Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Δύο αντικριστές πολυθρόνες

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία Τεύχος 62
Ο Μισέλ Φάις φωτογραφημένος από τον Κωνσταντίνο Πίττα. Ο Μισέλ Φάις φωτογραφημένος από τον Κωνσταντίνο Πίττα. Κωνσταντίνος Πίττας

Μισέλ Φάις, Από το πουθενά. Μυθιστόρημα, Πατάκη, Αθήνα 2015, 216 σελ.

Σ’ ένα δωμάτιο, την ίδια ώρα, για δώδεκα χρόνια, μια γυναίκα κι ένας άντρας συναντιούνται: ψυχαναλύτρια και αναλυόμενος, διαλέγονται, σιωπούν, ξεγυμνώνονται εναλλάξ. Οδύνη και άρνηση, σαγήνη και απώθηση, σαρκασμός και εμβάθυνση πυκνώνουν στην ατμόσφαιρα του δωματίου, ενώ έξω, αλλού, ο μεγάλος κόσμος, αποσυναρμολογημένος στις μικροϊστορίες όσων των εποικούν, στα σπαράγματα της ζωής τους και τα θραύσματα των ονείρων τους, ξετυλίγει τον ζόφο του σαν ένα σύννεφο που σκιάζει την θεραπευτική διαδικασία, σαν μια αντιστικτική μελωδία που με την πολύηχη κακοφωνία της προκαλεί την μονοφωνία της ψυχανάλυσης. Το μυθιστόρημα είναι ένας αντικατοπτρισμός του μέσα χάους στο έξω –και αντιστρόφως–, μια ανοιχτή, δυνάμενη να επεκτείνεται στο διηνεκές, συνομιλία του εαυτού και των άλλων. [ΤΒJ]

 

 

Οι περισσότεροι το έχουν δει μόνο σε εφιάλτη: ότι χάνονται στη θάλασσα και το μόνο που μπορούν να διακρίνουν είναι τα αμίλητα νερά που κρύβουν τη γραμμή του ορίζοντα. Το μέλλον είναι η θάλασσα και, μέσα στο φόβο, παρελθόν δεν υπάρχει. Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ηλία Κοσίντα που κοσμεί το εξώφυλλο του καινούριου μυθιστορήματος του Μισέλ Φάις Από το πουθενά, το κάτω μέρος καλύπτεται από μελανά νερά, που αντικατοπτρίζουν έναν εξ ίσου μελανό ουρανό. Η χρωματική παλέτα της φωτογραφίας είναι ευφάνταστα στοιχισμένη σε ένα υψηλό κοντράστ σκούρων και ανοιχτών τόνων, φωτός και σκοταδιού, μιας αντίθεσης που τείνει να γίνει αντιπαράθεση.

 

ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Στο μυθιστόρημα του Φάις, μια ψυχαναλύτρια και ο ασθενής της συναντιούνται στο γραφείο της πρώτης. Οι συνεδρίες, που ξεκινούν όταν ο άντρας είναι τριανταοκτώ ετών και τελειώνουν όταν συμπληρώνει περίπου τα πενήντα, εισάγονται με πανομοιότυπο τρόπο, με την εκτενή περιγραφή του γραφείου και των προσώπων που εκφέρεται ως σκηνική οδηγία: οι αντικριστές πολυθρόνες με τις ξύλινες γλυφές των μπράτσων, το κεραμιδί ριχτάρι, η γάτα που τριγυρίζει στο γραφείο, το ανοιγμένο χαρτομάντηλο που η γυναίκα σπεύδει να εξαφανίσει πριν εμφανιστεί ο άντρας. Ακολουθούν οι ειδικές συνθήκες της εκάστοτε συνεδρίας. Ωστόσο, δεν αναπαράγεται ο λόγος της ανάλυσης, ο συνειρμικός μονόλογος του αναλυόμενου που θα περίμενε κανείς να διακόπτεται από τις ερωτήσεις ή ενστάσεις της αναλύτριας, αλλά αυτό που ο Roman Jakobson ονομάζει μεταγλωσσικό στοιχείο της επικοινωνίας. Σχολιάζονται δηλαδή τόσο από τον αναλυόμενο όσο κι από την αναλύτρια ο ίδιος ο κώδικας της σχέσης τους, η καταναγκαστική της οικειότητα, οι διακυμάνσεις εξουσίας που έχουν ο ένας πάνω στον άλλο, η πολύπλοκη δυναμική των φύλων και της υποβόσκουσας επιθυμίας. Η ανταλλαγή, πολλές φορές οδηγεί σε μια σημαίνουσα διακοπή. Συχνά, ο άντρας προσπαθεί να καταλάβει τι κρύβεται πίσω από τις σιωπές της αναλύτριας ή προσπαθεί να καταλάβει τι κρύβεται εν γένει πίσω από τη σιωπή ως παύση σήμανσης του λόγου.

Την κάθε συνεδρία διαδέχονται μια σειρά από στιγμιότυπα που διαδραματίζονται σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη. Κι εδώ εκτίθεται, αναλογικά ως προς το προηγούμενο επίπεδο, το περιβάλλον της σκηνής, την οποία ακολουθούν, συνηθέστερα, η αντιπαράθεση ενός ζεύγους ανθρώπων ή, σπανιότερα, ένας μονόλογος που επίσης έχει διαλογική διάσταση, εφ’ όσον εκφέρεται για να ακουστεί, αυτή τη φορά, από τον εαυτό. Η αντιπαράθεση κάποιες φορές οδηγεί σε μια περίεργη αποδοχή των πραγμάτων ως έχουν ή αφήνεται εκρεμμής σε μια ερώτηση:

 

Σεντάι, Ιαπωνία, πρωί. Βγαίνουν από πολυκατάστημα μετά από ισχυρό σεισμό. Φοράνε καμπαρντίνες. Πυροσβέστες, αστυνομικοί, σειρήνες, άνθρωποι αποσβολωμένοι, κάποιοι τρέχουν άσκοπα. Αυτός που φοράει μπλε καμπαρντίνα χτυπάει μαλακά με τις παλάμες του τ’ αυτιά του, ενώ αυτός που φοράει μπεζ χτυπάει δυνατά τα πόδια του στο οδόστρωμα, μπορεί και το αντίστροφο.

Τελευταία, όλο και πιο συχνά, χάνω τις λέξεις μου.

Τις λέξεις, ποιες λέξεις;

Τις λέξεις που όλοι χρησιμοποιούμε.

Δεν χρησιμοποιούμε όλοι τις ίδιες λέξεις...

Κάποιες λέξεις είναι κοινές.

Αυτές χάνεις; (σ. 33-34)

 

Ένα πρόβλημα με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος ο αναγνώστης είναι πώς να συνδέσει το βασικό επίπεδο της ανάλυσης με αυτό των μεμονωμένων επεισοδίων. Οι ψυχαναλυτικές συνεδρίες μάς γίνονται οικείες γιατί το σκηνικό τους επαναλαμβάνεται πανομοιότυπο. Επίσης, γιατί διαδραματίζονται στον προστατευμένο χώρο του γραφείου και αφορούν έναν περιορισμένης εμβέλειας μικρόκοσμο. Αντίθετα, τα υπόλοιπα επεισόδια λαμβάνουν χώρα κάθε φορά σε διαφορετική πόλη του κόσμου, χωρίς να εξαιρείται καμία ήπειρος: Μανίλα, Βαρσοβία, Νέο Δελχί, Βιέννη, Παρίσι, Λας Βέγκας κ.ο.κ. Πρόκειται για φωνές ανθρώπων χωρίς καμία εμφανή ιδιαιτερότητα, σχεδόν κλισαρισμένες, που υπό κανονικές συνθήκες χάνονται στη βουή του (παγκοσμιοποιημένου) πλήθους.

Η σύνδεση ανάμεσα στα δύο επίπεδα αφήγησης πραγματοποιείται κατοπτρικά. Ο άντρας καλείται να μιλήσει για το προσωπικό το αδιέξοδο. Αντίστοιχα, τα πρόσωπα στις τέσσερις γωνιές του κόσμου βιώνουν πάντα κάποιο είδος κρίσης. Είναι θύματα ακραίων φυσικών φαινομένων, περιθωριοποίησης, κοινωνικής απομόνωσης και πολιτικής βίας, που υπαγορεύονται από την παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική μετανεωτερικότητα: πρόσφυγες που καταφεύγουν στη Λέσβο (σ. 34), απολυμένοι μουσουλμάνοι στις Βρυξέλλες που ευαγγελίζονται τζιχάντ (σ. 27), επιζώντες από τρομοκρατικό χτύπημα σε συναγωγή στο Παρίσι (36). Τα πρόσωπα, ωστόσο, και εδώ δεν εστιάζουν στα γεγονότα, τον σεισμό, το τρομοκρατικό χτύπημα, αλλά στις ειδικές συνθήκες επικοινωνίας που προκύπτουν από αυτά:

 

Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη, απόγευμα. Ογδοντάχρονος με κόκκινο παπιγιόν και ασημένιο μπαστούνι.

Ελαττωματικές λέξεις και εξουθενωμένα πράγματα. Αυτά μόνο. Αυτά μόνο, τρόπος του λέγειν. Κάποιες φορές, λικνιζόμενοι, μ’ ένα ποτό στο χέρι ή μ’ ένα περίστροφο, κατά περίπτωση, ονομάζουμε τις ελαττωματικές λέξεις συνείδηση και τα εξουθενωμένα πράγματα πραγματικότητα. Έτσι τσουλάει ο χρόνος. Τσουλάει, τρόπος του λέγειν, χρόνος, τρόπος του λέγειν (σ. 167).

Η μεταγλωσσική έμφαση είναι και σε αυτήν την περίπτωση εμφανής: τα πρόσωπα ενδιαφέρει ο κώδικας, πώς χρησιμοποιούνται οι λέξεις, αν όλοι εννοούμε το ίδιο πράγμα χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις, κι επίσης, πώς χάνονται οι λέξεις και πού πηγαίνουν. Τα πρόσωπα συχνά ερωτούν και η απάντηση πολλές φορές είναι η επανάληψη της ερώτησης με την πρόθεση να αμφισβητηθεί η εγκυρότητά της.

 

Η κρίση του άντρα αντανακλάται, συνεπώς, στο παγκοσμιοποιημένο χάος και στις ατομικές φωνές που ανασύρονται από το πουθενά, στην αφηγηματική μάζα που μοιάζει να συσσωρεύεται στην υφήλιο: οι άνθρωποι μιλούν καθημερινά και συνέχεια, μιλούν και τα λόγια τους συγκεντρώνονται κάπου, σε ένα παγκόσμιο αφηγηματικό ασυνείδητο. Τα λόγια αυτά πρέπει να ακουστούν. Η πράξη της αφήγησης τα διασώζει ανασύροντάς τα από την αφάνεια, με την ίδιο τρόπο που εμφανίζει κανείς μια φωτογραφία στον σκοτεινό θάλαμο. Δεν είναι τυχαίο ότι η γάτα της αναλύτριας ονομάζεται Μέλανι, που, φυσικά, κατά έναν μόνο τόνο διαφέρει από τη λέξη μελάνι.

 

ΜΟΤΙΒΑ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΕΡΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥΣ

Το Από το πουθενά συμπυκνώνει στο σώμα του μοτίβα που ο Φάις επεξεργάστηκε εμμανώς στο σύνολο της πεζογραφικής του παραγωγής: την αυτοβιογραφία ως είδος υπό αέναη κατασκευή (βλ. Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, 1994), την επίμονη παράθεση σπαραγμάτων αλλότριου λόγου, όπως στο λεύκωμα Η πόλη στα γόνατα (2002) και, τέλος, την ερωτογραφία της μνήμης στα Κτερίσματα (2012). Ειδικά στο τελευταίο, ο ήρωας διεισδύει στο παρελθόν του προκειμένου να ανιχνεύσει τραύματα που σχετίζονται με την προβληματική σχέση των γονιών του, γεγονός που λανθάνει στο Από το πουθενά στη σχέση του άντρα με την αναλύτριά του.

Ωστόσο, στην κριτική αποτίμηση του μυθιστορήματος βαραίνουν περισσότερο μια σειρά υπερβάσεις. Η διαλογική του συγκρότηση του προσδίδει ένα είδος δραματικής οικονομίας, που αφομοιώνει δημιουργικά την θεατρική παραγωγή του Φάις. Στο πρόσφατο, Το παγκάκι του κανένα (2014), η ανοικειωτική χρήση του λόγου φέρνει τους δύο άντρες που εμφανίζονται επί σκηνής σε υπαρξιακές αντιπαραθέσεις. Παρατηρούν ο ένας τον άλλο ανηλεώς, αμφισβητούν την εγκυρότητα του γλωσσικού κώδικα και, τελικά, της δικής τους αυθυπαρξίας. Αυτό σε ένα βαθμό συμβαίνει και στο Από το πουθενά. Όμως, μεταφερμένη στο μυθιστορηματικό είδος, η δραματική οικονομία το παρασύρει έξω από τα όρια της κειμενικότητας. Η επικοινωνιακή πράξη του δίπολου γραφή-ανάγνωση μετουσιώνεται σε ομιλία-ακοή. Τα πρόσωπα μιλούν για να τα ακούσουμε. Καλούμαστε να διαβάσουμε δυνατά τις αφηγήσεις τους. Ταυτόχρονη είναι και η οπτική έμφαση: «Άμα δεις κάποιον να έρχεται από τον τεφρό ουρανό, την τεφρή θάλασσα, την τεφρή γη, εγώ είμαι, εγώ είμαι αυτός με την τεφρή καρδιά και το τεφρό χαμόγελο» (σ. 191). Ο χώρος της ανάγνωσης μετατρέπεται σε μια κυρίως αισθητηριακή εμπειρία. Κορυφώνεται έτσι, με αυτό το υβριδικό βιβλίο, η πειραματική διάθεση του συγγραφέα με το μυθιστορηματικό είδος.

Οξύνοντας την αισθητηριακή διάσταση της αφήγησης ο Φάις προτείνει ένα μετανεωτερικό μυθιστόρημα που πλησιάζει στη λογική του installation: η ανάγνωση είναι μια περιδιάβαση σε έναν χώρο όπου ο επισκέπτης/αναγνώστης βάλλεται από εμπειρίες. Ακούμε και βλέπουμε τις ιστορίες των ανθρώπων πλαισιωμένες, θα έλεγε κανείς, σε μια οθόνη βίντεο. Ο Φάις παίζει διαρκώς με τις κλίμακες: η κάμερα στέκεται περισσότερο στα πλάνα της ανάλυσης, στη συνέχεια εξακοντίζεται στο διάστημα για να κάνει κατόπιν ζουμ σε ένα σημείο της υφηλίου. Η πολυμεσική σκευή του μυθιστορήματος το φέρνει στην αιχμή της τεχνολογικής μετανεωτερικότητας: όπως περίπου μπορεί κανείς μεγεθύνει τόσο το χάρτη της google ώστε να δει το περίγραμμα ενός σπιτιού και τα δέντρα ενός κήπου, έτσι η αφηγηματική εστίαση, σε μια ηθελημένα παραμορφωτική διόγκωση του παντογνώστη αφηγητή, ζουμάρει πάνω σε μια φωνή, έναν άνθρωπο, ένα σημείο του παγκοσμιοποιημένου χώρου.

Αν η εστίαση στην ιδιωτικότητα του άλλου φέρει συνήθως το στίγμα της πανοπτικής παρακολούθησης, εδώ παρ’ όλα αυτά πρόκειται για μια βαθύτατα ανθρώπινη συμμετοχή στην αγωνία του. Η συμμετοχή, μοιάζει να λέει ο Φάις, είναι πολιτική στάση. Το τέλος αφήνει να μπει μια αχτίδα φωτός στον σκοτεινό θάλαμο του παγκοσμιοποιημένου ασυνείδητου. Η καταληκτική συνεδρία επιφυλάσσει στον αναγνώστη μια ανατροπή. Η επαναμβανόμενη φόρμα σπάζει, για να αναδυθεί, μετά το ζόφο της ατελούς σήμανσης της γλώσσας, η παιγνιώδης διάσταση των πραγμάτων. Ο άντρας και η γυναίκα ψάχνουν ένα μαγαζί παιχνιδιών. Ένας μπάρμαν βγάζει ένα περίστροφο, που όμως είναι σοκολατένιο και τρώγεται. Οι παιγνιώδεις παραλλαγές σήμανσης της γλώσσας, το όπλο που δεν σκοτώνει, η αναζήτηση όχι ως αδιέξοδο αλλά ως παίγνιο, αναδιαρθρώνουν τον κόσμο, δίνουν νέες δυνατότητες επικοινωνίας, αποκαθιστούν την επαφή. Το παιχνίδι προσφέρεται ως απάντηση στην κρίση της μετανεωτερικότητας.

 

 

Ελένη Παπαργυρίου

Διδάκτωρ νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Η διατριβή της εκδόθηκε ως μονογραφία με τον τίτλο Reading Games in the Greek Novel (2011). Από το 2009 διδάσκει στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Kings College London.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά