Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Το παιδί με τον Ναζί πατέρα

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία Τεύχος 61
«Επιστροφή στην κανονικότητα». Μια από τις αφίσες του γαλλικού Μάη του 1968, την επιδραστικότητα του οποίου αμφισβητεί σοβαρά σήμερα ο Πασκάλ Μπρυκνέρ. «Επιστροφή στην κανονικότητα». Μια από τις αφίσες του γαλλικού Μάη του 1968, την επιδραστικότητα του οποίου αμφισβητεί σοβαρά σήμερα ο Πασκάλ Μπρυκνέρ. Αρχείο The Books' Journal

PascalBruckner, Ένας καλός γιος, μετάφραση από τα γαλλικά: Γιάννης Στρίγκος, Πατάκη, Αθήνα 2015, 244 σελ.

 

Σε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, ο γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος Πασκάλ Μπρυκνέρ περιγράφει τον αντισημίτη πατέρα του και τον τρόπο με τον οποίο η σχέση τους επηρέασε το έργο και τη ζωή του. Η οικογενειακή εμπειρία του αναδεικνύει την ανάγκη κάθε παιδιού να προσδιοριστεί μέσα από τους γονείς του και την κρυφή δύναμη κάθε είδους εξτρεμισμού, που απειλεί να καταστρέψει την Ευρώπη όπως την ξέρουμε. Ένα έργο ανθρώπινο, συγκινητικό και, τελικά, βαθιά αισιόδοξο, γίνεται η αφορμή να (ξανα)συστηθούμε με τον Μπρυκνέρ χαμογελώντας – οι γυναίκες ένα τσακ πιο μαζεμένα.  

Ο μικρός Πασκάλ γεννήθηκε το 1948. Στα πρώτα χρόνια της ζωής του προσευχόταν συχνά στο Θεό των χριστιανών, τηρώντας πιστά τις παραδόσεις της οικογένειάς του. Τι ζητούσε; Να δει τον πατέρα του νεκρό. Όχι και τόσο περίεργη ευχή, αν σκεφτεί κανείς πως ο πατέρας του ήταν ένας φιλοναζί  φαφλατάς που περνούσε τον καιρό του απατώντας τη γυναίκα του και ξυλοφορτώνοντας τόσο εκείνη όσο και το παιδί του, για να βγάλει το άχτι του κάθε φορά που κάτι δεν του πήγαινε καλά.

 

ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες συμμάχησα με τον Μπρυκνέρ. Ο πατέρας του ήταν τόσο άθλιος που ίσως έπρεπε να είχε πεθάνει νέος. Όμως, η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτόν τον αηδιαστικό τυπάκο χρωστάμε τον σημερινό Πασκάλ Μπρυκνέρ, αυτόν που έγραψε τα Μαύρα φεγγάρια του έρωτα, τον εκπρόσωπο του Νέου Μυθιστορήματος, τον διανοούμενο συγγραφέα που οι θέσεις του γίνονται συχνά ο λόγος να συμπεριλαμβάνεται σε λίστες με εβραίους λογοτέχνες, χωρίς ο ίδιος να είναι εβραίος. Τι θα ήταν ο Μπρυκνέρ χωρίς τον πατέρα του; Δεν του τον χρωστάμε μόνο επειδή τον γέννησε, αλλά κυρίως επειδή με την στάση του δημιούργησε έναν άνθρωπο εκ διαμέτρου αντίθετο από τον ίδιο.

Ο Μπρυκνέρ περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια την πορεία της ζωής του: την παιδική ανάγκη της επιβεβαίωσης που εξαφανίστηκε εξ αιτίας των συνεχών ξυλοδαρμών, την επανάσταση της εφηβείας, τη μάχη για ανεξαρτησία,  τις διαρκείς προτροπές στην μάνα του να φύγει από το σπίτι. Τα εξηγεί τόσο ώστε η μετέπειτα εξέλιξή του να φαντάζει απολύτως φυσιολογική, μια πραγματική ανάγκη να ξεφύγει από την ιδεολογική παράδοση και το χαρακτήρα του πατέρα του. Το πραγματικά ενδιαφέρον, βέβαια, σ’ αυτό το βιβλίο, είναι πως η αντιδραστική συμπεριφορά του αφηγητή, παρ’ ότι κατανοητή, δεν θεωρείται δεδομένη. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Μπρυκνέρ διαπιστώνει με φρίκη πόσο πολύ μοιάζει στον άνθρωπο που τον μεγάλωσε:

 

Χωρίς να το θέλω, επαναλαμβάνω στις διάφορες γυναίκες με τις οποίες μοιράζομαι την ζωή μου τις ίδιες φράσεις που ο πατέρας μου έλεγε στην μητέρα μου. Όταν αφηνιάζω κατ’ αυτόν τον τρόπο, τρέχω μπροστά στον καθρέφτη και τότε νομίζω πως βλέπω, πίσω από τα αλλοιωμένα μου χαρακτηριστικά, το πρόσωπό του εντυπωμένο πάνω στο δικό μου να μου δίνει διαταγές. [...] Μια μέρα, εντελώς ξεκάθαρα, μου είχε πει ξαφνικά: «Μπορείς να με μισείς όσο θέλεις, η εκδίκησή μου είναι πως μου μοιάζεις». (σ. 165)  

 

Ακόμα κι όταν δεν το λέει, είναι εμφανές. Περιγράφει, ίσως με κάποια περηφάνια παραπάνω, τις αναλλοίωτες στο χρόνο ιδεολογικές απόψεις του, κρίνει σκληρά τους μέντορες και τους φιλοσόφους, όπως ο Σαρτρ, που δεν στάθηκαν αντάξιοι του βάθρου που τους έστησε και, ακόμα κι όταν αναγνωρίζει τη σκληρότητα των νεανικών του χρόνων, κρατάει για τον ίδιο την απόλυτη αλήθεια, λες και το δίκιο είναι πάντα και μόνο με το μέρος του. Η αδιαλλαξία του, αν και δεν την παραδέχεται, θυμίζει έντονα την άρνηση του πατέρα να διαβάσει τα βιβλία ιστορίας που του αγοράζει, μπας και «ανοίξουν τα μάτια του». Ακόμα και το πάθος τους για τις γυναίκες, αν και θεωρητικά τοποθετημένο σε διαφορετικό πλαίσιο, μοιάζει παρόμοιο. «Αυτός ο ηλικιωμένος άντρας που κλαίει στην αγκαλιά της νόμιμης συζύγου του επειδή τον παράτησε η ερωμένη του πάντα με συγκινούσε» (σ. 187).

 

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΚΡΩΝ

Ο Μπρυκνέρ δημιουργεί, πιστεύω ηθελημένα, παράλληλους δρόμους ανάμεσα στον αφηγητή και στον πατέρα του. Κι αυτό γιατί, εκτός από την δική του προσωπική ιστορία, διηγείται και τη γοητεία του εξτρεμισμού. Σε ατομικό επίπεδο, ο εξτρεμισμός σού επιτρέπει να ασκείς εξουσία πάνω σε κάποιον άλλο, σε βαθμό εθιστικό. Ο αφηγητής φαίνεται να παλεύει όλη του ζωή με κομμάτια του εαυτού του που κλίνουν προς ακραίες συμπεριφορές, επιλέγοντας συνειδητά να αντιδράσει στον τρόπο που μεγάλωσε. Κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να αποδράσει από τις επιρροές της οικογένειάς του και, σε μεγάλο βαθμό, το καταφέρνει. Παράλληλα, ο Μπρυκνέρ περιγράφει τον δυτικό κόσμο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως ένα κόσμο που πρέπει όχι μόνο να ανασυνταχτεί, αλλά να οικοδομηθεί από την αρχή. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, κάτι τέτοιο φαινόταν εφικτό:

            

Ο Μάης του ’68 έμελλε να ταρακουνήσει την μεταπολεμική Γαλλία, να σαρώσει ταμπού ήδη ετοιμόρροπα, τα οποία περίμεναν μονάχα μια ριπή του ανέμου για να καταρρεύσουν. Οι baby-boomers υπήρξαν οι κατεξοχήν προνομιούχοι του 20ού αιώνα. Εμείς ζήσαμε τα «τριάντα ένδοξα χρόνια», την ανήκουστη αφθονία, τη ξέφρενη ερωτική ελευθερία, στην οποία καμία μοιραία ασθένεια δεν ερχόταν να σταθεί εμπόδιο. Όσο και να εξυμνήσει κανείς την ομορφιά των λυρικών αυτών χρόνων, των ολοκληρωτικά αφιερωμένων στην γιορτή του πόθου και της νιότης, [...] θα είναι λίγο. (σ. 108)

 

Πολύ γρήγορα, όμως, το κίνημα του Μάη, η Αριστερά, η νεολαία, προτίμησε να αντικαταστήσει τα παλιά προσκωλύματα με καινούργια, θεώρησε καλύτερο να φτύσει τους αντιπάλους της παρά να τους ακούσει. Μεταχειρίστηκε παλιές τακτικές με σκοπό να φέρει φρέσκα αποτελέσματα και, προφανώς, απέτυχε. Έτσι οι δικοί μας καιροί σήμερα θυμίζουν περισσότερο τα χρόνια που προηγήθηκαν την παγκόσμια τραγωδία και όχι αυτά που την ακολούθησαν. Η Ευρώπη δεν γιατρεύτηκε ποτέ από τα τραύματά της. Η απόλυτη ελευθερία των baby-boomers έμεινε στα σπάργανα, η εποχή της απελευθέρωσης τελείωσε και η Δύση ψάχνει ξανά να βρει την ταυτότητα και τον βηματισμό της. Είτε λοιπόν συμφωνεί κανείς με τη θεωρία του Μπρυκνέρ για τις ενοχές του ανεπτυγμένου κόσμου που δεν τον αφήνουν να προχωρήσει μπροστά είτε διαφωνεί, ένα είναι βέβαιο· υποκύπτουμε με ευκολία στη βία των άκρων και στο φόβο του διαφορετικού.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ

Θα μπορούσαμε να πούμε πως το μόνο πραγματικά ενοχλητικό στο βιβλίο του Μπρυκνέρ –ειδικά για μια γυναίκα αναγνώστρια– δεν είναι ούτε το φουσκωμένο εγώ του αφηγητή ούτε ο διδακτισμός στον οποίο καμιά φορά υποκύπτει. Είναι η αποτύπωση των διάφορων γυναικών, οι οποίες χρησιμεύουν αποκλειστικά ως ερωτικά αντικείμενα και εργαλεία αναπαραγωγής. Αξίζουν μονάχα αν διαθέτουν ροζ κυλοτάκια που εξάπτουν τη φαντασία ή διάσημους προγόνους εβραϊκής καταγωγής, των οποίων η αναφορά εκνευρίζει τον πατέρα, όπως συνέβη στην περίπτωση της Καρολίν Τόμσον. Η μητέρα, δε, περιγράφεται τόσο θυματοποιημένη που καταλήγει συνυπεύθυνη της βίας που της ασκείται. Με άλλα λόγια, το «Ανδρικό Βλέμμα» συνεχίζει να επιβάλλεται και στη λογοτεχνία – δεν το λες και επιτυχία, ειδικά όταν πρόκειται για το βιβλίο ενός ανθρώπου που χωρίς αμφιβολία σέβεται τις γυναίκες.

Από την άλλη, το πιο γοητευτικό σημείο του βιβλίου του Μπρυκνέρ, Ένας καλός γιος, είναι η συμφιλίωση των δύο αντρών. Μετά το θάνατο της μητέρας του, ο αφηγητής περίμενε ότι και ο πατέρας του θα πέθαινε σύντομα. Όμως εκείνος παραμείνε ακμαίος για άλλα 13 χρόνια, εξελίχθηκε σε έναν στοργικό παππού για τα εγγόνια του (παρ’ ότι το ένα του βγήκε εβραιόπουλο). Ποτέ δεν άλλαξε τις αντισημιτικές απόψεις του, αν και περνούσε περιόδους ύφεσης κατά τις οποίες αποφάσιζε να διαβάζει εβραίους λογοτέχνες. Σε αυτό το κομμάτι του βιβλίου, ο βάρβαρος πατέρας μετατρέπεται σε ένα ιδιότροπο γεροντάκι που πλησιάζει στο τέλος της ζωής του. Είναι δύσκολο να του κρατήσεις κακία, πόσο μάλλον να εύχεσαι τον θάνατό του.

Ο Μπρυκνέρ, λοιπόν, σχεδόν κάτω από τη μύτη του αναγνώστη, την ώρα που εκείνος αμέριμνος ασχολιόταν με τις Ευρώπες και τους Μάηδες, έκανε το χαρακτήρα του βίαιου πατέρα, ο οποίος στα νιάτα του πήγε να δουλέψει στη Siemens για να υπηρετήσει το Τρίτο Ράιχ, σχεδόν συμπαθητικό. Κι αν αυτό δεν είναι εξιλέωση για τον ίδιο τον πατέρα, είναι σίγουρα για τον αφηγητή, που σαν καλός γιος παίρνει πίσω τις αρχικές του προσευχές και του χαρίζει, με βαριά καρδιά και χωρίς ίσως να το αξίζει, μια μεταθανάτια συγχώρεση που δίνει έναν εντελώς διαφορετικό, ανθρώπινο τόνο σε ολόκληρο το βιβλίο.

 

Αποφάσισα εντούτοις να παραστήσω τον καλό γιο. Αν τον εγκατέλειπα, δεν θα μπορούσα να αντικρίσω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Η ενοχή ερχόταν να αναβιώσει ένα στοργικό συναίσθημα που ένιωθα κατά καιρούς. [...] Μισούσα τον πατέρα μου, σίγουρα, αλλά όχι κάθε μέρα. (σ. 202)

 

«Τον είχα συγχωρήσει από κούραση», διατείνεται ο αφηγητής. Σε όλο το βιβλίο προσπαθεί να πείσει ότι προσποιείται τον καλό γιο, ότι θα παρατούσε τον πατέρα του αν είχε τη δύναμη να το κάνει. Σχεδόν το καταφέρνει. Δεν είναι όμως αλήθεια. Η πραγματική αγάπη προς το γονιό του, αυτή που τόσο πασχίζει να κρύψει μέσα στις 244 σελίδες, είναι ολοφάνερη στον επίλογο. Η αμφιβολία, το τσαχπίνικο κλείσιμο του ματιού προβάλλει μια διαφορετική οπτική στην ιστορία, γεμίζοντάς την αισιοδοξία. Δεν θα την αποκαλύψω, γιατί είναι κρίμα να χαλάς τις τελεταίες δύο σελίδες ενός βιβλίου με spoiler.

Αυτό που μπορώ σίγουρα να πω είναι πως τα αυτοβιογραφικά στοιχεία στη λογοτεχνία δεν είναι κατ’ ανάγκη πραγματικά. Είναι πολλές οι φορές που παρουσιάζουν την αλήθεια εκείνη που θέλει να κοινωνήσει ο συγγραφέας για τη ζωή του. Επομένως, εκτός από τον ίδιο τον Μπρυκνέρ, κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν ο επίλογος του βιβλίου του αφηγείται ένα πραγματικό περιστατικό, με ενδεχόμενες προεκτάσεις. Όμως η στρατηγική επιλογή του συγγραφέα να τον δημιουργήσει, όχι μόνο λέει πολλά για τη συγγραφική του δεινότητα, αλλά επιβεβαιώνει τη βαθιά πίστη του στην ανθρώπινη φύση.

Αν το θέλουμε πολύ, θα επιβιώσουμε, λοιπόν. Μας το λέει ένας Παριζιάνος.

 

Μυρτώ Λιαλιούτη

Δημοσιογράφος.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά