’ όρου ζωής, αναζητώντας στα χρόνια της ωριμότητας τις λέξεις με τις οποίες θα περιγράψει όλη την πρωτύτερη πορεία της. Στην επόμενη ιστορία («Το πλεκτό του Φαίδωνα») ένα ανοικονόμητο πλεκτό, που μοιάζει να βγαίνει από γοτθικό παραμύθι (δεν πιάνεται από πουθενά, δεν χωράει σε καμιά τσάντα ή βαλίτσα και έχει τη σχεδόν δαιμονική ιδιότητα να μεγαλώνει μόνο του το βάρος και τον όγκο του), θα μετατραπεί σε ένα διά παντός αφόρετο ρούχο. Ο εραστής για τον οποίο φτιάχτηκε αυτό το ρούχο θα τρομάξει, φεύγοντας για το Παρίσι, από το παράξενο, σχεδόν μεταφυσικό μέγεθός του κι έτσι εκείνο θα γίνει δώρο που θα απευθυνθεί, όχι χωρίς κάποια πίκα, σε έναν άλλο, έναν σχεδόν ανύπαρκτο και ανώνυμο άλλο: κάποιες Απόκριες το πλεκτό του Φαίδωνα θα χαριστεί σ’ έναν Δημήτρη ενώ και ο Φαίδων με τη σειρά του θα κατονομαστεί μόνο στον τίτλο του κειμένου. Στην τέταρτη ιστορία («Το σάλι») το πάθος του πλεξίματος θα μεταμορφωθεί σε ένα είδος ταφικής επιγραφής και θα αναστήσει τη δόξα των αφανών νεκρών με μιαν επιμνημόσυνη δέηση η οποία θα χρησιμοποιήσει για το τελετουργικό της μιαν απείραχτη κούκλα μαλλί. Φιλοξενούμενη στο σπίτι μιας φίλης η οποία έχει χάσει τη μητέρα της, η πλέκτρια θα ανακαλύψει σ’ ένα ψάθινο καλάθι ένα μισοτελειωμένο σάλι της νεκρής και θα αρχίσει να το δουλεύει μέχρι να ακουστεί στην πόρτα το κλειδί της κόρης της. Κάπως ίσως θορυβημένη με την αυθαιρεσία, η φίλη δεν θα διαμαρτυρηθεί παρ' όλα αυτά για την πρωτοβουλία με τη διαφορά πως εν τέλει το σάλι θα μείνει για πάντα ανολοκλήρωτο. Μια μισοτελειωμένη τελετή που θα περισώσει ακόμα και κολοβωμένο ένα σχήμα ζωής το οποίο διαφορετικά θα είχε απομείνει ένα πέρα για πέρα ξεχασμένο εργόχειρο. Το καλύτερο κατά τη γνώμη μου κομμάτι από τις έξι ιστορίες. Συνέχεια με την «Ειρήνη» όπου τη θέση της μαθητευόμενης θα καταλάβει τώρα η κόρη της πλέκτριας. Η αφήγηση θα επιχειρήσει έναν διάπλου στα ανεξήγητα μυστήρια των παιδικών χρόνων όπου τα δάχτυλα θα ψηλαφίσουν τους κόμπους ενός ζωντανού (ακόμη εν δράσει) ονείρου. Η τελευταία ιστορία («Μια Ισιδώρα στη Μήλο») θα κινηθεί σ’ ένα υπόγεια απειλητικό κλίμα, με ατυχήματα τα οποία θα μπορούσε να οδηγηθούν σε μιαν απολύτως δραματική κατάληξη, απομακρύνοντας, όμως, εν κατακλείδι, το μοιραίο χάρη στον αγαθό θεό της τύχης. Η ανάσα του θανάτου, πάντως, με ένα πλεχτό που θα τυλιχτεί βάναυσα σ’ έναν αθώο γυναικείο λαιμό, θα ακουστεί πολύ κοντά μας.
Έξι ιστορίες για το πλεχτό, που θα ξεφύγουν γρήγορα από την αυτοβιογραφική τους αφετηρία, συνιστώντας έστω και υποτυπωδώς τα κεφάλαια ενός οιονεί μυθιστορήματος το οποίο θα λειτουργήσει σαν ανθρωπολογικό υπόστρωμα για τα δοκίμια περί πλεκτικής και πλεξίματος, σαν προβολή της πολιτισμικής ιστορίας του πλεκτού στο πεδίο της καθημερινής εμπειρίας. Και δεν είναι, προφανώς, τυχαίο το ότι η θεματική γκάμα των έξι ιστοριών έρχεται να συμπέσει με όλα τα μοτίβα των μεταφρασμένων ποιημάτων του επιμέτρου. Ο έρωτας και ο θάνατος, ο αγώνας ενάντια στη σήψη και τον μαρασμό, η πίστη στον εαυτό μας και στους άλλους, όλα είναι εδώ, για να ανοίξουν τον κύκλο από την αρχή. Και μαζί με αυτά, το σέβας της μαθητείας ή το ρίγος των ονείρων, που δεν θα απασχολήσουν τους μεταφρασμένους ποιητές, αλλά θα εγκατασταθούν στην καρδιά των έξι αυτοβιογραφικών ιστοριών, ξεδιπλώνοντας ένα άλλο, περισσότερο ή λιγότερο αυτοενδοσκοπικό πλεκτό.
Δυο λόγια, κλείνοντας, για τη συλλειτουργία δοκιμίου και αυτοβιογραφικής αφήγησης στην Καλή και ανάποδη. Λέμε κάποτε για τον τρόπο που έχουν ορισμένες αφηγήσεις να ενσωματώνουν στο λόγο τους το δοκίμιο χωρίς να ξεπέφτουν στον λογιωτατισμό, όπως και για τον τρόπο που έχουν κάποια δοκίμια να καταφεύγουν στην αφήγηση χωρίς να διολισθαίνουν στην ανακρίβεια και στις αφηρημένες διατυπώσεις. Τα κείμενα, εν τούτοις, που περιλαμβάνονται στην Καλή και ανάποδη, υπερβαίνουν και τις δύο κατηγορίες. Είναι δοκίμια που μπορεί να διαβαστούν σαν μυθιστόρημα, αλλά και ένα δυνάμει μυθιστόρημα που μπορεί να διαβαστεί σαν σύμπλεγμα δοκιμίων. Και είναι τα ίδια κείμενα μυθιστόρημα γιατί οι αφηγήσεις τους ανακυκλώνουν τους σταθμούς μιας ολόκληρης ζωής και δοκίμια επειδή οι αναλύσεις τους εξιστορούν τη διαδρομή μιας ολόκληρης κουλτούρας, η οποία στην περίπτωσή μας δεν είναι άλλη από την κουλτούρα του πλεκτού. Μιλώ για ένα μυθιστορηματικό δοκίμιο γραμμένο με τη γλώσσα της προσωπικής συγκίνησης και για ένα δοκιμιακό μυθιστόρημα γραμμένο με τη γλώσσα της υψηλής εγγραμματοσύνης.
Αλλά, κακά τα ψέματα, η Κατερίνα δεν θα μπορούσε να γράψει αλλιώς.

 

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Κριτικός λογοτεχνίας. Έχει γράψει τα βιβλία Μίλτος Σαχτούρης: Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού (1991), Οδόσημα (1999) και μαζί με την Ελισάβετ Κοτζιά επιμελήθηκε την ανθολογία Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία (1995).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά