Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Νταίηβιντ Φόστερ Γουάλλας: ο ροκ σταρ της λογοτεχνίας

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Λογοτεχνία Κριτική Πρόσωπα Τεύχος 12
Ο Nταίηβιντ Φόστερ Γουάλλας από τον Αλέκο Παπαδάτο. Ο Nταίηβιντ Φόστερ Γουάλλας από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal

Η Αμερική, χρόνια τώρα, τρέφεται από τους μύθους των ηρώων της που πέθαναν πρόωρα: από τον Κέννεντι έως τον Τζαίημς Ντην και από τη Μαίρυλιν Μονρόε μέχρι τον Κερκ Κομπέιν, ο κατάλογος των αστραφτερών ινδαλμάτων που δεν τα έφθειρε ο χρόνος είναι μακρύς. Στον κατάλογο αυτό, μάλιστα, εκπροσωπείται και ο πιο βαρετός κόσμος της λογοτεχνίας, το μεγαλύτερο αστέρι της οποίας, ο Νταίηβιντ Φόστερ Γουάλλας, έδυσε νωρίς, στην τέταρτη δεκαετία της ζωής του. Αναδημοσίευση από το τεύχος 12 του Books' Journal, Οκτώβριος 2011.  

Στην ταινία Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης (Synecdoche, New York, σκηνοθεσία-σενάριο: Τσάρλι Κάουφμαν, 2008), ο κεντρικός πρωταγωνιστής Κέιντερ καλείται να φτιάξει το μεγαλύτερο έργο της ζωής του. Παλεύοντας διαρκώς με τη μούσα του –την έμπνευση– που δεν είναι πάντοτε εκεί, πασχίζει να κατακτήσει τις προϋποθέσεις για το πλέον ρεαλιστικό επίτευγμά του. Φοβίες, επιθυμίες, ιδανικά μπερδεύονται διαρκώς στο μυαλό του, για να καταλήξουν τελικά στο ένα και μοναδικό ερώτημα: πόσα να χωρέσει κανείς σε ένα και μόνο έργο; Οπότε το δωμάτιο που στήνει συμβολικά ο πρωταγωνιστής, μικρογραφία της ψυχής του αλλά και έργο-μέσα-στο-έργο, δεν είναι παρά μια μικρή απόπειρα του ευφυούς σεναριογράφου και σκηνοθέτη να θίξει τη μεγαλύτερη φοβία που κατατρύχει τους καλλιτέχνες: το φάσμα του no inspiration.

Πώς λοιπόν μπορεί να φτάσει κανείς στο κορυφαίο καλλιτεχνικό έργο; Η απάντηση δίνεται μέσα από τον τίτλο: Συνεκδοχή – από έναν όρο που αποκαλύπτει τη συμβολική χρήση του μέρους αντί για το όλο (pars prototo), απόδειξη ότι ο δημιουργός βλέπει τη μεγάλη στιγμή μόνο αποσπασματικά, δηλαδή ως συνεκδοχή του απόλυτου έργου που έχει στο κεφάλι του.

Δεν πρόκειται απλώς για το μόνιμο κλισέ περί άγχους της δημιουργίας που απασχολεί τους λογοτέχνες όλου του κόσμου, άλλωστε το κλισέ αυτό το έχει κατεδαφίσει υποδειγματικά ο Μπόρχες, ο οποίος έλεγε ότι απόλυτο δημιούργημα δεν υπάρχει από τη στιγμή που δεν μπορεί να συμπεριλάβει το περιεχόμενο όλων των βιβλιοθηκών. Πρόκειται για μια καίρια διαπίστωση που τρέφει και, παράλληλα, καταστρέφει τα καλύτερα μυαλά στην καθημερινότητά τους. Είναι αυτό που ένιωσε στο μεδούλι του ο Αμερικανός Νταίηβιντ Φόστερ Ουάλλας, που τελικά του στοίχισε μια χρόνια κατάθλιψη και μπόλικα ηλεκτροσόκ, αλλά του απέφερε και μερικές αριστουργηματικές ιστορίες. Οι ονομασίες των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων που μετατράπηκαν σε ποιητικές αναφορές στα πανέμορφα, απογυμνωμένα και διαποτισμένα από κυνικό χιούμορ βιβλία του, ήταν η απλή ένδειξη του «μαύρου γάλατος» που τον έτρεφε από μικρό. Όσο για τα δυο κορυφαία έργα-έπη που πρόλαβε να καταθέσει μέχρι το θάνατό του ήταν ενδείξεις του magnumopusστο οποίο στόχευε ο κατά τα άλλα εραστής των αποσπασματικών διηγημάτων.

«Ένας μεγάλος οραματιστής, ένας τεχνίτης, ένας μεγάλος χιουμορίστας. Είναι τόσο μοντέρνος που συνιστά ένα χωροχρονικό συνεχές για όλους μας. Ανάθεμά τον!» Έτσι περιέγραφε τον συγγραφέα που έκρυβε τις αγωνίες του κάτω από ένα απαστράπτον λαμπερό σαν διαμάντι χιούμορ η προβεβλημένη Ζέιντι Σμιθ. Δεν ήταν η μόνη συνάδελφός του που τον τιμούσε. Μετά το θάνατό του, όλες οι λαμπερές, σύγχρονες πένες έσπευσαν να συνεισφέρουν σε αφιερώματα στον αδικοχαμένο ροκ σταρ της λογοτεχνίας. Τέτοιες τιμές, ωστόσο, ο Γουάλλας θα τις θεωρούσε μάταιες, δεν αναζητούσε «πιστούς», αδιαφορούσε για τα μπράβο του «Δήμου και των Σοφιστών». Ήθελε το παραπάνω. Διεκδίκησε το απόλυτο. Πίστεψε στο κορυφαίο έργο που ταύτισε με την ίδια τη ζωή του: 

 

Η μητέρα ήξερε ότι ο γιος της, από πολύ μικρή ηλικία, αισθανόταν συνεχή, αφόρητη, εσωτερική πίεση. Πίστευε ότι έφταιγε αποκλειστικά η ίδια, με αποτέλεσμα να μισεί ακόμη περισσότερο τον εαυτό της. Ήθελε να είναι απόλυτα τέλεια σε όλα και κάθε φορά που δεν τα κατάφερνε ένιωθε αφόρητη απελπισία, η απελπισία της εκείνη απειλούσε να την κάνει κομμάτια όπως μια καλειδοσκοπική εικόνα. Λόγω της τελειοθηρίας της, ήδη από τα παιδικά χρόνια, αλλά και στον ενήλικο βίο της, η μητέρα αντιμετωπιζόταν ως ξεχωριστή, ελκυστική, δημοφιλής, εντυπωσιακή. Όλοι την ήθελαν και την αποδέχονταν. Τη ζήλευαν για την ενεργητικότητα, την ορμητικότητα, την εμφάνιση, τη διάνοια, τη δεκτικότητά της, αλλά και για την έγνοια που πάντα έτρεφε για τις ανάγκες και τα συναισθήματα των άλλων. Δεν είχε πολλούς στενούς φίλους. Όταν ενηλικιώθηκε, οι εκφραστές των θεσμών, δάσκαλοι, αφεντικά, πάστορες και φοιτητικοί σύμβουλοι, σχολίαζαν ότι η μέλλουσα μητέρα «φαινόταν να έχει πολύ υψηλές προσδοκίες από τον εαυτό της’ και παρότι αυτά τα σχόλια απευθύνονταν σε ένα καλοπροαίρετο πνεύμα ευγένειας, μπορούσε κανείς εύκολα να διακρίνει αυτή την αδιαμφισβήτητη υπόνοια αποδοχής-που επιδεικνύει αυτή η απόμακρη αλλά αντικειμενική κρίση των θεσμών-καθώς κι ότι σε κάθε περίπτωση το μέλλον της μητέρας ήταν αντίστοιχα για την ώρα (για την ώρα) αποδεκτό από όλους εκείνους. Ήταν άλλωστε πασιφανές ότι στο μέλλον δεν θα άλλαζε τίποτε: οι προσδοκίες της θα παρέμεναν πάντοτε υψηλές. Θα εξακολουθούσε για πάντα να τρέφει αυτή την επαίσχυντη περηφάνια χωρίς κανένα οίκτο για τον εαυτό της. (Suicide as a sort of present από το βιβλίο Brief Interviews with hideous men)

 

Κάν’ το όπως ο Κάφκα

Και κάπως έτσι φτάσαμε στη 12η Σεπτεμβρίου 2008. Ο άπειρα ταλαντούχος Νταίηβιντ Φόστερ Γουάλλας, με λαμπρή λογοτεχνική και πανεπιστημιακή καριέρα, ο φιλόσοφος-δημοσιογράφος, αυτή η εκρηκτική δύναμη που σάρωνε αφηγηματικά τα πάντα στο πέρασμά της, έλαβε τέλος με τη θηλιά που πέρασε ο ίδιος στο λαιμό του αφήνοντας πίσω ένα εντυπωσιακό αλλά πρόωρα ανολοκλήρωτο έργο: Broom of the System, Girlwith Curious Hair, Consider the Lobster, Interviews with Hideous Men, Infinite Jest, This is Water είναι μερικά από τα βιβλία του, για να μη μιλήσουμε για την τεράστια δημοσιογραφική του αρθρογραφία (έχει παρακολουθήσει, κατά καιρούς, από κοντά και έχει καταθέσει κείμενα για τα βραβεία πορνογραφικού κινηματογράφου, την προεκλογική καμπάνια του ΜακΚέιν, διάφορα γαστρονομικά φεστιβάλ, αγώνες τένις και ό,τι άλλο έτυχε να βάλει ο δαιμόνια πολυσυλλεκτικός νους του). Ως λογοτέχνης, πάντως, δεν έχασε ποτέ την εκτίμηση των κριτικών που τον θέλουν ακόμη να είναι εφάμιλλος του Τόμας Πύντσον ή του Ντε Λίλλο, ιδανικός συνομιλητής του Τζόυς –αν και, κατά τη γνώμη μου, οι εκλεκτικές συγγένειες μάλλον τον φέρνουν κοντά στον Φραντς Κάφκα. Σε αναλογία με τον Κάφκα, ο Γουάλλας πασχίζει, όσο μπορεί, όχι μόνο να χωρέσει ολάκερη την πραγματικότητα μέσα στο μυθιστόρημα αλλά και, με έναν ιδιόμορφο, σχεδόν σουρεαλιστικό τρόπο, να αποτυπώσει, όπως μπορεί, το παράδοξο. Μια σειρά από αφηγηματικές παραδοξότητες που συναντάμε στον Κάφκα, στον Πύντσον και σε κινηματογραφικές σκηνές των έργων του Νταίηβιντ Λυντς (άλλη μια μεγάλη αγάπη του συγγραφέα), υπάρχουν διάσπαρτες στις σκοτεινές γωνιές του συγγραφικού σύμπαντός του. Όπως λοιπόν ο καφκικός Γκρέγκορ Σάμσα γίνεται πραγματικά «ανθρώπινος» όταν μεταμορφώνεται σε έντομο, έτσι κι οι ήρωες του Γουάλλας κατακτούν την ανθρώπινη διάσταση όσο πιο πολύ απομακρύνονται από τις ανθρώπινες συνήθειες (γίνονται απόλυτα εξαρτημένοι, τρελαμένοι γραφειοκράτες, τρομοκράτες, παρανοϊκοί). «Τίποτε ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο», έλεγε ο φιλοσοφημένος Γουάλλας, ο οποίος  θεωρούσε ότι για να εκφράσεις τα ανθρώπινα πρέπει να επιστρατεύσεις έναν πολύπλοκο αφηγηματικό μηχανισμό που συχνά αρύεται κι από τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία (από τη θεωρία της εντροπίας, π.χ., ή τον διαφορικό λογισμό).

Αγαπούσε να επικαλείται το Παράδοξο του Ζήνωνα, σύμφωνα με το οποίο ο Αχιλλέας δεν θα φτάσει ποτέ την χελώνα αφού αυτή θα ξεγλιστρά πάντα, όπως ξεγλιστρά το νόημα στη λογοτεχνία. Το Παράδοξο του Ζήνωνα διαπερνά όλο το έργο του Γουάλλας με πολλαπλούς τρόπους. Εκφράζεται ως επαμφοτερίζουσα χρονικότητα που ταυτίζεται με την ίδια τη φύση του ανθρώπου: μόνο ο άνθρωπος μπορεί και ζει ταυτόχρονα τις αντιφατικές καταστάσεις της οκνηρίας και της ανυπομονησίας. Η ανυπομονησία, υποστήριζε ο Κάφκα και επαναλάμβανε ο Γουάλλας με τον δικό του τρόπο στα βιβλία του, είναι που μας έδιωξε από τον παράδεισο, η οκνηρία μάς κάνει να μην επιστρέφουμε ποτέ. Κι αν η ανυπομονησία είναι η βασική έννοια που διαπερνά το χιλίων και βάλε σελίδων Infinite Jest, με τους ήρωές του να βιώνουν τους καταιγιστικούς ρυθμούς της σύγχρονης πραγματικότητας, το τελευταίο και ημιτελές PaleKingσυνιστά μια ωδή(;) στην οκνηρία που κρατάει καλά δεμένους στα πλοκάμια της τους δημόσιους υπαλλήλους - ήρωές του. Πάντως, και στα δύο αυτά εντελώς διαφορετικά βιβλία, τα γεγονότα είτε κινούνται πολύ γρήγορα είτε αργά, χωρίς όμως να προωθούν την πλοκή προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση ή προς ένα σαφές τέλος.

Ο πρώτος που μύησε τον Γουάλλας στη γοητεία των παραδόξων λίγο προτού κλείσει τα 10, εξηγώντας του την έννοια του «αντιπαραδείγματος» στον Γοργία του Πλάτωνα, ήταν ο επίσης φιλόσοφος πατέρας του. Έκτοτε ο πιτσιρικάς Νταίηβιντ-φωστήρας-Φόστερ Γουάλλας, που κατάλαβε το παράδοξο με τη μια αφήνοντας έκπληκτο τον πατέρα του, έβαλε σκοπό να το λύσει με κάθε τρόπο. Αρχικά δοκίμασε τη λύση με μαθηματικές ασκήσεις, κατόπιν κατέφυγε στην αναλυτική φιλοσοφία και τη φιλοσοφία της γλώσσας που σπούδασε, για να καταλήξει τελικά απαρνούμενος οριστικά το φάντασμα του πατέρα στην αγκαλιά της λογοτεχνίας. Εκεί, τα παράδοξα απέκτησαν άλλο τρόπο έκφρασης: έγιναν κυκλικό αφηγηματικό σχήμα χωρίς διέξοδο. Το κυκλικό ανοιχτό σχήμα συναντάται σε όλα σχεδόν τα έργα του Γουάλλας (σε βαθμό που πολλοί να τον κατηγορούν για απουσία πλοκής). Χαρακτηριστικές είναι οι μικρές ιστορίες του «The Soul is not smithy» από το Oblivion ή το «Depressed Person», τα «Pop Quiz(s)», το «Octet» από το Brief Interviews with Hideous Men, με τον ήρωα να ξεδιπλώνει την αφήγηση μένοντας διαρκώς στο ίδιο σημείο.

Το ίδιο συμβαίνει και με το Pale Kingπου εκδόθηκε μετά το θάνατό του, για να επιβεβαιώσει όλες τις προκαταλήψεις και τις προσδοκίες γύρω από τη λογοτεχνία του, αλλά και να αναδείξει το αδιάσειστο μέγεθος του ταλέντου του, εγείροντας πραγματική φρενίτιδα γύρω από το θάνατό του (άπειρα είναι τα γκρουπ οπαδών του Γουάλλας  που εμφανίζονται καθημερινά στο διαδίκτυο).  Το Pale King, το ημιτελές, μνημειώδες έργο που ανιχνεύθηκε από τον επιμελητή του μέσα από άπειρες συνεντεύξεις, σκληρούς δίσκους κ.λπ. και εκδόθηκε μετά θάνατον με ένα ξεχωριστό εξώφυλλο που φιλοτέχνησε η σύζυγος του συγγραφέα, εικαστικός Κάρεν Γκρην, για να συμπεριληφθεί στη λίστα των μεγάλων ημιτελών έργων που έγιναν κλασικά - όπως ο Πύργος του Κάφκα ή Το πρωτότυπο της Λώρας του Ναμπόκοφ. Όσο για το θάνατο του Γουάλλας, συμβάντος που δεν του επέτρεψε να αποδείξει αν το Pale Kingήταν όντως το ύψιστο δημιούργημά του, φάνηκε να είναι το αναπόφευκτο επιστέγασμα του έργου ενός –ευφυούς μπαρόκ, θα το πουν κάποιοι– μυαλού που δεν θα μπορούσε να βρει λιγότερο απόλυτη πράξη για να εκφράσει την ελευθερία των επιλογών του.

 

Ο φαύλος κύκλος της ύπαρξης

Σε πολλές περιπτώσεις, στα βιβλία του, ο Γουάλλας αναφέρει το παράδειγμα του Οιδίποδα ή του Άμλετ –εξ ου και το όνομα Infinite Jest σε απόσπασμα από τον ομώνυμο ήρωα του Σαίξπηρ–όταν μιλούσε για την αξία των παράδοξων επιλογών. Κι όπως ο Οιδίποδας επέλεξε να δει το φως μέσα από την τύφλωσή του –ιδού ένα κορυφαίο παράδοξο– έτσι κι ο Γουάλλας  επέλεξε την απόλυτα δηλωτική πράξη της αυτοκτονίας για να επιλύσει τον υπαρξιακό φαύλο κύκλο:

 

Σας παρακαλώ να με πιστέψεις. Το καταλαβαίνεις ότι ο μονος λόγος που σου λέω την ιστορία μου και του τι ακριβώς φοβάμαι ότι θα συμβεί είναι γιατί δεν θέλω να συμβεί; Ότι δεν θέλω να στρέψω το μαχαίρι εναντίον μου και ότι θέλω να βγω σιγά σιγά να βγω από τη δύσκολη θέση τώρα που εσύ έχεις κάνει τέτοιο βήμα και έχεις φτάσει σε αυτό το σημείο και τώρα που εγώ-θέλω να πω εμείς-είμαστε τόσο κοντά; Σε ικετεύω να καταλάβεις ότι ο λόγος που σου λέω τα πράγματα που συμβαίνουν είναι γιατί δεν θέλω να συμβεί κάτι τέτοιο. […] Αλήθεια βγάζεις νόημα από όσα λέω; Το καταλαβαίνεις ότι ειλικρινά προσπαθώ να σε σεβαστώ με το, κατά κάποιον τρόπο, να σε προειδοποιώ με το ποιος πράγματι είμαι; Ότι προσπαθώ να είμαι ειλικρινής απέναντι σου; Ότι έχω αποφασίσει ότι ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγω το γεγονός του να πληγωθείς και να νιώσεις εγκατάλειψη είναι να είμαι για μια φορά τουλάχιστον ειλικρινής; Έστω και αν έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα; Ακόμη κι αν εσύ θεωρήσεις ότι δεν είμαι ειλικρινής με τα όσα λέω και να φρικάρεις τόσο ώστε να υποχωρήσεις και εγώ να μην μπορώ να κάνω τότε τίποτε; Το οποίο δεν νομίζω ότι θα το κάνω αλλά και πάλι δεν μπορώ να είμαι απόλυτα σίγουρος. 

 

Αυτά τουλάχιστον το παραπάνω σχήμα της αυτοεκπληρούμενης προφητείας αφηγείται ο Γουάλλας στο Brief Interviews with Hideous Men, ένα βιβλίο φαινομενικά γραμμένο για ανθρώπους με ερωτικά προβλήματα και δυστοκία στις σεξουαλικές σχέσεις το οποίο, όμως, στην ουσία αναφέρεται στην άβυσσο της λεκτικής επικοινωνίας. Κι είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ όλοι σε αυτές τις συνεντεύξεις φλυαρούν ακατάπαυστα, λίγοι επικοινωνούν ουσιαστικά: άπειρες λέξεις, μονόλογοι, αυτοαναφορικά σχήματα που καταντούν ναρκισσιστικές εμμονές, αντιπροσωπευτικοί τύποι ανθρώπων οι οποίοι αρνούνται να μπουν, όπως έλεγε κι ο ίδιος, στα «παπούτσια του άλλου». Σάμπως οι ανθρώπινες σχέσεις να βασίζονται στην αδυναμία επικοινωνίας, παράδοξα, αμφισημίες και παραλήψεις: πώς αλήθεια μπορεί να βγει κανείς από αυτό το αδιέξοδο; Εφ’ όσον ο Γουάλλας δεν δέχεται ότι είμαστε φαταλιστικά ριγμένοι στον κόσμο για να πεθάνουμε μόνοι – ίσα ίσα, ήταν εξαιρετικά αισιόδοξος όσον αφορά την ανθρώπινη φύση–, πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος να κατακτήσει την ψυχική ηρεμία; Φαίνεται ότι κάτι ήξερε ο κολλητός του, ο συγγραφέας της πολυσυζητημένης Ελευθερίας, Τζόναθαν Φράνζεν, που υποστήριζε ότι η αυτοκτονία του φίλου του ήταν η πιο αισιόδοξη πράξη του, «καθώς έδειχνε ότι πίστευε σε κάποιου είδους σωτηρία».

Δεν θα μπορούσαν επ’ ουδενί τα κείμενα του Γουάλλας να διαπνέονται από τον καταθλιπτικό ευρωπαϊκό υπαρξισμό, άλλωστε ο συγγραφέας ανέκαθεν υποστήριζε ότι οι κάτοικοι της Αμερικής προορίζονται να είναι ευτυχισμένοι, λόγω της φιλοσοφίας που διαμόρφωσε ως χώρα την Αμερική. Ως γνωστόν, για τον Αμερικανό, πάντα υπάρχει ένα σενάριο σωτηρίας, αρκεί να αποφασίσει ότι περνάει από το χέρι του. Αρκεί δηλαδή να αναλάβει τις ευθύνες του ως ελεύθερος δρων (agent) και να βρει το δρόμο σου σε μια κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Ο καταφατικός φιλελευθερισμός είναι λοιπόν η ιδεολογία του Γουάλλας: πιστεύει βαθιά στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου (το λεγόμενο free will). Γράφει χαρακτηριστικά στο Infinite Jest:

 

Ολόκληρο το σύστημά μας βασίζεται στην ελευθερία που έχει το άτομο να επιλέγει τις πραγματικές προτιμήσεις του: ένα ηλιοβασίλεμα στον Ωκεανό. Άνετα παπούτσια. Παγωμένο γιαούρτι. Μια λεμονάδα σε μεγάλο ποτήρι.

 

Οι επιρροές του Καντ

Επηρεασμένος από το παράδειγμα του Καντ, υποστήριξε ότι μπορεί να μην καταφέρουμε να νικήσουμε ποτέ το παράδοξο της ύπαρξης, αλλά τουλάχιστον μπορούμε να αποφασίσουμε τι μορφή θα έχει αυτό ως έλλογοι δρώντες. Μπορεί να μη γνωρίζουμε ποτέ την πραγματικότητα, αλλά γνωρίζουμε αυτά που συγκροτούμε με τη σκέψη μας, ισχυρίζεται ο πεισμένος από τον Καντ Γουάλλας. Ο Καντ θα μπορούσε να έχει επηρεάσει τον Γουάλλας κι όταν, παρακάμπτοντας τον σολιψισμό του Ντεκάρτ, πρεσβεύει ότι όχι μόνο δεν είμαστε μόνοι μας στο σύμπαν αλλά, απεναντίας, έχουμε ηθική δέσμευση απέναντι στον κόσμο που μας περιβάλλει. Γι’ αυτό και η δική του ερμηνεία της καντιανής «κατηγορικής προσταγής» δεν αναφέρεται στην απόλυτη γενίκευση ενός ηθικού κανόνα όσο στη μη ορθολογική παραβίαση του. Δεν πρέπει, εν προκειμένω, να «μεταχειρίζεται κανείς την ανθρώπινη φύση, τον εαυτό του ή κάποιον άλλο ως μέσο αλλά ως σκοπό». Κι αυτή είναι η καντιανή «αύρα» που διαπερνά αθόρυβα σχεδόν όλα τα κείμενα του συγγραφέα.

Στο Consider the Lobster, μια απολαυστική συλλογή με δημοσιογραφικά, κατά τα άλλα, κείμενα του Γουάλλας, βρίσκουμε ένα τρελό δοκίμιο που ξεκινά να περιγράψει μια γαστρονομική γιορτή σε ένα παραθαλάσσιο θέρετρο, για να καταλήξει, με αφορμή το ερώτημα αν πρέπει να βράζουμε ζωντανούς τους αστακούς (εξ ου κι ο τίτλος), σε ουσιαστικά σχόλια για τη φιλοσοφική έννοια της απόφασης και της ελευθερίας. Εννοείται βέβαια ότι η ηθικολογία, αν ευσταθεί ένας τέτοιος όρος για την περίπτωση του Γουάλλας, δεν έχει να κάνει με τον κανονιστικό τρόπο ενός γραβατωμένου τύπου που υψώνει δασκαλίστικα το δάχτυλο, αλλά με τον χαλαρό τρόπο ενός «άνετου» Αμερικανού –με το σήμα κατατεθέν μπαντάνα στο κεφάλι– ο οποίος έτρεφε βαθιά αγάπη στους κανόνες που φτιάχνουν οι άνθρωποι για τους εαυτούς τους, στη ρωλσιανή ιδέα του κοινωνικού, δίκαιου συμβολαίου που διέπει με αόρατο τρόπο τις σχέσεις τους. Γι’ αυτό, εν τέλει, υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατόν εμείς τα τόσο φιλεύσπλαχνα όντα να σκοτώνουμε άλλα πλάσματα μόνο για την πολυτέλειά μας, μόνο και μόνο για τη γαστρονομική μας απόλαυσης…

Επιπλέον, όμως, αποπειράται να δείξει πόσο ισχυρή είναι η έννοια του εσωτερικού κανόνα, ακόμη και σε περιπτώσεις από όπου τα διλήμματα μοιάζουν να απουσιάζουν. Το θέμα της ευθύνης και της επιλογής συνιστούν τα βασικά όπλα του συγγραφέα στη μάχη του με τον σολιψισμό. Στην περίφημη διάλεξη που έδωσε στους αποφοίτους του Κόλετζ Κένυον, καλούμενος να τους συμβουλεύσει για το μέλλον και για το πώς πρέπει να σκέφτονται (το κείμενό του κυκλοφόρησε με τίτλο This is Water), o Γουάλλας αποσαφήνισε περισσότερο από κάθε άλλο τις θέσεις του γύρω από το ζήτημα της Ελευθερίας και της ευθύνης:

 

Σας παρακαλώ μη θεωρήσετε ότι σας δίνω ηθικού τύπου συμβουλές ή ότι σας λέω ότι «πρέπει» να σκέφτεστε κατ’ αυτόν τον τρόπο ή ότι κανείς προσδοκά από εσάς ότι αυτόματα θα ενεργήσετε κατ’ αυτόν τον τρόπο, επειδή ακριβώς είναι δύσκολο και χρειάζεται βούληση και πνευματική προσπάθεια και, αν είστε σαν και μένα, κάποιες μέρες δεν θα μπορείτε να ανταποκριθείτε ή δεν θα θέλετε. Αλλά τις περισσότερες μέρες, αν είσαστε σε θέση να προσφέρετε στον εαυτό σας τη δυνατότητα επιλογής, μπορείτε να επιλέξετε να μην ταυτίζεστε με αυτή την κυρία με το ανέκφραστο βλέμμα που βάζει τις φωνές στο παιδί της περιμένοντας στη σειρά – μπορεί κι αυτή πάλι να μην είναι συνήθως έτσι. Μπορεί τις τρεις τελευταίες νύχτες να τις πέρασε κρατώντας το χέρι του άνδρα της που πέθαινε από καρκίνο του πνεύμονα, ή να είναι μια χαμηλόμισθη υπάλληλος που μπορεί μόλις πριν από μια μέρα να είχε βοηθήσει τη δική σας σύζυγό να βγει από κάποιο γραφειοκρατικό αδιέξοδο. Ασφαλώς και τίποτε από αυτά δεν είναι πιθανό να συμβαίνει, αλλά δεν είναι και απίθανο – απλώς εξαρτάται από το τι θέλετε εσείς να πιστεύετε. Αν είστε αυτόματα σίγουροι ότι ξέρετε τι σημαίνει πραγματικότητα και ποιος ή τι έχει όντως σημασία –αν δηλαδή προτιμάτε να ενεργείτε με βάση μια προεπιλεγμένη επιλογή –τότε δεν θα αναλογιστείτε ως πιθανά ενοχλητικά ενδεχόμενα που δεν βγάζουν άκρη. 

 

Οι λέξεις δεν αποκτούν τυχαία σημασία στο πολυδιάστατο σύμπαν του Γουάλλας, που περιλαμβάνει από τύπους εξισώσεων μέχρι συντομεύσεις –αυτές χρησιμοποιούνται κατά κόρον– και πλήθος από κώδικες. Η ασπαίρουσα γλώσσα του μετατρέπεται έτσι σε αυτόνομο εργαλείο, σε έναν κόσμο που κουβαλάει τους δικούς του κανόνες πέρα από τις λέξεις (θυμίζουμε εδώ τον «επίγονο» του Γουάλλας, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, που χρησιμοποιεί αριθμούς αντί για λέξεις). Ο Γουάλλας πετάει διαρκώς κωδικοποιημένες ιδέες και νεολογισμούς που στολίζουν σαν πυροτεχνήματα την έναστρη μυθοπλαστική του νύχτα, λεκτικούς κόσμους που ανοίγονται μπροστά μας σαν θησαυροί και διατηρούν τη δική τους βαθιά σημασία. Έτσι, το ότι καταφεύγει διαρκώς σε επαναλήψεις λέξεων ή σε  αρχαιοελληνικές εκφράσεις, μάλλον τονώνει ανάλαφρα την αφήγηση και δίνει το στίγμα του αφηγηματικού κώδικα που αναγνωρίζεται ως στυλ-Γουάλλας. Η συνεχόμενη χρήση της λέξης ethical ή ethos, π.χ., αντί για τη χρήση της λέξης moral, αποφορτίζει την έννοια από τη βαθιά κανονιστική διάσταση που χαρακτηρίζει το morality (ας μην ξεχνάμε ότι το ethos πιο πολύ αφορά τον χαρακτήρα και την εσωτερικότητα ενός κανόνα παρά την επιβολή του). Αυτοί οι κανόνες που επέβαλε ο Γουάλλας στο έτοιμο να εκραγεί από ιδέες κεφάλι του είναι άλλωστε που τον διέσωσαν και από τη λαίλαπα του μεταμοντερνισμού. Ο συγγραφέας αυτός επ’ ουδενί δεν θα παραδιδόταν σε στείρους πειραματισμούς που θα προϋπέθεταν την αποδοχή της απώλειας μέρους της ευθύνης έναντι του εαυτού του και του αναγνώστη. Ένας «υπεύθυνος» συγγραφέας δεν αφήνει τα πράγματα ή τα κείμενα στη μεταμοντέρνα τους τύχη. Το αντίθετο. Ο συγγραφέας είναι συνεχώς παρεμβατικός, για να απελευθερώσει τον αναγνώστη και να τον οδηγήσει στον επινοημένο κόσμο του, τον οποίο ο αναγνώστης έχει ανάγκη. Αυτή είναι η κατ’ εξοχήν λειτουργία της λογοτεχνίας, σε αντίθεση με την τηλεόραση που «έχει μετατραπεί σε όργανο καταπίεσης», όπως τόνιζε και ξανατόνιζε αυτός, ένα πρόσωπο που είχε υποστηρίξει τον αρχικά απελευθερωτικό χαρακτήρα της.

Οι λογοτέχνες είναι, επομένως, οι μόνοι που μπορούν να αλλάξουν τη ροή της πραγματικότητας. Ο Γουάλλας υποστήριζε ότι ο Πύντσον επανεξέτασε δημιουργικά την έννοια της παράνοιας («η οποία μεταφέρθηκε συμβολικά από τα ψυχιατρικά ιδρύματα στο γραφειοκρατικό κύμα») ή ότι η λυρική συγγραφική δεινότητα του Ντε Λίλλο τίναξε στον αέρα τα ίδια τα δεδομένα της επικοινωνίας («την εικόνα, τα πληροφοριακά δεδομένα ως εκφραστές του πνευματικού μας χάους»). Από αυτό το σημείο και μετά, είναι σαφές με ποιους πάει και ποιους αφήνει το τρομερό παιδί της αμερικανικής λογοτεχνίας: επιλέγει τους ρεαλιστές του «μοντερνισμού» σε αντίθεση με τους «νεο-συντηρητικούς» και ιδεαλιστές μεταμοντέρνους. Ο ρεαλισμός των πραγματικών ανθρώπων και των πραγματικών γεγονότων συντρίβει τις όποιες αυταπάτες του ιδεαλισμού με αποτέλεσμα οι τρομοκράτες με τα αναπηρικά καροτσάκια (;) στο Infinite Jest να μη θεωρούνται αυτόνομοι δρώντες – όχι τόσο γιατί είναι ανήθικοι, αλλά γιατί αρνούνται ως απόλυτοι ιδεαλιστές την πραγματικότητα. Όσο τρελό κι αν ακούγεται όλο αυτό, το συγγραφικό σύμπαν του Γουάλλας, το γεμάτο σαλεμένους, εξαρτημένους, ερωτικά ανίκανους, παράφρονες και αλλόκοτους τρομοκράτες, είναι υποταγμένο στην πιο απτή πραγματικότητα. Κανείς από τους ήρωές του δεν εκφράζει ένα συμβολικό υπερπέραν ή, έστω, ένα φαντασιακό υπερπέραν, αλλά ζει μονίμως σε ένα απόλυτα φτιαγμένο από ρεαλιστικά κομμάτια κόσμο. Το δυστοπικό σύμπαν του είναι τόσο πραγματικό και τόσο παράλογο, όσο πραγματική και συνάμα παράλογη είναι η επίσκεψή μας σε μια δημόσια υπηρεσία. Η πραγματικότητα όχι μόνο «δαγκώνει» αλλά συντρίβει οποιονδήποτε ψευτοϊδεαλισμό στα εξ ων συνετέθη, αναδεικνύοντας την ισχύ των «αληθινών πραγμάτων» (στα οποία επανειλημμένως αναφέρεται ο συγγραφέας).

 

Ο Μάριο ερωτεύτηκε τα πρώτα ραδιοφωνικά προγράμματα της Madame Psychosis γιατί ήταν σαν να ακούει κάποιον εξίσου θλιμμένο να του διαβάζει δυνατά ασφαλείς συνταγές επιτυχίες ένα θλιβερό απόγευμα, όλες αυτές τις συμβουλές για τους χωρισμούς και τα τοιαύτα, για τα αισθήματα που νιώθει κανείς όταν κάποιο αγαπημένο πρόσωπο πεθαίνει, πράγματα δηλαδή που αναφέρονται σε πράγματα αληθινά. Και πράγματι δύσκολα ένα υψηλό έργο τέχνης αναφέρεται σε πράγματα τόσο αληθινά. Όσο μεγάλωνε ο Μάριο, τόσο περισσότερο τον σύγχυζε το γεγονός ότι όλοι στην E.T.A, κοντά στην ηλικία του Κεν Μπλοτ ενοχλούνταν και δυσαρεστούνταν από τα τόσο αληθινά πράγματα. Σαν να ακολουθούσαν κάποιον κανόνα που τους έλεγε ότι τα αληθινά πράγματα πρέπει να αναφέρονται μόνο όταν προκαλούν ειρωνικό γέλιο ή τρόμο (Infinite Jest)

 

Τούτη όμως η πραγματικότητα δεν μπορεί να ισοπεδώνει το μυθιστόρημα – θα ήταν σαν το καταργεί. Υπάρχει εκεί για να το επαναφέρει στα πραγματικά του δεδομένα, να του δίνει τα «τσιμπήματα» μέσα από πληροφορίες που έχει ανάγκη ώστε να μην καταντά στείρο ιδεολόγημα . Μπαίνει μάλιστα από την πίσω πόρτα, πολλές φορές δεν αναμειγνύεται με τις μυθιστορηματικές εκφράσεις και τελικά παίρνει τη μορφή τεράστιων υποσημειώσεων: δεν είναι τυχαίο ότι οι υποσημειώσεις στα βιβλία του Γουάλλας σε πολλές περιπτώσεις κατέχουν την ίδια σχεδόν έκταση με την κύρια ιστορία και σε κάποιες το υπερβαίνουν. Συνιστούν δε «πραγματικές» πληροφορίες ή τουλάχιστον εκφράσουν τη ρεαλιστική οπτική που πρέπει να λάβει υπόψη του ο αναγνώστης αν θέλει να κρίνει την αφήγηση επί ίσοις όροις (μόνο στο Infinite Jest οι υποσημειώσεις ξεπερνούν τις 300). Σε αντίθεση, ωστόσο, με τις υποσημειώσεις που δημιουργούν ένα ψευτο-υπερκείμενο στον Λυοτάρ, ως ψευτο-επιστημολογικό σχόλιο στη Μεταμοντέρνα Κατάσταση, στον Γουάλλας το υπερκείμενο συνίσταται στην πραγματικότητα που λειτουργεί ως απαραίτητο συμπλήρωμα στο μυθιστορηματικό πλαίσιο. Μια πραγματικότητα άγρια καμωμένη αλλά δοσμένη με αστείρευτο χιούμορ, ένα ειρωνικό σχόλιο στο γεγονός της ύπαρξης που α λα Γούντι Άλλεν που ξορκίζει όλα τα βαριά φαντάσματα (βλέπε το χαρακτηριστικό τρόπο που εμφανίζονται τα φαντάσματα στο PaleKing και τον, κατά Γουάλλας, διαχωρισμό του phantom με το ghost). Και με μόνιμο κάτοικο έναν σαλεμένο, διονυσιακό σχεδόν τύπο που δεν περιφερόταν αγκαζέ με τη θλίψη του αλλά διασκέδαζε όπως μπορούσε τα πλήθη, ξεσήκωνε θύελλες γελιού στις αναγνώστες το και (ταρα)κουνούσε πάντοτε όσο μπορούσε τον αναγνώστη από την ακλόνητη θέση του. Όταν κάποια στιγμή τον είχαν ρωτήσει αν το χιούμορ του είναι η απάντηση στην κατάθλιψη του ο ίδιος είχε παραπέμψει στο παράδειγμα του Κάφκα του οποίου οι γείτονες διαμαρτύρονταν επειδή γελούσε δυνατά όταν έγραφε τις ιστορίες του. Τι άλλο θα έλεγε ο άνθρωπος που ένιωσε να συγκλονίζεται από την ανθρώπινη συνθήκη και γι’αυτό βρήκε απάντηση στην πιο ποπ εκδοχή των πραγμάτων: το τένις, τα περιοδικά, το πορνό. Γι’αυτό και τα Άγια των Αγίων λογοτεχνών θα ξορκίζουν για πάντα τον Χλωμό Βασιλιά ("Pale King") σαν τον δαίμονα που τους παρακολουθεί γελώντας από ψηλά. Μέχρι τότε απλώς κάποιοι θα προσπαθούν να διεκδικήσουν με κάθε τρόπο το στέμμα του: Γουάλλας ωστόσο γεννιέσαι, δεν γίνεσαι.  Το πολύ-για όσους ξέρουν-να γίνεις ένας Τζόναθαν Φράνζεν. 

 

 

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΝΤΑΙΗΒΙΝΤ ΦΟΣΤΕΡ ΓΟΥΑΛΛΑΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Κορίτσι με παράξενα μαλλιά, μετάφραση: Μαργαρίτα Κουλεντιανού, Τραυλός, 2000

Αμερικάνικη λήθη, μετάφραση: Γιάννης Πολυκανδριώτης, Κέδρος 2011

Αυτό εδώ είναι νερό. Μερικές σκέψεις για τη ζωή, μετάφραση: Κώστας Καλτσάς, Κριτική 2015

*Ετοιμάζεται και θα κυκλοφορήσει το πρώτο μυθιστόρημά του, Η σκούπα και το σύστημα, σε μετάφραση: Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη, Κριτική

Τίνα Μανδηλαρά

Δημοσιογράφος, αρχισυντάκτρια πολιτιστικού του Πρώτου Θέματος και συνεργάτρια του Lifo

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά