Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Το κτήνος

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Λογοτεχνία Κριτική Τεύχος 61
Ο Μισέλ Ουελμπέκ σε βιντεοκλίπ του Ζαν-Λουί Ομπέρ. Ο Μισέλ Ουελμπέκ σε βιντεοκλίπ του Ζαν-Λουί Ομπέρ. YouTube

 Michel Houellebecq, Υποταγή. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα γαλλικά: Λίνα Σιπητάνου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 308 σελ.

Δεν είναι μόνο η αποκρουστική του όψη που καλλιεργεί ο ίδιος ad nauseam. Ούτε οι προκλητικές του δηλώσεις για όσα και όσους καλό είναι να μην προκαλεί κανείς στις μέρες μας (τις γυναίκες, το Ισλάμ, τον Διαφωτισμό, τη Γαλλία, τους διανοούμενους, τους αριστερούς, τους κριτικούς...). Είναι ότι στη καρδιά της γραφής του Μισέλ Ουελμπέκ βρίσκεται η πιο ωμή και βάναυση αναζήτηση για έναν νέο ορισμό της ύπαρξης.

Τα «ιερά τέρατα» της τέχνης είναι εξαιρετικά όταν είναι νεκρά: οι παραξενιές και αμαρτίες τους γίνονται θαυμάσιες ιστορίες για να λέμε μεταξύ μας, φτιάχνοντας θρύλους για το πώς βλαστημούσαν, πώς έπιναν, πώς κακομεταχειρίζονταν τις γυναίκες τους και λοιπά. Όταν όμως είναι ζωντανά και ενεργά και μη ελεγχόμενα, τα ιερά τέρατα συνήθως ενοχλούν.

Ο Ουελμπέκ ενοχλεί. Κατ’ αρχήν τους συμπατριώτες του – φυσικό, αφού τα εξ οικείων βέλη τσούζουν πιο πολύ το οικείο. Είναι ο φοροφυγάς, αυτός που δεν ψηφίζει, αυτός που πήγε να ζήσει στην Ιρλανδία, αυτός που σαρκάζει ό,τι αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της χώρας του. (Επιπλέον, τώρα που η francophonie δεν πάει και τόσο καλά, είναι από τους λίγους Γάλλους που μεταφράζονται και είναι τόσο ευρέως γνωστοί στον αγγλοσαξονικό κόσμο – ακόμα και ο νομπελίστας Μοντιανό παραμένει σχετικά άγνωστος). 

Ενοχλεί τους ισλαμιστές, ως ισλαμοφοβικός: περιττό να επαναλάβουμε ότι από πολλούς χρεώθηκε τη σφαγή στο περιοδικό Charlie Hebdo που τον είχε στο εξώφυλλό του να σατιρίζει το Ισλάμ, τη σφαγή που είχε συμπέσει με την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου Υποταγή· και ότιαμέσως μετά ακύρωσε όλες τις προγραμματισμένες εμφανίσεις του και εξαφανίστηκε για λίγο καιρό. Ενοχλεί τις γυναίκες που στα βιβλία του επανέρχονται εμμονικά, ωμά, μονοσήμαντα, ως αντικείμενα ενός πόθου κουρασμένου και στεγνού, ως δοχεία μιας επίπεδης ηδονής· γι’ αυτό και γυναίκα έγραψε το βιτριολικό βιβλίο όπου διακηρύσσεται ότι ο Ουελμπέκ θα ’πρεπε να δηλώνει κάθε μέρα «είμαι ένας ψεύτης, ένας απατεώνας, ένα παράσιτο, το μόνο που έχω κάνει στη ζωή μου είναι να βλάπτω τους γύρω μου. Και ζητώ συγγνώμη». Η γυναίκα αυτή είναι η μητέρα του, και ίσως δεν εκπλήσσει το ότι ο γιος της δεν συμμορφώθηκε στις υποδείξεις της.

 

Ισλαμοφοβικός; Γαλλοφοβικός!

Ο Ουελμπέκ δεν ζητά συγγνώμη από κανέναν, και δεν βλάπτει κανέναν. Αν και υπάρχουν ηχηρές αντίθετες γνώμες: Πέντε μέρες πριν κυκλοφορήσει η Υποταγή, για παράδειγμα,ο συνήθως μετρημένος στα λόγια του διευθυντής της Liberation Λωράν Ζοφρέν δήλωνε ότι ο συγγραφέας της «ζέσταινε τη θέση της Μαρίν Λεπέν στο Café de Flore». Και μετά τη φονική επίθεση στο Charlie Hebdo, ο Πρωθυπουργός της Γαλλίας Μανουέλ Βαλς (που μπορούμε να θεωρήσουμε ως βέβαιο πως δεν είχε προλάβει να διαβάσει το βιβλίο) αισθάνθηκε την υποχρέωση να δηλώσει ότι «η Γαλλία δεν είναι ο Ουελμπέκ. Δεν είναι η χώρα της μη ανοχής, του μίσους και του φόβου».

Είναι η Υποταγή ένα βιβλίο μη ανοχής, μίσους και φόβου; Φυσικά και όχι. Αυτή η «πολιτική μυθοπλασία»[1] είναι η ιστορία ενός ανθρώπου και μιας χώρας που από κούραση και απογοήτευση στρέφονται προς μιαν άλλη ελπίδα – σχηματικά, προς τη Μέκκα. Η ελπίδα αυτή, το υποσχόμενο καινούργιο, είναι το Μουσουλμανικό Κόμμα που εκλέγεται δημοκρατικότατα. Οι αξίες που πρεσβεύει δεν είναι βέβαια καθόλου καινούργιες, για την ακρίβεια είναι μεσαιωνικές, και δεν διαφέρουν και τόσο από εκείνες που αιώνες τώρα προπαγανδίζει η χριστιανική Δύση: ενδυνάμωση του οικογενειακού ιστού (με τη γυναίκα να παίρνει πάλι την ηγεμονική της θέση στην εστία), ηθική εκπαίδευση, αίσθηση του κοινωνικού ανήκειν και, κυρίως, δέσμευση και αποφασιστικότητα για την επιβίωση ενός τρόπου ζωής. Ο Ουελμπέκ παρατηρεί τις νέες αυτές αξίες με το τραυματισμένο του βλέμμα και τις σχολιάζει ψυχρά, χωρίς να πάρει θέση. Μα τι θέση να πάρει; Όπως παρατηρεί ο Adam Gopnik,[2]«η κατηγορία ότι είναι ισλαμοφοβικός μοιάζει άστοχη. Δεν είναι ισλαμοφοβικός, είναι γαλλοφοβικός».

Στην Υποταγή, το Ισλάμ δεν είναι ούτε βδελυγμία ούτε διέξοδος. Εξυπηρετεί απλώς, σαν μηχανισμός για την επισημοποίηση της ήττας ενός κόσμου. Έπειτα από κάτι τέτοιο, ακολουθεί, όπως είναι φυσικό, η αναζήτηση για έναν άλλο τρόπο ύπαρξης, υποφερτό, ίσως και ευχάριστο, ρίχνοντας παράλληλα κλεφτές ματιές προς τα πίσω, προς την ελπίδα που χάθηκε ή ίσως παράπεσε. Ο αφηγητής-ήρωας του βιβλίου αυτό κάνει, ακολουθώντας προς τα πίσω τη χιλιοπατημένη διαδρομή της ίδιας του της χώρας που στα μάτια του έχει χάσει την ταυτότητά της – και όχι, όπως σημειώνει ο Mark Lilla στο New York Review of Books, εξ αιτίας των μεταναστεύσεων ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της παγκοσμιοποίησης, αλλά εξ αιτίας ενός στοιχήματος που έβαλε η Ευρώπη πριν από δυο αιώνες: ότι όσο πιο πολύ θα εξαπλωνόταν η ανθρώπινη ελευθερία (ελευθερία αποδέσμευσης από την παράδοση και την εξουσία, ελευθερία να μπορεί να ακολουθεί ο καθένας τους δικούς του στόχους) τόσο πιο ευτυχισμένοι θα ήσαν οι λαοί της.

Για τον Ουελμπέκ, το στοίχημα αυτό χάθηκε.[3] Αλλά δεν κατηγορεί κανέναν γι’ αυτό: ίσα ίσα, εύχεται στη χώρα του να βρει έναν τρόπο να επιβιώσει.

 

                Δεν νομίζω ότι παρατηρούμε μια γαλλική αυτοκτονία, το αντίθετο. Η Ευρώπη ναι, αυτοκτονεί, αλλά στο κέντρο της η Γαλλία, η μόνη χώρα της οποίας τα δημογραφικά στοιχεία το επιτρέπουν, παλεύει απεγνωσμένα να επιβιώσει. Η αυτοκτονία είναι θέμα δημογραφικό. Κι επιπλέον, το να αλλαξοπιστούν οι άνθρωποι είναι σημάδι ελπίδας, όχι απειλής.[4]

 

Ο ήρωας της Υποταγής, η σκιά που κινείται κάτω από τα θεόρατα τείχη κυνισμού που μόνον ένας πραγματικά ρομαντικός μπορεί να υψώσει, καταλήγει στη μεσαιωνική πόλη Μαρτέλ, βαπτισμένη από το όνομα του θριαμβευτή της νίκης του Πουατιέ. Τίποτε, φυσικά, δεν είναι τυχαίο, αλλά ο Ουελμπέκ δεν πέφτει στους εύκολους συμβολισμούς γιατί δεν τον ενδιαφέρουν – γιατί γι’ αυτόν δεν υπάρχουν συμβολισμοί, υπάρχει μόνο μια ήρεμη απογοήτευση: καθώς ο ήρωας κοιτά το άγαλμα της Παρθένου μετά Τέκνου, αισθάνεται μιαν απρόσμενη ανατριχίλα «καθολικισμού»:

 

Κατά τη γνώμη μου, η σκηνή-κλειδί του βιβλίου είναι εκεί όπου ο αφηγητής κοιτάζει μια τελευταία φορά τη «Μαύρη Μαντόνα», αισθάνεται μια πνευματική δύναμη, σαν κύματα, και μετά απότομα εκείνη σβήνει και χάνεται στο παρελθόν κι εκείνος επιστρέφει στο πάρκινγκ, μόνος του και, βασικά, απελπισμένος.

 

Μόνο του και βασικά απελπισμένο είναι το Κτήνος της γαλλικής λογοτεχνίας. «Η απελπισία», εξηγεί, «έρχεται αποχαιρετώντας έναν πολιτισμό, όσο αρχαίος κι αν είναι».

Δεν τον στηρίζει ούτε καν η αρχική του, ανακουφιστική αθεΐα:

 

Ο αθεϊσμός μου δεν επέζησε όλων των θανάτων που αναγκάστηκα να αντιμετωπίσω. Για την ακρίβεια, τελικά μού έγινε μη-βιώσιμος.[5]

 

Ο Ουελμπέκ κουβαλάει πάνω του όλο τον «λογοτεχνικό πεσιμισμό» της Ευρώπης, παλιό σαν την ήπειρο,[6] κι επομένως δεν επιδιώκει ούτε δράματα ούτε συγκρούσεις ούτε δικαίωση. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για όλα αυτά («όλα τα ζώα και η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων ζουν χωρίς να αισθανθούν ποτέ την παραμικρή ανάγκη για δικαίωση»[7]). Και γνωρίζοντας όλες τις αποχρώσεις της απογοήτευσης, έχει κατανόηση:

 

Είναι πιθανόν αδύνατον, για όσους έχουν ζήσει και ευημερεύσει σε ένα δεδομένο κοινωνικό σύστημα, να διανοηθούν την άποψη εκείνων που, μη έχοντας ποτέ τίποτε να περιμένουν απ’ αυτό το σύστημα, οραματίζονται την καταστροφή του χωρίς ιδιαίτερο φόβο.

 

Φυσικά, σαν Κτήνος, η γραφή του δαγκώνει: Δαγκώνει τις «πολιτισμένες» ανθρώπινες επαφές κι επιμένει στην ωμότητα του σεξ που είναι ο βασικότερος τρόπος επαφής με την πραγματικότητα («...ήταν η γλώσσα του σώματος, βρισκόμασταν επιτέλους στη ζώνη του πραγματικού»), ακόμα και όταν η πραγματικότητα είναι απολύτως αβάσταχτη («ήθελα λίγο να γαμήσω, αλλά συγχρόνως ήθελα λίγο και να πεθάνω»). Δαγκώνει τη θεμελιακή υποκρισία των διανοούμενων, που όχι μόνο συμβιβάζονται πρόθυμα αλλά και επιστρατεύουν όλο το διανοητικό τους οπλοστάσιο για να δικαιωθούν, τους πολιτικούς που δεν παύουν να μας εκπλήσσουν με το πόσο προβλέψιμοι είναι και τις ίδιες τις αξίες του περίφημου ευρωπαϊκού διαφωτισμού που δεν ήταν, τελικά, αρκετά ισχυρές για ν’ αντέξουν. Δαγκώνει δηλαδή τις ίδιες του τις σάρκες. Και μετά, τελικά, υποτάσσεται, όπως η ερωτευμένη γυναίκα στην Ιστορία της Ο., όπως το Ισλάμ στο Θεό, όπως ο άπιστος σ’ αυτά μόνο που βλέπει, ξέρει και μπορεί. Αυτό που μπορεί, και πολύ καλά, είναι να γράφει.

Και ευτυχώς για μας. Γιατί ο Ουελμπέκ είναι λογοτέχνης που γνωρίζει, όπως λέει, ότι μόνο η λογοτεχνία μπορεί να μας φέρει σε επαφή με ένα άλλο πνεύμα, νεκρό ή ζωντανό. Και είναι ένας σατιρικός συγγραφέας. «Του αρέσει να παίρνει ό,τι συμβαίνει τώρα και να φαντάζεται τι θα συνέβαινε αν συνεχιζόταν στο διηνεκές. Αυτό κάνουν οι σατιρικοί συγγραφείς», σχολιάζει ο Adam Gopnik.[8]«Αλλά δεν είναι μόνο ένας σατιρικός, είναι ένας ειλικρινής σατιρικός, ειλικρινά θλιμμένος με τους παραλογισμούς της ιστορίας και τις τρέλες της ανθρωπότητας. Η αφροσύνη μας δεν “τον ευφραίνει ώστε να την απεικονίζει”, όπως λένε οι κριτικοί· ειλικρινά, τον καταρρακώνει».

«Πάντα υπήρχε σ’ εσένα ένα είδος ανώμαλης τιμιότητας, μια ανικανότητα για τους συμβιβασμούς εκείνους που επιτρέπουν στους ανθρώπους, στην τελική, να ζήσουν», παρατηρεί στον εαυτό του μέσω της Μύριαμ της Υποταγής, και εύκολα φαντάζεται κανείς το θλιμμένο ξεδοντιασμένο του χαμόγελο καθώς το λέει.  

 

Το χιούμορ του

Επειδή το χιούμορ είναι το πιο υποκειμενικό πράγμα του κόσμου (του δυτικού μας κόσμου, για να συνεννοούμαστε), το αφήνω τελευταίο. Για όσους όμως βρίσκουν τον Ουελμπέκ διασκεδαστικό είναι ίσως το πρώτο. Το ότι είναι δεμένο χειροπόδαρα, ασφυκτικά, με την παραίτηση, το τοποθετεί στη Μεγάλη Παράδοση της Ειρωνείας (της δυτικής ειρωνείας, για να συνεννοούμαστε) που παρακολουθεί με το βλέμμα την προοπτική της ύπαρξής μας. Ο ορίζοντας είναι ευρύς και κάπου εκεί όπου αρχίζει η υπόσχεση μιας ευκαιρίας για δεύτερη ζωή, χάνεται:

 

Η ασάφεια κορυφώνεται στη τελευταία φράση – «δεν είχα χάσει τίποτε». Πραγματικά, θα μπορούσε κάποιος να αισθανθεί ακριβώς το αντίθετο. Ο ήρωας έχει χάσει δυο πράγματα, την Μύριαμ και τη Μαύρη Μαντόνα. Αλλά δεν του λείπουν. Αυτό που κάνει το βιβλίο λυπητερό είναι κάτι σαν μια ατμόσφαιρα παραίτησης.[9]

 

Κρυμμένο βαθιά στη σπηλιά του, το Κτήνος γρυλλίζει γλείφοντας τις πληγές του.

 

 


[1]Συνέντευξη The Paris Review,2 Ιανουαρίου 2015

[2]Περιοδικό The New Yorker, 26 Ιανουαρίου 2015.

[3] New York Review of Books, 2 Απριλίου 2015

[4]The Paris Review, όπ. π.

[5]The Paris Review, όπ. π.

[6]Mark Lilla, New York Review of Books, όπ. π.

[7]Υποταγή, εκδ. Flammarion, 2015.

[8]The New Yorker, όπ. π.

[9]The Paris Review, όπ. π.

Καρολίνα Μέρμηγκα

Συγγραφέας. Βιβλία της: Ερωτευμένες (2005), Σήμερα δεν θα πεθάνω (2010), Συγγενής (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά