Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Ανατρεπτική ρυθμολογία

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την 
Marcus Stone, In love, λάδι σε καμβά, 1888. Marcus Stone, In love, λάδι σε καμβά, 1888.

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κίχλη το βιβλίο της Κατερίνας Σχινά, Καλή κι ανάποδη. Το βιβλίο βασίστηκε σε σημειώματα της συγγραφέα που δημοσιεύθηκαν για περίπου δυο χρόνια στο Books’ Journal. Ένα απ’ αυτά τα ενδεικτικά σημειώματα, δημοσιεύουμε σήμερα εδώ. Τα υπόλοιπα, προφανώς, στο βιβλίο.

Στα 1980, όταν έπλεκα μανιωδώς, η δημοτικότητα του πλέκειν είχε σημειώσει απότομη πτώση. Περί τα τέλη της δεκαετίας, άρχισαν να φθίνουν τα καταστήματα που πουλούσαν μάλλινα και βαμβακερά νήματα, βελόνες στρογγυλές και ίσιες, ξύλινες, μεταλλικές και κοκάλινες, βελονάκια, τσιγκέλια, καλτσοβελόνες. Ζαχαριάδης, Μολοκότος, Πρατικάκης εγκατέλειπαν την Ερμού, κατέφευγαν στα στενάκια γύρω από την Αγίου Μάρκου, περιόριζαν τις συλλογές τους, και στο τέλος έκλειναν.

Μονάχα οι γιαγιάδες έπλεκαν πια. Και μάλιστα με βελονάκι – που ποτέ δεν το συμπάθησα. Επέλαυνε εξάλλου το lifestyle, η λατρεία της «νεότητας», η μεταμόρφωση της καθημερινότητας σε ατέλειωτο επιδειξιμανές γλέντι. Η μονοτονία της πλεκτικής κίνησης, μηχανική θα την έλεγαν ορισμένοι, άραγε δεν ταιριάζει καλύτερα με τα γηρατειά;

Κι όμως: η πλεκτική κίνηση δεν ανήκει στο πεδίο της  μονοτονίας, αλλά της επαναληπτικότητας. Καθώς οι πόντοι γλιστρούν από τη μια βελόνα στην άλλη και το πλεκτό αυξάνεται, το χέρι λησμονεί την επαφή με το νήμα ή το μέταλλο της βελόνας και απορροφάται από τη μελλοντική, φαντασιακή εικόνα, και κατ’ επέκταση από την υλικότητα, εκείνου που δεν υπάρχει αλλά θα υπάρξει, εκείνου που γεννιέται εκατοστό το εκατοστό. Ο φιλόσοφος Μάικλ Πολάνι ονομάζει αυτή τη διαδικασία «εστιασμένη εγρήγορση» και για να την περιγράψει χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την ενέργεια του καρφώματος μιας πρόκας στον τοίχο: «Τη στιγμή που καταφέρω το χτύπημα με το σφυρί δεν νιώθω ότι χτυπάω τη λαβή του με την παλάμη μου, αλλά ότι η κεφαλή του έχει χτυπήσει το καρφί… Η αίσθηση της παλάμης μου είναι δευτερεύουσα∙ συγχωνεύεται με την εστιασμένη μου εγρήγορση στο να κατευθύνω το σφυρί στο καρφί». Ο Ρίτσαρντ Σένετ, στο ωραίο βιβλίο του “Craft” ανοίγει περισσότερο την εικόνα: «Είναι σαν να απορροφώμαι σε κάτι, σαν να λησμονώ ακόμη και την αίσθηση του σώματός μου», γράφει. «Γίνομαι το πράγμα πάνω στο οποίο δουλεύω». Ή με τα λόγια μιας ταπεινής πλέκτριας, τα δικά μου: Όσο πλέκω προεξοφλώ την τελική μορφή του υλικού μου, την επόμενη, ακόμη ανυπόστατη, φάση της εξέλιξής του. Ξέρω πως για να φτάσω στο τέρμα πρέπει να κυριαρχήσω στη διαδικασία, να αποκτήσω τον απόλυτο έλεγχο των κινήσεών μου, να μην επιτρέψω στο χέρι μου να διστάσει, να σκοντάψει, να χάσει πόντους, να μεταμορφώσει την ομαλή επιφάνεια σε κακοτράχαλη  περιοχή γεμάτη τρύπες, εξογκώματα, αυλακιές. Η επανάληψη κάνει την πλέξη μου αρτιότερη, το πανί μου πιο κρουστό.

Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς, όπως ο Άνταμ Σμιθ όταν περιέγραφε τη βιομηχανοποιημένη εργασία, ότι η ρουτίνα δεν απαιτεί σκέψη  και συνεπώς να εξομοιώσει τη ρουτίνα με την πλήξη. Κι όμως το να κάνω το ίδιο και το ίδιο, ξανά και ξανά – και το να ακούω τις βελόνες μου να ξιφομαχούν μ’ εκείνο τον ξηρό αλλά γεμάτο ήχο που δεν θυμίζει μόνο το σφυρί του σιδερά στο αμόνι του αλλά και τον μετρονόμο πάνω στο πιάνο – προσφέρει μιαν ήπια απόλαυση, που δεν της λείπει η έξαψη. Τίποτα το αλλόκοτο δεν έχει αυτή η εμπειρία – είναι κοινό, κοινότατο βίωμα. Εξήντα περίπου κινήσεις το λεπτό κάνει μια πεπειραμένη πλέκτρια, διάβασα κάποτε – όσοι, πάνω κάτω και οι χτύποι της καρδιάς.
Η ομιλία του σώματός μας λοιπόν, ο παλμός της καρδιάς και ο σφυγμός στη φλέβα είναι που απλώνεται και προεκβάλλεται στο χέρι και στο μάτι. Κυρίως στο μάτι – γιατί αυτό επιβάλλει πειθαρχία στο χέρι, αυτό ελέγχει και κρίνει αδιάκοπα, διορθώνει ή προσαρμόζει το χέρι, εμπεδώνει τον ρυθμό, που κρατάει την πλέκτρια σε εγρήγορση. Πλέξιμο νωχελικό και ασυντόνιστο δεν υφίσταται∙ η «έρρυθμη σπουδή» είναι το καθοριστικό χαρακτηριστικό του.  Μέσα στην άηχη μουσική του πλέκειν, ο κανόνας επαναλαμβάνει, ενώ ο ρυθμός ανανεώνει. Δεν πρόκειται για μια μηχανική αλληλοδιαδοχή που αναπόδραστα οδηγεί στο ταυτόσημο, ούτε για μια πληκτική, απολύτως μετρήσιμη συνέχεια.  Αν εφαρμόζαμε στο πλέξιμο τις «ρυθμαναλυτικές» αρχές που επεξεργάστηκε ο Βραζιλιάνος Πινέιρο ντε Σάντος, τη δεκαετία του 1930 –  αρχές που ενέπνευσαν τον Γκαστόν Μπασλάρ και τις οποίες  αργότερα ο μαρξιστής Ανρί Λεφέβρ θέλησε να εφαρμόσει στην κοινωνιολογία – ενδεχομένως θα διαπιστώναμε ότι στο πλέξιμο ενυπάρχει η πιο σπάνια ευθυγράμμιση ρυθμών απ’ όσες περιγράφει ο Λεφέβρ: η ισορρυθμία, η ισοδυναμία, δηλαδή, επανάληψης, μέτρου και συχνότητας. Τότε ακριβώς συγκροτείται η ύλη, η ενέργεια, που ο Μπασλάρ, στο υπέροχο δοκίμιό του «Η διαίσθηση της στιγμής», διακρίνει να αναδύεται την ώρα που ο ρυθμός δημιουργεί μια μορφή. Και βέβαια, μέσα σ’ αυτή την ήρεμη χρονομετρία, παρασυρμένη από τη φορά μιας αέναης κίνησης θαρρείς,  η πλέκτρια παύει να έχει συνείδηση των χεριών της, παύει να σκέφτεται τι ακριβώς κάνουν: η συνείδησή της επικεντρώνεται σ’ αυτό που βλέπει – και τούτο δεν είναι ούτε το πλεκτό που ήδη μακραίνει, ούτε οι πόντοι που είναι περασμένοι στις βελόνες της, αλλά το μελλοντικό ολοκληρωμένο χειροτέχνημα.

Δύσκολο να βάλει κανείς σε λέξεις μια τέτοια εμπειρία – κι ίσως οι λέξεις να την κάνουν πιο αφηρημένη απ’ ότι είναι. Αλλά η αφαίρεση είναι η άλλη διάσταση του πλεξίματος - κι εδώ εντοπίζεται το παράδοξό του, η διφυής του χάρη. Είναι το βασίλειο του συγκεκριμένου – νήματα, βελόνες, χρώματα, υφές, ακόμα και μυρωδιές – και ταυτόχρονα η βασιλική οδός προς την αφαίρεση, εκείνη τη διεργασία που απογυμνώνει το πράγμα από όσα συγκεκριμένα το συνοδεύουν. «Το χέρι είναι το παράθυρο προς το πνεύμα», έλεγε ο Καντ. Ερμηνεύω τον αφορισμό με τον δικό μου τρόπο, διασταλτικά, εκτός φιλοσοφίας: η δουλειά του χεριού, ανοίγει τον δρόμο στο μυαλό για να σκεφτεί. Η σιωπηλή εναλλαγή των νημάτων, η αυξητική διαδρομή των πόντων από αριστερά προς τα δεξιά και αντίστροφα, υφαίνει γύρω από την πλέκτρια ένα κουκούλι αυτονομίας. Αυτάρκης, αδιαπέραστη, μπαινοβγαίνει  ισόρροπα από τη γειτονιά των αντικειμένων στην εσωτερική αυλή των συλλογισμών.

«Θα πω την αλήθεια: δεν μου αρέσει και πολύ που η κόρη μου καταγίνεται με τις βελόνες της», γράφει η Κολέτ, παρακολουθώντας την εννιάχρονη Μπελ-Γκαζού σκυμμένη πάνω από το εργόχειρό της. «Όταν διαβάζει, επιστρέφει θαμπωμένη, με φλογισμένα μάγουλα από το νησί όπου ήταν κρυμμένο το σεντούκι με τους θησαυρούς. Όταν ζωγραφίζει, ή χρωματίζει εικόνες, ένα αφηρημένο τραγουδάκι βγαίνει από το στόμα της, που δυναμώνει όπως το βουητό της μέλισσας γύρω από την αγριομυρτιά. Είναι το ίδιο με το ζουζούνισμα των μυγών, το αργό βαλς του μπογιατζή που μας βάφει τον τοίχο, το ρεφραίν της κλώστριας μπροστά στην ανέμη της. Όμως η Μπελ-Γκαζού είναι σιωπηλή όταν πλέκει, σιωπηλή για ώρες στη σειρά, με το στόμα της εφτασφράγιστο, κρύβοντας τους μεγάλους νεόκοπους κοπτήρες της που δαγκώνουν την υγρή καρδιά ενός φρούτου σαν πριονωτές λεπίδες. Είναι σιωπηλή και – γιατί να μη βάλω στο χαρτί τη λέξη που με φοβίζει – και σκέφτεται».

Το άγχος που γεννάει στην Κολέτ το θέαμα του παιδιού της που πλέκει ή που κεντά, συνδέει τις δυο πλευρές της γυναικείας ενασχόλησης με κλωστές, νήματα και βελόνες και τις συνοψίζει. Με τα μάτια χαμηλωμένα, το κεφάλι σκυμμένο, τους ώμους γερτούς, η στάση της Μπελ-Γκαζού εκφράζει καταπίεση και υποταγή∙  η σιωπή της όμως, η συγκέντρωσή της υπαινίσσεται την αυτάρκεια, την απόσυρση σε ένα κόσμο φτιαγμένο από τις δικές της σκέψεις, ανοίκειο, ίσως ολότελα ξένο στη μητέρα. Όπως σημειώνει η Ροζίκα Πάρκερ στο βιβλίο της «Η ανατρεπτική βελονιά», υπάρχει κάτι ανησυχητικό στην εικόνα της γυναίκας που είναι βυθισμένη στο πλεκτό ή στο κέντημά της. Σε μια παλιά ελαιογραφία του Marcus Stone, ενός ακαδημαϊκού βρετανού ζωγράφου που έγινε περισσότερο γνωστός ως εικονογράφος του Ντίκενς και του Άντονυ Τρόλοπ, δυο νεαροί ερωτευμένοι κάθονται σε αντικριστά παγκάκια στη σκιά ενός δέντρου, μέσα σ’ ένα κήπο που μοιάζει ειδυλλιακός. Εκείνη έχει το κεφάλι σκυμμένο στο πλεκτό της∙ η στάση του σώματος αποπνέει νωχέλεια και σιγουριά∙ η συστολή, αν υπάρχει, πυκνώνει μόνο γύρω από τα τρυφερά χείλη. Απέναντί της εκείνος: με τον κορμό στητό, σε στάση επιφυλακής θαρρείς, έχει το βλέμμα καρφωμένο στην αγαπημένη του, απορώντας, ανησυχώντας, αδυνατώντας να εξιχνιάσει  ένα μυστικό επιτακτικά παρόν, ένα μυστικό που δεν είναι άλλο από την αυτάρκεια της νεαρής γυναίκας. In love, ναι, όπως το θέλει ο τίτλος του πίνακα, κι όμως λες και τους δύο εραστές χωρίζει ένα αθέατο φράγμα, υφασμένο από το γαλάζιο νήμα που παιδεύει στα δάχτυλά της η γυναίκα. Δεν είναι φράγμα αδιαπέραστο, όμως είναι παρόν και εννοεί να παραμείνει. Είναι μια εσωτερική στιγμή, που υποδηλώνει παρουσία για τον εαυτό της, δηλαδή απουσία για τον άλλον. Ίσως αργότερα να του είναι περισσότερο διαθέσιμη – όμως για την ώρα,  η αιδημοσύνη της πλέκτριας είναι το άλλο πρόσωπο της αυτεξουσιότητάς της.

Κατερίνα Σχινά

Δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει βιβλία των Τόνι Μόρισον, Φίλιπ Ροθ, Ίαν ΜακΓιούαν, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Τζορτζ Στάινερ, Τζόις-Κάρολ Όουτς. Kυκλοφορεί το βιβλίο της, Καλή κι ανάποδη.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά