Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Μισέλ Ουελμπέκ: ο άνθρωπος που προκαλεί το Ισλάμ

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία Τεύχος 61
 O Μισέλ Ουελμπέκ από τον Αλέκο Παπαδάτο. O Μισέλ Ουελμπέκ από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αλέκος Παπαδάτος

Michel Houellebecq, Υποταγή. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα γαλλικά: Λίνα Σιπητάνου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 308 σελ.

Michel Houellebecq, Μορφολογία της τελευταίας όχθης. Ποιήματα, μετάφραση από τα γαλλικά: Σπύρος Γιανναράς, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 97 σελ.

Δυσοίωνη προφητεία ή ρεαλιστική υπόθεση; Το νέο βιβλίο του Μισέλ Ουελμπέκ περιγράφει μια Γαλλία όπου, υπό τον φόβο της κυριαρχίας της Aκροδεξιάς, η δημοκρατία αναθέτει τη διαχείρισή της σε έναν μετριοπαθή μουσουλμάνο ηγέτη. Τα στερεότυπα, περίσσεψαν και πάλι: ο συγγραφέας κατηγορήθηκε για ισλαμοφοβία, για σεξισμό, για αντι-ανθρωπισμό. Είναι όμως έτσι;

 

Αμφιθυμία προκαλεί το έργο του Μισέλ Ουελμπέκ, αμηχανία, ενδεχομένως εχθρότητα, όμως αδιαφορία ποτέ. Είναι ο μόνος σύγχρονος γάλλος συγγραφέας που απεικόνισε τόσο απροκάλυπτα την ανθρώπινη κατάσταση στην κενωμένη από νόημα σύγχρονη μορφή της, και τον δυτικό κόσμο στην οδυνηρή του απομάγευση.  Με τη χλευαστική βαναυσότητα ενός Σελίν στις πιο εκδικητικές του σελίδες, αλλά δίχως την παθιασμένη του δριμύτητα, αφού το κεντρί του Ουελμπέκ στομώνει γρήγορα από ακηδία, ο «πιο μισητός» ίσως σύγχρονος γάλλος συγγραφέας ξεδιπλώνει τον πεσιμισμό του σαν να πλαταγίζει ένα ηθικιστικό μαστίγιο. Ο Ουελμπέκ είναι ηθικός συγγραφέας: έστω και μέσα σε παρενθέσεις, προβάλλει ένα όραμα για το δέον. Ο κυνισμός, η ιερόσυλη βαναυσότητά του δεν είναι παρά απατηλά τεχνάσματα. «Η βλασφημία ενεργεί όπως ένας ορός που επισπεύδει την κρίση», έγραψε ο Βλαντιμίρ Ζανκελεβίτς. Ο Ουελμπέκ, από την πλευρά του, πιστεύει στη γονιμότητα της καταστροφής. Αφήνοντας τις σελίδες του να διαποτιστούν από τη θειώδη αποφορά του κακού, είναι σαν να ελπίζει πως το κακό θα αυτοαπαλειφθεί μέσα από την ομοιοπάθεια του υπερθεματισμού και του σκανδάλου. Θέλει να φτάσει στα άκρα της ανοσιουργίας, ώστε να εμβολιαστεί εναντίον της. Η αναισχυντία του είναι μια αθωότητα που ποθεί τόσο απελπισμένα τον εαυτό της, ώστε αντιστρέφεται από απελπισία. Toλέει πολύ ωραία ο Αλφρέ ντε Μυσέ στο μόνο του μυθιστόρημα, την Εξομολόγηση ενός παιδιού του αιώνα: ο άθεος που, κοιτάζοντας το ρολόι του, δίνει στον θεό προθεσμία ενός τετάρτου για να τον κεραυνοβολήσει, είναι ίσως ένας απελπισμένος που προσεύχεται κρυφά.

Μοναχικός, απαισιόδοξος –κατά δήλωσή του, και όχι κατά συνεπαγωγή, τον προσφιλή τρόπο ορισμένων, όπως ο απεχθής στον Ουελμπέκ δημοσιογράφος του Le Point, Denis Demonpion, που έγραψε τη βιογραφία του (Houellebecq non autorise. Enquete sur un phenomene), ή ο κριτικός Eric Naulleau στη μονογραφία του Au secours! Houellebecq revient! (Βοήθεια! Ο Ουελμπέκ ξανάρχεται), οι οποίοι διαβάζουν ως μεταμφιεσμένη αυτοβιογραφία τα βιβλία του, προβαίνοντας σε μια «πρωτόγονη απόπειρα συρρίκνωσης της λογοτεχνίας σε μαρτυρία»[1]– ο συγγραφέας διατηρεί σε σχέση με την ανθρωπότητα «μια σχετικά κριτική απόσταση»[2]. Νεότερος, φαινόταν να την περιφρονεί με πάθος, ολόκληρος μια ζωντανή μομφή εναντίον της, σφοδρά αντιστρατευόμενος την «οντολογική έπαρση» του ανθρώπου που επιμένει ν’ αγνοεί ότι δεν είναι παρά ένα «αόριστο οργανικό συσσωμάτωμα, με ρυθμίσεις που σύντομα αποδεικνύονται ελαττωματικές».

Οι επικριτές του ( «υποκριτές ανθρωπιστές» τους ονομάζει ο Ουελμπέκ), δαιμονίζονται, καταλογίζοντας υβριστική απέχθεια σε όσα περιγράφει∙ θεωρούν ότι ο συγγραφέας βλέπει τον κόσμο ως «ου καλόν», διακρίνουν τον μισανθρωπισμό του να κυλάει σαν καυτό ποτάμι πίσω από τις λέξεις. Κι όμως, ολόκληρο το έργο του Ουελμπέκ είναι ένας πόνος που θέλει, με κάποιον τρόπο, να μεταδοθεί∙ η διακαής του επιθυμία για βεβήλωση είναι για να βαθύνει τον σεβασμό προς όσα –και είναι λίγα– κρίνει άξια σεβασμού: τη συμπόνοια, ας πούμε, ή την αγάπη. «Θα ζήσουμε, αγάπη μου, χωρίς ειρωνεία καμία / κι ίσως αγοράσουμε καναρίνια / μου αρέσει όταν πηγαίνεις ν’ απαντήσεις στο τηλέφωνο γυμνή / λίγοι είναι εκείνοι που αγαπούν κι ελάχιστοι εκείνοι που δίνονται», διαβάζουμε στην ποιητική συλλογή Μορφολογία της τελευταίας όχθης[3] που κυκλοφόρησε το 2013, πιστοποιώντας, μαζί με τη νοσταλγία του Ουελμπέκ για εκείνο τον ψυχικό τόπο που τον ονομάζει «μικρή ζεστή φωλιά όπου τα ανθρώπινα πλάσματα θα λούζονται στην ακτινοβολία της αγάπης»[4], και τη βαθιά του πίστη στην ποίηση, όπου οι λέξεις «ξαναβρίσκουν μεμιάς την αύρα τους, την πρωταρχική τους δόνηση».[5] Έτσι κι αλλιώς, καθώς πλησιάζει τα 60, η βούλησή του να δυσαρεστεί είναι σαν να μετριάζεται. Θαρρείς και η τάση της πέφτει. Τώρα πια η ειρωνεία του σέβεται τις αποχρώσεις – και περιμένει την ευκαιρία να εκφράσει το ανείπωτο, να αγγίξει το αψηλάφητο. Την ευκαιρία, ασφαλώς, του τη δίνει η ιστορική συγκυρία.

 

Η ποιητική της υποταγής

«Η Υποταγή οριοθετεί μια από εκείνες τις σπάνιες, εξαιρετικές στιγμές που η πολιτική και η τέχνη φθάνουν ταυτόχρονα», έγραψε o Guardian, λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου, η οποία συνέπεσε με την εισβολή των ισλαμιστών τρομοκρατών στα γραφεία του περιοδικού Charlie Hebdo στις 7 Ιανουαρίου 2015 και την εν ψυχρώ δολοφονία, την ώρα της σύσκεψης, των πιο αιρετικών γάλλων γελοιογράφων: του Βολινσκί, του Σαρμπ, του Καμπύ, του Τινιού, του φίλου του Ουελμπέκ Μπερνάρ Μαρίς. «Μήπως η γενέτειρα του διαφωτισμού κινδυνεύει να καταποντιστεί υπό την πίεση μιας επικίνδυνης πολυπολιτισμικότητας;», αναρωτιόταν τότε η αγγλική εφημερίδα. «Είναι δυνατόν η δυσπιστία που υπάρχει ανάμεσα στην καθεστηκυία γαλλική δημοκρατία και πολλούς μουσουλμάνους πολίτες της να εξελιχθεί σε ανοιχτή σύγκρουση;» Η «μαύρη Παρασκευή» του φετινού Νοεμβρίου και όσα επακολουθούν είναι η απάντηση.

Η κεντρική ιδέα της Υποταγής είναι απλή: βρισκόμαστε στη Γαλλία στα 2022∙ έπειτα από δεκαετή θητεία, ο Φρανσουά Ολλάντ δεν είναι πια πρόεδρος και η εκλογική αναμέτρηση έχει μεν φέρει πρώτο το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν, όχι όμως με πλειοψηφία ικανή να κυβερνήσει τη χώρα. Οι εκλογές επαναλαμβάνονται. Μπροστά στον κίνδυνο να υπερισχύσει η Λεπέν, αριστεροί και δεξιοί αποφασίζουν να στηρίξουν στον δεύτερο γύρο τον πρόεδρο της μη τζιχαντιστικής, μετριοπαθούς Μουσουλμανικής Αδελφότητας, Μοχάμεντ Μπεν Αμπές, τα ποσοστά του οποίου ξεπερνούν το 20%. Το σχήμα πάνω στο οποίο στηριζόταν επί δεκαετίες η γαλλική δημοκρατία, «το φαινόμενο της δημοκρατικής αλλαγής», μοιάζει να έχει εκμετρήσει το ζην[6]. Ο Μπεν Αμπές καταλαμβάνει την προεδρία. Και αίφνης, αυτός ο δεύτερης γενιάς γάλλος υπήκοος, με καταγωγή από την Τυνησία, με φάτσα μπακάλη σε ανατολίτικο παζάρι, γίνεται ο κυρίαρχος της πολιτικής σκηνής. Παμπόνηρος και καθησυχαστικός, μοιράζει αφειδώς υπουργεία ώστε να καταστείλει τυχόν αντιδράσεις και, καταφέρνοντας να πατάξει την εγκληματικότητα, να παροπλίσει ιδεολογικά τόσο τον τζιχαντισμό όσο και τον ταυτοτισμό της Άκρας Δεξιάς, να επιτύχει την θρησκευτική ανοχή, ανοίγοντας διάλογο με τον καθολικισμό και τον εβραϊσμό, να καταπολεμήσει την ανεργία (έστω και περιορίζοντας τις γυναίκες στο σπίτι), να προσελκύσει άφθονο χρήμα (η Σαουδική Αραβία χρηματοδοτεί αδρά τη Μουσουλμανική Αδελφότητα) και να επεκτείνει την επιρροή της Γαλλίας προς Νότον, βάζει τα θεμέλια για την υλοποίηση ενός πραγματικά πρωτοφανούς οράματος: να ανασυστήσει ένα πολυθρησκευτικό, πολυπολιτισμικό ιμπέριουμ, στα πρότυπα των παλιών Αυτοκρατοριών. Αυτή την κοσμογονική αλλαγή, που παραδόξως γίνεται αποδεκτή χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, ο ήρωας και αφηγητής του βιβλίου Φρανσουά –ένας σαραντάρης καθηγητής Πανεπιστημίου, μελετητής του έργου του Ζορίς Καρλ Υισμάν (ή Ισμάνς, έστω, όχι όμως Ουισμάνς, όπως όλως περιέργως αποδίδεται στην ελληνική μετάφραση), κατ’ εξοχήν εκπροσώπου της findesiècle «παρακμιακής λογοτεχνίας», αισθητιστή, πεσιμιστή, δαιμονικού καταγραφέα της ανησυχίας του καιρού του και καθολικού συγγραφέα– την παρακολουθεί εντυπωσιασμένος μεν, ωστόσο λιγότερο αποσβολωμένος απ’ ό,τι  θα περίμενε κανείς. Ήδη από την προεκλογική περίοδο, και καθώς η χώρα μαστίζεται από άνευ προηγουμένου βία και ανομία, ο Φρανσουά επιδεικνύει μια δύσθυμη αδιαφορία για την πολιτική, όταν δεν την προσεγγίζει απλώς ως διασκεδαστικό τηλεοπτικό θέαμα, αρκετό για να γεμίσει μερικές ώρες οικιακής ανίας. Κατά τα λοιπά, αρκείται να περιφέρει το ανηδονικό σαρκίο του και το μαραμένο θυμικό του από τη γειτονιά του, στην Chinatown του Παρισιού, στο επαρχιακό Μαρτέλ όπου ο Κάρολος Μαρτέλος κατατρόπωσε τους Άραβες το 732, από εκεί στο Ροκαμαντούρ –όπου βιώνει ένα είδος «μυστικιστικής κρίσης» μπροστά στο θρυλικό άγαλμα της Μαύρης Παρθένου– και, τέλος, στο περιλάλητο αββαείο του Λιγκυζέ όπου ενδιέτριψε για ένα διάστημα ο ίδιος ο Υισμάν, επιλέγοντας τον ιδιόρρυθμο μοναστικό βίο για να κατασιγάσει τις οδύνες και τις αμφιβολίες της μεταστροφής του στον καθολικισμό. Κάπου στα μισά αυτού του ιδιότυπου pèlerinageο Φρανσουά, παρακολουθώντας μιαν ανάγνωση ποιημάτων του επίσης καθολικού συγγραφέα Σαρλ Πεγκύ στο παρεκκλήσι του Ροκαμαντούρ, θα νιώσει την ανάγκη να εγκαταλειφθεί στην αγνή προσμονή, στην «απώτατη ελπίδα χωρίς λόγο να ελπίζουμε» της πίστης, και για δευτερόλεπτα θα τα καταφέρει∙ όμως, πολύ γρήγορα, το πνεύμα θα τον εγκαταλείψει, η κατάνυξη θα εξατμιστεί και ίδιος θα περισταλεί και πάλι «στο ελαττωματικό, θνητό του κορμί». Ο πόθος της «ενσωμάτωσης σε ένα τελετουργικό» δεν αρκεί.

Είναι λοιπόν κι αυτός ένας άθεος, άθεος σε ό,τι αφορά και τη θρησκευτικότητα και την πολιτική, έγκλειστος σ’ αυτόν τον «λευκό, αδιαφανή χώρο, στον οποίο προχωρούμε επίπονα»; Ένας ακόμη που βαδίζει προς τον «τελειωτικό χειμώνα» του ανθρώπου, ψυχρό, απελπισμένο, «βιωμένο με τον τρόπο της καθαρής ανικανότητας»; Όχι, γιατί ένας κόσμος χωρίς Θεό, χωρίς πνευματικότητα, χωρίς τίποτα, είναι αβίωτος. Χρειάζεται ένα υποκατάστατο, ώστε να κατασιγαστεί, έστω και προσωρινά, η υπαρξιακή αγωνία∙ γι’ αυτό ο Φρανσουά, όπως και τόσοι άλλοι ήρωες του Ουελμπέκ, επενδύει στη «μόνη απτή αλήθεια», την αλήθεια της σάρκας: πασχίζει να αναστείλει την απόγνωση, να γεμίσει το κενό έστω και μ’ ένα δανεισμένο, πληρωμένο, κορμί. Γυμναστική του σεξ, χωρίς απόλαυση, χωρίς χαρά, όταν απώτερη απόβλεψή του δεν είναι μόνο η αγάπη αλλά και ένα είδος μυστικιστικής υπέρβασης. Μια λαχτάρα για εκμηδένιση σχεδόν, αφού, όπως μας έμαθε ο Μπατάιγ, αυτό που συνιστά τον ερωτισμό είναι ακριβώς το ότι επιθυμεί το αδύνατο. Σε μια εποχή ακατάσχετης διαρροής του νοήματος, ο ήρωας του Ουελμπέκ δυσκολεύεται να εγκαταλείψει την ιδέα ότι υπάρχει κάπου μια ενότητα, μια ταυτότητα ανώτερης τάξης, δυσκολεύεται να ζήσει χωρίς κάποιο μυστικισμό.

Διόλου τυχαία λοιπόν, αυτός ο καταπτοημένος σαραντάρης που επιθυμεί το αδύνατο και προσβλέπει, εν πολλοίς ανεπίγνωστα, στο απόλυτο, βρίσκεται να συνομιλεί για το θεό του Ισλάμ με τον προσηλυτισμένο στον μουσουλμανισμό Ρομπέρ Ρεντιζέ, νέο πρύτανη του μουσουλμανικού, πλέον, Πανεπιστημίου της Σορβόνης, στο σπίτι του, το οποίο για ένα διάστημα ήταν κατοικία του Ζαν Πωλάν, ποιητή, εκδότη και κρυφού ερωτικού συντρόφου της Πωλίν Ρεάζ, της συγγραφέα της Ιστορίας της Ο. Μαρτυρία της απόλυτης αυτοεκμηδένισης, η Ιστορία της Ο. είναι ένα κείμενο που φτάνει πέρα από τη λέξη, διαλύοντας ταυτόχρονα κάθε γοητεία του ερωτισμού, για να αποκαλύψει μια πολύ μεγαλύτερη σαγήνη – αυτή της υποταγής. Ως ύστατη χειρονομία υποταγής, θα ασπαστεί και ο Φρανσουά τον μουσουλμανισμό – με τον ίδιο, λίγο ώς πολύ, τρόπο που και οι γάλλοι συμπολίτες του, παρ’ όλο τον μέχρι χθες εκκοσμικευμένο χαρακτήρα της δημοκρατίας τους, έχουν υποταχθεί σε ένα ουσιαστικά θεοκρατικό κοινωνικό μοντέλο μέσα σε μια «σιωπηρή και αποχαυνωμένη αποδοχή».

Να, λοιπόν, που, έμμεσα, υπόρρητα, ο Ουελμπέκ φαίνεται να εντοπίζει την υπαρξιακή ανάγκη η οποία βρίσκεται στη ρίζα κάθε ολοκληρωτισμού, θρησκευτικού ή πολιτικού: την ανάγκη απόδρασης από την ψυχρότητα (η Δύση, αλίμονο, έχει εκφυλιστεί σε μια διαχειριστική μηχανή), την τάση του σύγχρονου ανθρώπου να ενδώσει στην ανακουφιστική συνθήκη να αποφασίζουν άλλοι για λογαριασμό του (τι πλάνη κι αυτή η ιδέα της ελεύθερης βούλησης!) και να επιστρέψει σε μια παιδικότητα χτισμένη πάνω σε βεβαιότητες που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχο ή την αμφισβήτηση. Αφού ο άνθρωπος απέδειξε πως όλες οι ιδιότητες που πάσχισε να του αποδώσει ο ουμανισμός (ελευθερία, αξιοπρέπεια) ήταν κίβδηλες, δεν του μένει παρά μια αποφασιστική έξοδος από τον ανθρωπισμό. Στο σημείο αυτό, εξ άλλου, συναντιέται ο φασισμός με τη θεοκρατία: στο ότι προσφέρει τη δυνατότητα για μια «συνολική σχέση» μεταξύ των ατόμων, αναγόμενη, μάλιστα, σε ένα μοναδικό σημείο που ονομάζεται αρχηγός στη μία περίπτωση, θεός στην άλλη.

 

«Κι όμως, θέλω να μ’ αγαπούν»

Ο Ουελμπέκ δεν είναι συγγραφέας που αγαπήθηκε. Τον είπαν μηδενιστή, αντιδραστικό, μισάνθρωπο, ρατσιστή, μισογύνη, ισλαμοφοβικό, αναρχικό της Δεξιάς, μικροαστό, ανήθικο, αρρωστημένα φιλοχρήματο, μέτριο γραφιά, ως και μιμητή του Ζεράρ ντε Βιλλιέ , του συγγραφέα που κάποτε πλημμύρισε την αγορά μ’ εκείνα τα ανεκδιήγητα λαϊκά περιπετειώδη μυθιστορήματα της σειράς SAS. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να αλλάξει την εικόνα του (παρ’ ότι «θέλει, όπως όλος ο κόσμος, να τον θαυμάζουν, να τον αγαπούν ή και τα δύο»[7]) , επειδή, όπως εκμυστηρευόταν στον Μπερνάρ Ανρί Λεβί, «υπάρχουν μέσα μου μια επιθυμία να δυσαρεστώ και μια επιθυμία να ευχαριστώ αναπόσπαστα συνδεδεμένες, κι έτσι δεν ένιωσα ποτέ κάτι που να μοιάζει με την επιθυμία να νικήσω»[8]. Αρκέστηκε να παρακολουθεί τη μεταμόρφωσή του σε αποδιοπομπαίο τράγο από μακριά, συχνά αποστρέφοντας το βλέμμα, μη διαψεύδοντας τους συγγραφείς των φρικαλεοτήτων που κατά καιρούς γράφτηκαν γι’ αυτόν, επιλέγοντας μια στάση υπέρτερη της αυτοαμυνόμενης διαμαρτυρίας, και βέβαια πολύ πιο γενναία, ακριβώς επειδή δεν είναι επιδεικτική:

 

Προτιμώ την παραπληροφόρηση ή την τέχνη του παραχαράκτη, του ειδικού σε ψεύδη και προσποιήσεις, από την καθολική προστυχιά που θα συνιστούσε το να υποκύψω στην καθολική προτροπή να είμαι ο εαυτός μου (ο εαυτούλης μου…) που είναι η επιταγή της εποχής.

 

Καλλιτέχνης της ψευδαίσθησης και του δολώματος, όπως αυτοχαρακτηρίζεται, επιλέγει την ωμότητα γιατί μονάχα το κεντρί της μπορεί να αφυπνίσει, έστω και στιγμιαία, το παράλυτο νευρικό σύστημα της Δύσης. Η πρόκληση για ένα συγγραφέα, σύμφωνα με τον Ουελμπέκ, δεν είναι να συναντηθεί με τον εαυτό του, να συμπέσει με την αλήθεια του, αλλά να αλλάξει, να γίνει κάποιος διαφορετικός από αυτό που ήταν πριν ξεκινήσει και που η ίδια η εκτύλιξη του βιβλίου έχει ήδη καταστήσει παρωχημένο και χωρίς ενδιαφέρον. «Γράφουμε για να καταλάβουμε το πεδίο, να το ναρκοθετήσουμε, και αφού το ναρκοθετήσουμε, να αλλάξουμε πεδίο και να χαθούμε στο πλέγμα μιας ανεξιχνίαστης ταυτότητας», λέει. Το συγγραφικό υποκείμενο είναι κενή μορφή, σχεδόν αφηρημένη∙ η ύπαρξή του εξαρτάται από την επαφή που εγκαθιδρύει με τον κόσμο και από το περιεχόμενο που προσδίδει στο συμβόλαιο το οποίο συνάπτει μ’ αυτόν.

Γι’ αυτό και η ανάγνωση του έργου του ως μεταμφιεσμένης αυτοβιογραφίας το αδικεί. Συμβαίνει, βέβαια, ο κεντρικός ήρωας να φέρει κάποια χαρακτηριστικά του συγγραφέα του, μερικές φορές, μάλιστα, και το όνομά του, να είναι απομονωμένος, σεξομανής, παραδομένος σε αμφίβολες πολιτικοκοινωνικές θεωρίες, με θλιβερό παρελθόν και άδηλο μέλλον. Αλλά δεν είναι η ακριβής αντανάκλαση του εγκαταλελειμμένου παιδιού που υπήρξε ο ίδιος. Συμβαίνει, επίσης, οι γονείς του ήρωα να είναι πρόσωπα επιεικώς απαράδεκτα (όπως και ο γονείς του συγγραφέα: ο Ουελμπέκ δήλωνε πως η γιατρός μητέρα του, που τον άφησε, νήπιο ακόμα, στη γιαγιά του για να περιπλανηθεί ανά τον κόσμο, γνήσια εκπρόσωπος της γενιάς των χίπις, ήταν νεκρή∙ ωστόσο, η Λυσί Σικαλεντί, όπως είναι το πραγματικό της όνομα, εμφανίστηκε στα 83 της χρόνια με την αυτοβιογραφία της Η αθώα για να τον καταγγείλει δημοσίως ως «ψεύτη», «παράσιτο» και «τσογλάνι»), οι γυναίκες άχρωμες περαστικές, οι συνάδελφοι απεχθή νευρόσπαστα, οι Άραβες «σκουλήκια του Αλλάχ», οι Εβραίοι «ψύλλοι με περιτομή», οι όπου Γης εξεγερμένοι γελοίοι, η πολιτική δράση μάταιη. Όμως ο Ουελμπέκ δεν είναι αντισημίτης και ο αντι-ισλαμισμός του αφορά την φονταμενταλιστική εκδοχή της θρησκείας. Όσο κι αν διατρανώνει την απέχθειά του του προς το Ισλάμ («Διαβάζοντας κανείς το Κοράνι καταρρέει. Η πιο ηλίθια θρησκεία στον κόσμο είναι ο ισλαμισμός», είχε δηλώσει στο περιοδικό Lire το 2001, μετά τις πρώτες ενστάσεις για τις υβριστικές αναφορές του στους μουσουλμάνους, από τις οποίες έβριθε το μυθιστόρημά του Πλατφόρμα, ενώ στο FigaroMagazineδιαπίστωνε «από τη στιγμή που γεννιέται το Ισλάμ σημαδεύεται από τη θέληση να καθυποτάξει τον κόσμο∙ είναι μια θρησκεία πολεμοχαρής, μισαλλόδοξη, που κάνει τους ανθρώπους δυστυχισμένους»), δεν προβαίνει σε γενικεύσεις ούτε θεωρεί τον μουσουλμανικό πληθυσμό της Ευρώπης συνολικά εχθρικό ή επικίνδυνο. Στη βαρβαρότητα εκβάλλει μόνο η κυριολεκτική ερμηνεία της αλληγορίας που είναι το Κοράνι, όταν υπαγορεύεται από φανατικούς ιμάμηδες με ηγεμονικές φαντασιώσεις.

Υπάρχει, βέβαια, και η εμμονή του με το σεξ, ή μάλλον με την επιδοσιακή διάστασή του που κατά πολλούς ερωτοτροπεί με την πορνογραφία. Όμως η πεζογραφία του δεν συμμετέχει στην ποταπότητα που επιμένει να αποτυπώνει. Ο «πορνογραφικός του ζήλος»  δεν είναι παρά ένα σχόλιο στη βεβιασμένη διέγερση, την εμπορευματοποίηση, τη συσκευασία και την πώληση του πόθου στο σύγχρονο και απέραντο σουπερμάρκετ της σεξουαλικής υπερπροσφοράς. Όσοι μένουν άφωνοι (αν όχι προσβεβλημένοι) με τη μηδενιστική άνεση με την οποία ο Ουελμπέκ λεκιάζει τον ιστό της ζωής, ίσως παραβλέπουν πόσο ρυπαρός και κουρελιασμένος είναι ήδη ο ιστός αυτός.

Ο Ουελμπέκ έχει σίγουρα εντρυφήσει στον Νίτσε και τον Σοπενχάουερ· η μυθοπλασία του θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μια δημηγορία με θέμα την οδύνη, τη σκληρότητα, την απουσία νοήματος του σύγχρονου βίου. Η λογοτεχνία του φανταστικού τον ελκύει επίσης. Το πρώτο του δοκίμιο, μετά από την ποιητική συλλογή Restervivant, Methode(Η μέθοδος για να μείνεις ζωντανός) ήταν μια μελέτη πάνω στον Χ.Π. Λάβκραφτ και τα γοτθικά, αλλόκοτα γραφτά του, ένα δοκίμιο που λειτουργούσε σχεδόν προγραμματικά, ένα λογοτεχνικό μανιφέστο:

 

Η ζωή είναι οδυνηρή και απογοητευτική. Είναι άχρηστο, λοιπόν, να γράφει κανείς σήμερα ρεαλιστικά μυθιστορήματα. […] Η ανθρωπότητα, τέτοια που είναι, μας εμπνέει μονάχα νοσηρή περιέργεια. Όλες αυτές οι εκλεπτυσμένες «έννοιες» και «καταστάσεις» των σύγχρονων συγγραφέων [...] το μόνο που κατορθώνουν είναι να ενισχύουν  την αποστροφή που ήδη έχει επαρκώς καλλιεργήσει εντός μας καθεμιά από τις μέρες της «πραγματικής» μας ζωής.

 

Οι ρώσοι κλασικοί δεν του είναι ξένοι: οι παθητικοί ανδρικοί χαρακτήρες που εποικούν τις σελίδες του θα μπορούσαν να θεωρηθούν μεταμοντέρνες εκδοχές των επιφανειακών, «περιττών», «υπόγειων» ηρώων ενός Ντοστογιέφσκι ή ενός Τουργκένιεφ. Στο μυθιστόρημά του Τα στοιχειώδη σωματίδια, όπως και στη Δυνατότητα ενός νησιού, οι άνθρωποι εμφανίζονται τόσο επιφανειακοί, τόσο περιττοί, ώστε να οδηγούνται στην ανυπαρξία. Ο Μισέλ, ο βιολόγος των Σωματιδίων, εργάζεται πάνω στην κλωνοποίηση και φαίνεται να λαχταρά μια μετα-ανθρώπινη εποχή. Στη Δυνατότητα ενός νησιού, αυτή η εποχή έχει φτάσει. Η αφήγηση, σ' αυτό το τελευταίο, τυπικά επιστημονικό-φανταστικό μυθιστόρημα, ξεδιπλώνεται προς δύο κατευθύνσεις: η μία παρακολουθεί την ιστορία του Ντανιέλ, ενός κωμικού θεατρικού συγγραφέα που, αν και επιτυχημένος, είναι συναισθηματικά χρεοκοπημένος και η άλλη την αφήγηση του κλώνου του, ενός «νεοανθρώπου», ο οποίος, διακόσια χρόνια αργότερα, στη μετα-ανθρώπινη πλέον εποχή, προσπαθεί, ανασκαλεύοντας τη βιογραφία του προγόνου του, να μαντέψει τα κίνητρά του: προς τι τόση αγωνία, τόσος μόχθος, τόση προσπάθεια σε αναζήτηση αυτού του παράξενου, αρχαϊκού αισθήματος, του έρωτα; Τι λογής ήταν αυτό το όνειρο με το οποίο είχε η ανθρωπότητα εμποτιστεί, ήδη από την εποχή του πλατωνικού Συμποσίου, με αποτέλεσμα να «δηλητηριαστεί» και να νιώσει «αποστροφή για την κατάστασή της του λογικού ζώου»; Στη «μετα-ανθρώπινη» εποχή των κλώνων αυτό το όνειρο έχει, επιτέλους, σβήσει. Μαζί και ο άνθρωπος. Από περιττός, είχε γίνει ανύπαρκτος.

Ας μην παραδινόταν, με τόση ενδοτικότητα, στη νοσηρότητα του καπιταλισμού, λέει, λοιπόν, ο Ουελμπέκ. Ας μην άφηνε τις σχέσεις του να βαλτώνουν μέχρι εξαντλήσεως, να εκφυλίζονται και να πεθαίνουν. Άλλωστε, ακόμη και στην Πλατφόρμα που, γελοιωδώς, διαβάστηκε σαν μανιφέστο ανοίκειων ερωτικών πρακτικών ή σαν δοκίμιο περί σεξοτουρισμού, ο Ουελμπέκ βάζει στο επίκεντρο το αιώνιο ζήτημα τις πολυπλοκότητας στις σχέσεις ανδρών και γυναικών, την ατέρμονη παρεξήγηση που πάντα θα τους χωρίζει και πάντα θα εξουδετερώνεται από τη σπάνια, τη μοναδική εκείνη συνάντηση, που συμβαίνει με τη δύναμη ενός θαύματος ή μιας ενδόμυχης επανάστασης: τον έρωτα:

 

Έπρεπε να γνωρίσω

ό,τι καλύτερο έχει η ζωή

όταν δυο σώματα απολαμβάνουν την ευτυχία τους

και ενώνονται και αναγεννώνται αενάως. /

[…]

Κι ο έρωτας, όπου τα πάντα είναι εύκολα

όπου όλα δίνονται στη στιγμή.

Υπάρχει, καταμεσής του χρόνου,

η δυνατότητα ενός νησιού.[9]





[1]Μισέλ Ουελμπέκ - Μπερνάρ Ανρύ Λεβί, Δημόσιος κίνδυνος, μεταφραση: Λίνα Σιπητάνου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

[2]Μισέλ Ουελμπέκ - Μπερνάρ Ανρύ Λεβί, ό.π.

[3]Μισέλ Ουελμπέκ, Μορφολογία της τελευταίας όχθης,  μετάφραση: Σπύρος Γιανναράς, Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

[4]Μισέλ Ουελμπέκ, Η επέκταση του πεδίου πάλης, μετάφραση: Αλέξης Εμμανουήλ, Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

[5]Μισέλ Ουελμπέκ - Μπερνάρ Ανρύ Λεβί, Δημόσιος κίνδυνος, ό.π.

[6]Κατά το σχήμα αυτό, καθώς γράφει ο Ουελμπέκ, «εκλεγόταν ένας υποψήφιος της Κεντροαριστεράς, για μία ή δύο θητείες αναλόγως του προσωπικού του χαρίσματος», αδιευκρίνιστοι λόγοι όμως τον εμπόδιζαν να υπηρετήσει και τρίτη∙ «έπειτα ο πληθυσμός κουραζόταν μ’ αυτόν τον υποψήφιο και γενικότερα με την Κεντροαριστερά, οι εκλογείς έφερναν στην εξουσία έναν υποψήφιο της Κεντροδεξιάς, κι αυτόν για μία ή δύο θητείες, αναλόγως της φύσης του».

[7]Μισέλ Ουελμπέκ - Μπερνάρ Ανρι Λεβί, Δημόσιος κίνδυνος, ό.π.

[8]Μισέλ Ουελμπέκ - Μπερνάρ Ανρι Λεβί, Δημόσιος κίνδυνος, ό.π.

[9]Μισέλ Ουελμπέκ, Μορφολογία της τελευταίας όχθης, ό.π.

Κατερίνα Σχινά

Δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει βιβλία των Τόνι Μόρισον, Φίλιπ Ροθ, Ίαν ΜακΓιούαν, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Τζορτζ Στάινερ, Τζόις-Κάρολ Όουτς. Kυκλοφορεί το βιβλίο της, Καλή κι ανάποδη.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά