Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Ορχάν Παμούκ: στους λαβυρίνθους της μελαγχολίας

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία Τεύχος 62
Ο Ορχάν Παμούκ. Ο Ορχάν Παμούκ. Φωτογραφία Αρχείου

Orhan Pamuk, Κάτι παράξενο στο νου μου, μετάφραση από τα τουρκικά: Στέλλα Βρεττού, Ωκεανίδα, Αθήνα 2015, 724 σελ.

Λέγεται Μεβλούτ, αλλά θα μπορούσε να έχει ένα οποιοδήποτε όνομα. Κανείς δεν θα το θυμόταν αν δεν το είχε χρησιμοποιήσει για να ονομάσει τον κεντρικό ήρωά του, έναν ασήμαντο άνθρωπο που πουλάει μποζά, κάτι σαν σαλέπι, στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Ο Ορχάν Παμούκ επιστρέφει με την ιστορία της ασήμαντης ζωής ενός ασήμαντου ανθρώπου στην Κωνσταντινούπολη, χωνευτήρι πολιτισμών (αλλά και στην αιχμή της σύγκρουσης των πολιτισμών της Ανατολής και της Δύσης). Μαγεία ή ρεαλισμός; [ΤΒJ]

 

«Αυτό που έχει ξεχαστεί […] ποτέ δεν είναι καθαρά ατομικό.»

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Illuminations

 

Ο μποζάς (ή η μπόζα) είναι ένα παραδοσιακό χειμερινό, γλυκόξινο, παχύρευστο και ελαφρά αλκοολούχο (μόλις 1% περιεκτικότητα) ρόφημα, το οποίο παράγεται από δημητριακά (συνήθως κριθάρι ή ρύζι). Ο μποζάς συναντάται σε πολλές χώρες, αρχικά της Κεντρικής Ασίας και αργότερα των Βαλκανίων, και οι αφετηρίες του χάνονται στα βάθη των χρόνων. Στη γειτονική Τουρκία, οι πλανόδιοι πωλητές μποζά (οι «μποζατζήδες») συνήθιζαν να περιδιαβάζουν τα στενά σοκάκια της Πόλης διαλαλώντας το προϊόν τους. Σήμερα οι μπαζατζήδες έχουν εκλείψει αποτελώντας μακρινή ανάμνηση μίας παράδοσης που σβήνει και μιας εποχής που έχει παρέλθει.

 

ΟΙ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΜΠΟΖΑ

Ένας από τους πλανόδιους μποζατζήδες είναι ο Μεβλούτ Καράτας, ο νέος λογοτεχνικός ήρωας του Ορχάν Παμούκ. Ο νεαρός Μεβλούτ φτάνει το 1969, σε ηλικία δώδεκα ετών, στην Κωνσταντινούπολη, για να συναντήσει τον πατέρα του, Μουσταφά, βοηθώντας τον στην πώληση του μποζά και συνεχίζοντας παράλληλα το σχολείο. Οι Καράτας ακολουθούν το δρόμο της ατελείωτης ροής εσωτερικής μετανάστευσης εκατομμυρίων κατοίκων της υπαίθρου της τουρκικής ενδοχώρας προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, εκτινάσσοντας τον πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης από τα τρία εκατομμύρια της εποχής της άφιξης του Μεβλούτ στα δεκαεπτά εκατομμύρια σήμερα.

Ο Μεβλούτ, όπως αναμενόταν, δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στην άγνωστή του πόλη. Κατοικεί σε ένα από τα αμέτρητα αυθαίρετα «γκετζέ-κοντού», τα «χτισμένα σε ένα βράδυ» σπίτια στους ατέλειωτους τενεκεδομαχαλάδες των περιχώρων της Κωνσταντινούπολης, και τα βράδια μένει ξάγρυπνος να αφουγκράζεται τους ήχους της πόλης. Φοιτά στο Λύκειο Αρρένων Ατατούρκ, τις σπουδές στο οποίο όμως δεν θα καταφέρει να ολοκληρώσει. Οι αμέτρητες ώρες στον κινηματογράφο Ελγιαζάρ (και οι πρώτες αισθησιακές ταινίες), τα νεκροταφεία και τα τσαγάδικα, τα τζαμιά και ο ιππόδρομος, τα ποδοσφαιρικά γήπεδα και οι βιτρίνες των καταστημάτων, αποτελούν τον καμβά των ατέλειωτων περιπλανήσεων του Μεβλούτ στην πόλη, οι ζωντανές και λεπτομερείς περιγραφές της οποίας θα μπορούσαν να ανασυνθέσουν το χάρτη της.  

Σε ηλικία 25 ετών, καλεσμένος στο γάμο του ξαδέλφου του, Κορκούτ, ο Μεβλούτ ερωτεύεται κεραυνοβόλα τη μικρότερη από τις αδελφές της νύφης, τη Ραγιχά. Οι φευγαλέες ματιές που αντάλλαξαν ήταν για τοn Μεβλούτ αρκετές:

 

Αν και ήταν σε σύγχυση, ο Μεβλούτ αμέσως κατάλαβε πως ήταν το πεπρωμένο του. Τέτοιο αντάμωμα συμβαίνει μόνο αν το θελήσει ο Θεός, σκέφτηκε. (σ. 206)

 

Ο Μεβλούτ αρχίζει να στέλνει γράμματα στη Ραγιχά επί τρία συναπτά έτη, μέσω του ξαδέλφου του Σουλεϊμάν, τα οποία όμως παραμένουν αναπάντητα, παρ’ ότι ο Σουλεϊμάν συντηρεί την ελπίδα του.

Τα δύσκολα εφηβικά χρόνια στην πόλη για τον νεαρό Μεβλούτ θα ακολουθήσει η σκληρή στρατιωτική θητεία σε τάγμα τεθωρακισμένων στο Καρς (στα τουρκοσοβιετικά σύνορα, πόλη όπου διαδραματίζεται η πλοκή του μυθιστορήματος του Παμούκ Χιόνι), εκεί όπου η βιαιότητα των εκπαιδευτών στην παραμικρή παρατυπία των νεοσύλλεκτων αποτελεί την καθημερινότητα της ζωής στο στρατόπεδο. Όπως με εξυπνακίστικο τρόπο ρωτά ένας νεοσύλλεκτος φαντάρος,

 

Τρώνε τόσο ξύλο επειδή είναι τόσο ηλίθιοι ή είναι τόσο ηλίθιοι επειδή τρώνε πολύ ξύλο; Αυτό είναι το θέμα που πρέπει να συζητάμε,  αδελφέ. (σ. 234)

 

Μετά την απόλυσή του από το στρατό, ο Μεβλούτ θα εκτελέσει, με τη βοήθεια του Σουλεϊμάν, την παράτολμη απόφασή του να κλέψει την αγαπημένη του. Με σχετική επιτυχία, ωστόσο, καθώς κάπως αργά θα αντιληφθεί ότι έχει κλέψει τη μεγαλύτερη αδελφή της, διότι ο Σουλεϊμάν τον έχει κοροϊδέψει! Παρ’ όλα αυτά δεν θα πει την παραμικρή κουβέντα, θα παντρευτεί τη Ραγιχά και θα αποκτήσει μαζί της δύο κόρες, τη Φατμά και τη Φεβζιγιέ. Αργότερα, η γυναίκα του, θα πεθάνει έπειτα από μια αποτυχημένη εκτρωση και ο Μεβλούτ θα παντρευτεί ξανά, αυτή τη φορά τον πρώτο του έρωτα, τη Σαμιχά (την αδελφή της πρώτης γυναίκας του).

Στον αγώνα της καθημερινής επιβίωσης ο Μεβλούτ θα κάνει διάφορες δουλειές (μεταξύ άλλων, σερβιτόρος, πλανόδιος παγωτατζής, διευθυντής σε σνακ-μπαρ, εισπράκτορας οφειλών του ηλεκτρικού, φύλακας σε πάρκινγκ). Θα δοκιμάσει, αφού προηγουμένως έχει σταθεί θύμα ληστείας και επίθεσης από αγέλη σκύλων, να γίνει και μικροεπιχειρηματίας, ανοίγοντας μαζί με τον αδερφικό του φίλο Φερχάτ ένα κατάστημα πώλησης μποζά με την ονομασία Τα Μπατζανάκια. Όλες οι προσπάθειές του αποτυγχάνουν και πάντοτε ο ήρωάς μας βρίσκει αποκούμπι στον μποζά («πουλάω μποζά επειδή θέλω να πουλάω»). Στο μεταξύ, η ραγδαία οικονομική εξέλιξη, οι νέοι τρόποι παραγωγής και οι νέες καταναλωτικές συνήθειες σαρώνουν την τάξη των ανειδίκευτων εργατών, όπως ο χωρίς τυπικά προσόντα και δεξιότητες Μεβλούτ.

Σε αντίθεση βέβαια με τον Μεβλούτ, οι «καταφερτζήδες» και σίγουρα περισσότερο προσαρμοστικοί συγγενείς του τα πηγαίνουν πολύ καλύτερα:

 

«Οι συγγενείς μας, αυτοί που ήρθαν μαζί μας στην πόλη, είναι όλοι πλούσιοι τώρα, εμείς όμως δεν σταθήκαμε τυχεροί».

«Και γιατί δεν στάθηκες τυχερός;»

«Γιατί εγώ είμαι τίμιος. Γιατί δεν θα πω ψέματα για να έχω δικό μου σπίτι και να κάνω έναν καλό γάμο στις κόρες μου, δεν πουλάω σκάρτο πράγμα εγώ, δεν κάνω πράγματα που απαγορεύονται…». (σ. 44)

 

Αλλά ο Μεβλούτ δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία του. Αποδέχεται τη ζωή όπως αυτή έρχεται. Δεν στέκεται στιγμή στη ματαίωση των σχεδίων του, στην απώλεια, δεν εμμένει στη διάψευση του παρελθόντος (που αποτελεί πηγή μελαγχολίας) και επικεντρώνεται στο παρόν – εκεί όπου ζει ο  χαρούμενος άνθρωπος. Μόνο όταν πια, σε μεγάλη ηλικία, σκέφτεται το παρελθόν και το πώς σπατάλησε τη ζωή του, ο φόβος αρχίζει να ροκανίζει τη ψυχή του.

 

ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η πλοκή του βιβλίου, δεν τελειώνβει όμως στην εξιστόρηση ό,τι θέλει να πει ο συγγραφέας – είναι γνωστό, άλλωστε, ότι ο Παμούκ προτρέπει τους φοιτητές του να διαβάζουν τη σύνοψη του έργου πριν παρακολουθήσουν το σεμινάριό του, αφού «ένα βιβλίο δεν είναι η πλοκή του».[1] Ωστόσο, στο Κάτι παράξενο στο νου μου ο Παμούκ ακολουθεί περισσότερο από πότε τη φόρμα της εξιστόρησης με την οποία συντίθενται και τα μεγάλα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα.

Τούτη τη φορά, ο αναγνώστης δεν θα συναντήσει το μαγικό ρεαλισμό τού Με Λένε Κόκκινο (Ωκεανίδα, 2002), όπου στην αφήγηση συμμετέχει πλήθος από ασυνήθιστους χαρακτήρες, ανάμεσά τους ένας σκύλος, ένα πτώμα, ένα χρυσό νόμισμα και το κόκκινο χρώμα. Ούτε θα βρεθεί μπροστά στη λεπτή μεταμοντέρνα ειρωνεία που συνηθίζει ο συγγραφέας, σε κείμενα όπως το Μαύρο Βιβλίο (Ωκεανίδα, 2001), όπου η επίλυση της αστυνομικής υπόθεσης αφήνει τελικά περισσότερα ζητήματα αναπάντητα. Προφανώς, βεβαίως, δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν κάποια, ας τα πούμε παμούκια τεχνάσματα που εμπλουτίζουν μία κατά τα άλλα απλή δομή. Για παράδειγμα, στην τριτοπρόσωπη διήγηση των περιπετειών του Μεβλούτ, παρεμβάλλονται συχνά άλλα πρόσωπα της πλοκής, που σε πρώτο πρόσωπο δίνουν τη δική τους εκδοχή για τα συμβάντα, ενώ κάποιες φορές παρεμβαίνει και ο ίδιος ο συγγραφέας.

Έτσι, η εξιστόρηση της ζωής του Μεβλούτ αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία ο Παμούκ αναπτύσσει το νέο του πολυεπίπεδο μυθιστόρημα. Η Κωνσταντινούπολη, ως εστία ζωής και όχι ως απλό φόντο, είναι ο τόπος όπου διαδραματίζονται σχεδόν όλες οι ιστορίες του Παμούκ. Το προηγούμενο μυθιστόρημά του, Το Μουσείο της Αθωότητας (Ωκεανίδα,  2009) κάλυπτε χρονικά σχεδόν μέχρι τον εικοστό πρώτο αιώνα, ενώ στο νέο του μυθιστόρημα για πρώτη φορά επεκτείνει τη δράση, φτάνοντας ώς και στο 2012, συμπεριλαμβάνοντας την άνοδο του ισλαμικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και την πρωθυπουργία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Tο θέατρο της δράσης, η πόλη δηλαδή, με την επιδέξια γραφίδα του Παμούκ μετατρέπεται σε μοναδικό παλίμψηστο ψυχογεωγραφίας, μιας μελέτης δηλαδή των τρόπων με τους οποίους η γεωγραφία επιδρά στα συναισθήματα και τη συμπεριφορά των ατόμων (για να θυμηθούμε τον ορισμό του καταστασιακού συγγραφέα Γκυ Ντεμπόρ). Ο Μεβλούτ περνά σχεδόν όλη τη ζωή του στην Κωνσταντινούπολη, προσεκτικός παρατηρητής και αδιάκοπος δέκτης του μετασχηματισμού της. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον Παμούκ, ο οποίος στο αυτοβιογραφικό έργο του Ιστανμπούλ (Ωκεανίδα, 2005) παραδέχεται πως η πόλη καθόρισε την προσωπικότητά του καθώς,

 

η μοίρα της Ιστανμπούλ είναι και δική μου μοίρα, είμαι αφοσιωμένος στην πόλη επειδή σε αυτήν οφείλω αυτό που είμαι.[2]

 

Κατά τη γνώμη μου, η ψυχογεωγραφική προσέγγιση που ακολουθεί ο Παμούκ απηχεί τις σκέψεις του γερμανού κριτικού της λογοτεχνίας Βάλτερ Μπένγιαμιν:

 

Το να μη βρει κάποιος το δρόμο του σε μια πόλη μπορεί να είναι αδιάφορο και κοινότοπο. Απαιτεί άγνοια – τίποτε περισσότερο. Όμως, για να χάσει κάποιος τον εαυτό του σε μία πόλη –όπως χάνει κανείς τον εαυτό του σε ένα δάσος– αυτό απαιτεί μία εντελώς διαφορετική εκπαίδευση. Τότε, οι πινακίδες και οι ονομασίες των οδών, οι περαστικοί, οι στέγες, τα περίπτερα ή τα μπαρ πρέπει να μιλούν στον περιπλανώμενο όπως το τσακισμένο κλαδί κάτω από τα πόδια του στο δάσος, όπως το αναπάντεχο και απόμακρο κάλεσμα του ερωδιού, όπως η ακινησία ενός ξέφωτου με έναν κρίνο να στέκεται ορθός στο κέντρο του.[3]

 

Ο Μεβλούτ, ως άλλος Ζαν-Ζακ Ρουσσώ που σκέφτεται μόνο όταν περπατά, περιδιαβάζει την πόλη σαν flâneur («περιπατητής») συνομιλώντας μαζί της:

 

Τώρα, ο Μεβλούτ έβλεπε καθαρά την αλήθεια που γνώριζε σαράντα χρόνια τώρα, αλλά δεν είχε απόλυτα συνειδητοποιήσει: τις νύχτες, όταν περπατούσε στα σοκάκια της πόλης, είχε την αίσθηση πως περπατούσε στο ίδιο του το μυαλό. Γι’ αυτό, όταν μιλούσε με τους τοίχους, με τα διαφημιστικά πανό,  με τις σκιές, με τα παράξενα και μυστηριακά αντικείμενα που δεν ξεχώριζε στο σκοτάδι, νόμιζε πως μιλούσε με τον εαυτό του. (σ. 704)

 

Πραγματικά, υπάρχει άραγε καλύτερος τρόπος να προσεγγίσει κάποιος την πολυπλοκότητα, τις αντιφάσεις και τις επάλληλες μεταμορφώσεις μίας μεγαλούπολης από τους λαβυρίνθους και τις ιστορικές διαδρομές της Κωνσταντινούπολης; Σταυροδρόμι συνάντησης Ανατολής και Δύσης, παράδοσης και εκσυγχρονισμού, συντήρησης και προόδου, τόπος υποδοχής μεταναστών και όσμωσης διαφορετικών στοιχείων, η Κωνσταντινούπολη παραμένει αρχετυπική στις ιστορικές μεταμορφώσεις της πόλης.

Σε αντίθεση με τη στατικότητα του διαρκούς παρόντος της επαρχίας, η συνεχής εξέλιξη αποτελεί το κύριο γνώρισμα των σύγχρονων μεγαλουπόλεων που, σύμφωνα με τον ολλανδό αρχιτέκτονα Ρεμ Κούλχας, βρίσκονται «διαρκώς υπό κατασκευή». Η ταχύτητα με την οποία μεταμορφώνεται το αστικό περιβάλλον διαρρηγνύει τους δεσμούς των κατοίκων με το οικείο παρελθόν τους, κάτι που συμβαίνει και με τον Μεβλούτ. Μαζί με το γνώριμο τοπίο χάνονται όμως και οι κοινωνικές αναφορές:

 

Σαράντα τρία χρόνια ζούσε στην Ιστανμπούλ∙ τα πρώτα τριάντα πέντε  αισθανόταν ότι κάθε χρόνο δενόταν περισσότερο με την πόλη, όμως, τα τελευταία χρόνια, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο αποξενωμένος αισθανόταν απ’ αυτήν. Μήπως έφταιγαν οι νεοφερμένοι, που έφταναν κατά εκατομμύρια και κατέκλυζαν σαν ασυγκράτητοι χείμαρροι την πόλη, τα καινούργια σπίτια τους, τα πανύψηλα κτίρια τους, τα εμπορικά κέντρα τους; Ο Μεβλούτ έβλεπε να κατεδαφίζονται όχι μόνο τα γκετζέκοντου, αλλά και τα κτίρια και οι σαράντα και πλέον ετών πολυκατοικίες στο Τακσίμ και το Σισλί, που χτίζονταν όταν ήρθε στην πόλη το 1969. Οι άνθρωποι που ζούσαν στα παλιά κτίρια θαρρείς είχαν συμπληρώσει το χρόνο τους στην Ινστανμπούλ. Αυτοί οι παλιοί κάτοικοι εξαφανίζονταν μαζί με τα κτίρια που έχτισαν και στα πιο ψηλά, στα πιο τρομακτικά, στα πιο μπετοναρισμένα κτίσματα που έπαιρναν τη θέση τους εγκαθίσταντο καινούργιοι άνθρωποι. Ο Μεβλούτ, βλέποντας τα νέα κτίρια με τους τριάντα - σαράντα ορόφους, αισθανόταν πως δεν ήταν ένας από αυτούς τους καινούργιους ανθρώπους. (σ. 696-697)

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΕΚΚΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

Στο Κάτι Παράξενο στο Νου μου αναδεικνύονται για ακόμη μία φορά τα ζητήματα ταυτότητας που χαρακτηρίζουν το λογοτεχνικό έργο του Παμούκ. Σε αυτό η Τουρκία (και ιδιαίτερα η Κωνσταντινούπολη, ως η πιο «ευρωπαϊκή» της πόλη) μοιάζει να πορεύεται σαν «διχασμένη χώρα» (σύμφωνα με τον όρο του αμερικανού πολιτικού επιστήμονα Σάμιουελ Χάντινγκτον)[4], μία χώρα που δείχνει να αμφιταλαντεύεται συνεχώς ανάμεσα στη Μέκκα και στις Βρυξέλλες, μια χώρα που το οθωμανικό παρελθόν της την τοποθετούσε στην Ανατολή και οι (κεμαλικές) πολιτικές επιλογές της κοιτούσαν προς τη Δύση. Πραγματικά, σε μια πρώτη ανάγνωση, στο πολιτικό επίπεδο, η Τουρκία φαίνεται να ισορροπεί ανήσυχα ανάμεσα στο πολιτικό Ισλάμ και τις καταστατικές αρχές του κοσμικού κράτους. Στο πεδίο της κουλτούρας, οι παραδόσεις κλυδωνίζονται από τις ανακατατάξεις που προκαλεί ο ταχύς οικονομικός εκσυγχρονισμός της χώρας.

Ωστόσο, ο Παμούκ δεν ακολουθεί τη σχηματική, στατική και αφοριστική σκέψη του Χάντινγκτον. Για τον κοσμοπολίτη τούρκο συγγραφέα οι πόλεις, όπως και οι άνθρωποι, όχι μόνο εξελίσσονται αλλά και μπορούν να διατηρούν ταυτόχρονα διαφορετικές ακόμη και φαινομενικά αντιφατικές αντιλήψεις. Όπως λέει χαρακτηριστικά:

 

Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που μάθαμε στους σύγχρονους καιρούς –και ακόμη και πριν από αυτούς, όπως αντανακλάται στη μετα-αναγεννησιακή λογοτεχνία από το Σαίξπηρ στο Ντοστογιέφσκι– είναι ότι δεν αποτελούμαστε από μία ιδιότητα, ένα χρώμα ή μία ιδέα. Το άτομο διαρκώς διαμορφώνεται από πολλαπλά χαρακτηριστικά. Η λογική και οι επιθυμίες μας βρίσκονται συχνά σε αντιδιαστολή και αλληλεπιδρούν με περίπλοκους, όχι πάντοτε ολοφάνερους τρόπους. Η κατανόησή μου για τους χαρακτήρες μου είναι, με αυτή την έννοια, ντοστογιεφσκική.[5]

 

Έτσι λοιπόν, για τον Παμούκ, η σημερινή «τουρκικότητα» (ή, καλύτερα, οι τουρκικότητες;) είναι περισσότερο σύνθετη και αντιφατική από τη συντηρητική ανάλυση του Χάντινγκτον. Μάλιστα, στο Χιόνι (Ωκεανίδα, 2007), ίσως το πλέον αισιόδοξο μυθιστόρημά του για τις προοπτικές του τουρκικού εκσυγχρονισμού, ο Παμούκ παρουσιάζει για πρώτη φορά τους ισλαμιστές ως πρόθυμους να υπερβούν τα πολιτιστικά στερεότυπα και να προσεγγίσουν τη Δύση, σε αντίθεση με τους φανατικούς κοσμικούς, οι οποίοι εμφανίζονται επιφανειακά και προβληματικά εκσυγχρονιστές.[6]

Για τον Παμούκ, η κοινωνική πρόοδος δεν μπορεί ποτέ να είναι το προϊόν μίας διαδικασίας βίαιου εκσυγχρονισμού τους κράτους και της κοινωνίας κατευθυνόμενης «από τα πάνω», στο βαθμό που δεν εσωτερικεύεται το φιλελεύθερο αξιακό πλαίσιο της Δύσης. Κάτι που στην πραγματική ζωή επιβεβαιώθηκε το 2005 με τη γνωστή δίωξη και καταδίκη του συγγραφέα (η απόφαση ακυρώθηκε αργότερα από τον υπουργό Δικαιοσύνης) για «δημόσια δυσφήμηση της τουρκικής ταυτότητας» εξαιτίας της αναφοράς του στις δολοφονίες Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, γεγονός που οδήγησε το συγγραφέα να εγκαταλείψει πρόσκαιρα τη χώρα του:

 

Όπως ο Κα, ο ήρωας του μυθιστορήματός μου Χιόνι, ανακάλυψα πώς νιώθει κάποιος που πρέπει να εγκαταλείψει για ένα διάστημα την αγαπημένη του πόλη λόγω των πολιτικών του απόψεων.[7]

 

Και συνεχίζει ο συγγραφέας για τις αντιφατικές κοινωνικές δυνάμεις που σαρώνουν τη σημερινή Τουρκία:

 

Οι διαμάχες που ένας εξωτερικός παρατηρητής σαν τον Φλομπέρ θα μπορούσε να αποκαλέσει παραδοξότητες μπορεί να είναι απλά οι συγκρούσεις ανάμεσα στα πολιτικά και οικονομικά προγράμματα και τις πολιτισμικές φιλοδοξίες που γεννούν. Από τη μια μεριά, υπάρχει μία βιασύνη να προσχωρήσουμε στην παγκόσμια οικονομία∙ από την άλλη μεριά, ο θυμωμένος εθνικισμός που βλέπει την αληθινή δημοκρατία και την ελευθερία της σκέψης ως δυτικές εφευρέσεις.

 

Αυτές οι αντίρροπες δυνάμεις που ασκούνται αδιάκοπα έχουν αφήσει το βαθύ αποτύπωμά τους στους κατοίκους της πόλης. Το συλλογικό αίσθημα που κυριαρχεί στη ψυχή της Κωνσταντινούπολης είναι η μελαγχολία (hüzüστα τουρκικά), στην οποία και αναφέρεται πολλάκις ο Παμούκ στην αυτοβιογραφική Ιστανμπούλ:

 

Όταν ο Φλομπέρ ήρθε στην Ιστανμπούλ, εκατόν δύο χρόνια πριν από τη γέννησή μου, και επηρεάστηκε από την ιδιαιτερότητα και τον πληθυσμό της πόλης, έγραψε σ’ ένα γράμμα του ότι πίστευε πως η Κωνσταντινούπολη εκατό χρόνια μετά θα γινόταν η πρωτεύουσα του κόσμου. Με την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε ακριβώς το αντίθετο. Όταν γεννήθηκα, η Ιστανμπούλ ήταν πιο αδύναμη, πιο φτωχική, πιο απομονωμένη, πιο μοναχική απ’ όσο υπήρξε ποτέ στη δύο χιλιάδες χρόνων ιστορία της. Το αίσθημα παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η φτώχεια και η μελαγχολία των χαλασμάτων που γέμιζαν την πόλη, έγιναν τα χαρακτηριστικά που, σε όλη μου τη ζωή, προσδιορίζουν την πόλη. Η ζωή μου πέρασε πολεμώντας αυτή τη μελαγχολία, ή τελικά αφομοιώνοντάς την όπως όλοι οι κάτοικοι της Ιστανμπούλ.[8]

 

Ακολουθώντας τα βήματα του Μεβλούτ στα σαράντα χρόνια της περιπλάνησής του στους λαβυρίνθους της Κωνσταντινούπολης, μοιραζόμαστε τη μελαγχολία του τοπίου, της ιστορικής μνήμης και τη μελαγχολία που διαποτίζει κάθε γωνιά της πόλης, φέρνοντας στο νου μας τον Μπωντλίρ που όρισε την ομορφιά ως «θέληση για ζωή μαζί με μια πικρία» και «τη μελαγχολία ως την επιφανή σύντροφο της ομορφιάς».[9]

 

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΝΤΙΛΑ

Με το Κάτι Παράξενο στο Νου μου, ο Παμούκ καταθέτει, όπως λέει ο ίδιος, το πρώτο «φεμινιστικό» του βιβλίο.[10] Ο νομπελίστας τούρκος συγγραφέας, όπως και σε προηγούμενα βιβλία του, χρωματίζει την εικόνα μιας κλειστής, συντηρητικής κοινωνίας (με μικρές διαφορές στις πόλεις και την ύπαιθρο) που περιορίζει τη συμπεριφορά των γυναικών, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο χώρο. Είναι ενδεικτικό ότι η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών φορά την ισλαμική μαντίλα, τόσο στην περιοχή του (αλεβίτικου και κουρδικού) Κιούλτεπε όπου κατοικεί αρχικά ο Μεβλούτ, όσο και στον αντικριστό λόφο του Ντούτεπε.

Ακόμη και σήμερα, περισσότεροι από τους μισούς γάμους πραγματοποιούνται  με συνοικέσιο. Όταν ο Σουλεϊμάν απελπίζεται για τη δυσκολία εύρεσης ερωτικής συντρόφου, η Βεντιχά τον καθησυχάζει:

 

Του είπα να μην ανησυχεί καθόλου, ότι η πόλη είναι γεμάτη από κορίτσια που θέλουν να παντρευτούν όμορφους, επιτυχημένους, έξυπνους εργένηδες, όπως αυτός.

«Πού βρίσκονται;», με ρώτησε με ειλικρινή απορία.

«Στα σπίτια τους, Σουλεϊμάν, δίπλα στις μανάδες τους, αυτά δεν βγαίνουν πολύ έξω. Αν με ακούσεις, θα σου βρω το πιο όμορφο, το πιο γλυκό απ’ όλα τα κορίτσια. Και να ’σαι σίγουρος ότι θα σου διαλέξουμε όποιο ποθήσει η καρδούλα σου, το ωραιότερο». (σ. 368)

 

Μέχρι και ο ίδιος ο Μεβλούτ, που λάτρευε τη γυναίκα του, νιώθει άβολα όταν εκείνη έπαιρνε πρωτοβουλία και «δεν κάλυπτε καλά το κεφάλι της». Ωστόσο, σε ολοφάνερη αντίθεση με τον δευτερεύοντα ρόλο των γυναικών στην παραδοσιακή τουρκική κοινωνία, στο μυθιστόρημα του Παμούκ οι γυναίκες (σύζυγοι, κόρες) πρωταγωνιστούν στη δράση. Μάλιστα, πολλοί από τους μονολόγους που παρεμβάλλονται στην αφήγηση ανήκουν στα γυναικεία πρόσωπα του έργου.

 

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Η Κωνσταντινούπολη στη νεότερη ιστορία της συνταράσσεται από τα διάφορα πολιτικά ρεύματα και τις πολιτικές αναταράξεις που επιφέρουν. Όταν  η περιοχή τους αναστατώνεται από πυροβολισμούς και συγκρούσεις ανάμεσα σε αριστερούς και εθνικόφρονες, ο πατέρας τού Μεβλούτ συμβουλεύει το γιο του να μην εμπλακεί στις πολιτικές αντιπαραθέσεις:

 

Άκου, γιε μου, οι καβγάδες τούτων εδώ δεν θα τελειώσουν ποτέ, αυτοί δεν χορταίνουν να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον, διψάνε για αίμα, η πολιτική είναι αφορμή. […] Εμείς το γιαούρτι μας και τον μποζά μας […]. Εσύ να μην ανακατεύεσαι. Να μένεις μακριά από αλεβήδες, από αριστερούς, από Κούρδους και από εκείνον τον Φερχάτ. Μη χάσουμε κι εμείς το σπίτι μας, όταν τους πετάξουν από δω. (σ. 170)

 

Ο Μεβλούτ ωστόσο δεν έχει ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις. Έλκεται αρχικά από τις αριστερές ιδέες που συναντά στον νεανικό του περίγυρο και αργότερα εντυπωσιάζεται από τη γνωριμία του με τον «Άγιο Πατέρα» και το ισλαμικό του κήρυγμα. Καμία όμως από τις ιδέες με τις οποίες έρχεται σε επαφή δεν καταφέρνει να συγκινήσει ουσιαστικά τον Μεβλούτ, που σε όλη τη ζωή του κρατά διακριτική απόσταση. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στον ήρωα να κινείται με άνεση ανάμεσα στους διάφορους πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους, κάτι που δεν μπορεί εύκολα να συμβεί με τους φανατικούς. Ο Παμούκ ανατρέχει στον ούγγρο μαρξιστή φιλόσοφο Γκέοργκ Λούκατς, ο οποίος υποστήριζε ότι οι καλύτεροι λογοτεχνικοί ήρωες δεν είχαν ισχυρές ιδεολογικές ή ηθικές δεσμεύσεις, έτσι ώστε να μπορούν να μπορούν να εμφανίζονται σε κάθε πλευρά των συγκρούσεων της εποχής τους.[11]

Ακόμη και η επιλογή του μποζά μοιάζει να μην είναι τυχαία, καθώς η χαμηλή περιεκτικότητα του σε αλκοόλ τον καθιστά ουσιαστικά μη αλκοολούχο. Ο Μεβλούτ μάλιστα επιμένει ψευδώς να αρνείται πως ο μποζάς του περιέχει έστω και ελάχιστη ποσότητα αλκοόλ. Και δεν είναι ο μόνος αφού αυτή τη «χαλαρότητα» των αντιλήψεων επιδεικνύει μεγάλο μέρος της τουρκικής κοινωνίας, όπως φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα:

 

«Κάνεις λες και ο μποζάς είναι κάτι ιερό».

«Ναι, είναι κάτι ιερό».

«Άντε γαμήσου ρε! Ο μποζάς φτιάχτηκε για να πίνει ο μουσουλμάνος αλκοόλ – ως στάχτη στα μάτια–, είναι ένα ποτό που περιέχει αλκοόλ. Όλοι το ξέρουν».

«Όχι», είπε ο Μεβλούτ, ενώ η καρδιά του χτυπούσε πολύ δυνατά. «Δεν περιέχει αλκοόλ». Ένιωσε το πρόσωπό του να παίρνει μια πολύ ιδιαίτερη έκφραση και ηρέμησε.

Στα δεκάξι χρόνια που πουλούσε μποζά, σε δύο τύπους ανθρώπων είχε πει αυτό το ψέμα:

1. Στους συντηρητικούς, που ήθελαν να πίνουν μποζά, αλλά και να πιστεύουν πως δεν αμάρταιναν. Οι έξυπνοι ήξεραν ότι ο μποζάς περιέχει αλκοόλ, αλλά συμπεριφέρονταν λες και αυτό που πουλούσε ο Μεβλούτ ήταν ένα ιδιαίτερο ρόφημα, κάτι σαν την Κόκα Κόλα χωρίς ζάχαρη, οπότε, στην περίπτωση που περιείχε αλκοόλ, η αμαρτία θα ήταν του Μεβλούτ.

2. Στους κοσμικούς και σε εξερωπαϊσμένους, οι οποίοι ήθελαν να πιουν μποζά, αλλά ήθελαν και να διαφωτίσουν τον κουτό χωριάτη πωλητή. Οι έξυπνοι ήξεραν ότι και ο Μεβλούτ γνώριζε πως ο μποζάς περιέχει αλκοόλ, αλλά ήθελαν να φέρουν σε δύσκολη θέση τον θρήσκο και πονηρό χωριάτη, που έλεγε ψέματα για να βγάλει λεφτά. (σελ. 335)

 

Αναγκασμένος από τις απαιτήσεις του επαγγέλματος του μικροπωλητή που πρέπει να πουλά σε όλους το εμπόρευμά του και να κινείται σε όλους τους χώρους, ο Μεβλούτ διατηρεί την απαιτούμενη απόσταση από τα πράγματα. Ωστόσο, η απουσία οποιασδήποτε πολιτικής δέσμευσης του ήρωα δεν αποτελεί ένα λογοτεχνικό τέχνασμα με μοναδικό σκοπό τη διευκόλυνση της πολυπρισματικής εξιστόρησης. Ο Παμούκ, ως πολιτικά φιλελεύθερος που υπερασπίζεται τον κοσμικό ανθρωπισμό[12], δεν μπορεί παρά να τοποθετείται κριτικά απέναντι σε κάθε μορφής δογματική σκέψη. Ο ίδιος, σε παλαιότερη συνέντευξή του για την έκδοση του Χιονιού, επισήμανε τη διαβρωτική παρουσία των πολιτικών παθών στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων:

 

Έχετε δίκιο πως οι άνθρωποι στο μυθιστόρημά μου στενάζουν κάτω από το βάρος των ιδεών. Το να υπερφορτώνεται κάποιος με ισχυρές ιδέες είναι ένα πολύ τουρκικό πάθος. Αυτό το έθνος προβάρει τη μετάβαση από τον έναν πολιτισμό στον άλλον για διακόσια χρόνια, και μπορώ να πω με σιγουριά ότι πρόκειται για βασανιστική εμπειρία. […] Ξέρετε, φτάνει πια με τις μεγάλες ιδέες. Έχω υπερεκτεθεί σε αυτές στην υπερ-πολιτικοποιημένη χώρα μου. Η λογοτεχνία είναι η αντίδρασή μου σε αυτό, μία προσπάθεια να γυρίσω το παιχνίδι, και να το επενδύσω με κάποιο χιούμορ, με κάποια απόσταση. Θέλω να πω στον αναγνώστη: Μην παίρνεις τα πάντα τόσο διαολεμένα σοβαρά. Δεν είναι όμορφη η ζωή; Δώσε σημασία στις λεπτομέρειες της ζωής. Το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή είναι η ευτυχία, και η δυνατότητα να επιβιώσεις σε αυτή την ανυπόφορη κοινωνία που έχουμε φτιάξει.[13]

 

Τελικά, η πολιτική «αφέλεια» του Μεβλούτ είναι λυτρωτική. Του επιτρέπει να αποφεύγει την τύφλωση που προκαλούν τα πολιτικά πάθη και να μην ξεμακραίνει ποτέ από τον «κοινό νου».

 

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Με το νέο του βιβλίο, ο Παμούκ μας παραδίδει μία μυθιστορηματική «μικρο-ιστορία», αναζητά δηλαδή την απάντηση μεγάλων ερωτημάτων μέσα από την ιστορική εξέταση μίας μονάδας ή ενός γεγονότος. Με αυτά τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής καταπιάνεται ο τούρκος συγγραφέας – ο χρόνος και η μνήμη, οι πολλαπλές ταυτότητες και οι κοινωνικές αντιφάσεις τους. Και επιχειρεί να τα απαντήσει μέσα από την καθημερινότητα ενός τυπικού εκπροσώπου της εργατικής τάξης, ενός από τα εκατομμύρια πρόσωπα που χάνονται μέσα στην ανωνυμία τους, σε καμία περίπτωση όμως λιγότερο υπαρκτά από τους επώνυμους πρωταγωνιστές μιας εποχής.

Βέβαια, η σπουδαία λογοτεχνία ακόμη και όταν καταπιάνεται με το τοπικό, το μερικό ή το ιδιαίτερο, δεν παύει ποτέ να αφουγκράζεται το συλλογικό και να «συνομιλεί» με το πανανθρώπινο. Στην ομιλία του, κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ για την «ανακάλυψη νέων συμβολισμών στην πάλη και τη συνύφανση των πολιτισμών μέσα από την αναζήτηση της μελαγχολικής ψυχής της γενέθλιας πόλης του», ο Παμούκ οριοθετεί το έργο που καλείται να επιτελέσει η λογοτεχνία στον σημερινό κόσμο:

 

Αυτό που η λογοτεχνία χρειάζεται να πει και να διερευνήσει σήμερα είναι οι βασικοί φόβοι της ανθρωπότητας: ο φόβος τού να αφεθείς έξω και ο φόβος τού να μην υπολογίζεσαι για τίποτα, και τα αισθήματα της απαξίωσης που έρχονται με αυτούς τους φόβους∙ οι συλλογικές ταπεινώσεις, οι τρωτότητες, οι ασημαντότητες, τα παράπονα, οι ευαισθησίες, και οι φανταστικές προσβολές, και οι εθνικιστικοί κομπασμοί και οι αναζωπυρώσεις που τους ακολουθούν.[14]

 

Πρόκειται για αισθήματα και ανησυχίες, φόβους και ερωτήματα που εκδηλώνονται διαφορετικά σε κάθε χώρα και περιοχή, δεν παύουν όμως να καθορίζουν με παρόμοιο τρόπο τις ζωές των ανθρώπων σε όλα τα σημεία του πλανήτη όπου βρίσκονται. Η εύθραυστη συνύπαρξη με το διαφορετικό, η αναζήτηση της ασφάλειας της κοινότητας (αλλά και η αφόρητη πίεση που συχνά αυτή ασκεί στα μέλη της), η διάχυτη αβεβαιότητα και η συλλογική διαχείρισή της, αποτελούν τις κυρίαρχες όψεις της συνύφανσης του ατομικού και του κοινωνικού στοιχείου στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης. Και κατά τούτο το έργο του Παμούκ συμβάλει στον ζωντανό διάλογο των πολιτισμών.

Συχνά γίνεται λόγος για την περίφημη «κατάρα του Νόμπελ», για τη δυσκολία δηλαδή των συγγραφέων που τιμήθηκαν με αυτή τη σημαντική λογοτεχνική διάκριση να παραμείνουν στα λογοτεχνικά ύψη των προγενέστερων έργων τους. Έπειτα από την ολοκλήρωση της αναγνωστικής περιπλάνησής μας στους επικούς λαβυρίνθους της μελαγχολίας του Μεβλούτ, δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε ότι η κατάρα αυτή δεν άγγιξε ούτε στο ελάχιστο τον Παμούκ. Εννιά χρόνια μετά τη βράβευσή του, ο τούρκος συγγραφέας, με το Κάτι παράξενο στο νου μου, επιβεβαιώνει την επιβλητική παρουσία του στα παγκόσμια γράμματα.

 


[1] Angela Chen, “A book is not its plot: Orhan Pamuk on new novel A Strangeness in my Mind”, The Guardian, 12/11/2015.

[2] Ορχάν Παμούκ, Ιστανμπούλ- πόλη και αναμνήσεις, εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα, σελ. 16.

[3] Walter Benjamin, “Berlin Chronicle”, στο: Michael W. Jennings, Howard Eiland, Gary Smith (eds.), Walter Benjamin, Selected Writings, Vol. 2, 1931-1934,  σελ. 598.

[4] Σάμιουελ Χάντινγκτον, Η Σύγκρουση των Πολιτισμών και ο Ανασχηματισμός της Παγκόσμιας Τάξης, εκδόσεις Τερζόπουλος, Αθήνα 2001. Κατά τον Χάντινγκτον, η Τουρκία αποτελεί το «κράτος-πυρήνα» (corestate) του ισλαμικού πολιτισμού.

[5] Nathan Gardels, “Nobel Laureate Orhan Pamuk: Nations Like Persons Have Many Identities”, The World Post, 22/10/2015.

[6] Üner Daglier, “Orhan Pamuk on the Turkish Modernization Project”, Humanitas, Vol. XXV, Nos. 1 & 2, 2012, σελ. 159-166.

[7] Orhan Pamuk, “On Trial”, The New Yorker, 19/12/2005.

[8] Ορχάν Παμούκ, Ιστανμπούλ, ό.π., σελ. 16.

[9] Charles Baudelaire, “Squibs”, 1887.

[10] Angela Chen, ό.π.

[11] Bruce Robbins, “A Strange Mind: An Interview with Orhan Pamuk”, The Los Angeles Review of Books, 29.11.2015.

[12] Marshall Berman, “Orhan Pamuk and Modernist Liberalism”, Dissent, spring 2009.

[13] “The Turkish trauma”, www.signandsight.com, 18/4/2005.

[14] “My Father’s Suitcase”, Nobel Lecture, 7/12/2006.

Δημήτρης Σκάλκος

Πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος. Τελευταίο του βιβλίο: Αλήθειες για το φιλελευθερισμό (2008).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Το κτήνος Ο πολιτικός Ουελμπέκ

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά