Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

«Το αιλουροειδές, προτού επιτεθεί στο θήραμά του...»

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία Τεύχος 68
Φυλακές Λάντσμπεργκ, Γερμανία, 1923. Ο Αδόλφος Χίτλερ διαβάζει εφημερίδα σε ώρα επισκεπτηρίου. Φυλακές Λάντσμπεργκ, Γερμανία, 1923. Ο Αδόλφος Χίτλερ διαβάζει εφημερίδα σε ώρα επισκεπτηρίου. Yad Vashem Photo Archive

Χάρης Βλαβιανός, Το κρυφό ημερολόγιο του Χίτλερ. Φυλακές Λάντσμπεργκ Νοέμβριος 1923 - Δεκέμβριος 1924, Εισαγωγή: Κώστας Κωστής, Πατάκη, Αθήνα 2016, 544 σελ. 

Έπειτα από το αποτυχημένο Πραξικόπημα της Μπυραρίας, ο Αδόλφος Χίτλερ δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Την ποινή του εξέτισε στις φυλακές του Λάντσμπεργκ. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, μάλιστα, το διάστημα της φυλάκισής του κρατούσε ημερολόγιο, το οποίο δεν διασώθηκε. Ώσπου ο Χάρης Βλαβιανός επέλεξε να συνθέσει εκ των υστέρων, συνδυάζοντας τα ιστορικά γεγονότα με τη συγγραφική αυθαιρεσία, τις ημερολογιακές σημειώσεις του ανθρώπου που, αργότερα, αιματοκύλησε τον κόσμο – σε μια εποχή που προετοιμαζόταν και προετοίμαζε τα σχέδιά του... Αναδημοσίευση από το τεύχος 68 του Books' Journal.

 

Ως πεζογράφος, θα σας μιλήσω, όσο μου είναι μπορετό, για τη λογοτεχνικότητα του κειμένου, καθώς η ιστορία καλείται να συμπλεύσει με τον μύθο, να συνομιλήσει η φαντασία με τη ζωή και το τεκμήριο να αναμετρηθεί με την ανάπλασή του. 

Πρώτα να σας πω όμως ότι ο Χάρης Βλαβιανός είναι ένας ποιητής που ιδιαιτέρως εκτιμώ για τον αφηγηματικό, καβαφικό, ως προς την οικονομία και τον υπαινιγμό, λόγο του και για τη  στοχαστική, ενίοτε συγκινημένη και επισφαλή, εμποτισμένη στην αγγλοσαξονική νηφαλιότητα, ματιά του.

Να πω, επίσης, εξ αρχής, ότι το Κρυφό ημερολόγιο είναι ένα σπουδαίο βιβλίο που ανακίνησε μέσα μου, πέρα από την όποια απόλαυση της ανάγνωσης, αλυσιδωτές σκέψεις και αντιφατικά συναισθήματα.

Αυτές τις σκέψεις και αυτά τα συναισθήματα, θα προσπαθήσω να σας εκθέσω.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση στη μυθοπλασία έχει τη δύναμη να αφοπλίζει ακόμη και τον απαιτητικότερο αναγνώστη. Με θετικό ή  με αρνητικό πρόσημο ο αφηγητής  προκαλεί τη συμπόνια, την κατανόηση, τον οίκτο, αλλά και το θυμό, την οργή, την περιφρόνηση. Επομένως εδώ, επιλέγοντας ο Βλαβιανός την πρωτοπρόσωπη ημερολογιακή αφήγηση, προκειμένου να φωτίσει το «φαινόμενο» Χίτλερ (η έκφραση είναι δική του), καλείται να κινηθεί, θέλει δεν θέλει, στην κόψη του ξυραφιού.

Έστω και αν, στις μέρες μας, ο παντεπόπτης αφηγητής, ο θεός-συγγραφέας (όπως εννοήθηκε από τους πρωτομάστορες του ιστορικού μυθιστορήματος εδώ και δυο αιώνες), από χρόνια πολλά έχει εκθρονιστεί, κανόνας άτυπος για την ιστορική μυθοπλασία, παραμένει η επινόηση ενός αφηγητή που ζει και κινείται στη σκιά του κεντρικού χαρακτήρα-ήρωα. Και αυτός ο επινοημένος αφηγητής θα είναι, οφείλει να είναι, ικανός εις το να αναπλάσει πολυεπίπεδα, έστω και με συμβατική αντικειμενικότητα, την εποχή και τον άνθρωπο, χάριν ή και εξ αιτίας του οποίου ο συγγραφέας  φιλοδόξησε να κινηθεί στις γραμμές του μύθου και της ιστορίας.

Και πάλι ο Βλαβιανός επέλεξε την κόψη του ξυραφιού.

Διαβάζω:

26 Νοεμβρίου, 1923: «Με έκλεισαν εδώ μέσα πιστεύοντας πως έτσι θα με εξουδετερώσουν. Πως θα κάμψουν το ηθικό μου. Πως θα διαλύσουν το κόμμα μου. Σφάλμα μέγα! Στερώντας μου την ελευθερία, με κάνουν πιο δυνατό. Πιο αποφασισμένο να συνεχίσω το έργο μου. Συν τοις άλλοις το ηλίθιο κράτος μού παρέχει δωρεάν παιδεία. Θα μετατρέψω τη φυλακή σε πανεπιστήμιο. Το κελί μου σε απέραντη βιβλιοθήκη. Ας δω τον εγκλεισμό σαν ευκαιρία: τώρα μου προσφέρεται άφθονος χρόνος να διαβάσω απερίσπαστος όσα από καιρό σχεδίαζα, για να καλύψω τα κενά μου. Το οικοδόμημα που σκοπεύω να φτιάξω θα  στηρίζεται σε αδιάσειστες ιδέες, όχι σε σαθρά επιχειρήματα. Από αυτά χόρτασε ο λαός μας... […] Το αιλουροειδές, προτού επιτεθεί στο θήραμά του, λουφάζει στους θάμνους, συσπειρώνεται και περιμένει την κατάλληλη στιγμή που θα εκτιναχθεί με ορμή. Τώρα  είμαι εγώ το αιλουροειδές. Να τρέμουν όσοι σταθούν εμπόδιο στα σχέδιά μου».

Ο ευθύς λόγος εδώ, με την ανάσα της εξομολόγησης και την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, συμπλέκεται δραστικά με τον εσωτερικό μονόλογο και   τίθεται στην υπηρεσία του αφηγούμενου την ιστορία του, μέσα από τη δική του οπτική, τον δικό του ψυχισμό, τη δική του θέληση, εφ’ όσον αφηγητής και αφηγημένος είναι το ίδιο πρόσωπο. Κι έτσι, μέσα από τον αφηγητή, υπονομεύεται δραστικά, «εκτίθεται ανεπανόρθωτα» ο αφηγημένος, όπως και μέσα από την ανάπλαση ενός χαρακτήρα αποτυπώνεται με μεροληπτική αποσπασματικότητα μια εποχή.

 

 

 

ΣΑΝ ΜΕΤΡΙΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ

Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Χίτλερ, στον ενάμιση περίπου χρόνο της φυλάκισής του, κρατούσε ημερολόγιο. Οι συγγραφικές του όμως ικανότητες θα πρέπει, σύμφωνα με μαρτυρίες πάλι, να μην ξεπερνούσαν τις ικανότητες ενός μέτριου μαθητή.  Επομένως εδώ, το Κρυφό ημερολόγιο που μάλλον υπήρξε, αλλά ποτέ δεν βρέθηκε, και το οποίο θα πρέπει, αποσπασματικά, τουλάχιστον, να τροφοδότησε το πρώτο μέρος (τον πρώτο τόμο) του διαβόητου Mein Kampf (Ο Αγών μου), θα έπρεπε απαραιτήτως, ως κακότεχνο, να καταστραφεί.

Τα ημερολόγια, άλλωστε, που προορίζονται να «διασωθούν», καλούνται να υπηρετήσουν την υστεροφημία του γράφοντος και, γι’ αυτό, συχνά «αλλοιώνουν» προς το ιδανικότερο τον χαρακτήρα του, λειαίνουν προς το σεμνότερο τη σκέψη και τις επιθυμίες του,  προκειμένου να ενεργοποιήσουν τη συγκίνηση και τον θαυμασμό των επερχόμενων αναγνωστών. Πόσο θα μπορούσε, επομένως, να μας προβληματίσει (γνωρίζοντας πως o Χίτλερ δεν έγραφε καλά) το ότι οι εγγραφές εδώ όχι μόνο δεν είναι κακότεχνες, αλλά είναι και θαυμαστά περίτεχνες και προκλητικά απροσχημάτιστες;

Εδώ ακριβώς θα μπορούσαμε να πούμε ότι το «κρυφό», δηλαδή το ανομολόγητο, το ανέκφραστο, «κατά Βλαβιανόν ημερολόγιο του Χίτλερ», είναι κυρίως φανταστικό, είναι ανύπαρκτο, είναι απλώς το όχημα μιας πρωτοπρόσωπης μυθοπλαστικής αφήγησης από τον επινοημένο Χίτλερ για τον άλλο Χίτλερ, τον Αδόλφο των «κρεματορίων», που έρχεται.

Από την πρώτη εγγραφή, 14 Νοεμβρίου 1923, μετά το αποτυχημένο Πραξικόπημα της Μπυραρίας που θα τον οδηγήσει στη φυλακή: («Αποτύχαμε οικτρά… Είμαι ένα τίποτα. Έπρεπε να είχα πεθάνει μαζί τους… πονάω φρικτά στον ώμο… δεν θέλω τίποτα, μόνο λίγο νερό. Και να κλείσω τα μάτια, για πάντα αν γίνεται») έως την τελευταία, 19 Δεκεμβρίου 1924: («Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. Αύριο αποφυλακίζομαι. Αύριο αρχίζει ο πραγματικός Αγών μου») οι καθημερινές σχεδόν εγγραφές  (αποτέλεσμα της θαυμαστά επικεντρωμένης, και με την ακρίβεια χειρουργού, έρευνας του Χάρη Βλαβιανού) παρακολουθούν άγρυπνα τομετασχηματισμό του αφανούς τυμπανιστή σε Φύρερ, καθώς ο ημερολογιακός λόγος του επινοημένου Χίτλερ κυμαίνεται από τη συντριβή στην ανάταση, από την εγωπάθεια  και την έπαρση στον χαμαιλεοντισμό και την υποκρισία, από την ανασφάλεια και την αδυναμία στη βαρβαρότητα και την προκλητική επίδειξη ισχύος. Ώσπου, εγγραφή την εγγραφή, με την αδιάκοπη ροή λεπτομερειών, γεγονότων, παρατηρήσεων, προοικονομείται παραστατικά, με εξαιρετική, θα έλεγα, πειστικότητα, η μετέπειτα εξέλιξη και διαδρομή του πραγματικού Χίτλερ – τίποτα δεν θα μείνει στο σκοτάδι. Κι όπως θα φωτίζεται σταδιακά η προσωπικότητά του, θα αναδύεται ένας κοινός θνητός γέννημα και θρέμμα της εποχής του.

Στην  εγγραφή της 2ας Ιουλίου 1924, γράφει:

Όταν είμαι κουρασμένος ή και απογοητευμένος με την όλη κατάσταση, διαβάζω στην τύχη κάποιες σελίδες (του κρυφού ημερολογίου) και ομολογώ πως με εκπλήσσει η δύναμη και η καθαρότητα των ιδεών μου, ο στιβαρός τρόπος με τον οποίον τις υπερασπίζομαι. Μένει τώρα  το επόμενο και πολύ πιο δύσκολο βήμα: με βάση αυτές τις σημειώσεις, να συνθέσω μια ολοκληρωμένη θεώρηση των πραγμάτων, και να την απευθύνω σε όλους τους Γερμανούς[…]

Δώδεκα μέρες αργότερα (14 Ιουλίου), θα αρχίσει την υπαγόρευση των σκέψεών του πρώτα στον νεαρό οδηγό και δακτυλογράφο του, Εμίλ Μωρίς, μιας και βαριέται ο ίδιος το γράψιμο, και λίγο αργότερα στον πολιτικό συνεργάτη του Ρούντολφ Ες.  Έπειτα από περίπου τρεισήμιση μήνες (31 Οκτωβρίου) αδιάλειπτης, σχεδόν καθημερινής, εργασίας,  ο πρώτος τόμος της αυτοβιογραφίας - πολιτικής διαθήκης του Χίτλερ  θα είναι έτοιμος: Τεσσεράμισι χρόνια ενάντια στο ψέμα, στη βλακεία και στη δειλία. Ο εκδότης φίλος του, όμως, Μαξ Άμαν, θα του προτείνει τον θελκτικότερο από κάθε άποψη τίτλο Mein Kampf: Ο αγών μου.  

Ποιος είναι λοιπόν ο Χίτλερ; Από τα ασταθή βήματα στη ζωή και την τέχνη, στα καιροσκοπικά της πολιτικής, περιφερόμενος από τον μισανθρωπισμό στην ύψιστη αγάπη-κακοποίηση της πατρίδας Γερμανίας. Ο Χριστός ήταν Άριος από μάνα Εβραία και πατέρα Ρωμαίο. Χορτοφάγος, ορειβάτης, ολιγαρκής. Κοιμάται με ανοιχτό παράθυρο. Ομοφοβικός. Μισεί τα άλογα. Μανιακός με την καθαριότητα. Σιχαίνεται το αίμα. Φοβάται την ουλίτιδα. Φοβάται και το νερό. Στην εγγραφή της 11ης Αυγούστου, 1924, εξομολογείται την απέχθειά του στη σάρκα που εκτίθεται. Τρέμει τη γύμνια. Τον αγαπούν οι γυναίκες των συνεργατών του. Και αυτός αγαπά τα γλυκά τους.  «Ώσπου να αποφυλακιστώ θα έχω γίνει σαν γουρούνι», η επωδός.

 

 

 

ΟΙ ΑΓΓΛΟΙ, ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, Ο ΑΥΤΟΣΑΡΚΑΣΜΟΣ

Ποιοι τον τροφοδούν πνευματικά; Οι Άγγλοι, κατά την αντίληψή του, είναι μακρινά ξαδέλφια των Γερμανών. Στην εγγραφή της 4ης Ιανουαρίου 1924 γράφει: «Η Γερμανία θα παραχωρήσει τις θάλασσες στους Άγγλους και οι Άγγλοι την Κεντρική Ευρώπη σ’ εμάς. Στο μέλλον θα πολεμήσουμε από κοινού τις ΗΠΑ. Αλλά τώρα ο εχθρός μας είναι οι Ρώσοι. Και μέσα στη Γερμανία οι κομμουνιστές και οι κωλοεβραίοι»). Επίμονο ανάγνωσμά του: Ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι. Θαυμάζει τον Μέγα Αλέξανδρο. Θαυμάζει τον Κεμάλ Ατατούρκ. Καλός ο φιλόσοφος Πλάτωνας, καλοί και οι Σπαρτιάτες. Θα ξαναγράψουμε την ιστορία της λογοτεχνίας και της μουσικής. Θαυμάζει  Τον άνδρα με το χρυσό κράνος του Ρέμπραντ στη Εθνική Πινακοθήκη του Βερολίνου. Ο Ρέμπραντ στην ψυχή είναι Γερμανός, αποφαίνεται.

22 Ιανουαρίου 1924: «Ξημέρωσε μια υπέροχη μέρα. Μόλις έμαθα πως χθες πέθανε ο Λένιν. Ψόφησε επιτέλους το μπολσεβίκικο  σκουλήκι, αυτό το κάθαρμα που μόνο κάτουρο κυλούσε στις φλέβες του».

24 Ιανουαρίου 1924: «Οι μάζες είναι όπως η γυναίκα. Πρέπει να μιλάς στα συναισθήματά τους, να τα αναμοχλεύεις. Δεν καταλαβαίνουν από λογικά επιχειρήματα. […] Η αλήθεια είναι για τους λίγους. Οι πολλοί χρειάζονται καθοδήγηση. Τίποτα περισσότερο. Εξάλλου, το μόνο που ενδιαφέρει τις μάζες είναι η επιτυχία. Στη βάση της επιτυχίας κρίνουν τα πάντα. Άρα όσο ο πολιτικός τους προσφέρει νίκες, δεν ρωτούν με ποιο κόστος κατακτήθηκαν».

Τον ελκύει η ανήλικη ανιψιά του, Γκέλι Ράουμπαλ. (Αργότερα θα συνάψει ερωτική σχέση μαζί της). Εμμονή που επανέρχεται: Ο εβραίος γιατρός που δεν έκανε τίποτα για να σώσει την άρρωστη μάνα του. Το μίσος για τον πατέρα, η λατρεία για τη μητέρα. Αδιανόητα ρηχή, αλλά ευθύβολη, κοινότοπη, αφελής, αλλά με  δασκαλίστικη πειθώ, η σκέψη του. Ανενδοίαστος κοινωνικά, επίμονος,  σταθερός, συνεπής, μελοδραματικός, και γι’ αυτό ικανός να ανακινήσει το θυμικό του ταπεινωμένου λαού.

Είναι όμως και σε θέση, όπως είδαμε, να αυτοσαρκάζεται. Ψήγματα αυτογνωσίας:

30 Δεκεμβρίου 1923: «Αλήθεια, πώς θα ηγηθώ της Γερμανίας, εγώ ένας κοντός, μελαχρινός, πλαδαρός Αυστριακός; Εγώ που διαρκώς υπογραμμίζω την υπεροχή της Αρίας φυλής μας, που θαυμάζω τα ευρύστερνα γυμνασμένα σώματα των ανδρών μας; Τουλάχιστον πήρα τα γαλανά μάτια της μάνας μου…

 Δέκα μήνες αργότερα, στην  εγγραφή της 27ης Οκτωβρίου 1924, όπως ξαναθυμάται τη ζωή του στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου, η εκτροπή έχει ήδη αρχίσει, δεν υπάρχει πλέον επιστροφή: η μοίρα τού έχει επιφυλάξει μιαν ιερή αποστολή: «Εγώ θα ήμουν ο εκλεκτός που θα οδηγούσε τη Γερμανία στη Γη της επαγγελίας». Μέρος του θεϊκού σχεδίου η ζωή και η δράση του…

Αντλεί από έγκυρους ιστορικούς της εποχής τον αντισημιτισμό του. Αυτούς ανασυνθέτει και τροποποιεί προς το αγοραίο. Κυρίαρχη ιδέα ο Εθνικοσοσιαλισμός: Ναζισμός. Το αίμα εξευγενίζει το πνεύμα. Κλιμακωτά, από εγγραφή σε εγγραφή, ο «χιτλερικός» αντισημιτισμός αναδύεται ως εκφραστής του συστημικού, βαθιά ριζωμένου στις συνειδήσεις των ανθρώπων, ευρωπαϊκού αντισημιτισμού. Παράθεμα από τον Λούθηρο:  «Οι Εβραίοι είναι ένας λαός που γεννήθηκε από πόρνες […] στο πρόσωπο κάθε Εβραίου βλέπει κανείς τον Διάβολο αυτοπροσώπως που κυλιέται στο βούρκο σαν γουρούνι». 

11 Μαΐου 1924:  «Η μόνη μας ελπίδα είναι να μας ενισχύσει ο Φορντ. Εγκρίνει  τη στάση μας απέναντι στους Εβραίους και με θαυμάζει πολύ. Αν συμφωνήσει να μας βοηθήσει οικονομικά σωθήκαμε. Το βιβλίο του για τους Εβραίους είναι η βίβλος μου».

 

 

 

«ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ-ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ, ΟΙ ΜΑΣΤΙΓΕΣ...»

Πληκτικά, εμμονικά επαναλαμβανόμενος, παραθέτει βιβλία σοβαρά με τα οποία επικοινωνεί επιδερμικά και βιβλία αφελή, φτηνά, που τα αναλύει με τρόπο βαθυστόχαστο. Η φράου Έμπερτιν, η πιο έγκριτη αστρολόγος της Γερμανίας, έχει ήδη προβλέψει τη γρήγορη δικαίωσή του! 

Ας μην το ξεχνούμε: Ο αποκρυφισμός είναι το πνευματικό υπόβαθρο του ρατσισμού, από τους Ναζί ώς τις σημερινές ακροδεξιές ομάδες σε όλον τον κόσμο. Δυο χιλιάδες βιβλία  μαγείας και αποκρυφισμού είχε στη βιβλιοθήκη του ο πιο στενός συνεργάτης του Χίτλερ, ο Χάινριχ Χίμλερ…

Ο αμερικανός δημοσιογράφος Τίμοθυ Ράιμπακ, που εξέτασε τα περίπου 1.200 περίπου διασωθέντα βιβλία από τα 16.000 της βιβλιοθήκης του Χίτλερ, επισημαίνει:

Ο Χίτλερ  δεν πρέπει να θεωρείται αναγνώστης του Σοπενχάουερ και του Νίτσε, του Θερβάντες και του Σαίξπηρ, ή του Γκαίτε που τον αναμειγνύει  με ρατσιστικά αποφθέγματα και απλοϊκές ιδέες. Γι’ αυτόν δεν μετρούσαν  οι μεγάλοι συγγραφείς, αλλά βιβλιαράκια της σειράς ρατσιστικού, αντισημιτικού, αποκρυφιστικού περιεχομένου, που διάβαζε και ξαναδιάβαζε και υπογράμμιζε και που δείχνουν, αυτά τα βιβλιαράκια, να είναι η βίβλος του.  

Γιατί ακολούθησε τον Χίτλερ ο γερμανικός λαός;Και γιατί ο λεγόμενος δυτικός κόσμος αδιαφόρησε απέναντι στον κίνδυνο εξάπλωσης του χιτλερισμού;

Πιθανές, αλλά αδιάσειστες, απαντήσεις σ’ αυτά τα δυο ερωτήματα αντλούνται απρόσκοπτα από το κείμενο – και εδώ εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, πέρα από όλα τα άλλα, η αξία και η βαθύτερη, η ουσιαστική, αιτία του βιβλίου.

Διότι ο Χίτλερ πέτυχε να θέσει με εύληπτο τρόπο τις υψηλόφρονες ιδέες της γερμανικής φιλοσοφίας στην υπηρεσία της παραληρηματικής ευτελούς ρητορικής του, συνεγείροντας τον ηττημένο Γερμανό (του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου), έπειτα από την ταπεινωτική Συνθήκη των Βερσαλλιών. Πέτυχε επίσης, «εκγερμανίζοντας» τον ευρωπαϊκό αντισημιτισμό, διαβρώνοντας εκ των έσω τον κοινοβουλευτισμό, να συνεπάρει, τρομοκρατώντας, τον μικροαστό, να φανατίσει τον φτωχό και αμαθή, να προσεταιριστεί τον πλούσιο και ημιμαθή,  να κολακεύσει, τέλος, ανεμπόδιστος, τον επιστήμονα που ονειρεύεται τον κόσμο στα μέτρα του… Ενώ, την ίδια στιγμή, υψώνοντας τη σημαία της αντικομμουνιστικής υστερίας της εποχής κατάφερε (ή και του επέτρεψαν) να αναδειχθεί ως ο πλέον ενδεδειγμένος, ο αδιάφθορος πολιτικός, αυτός που θα μπορούσε να προτάξει στην απογυμνωμένη από τα αυτοκρατορικά μεγαλεία, και χωρίς κοινοβουλευτική παράδοση, Κεντρική Ευρώπη την απόλυτηεξουσία του ως το ανάχωμα απέναντι στη νεοσύστατη τότε Σοβιετική Ένωση. 

Όταν αντιληφθούν Αγγλογάλλοι και ΗΠΑ τις συνέπειες της ολιγωρίας τους, θα είναι πλέον αργά. Αιμοσταγή θα αφήσει τη σφραγίδα του ο Χίτλερ. Άλλαξε και πάλι άλλαξε, έκτοτε, ο χάρτης της Ευρώπης. Έπειτα από τόσες εκτροπές, ανατροπές, διαψεύσεις, κατακρημνίσεις. Και καθώς οι κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές συγκυρίες της εποχής ευνοούν στην Ευρώπη την ενίσχυση μιας εθνικιστικής, όπως επιμένει να αυτοπροσδιορίζεται, Ακροδεξιάς,ο εξωραϊσμένος με τα χρόνια ναζισμός (μέσα από τη λογική των αφελών συμψηφισμών και των αντιστόρητων ίσων αποστάσεων) σπεύδει περιχαρής  να τη συνδράμει όχι μόνο ως προς τη ρητορεία του μίσους και την επιχειρηματολογία της μισαλλοδοξίας αλλά και ως προς την πρακτική της καθημερινής βίας και του κανιβαλικού τελετουργικού. 

Κι εδώ, ακριβώς, το βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού, η «επινοημένη» ψυχογραφία του Χίτλερ στα πρώτα του βήματα, θα μπορούσε ίσως κάτι να μας διδάξει, κάπως να βοηθήσει την παραπαίουσα συλλογική μνήμη, να μας επιστήσει, έστω, σε προσωπικό επίπεδο την προσοχή. 

 

 

*Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Χάρη Βλαβιανού στο βιβλιοπωλείο «Ιανός», στις 25/7/2016.

 

 

 

 

 

Μάρω Δούκα

Συγγραφέας. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1974, με τις νουβέλες Η πηγάδα και Κάτι άνθρωποι, και έως σήμερα έχει εκδώσει μία ακόμη νουβέλα, μία συλλογή διηγημάτων και τα εξής μυθιστορήματα: Η αρχαία σκουριά (1979), Η πλωτή πόλη (1983), Οι λεύκες ασάλευτες (1987), Εις τον πάτον της εικόνας (1990), Ένας σκούφος από πορφύρα (1995), Ουράνια μηχανική (1999), Αθώοι και φταίχτες (2004), Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ (2010). Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της, Τίποτα δεν χαρίζεται (2016).

Μάρω Δούκα. Συγγραφέας. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1974, με τις νουβέλες Η πηγάδα και Κάτι άνθρωποι, και έως σήμερα έχει εκδώσει μία ακόμη νουβέλα, μία συλλογή διηγημάτων και τα εξής μυθιστορήματα: Η αρχαία σκουριά (1979), Η πλωτή πόλη (1983), Οι λεύκες ασάλευτες (1987), Εις τον πάτον της εικόνας (1990), Ένας σκούφος από πορφύρα (1995), Ουράνια μηχανική (1999), Αθώοι και φταίχτες (2004), Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ (2010). Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της, Τίποτα δεν χαρίζεται (2016).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά