Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Τραύματα της βαθιάς Αμερικής

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία Τεύχος 60
Ο Φίλιπ Μάγιερ. Ο Φίλιπ Μάγιερ. Jesse Costa / Here & Now

Philipp Meyer, Αμερικάνικη Σκουριά. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Κωνσταντίνος Ματσούκας, Καστανιώτη, Αθήνα 2015, 416 σελ.

Ο Αμερικανός Φίλιπ Μάγιερ, στο πρώτο κιόλας μυθιστόρημά του, προσπάθησε με όχημα θεματικές όπως η φιλία, η ανεργία και η αποβιομηχάνιση να γράψει ένα μυθιστόρημα για τις σύγχρονες ΗΠΑ. Φώτισε ηθελημένη μια πλευρά απούσα από τα πρωτοσέλιδα και την κοινή γνώμη εκτός Αμερικής – και έπεισε τους αναγνώστες ότι ένα λογοτεχνικό αστέρι γεννιέται.


Η Μπιουλ είναι μια μικρή πόλη της Πενσυλβάνια και ο τόπος στον οποίο διαδραματίζεται το πρώτο μυθιστόρημα του Φίλιπ Μάγιερ, Αμερικάνικη Σκουριά. Όπως και άλλες αντίστοιχες πόλεις, η Μπιουλ βιώνει δραματική αύξηση της ανεργίας, μετά και από το κλείσιμο του άλλοτε κραταιού τοπικού εργοστασίου χαλυβουργίας. Βρίσκεται σε παρακμή, με τους κατοίκους να μοιάζουν μοιρασμένοι «σε πολύ ηλικιωμένους και σε πολύ νέους, […], στη μέση δεν έχει απομείνει κανείς».

Οι δύο πρωταγωνιστές είναι η εξαίρεση αυτού του κανόνα. Ο Άιζακ, ένας μικρόσωμος εικοσάχρονος με λαμπρό μυαλό, έχει αναγκαστεί να παραμείνει στην πόλη και να φροντίζει τον ανάπηρο πατέρα του. Ο Πόε, πολύ καλός του φίλος, με μηδαμινό ενδιαφέρον για το σχολείο και τις σπουδές αλλά με πολύ ταλέντο στο ράγκμπι, έχει αρνηθεί τις προτάσεις για αθλητικές υποτροφίες από πανεπιστήμια. Μαζί κάνουν ένα ετερόκλητο ζευγάρι. Κάποια στιγμή ο Άιζακ αποφασίζει να κλέψει από τον πατέρα του τέσσερις χιλιάδες δολάρια και να ξεκινήσει πεζός για την Καλιφόρνια, με σκοπό να εκπληρώσει το όνειρό του να σπουδάσει. Ο Πόε αρνείται την πρόσκληση να τον ακολουθήσει στο ταξίδι αλλά τον συνοδεύει στην αρχή της διαδρομής. Βρίσκονται όμως ξαφνικά μπλεγμένοι σε έναν καβγά με τρεις άστεγους. Ένας από αυτούς πέφτει νεκρός και οι δύο φίλοι αναγκάζονται να επιστρέψουν στην πόλη. Από αυτό το σημείο κι έπειτα, μια σειρά σπασμωδικών αποφάσεων έχουν ως αποτέλεσμα ο Πόε να καταλήξει στη φυλακή και ο Άιζακ να ξεκινήσει εκ νέου το ταξίδι του.

Η αφήγηση του Μάγιερ είναι γραμμική, με ελάχιστα φλας μπακ, και οι περιγραφές του αναλυτικές. Κάθε υποκεφάλαιο είναι γραμμένο από την πλευρά ενός χαρακτήρα. Εκτός των δύο πρωταγωνιστών, ο συγγραφέας δίνει φωνή και σε μια σειρά από δευτερεύοντες ήρωες, οι οποίοι όμως είναι σημαντικοί για την εξέλιξη της ιστορίας – όπως στον Χένρι τον πατέρα του Άιζακ, που έχει μείνει ανάπηρος έπειτα από εργατικό ατύχημα στο εργοστάσιο χαλυβουργίας, ή στην Γκρέις, τη μητέρα του Πόε, η οποία, μετά από σειρά λανθασμένων επιλογών στην προσωπική και επαγγελματική της ζωή, καταλήγει να ζει με το γιο της σε ένα τροχόσπιτο και να τρέφονται με κρέας ελαφιών που κυνηγάει εκείνος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο χαρακτήρας του αστυνόμου Χάρις, περιστασιακού συντρόφου της Γκρέις, ο οποίος, αν και φαινομενικά σωστός στη δουλειά του, δρα ως επί το πλείστον με έναν προσωπικό κώδικα ηθικής, προσπαθώντας να βοηθήσει τους συμπολίτες του, γλιτώνοντας μεταξύ άλλων και τον Πόε. Όλοι είχαν κάποια στιγμή την ευκαιρία να φύγουν, αλλά τελικά παρέμειναν στην Μπιουλ. Μόνη εξαίρεση η Λι, αδελφή του Άιζακ και εξίσου έξυπνη με αυτόν, η οποία κατάφερε να φύγει μετά την αυτοκτονία της μητέρας τους για να σπουδάσει στο Γέιλ και να παραμείνει εκεί.

Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ
Στις πυκνές και πολυσέλιδες αφηγήσεις κάθε χαρακτήρα, ο Μάγιερ γράφει ξανά και ξανά μια κοινή ιστορία, την ιστορία των σύγχρονων ΗΠΑ. Όχι των πόλεων που βρίσκονται στις ακτές και ευημερούν συγκριτικά με τις άλλες, αλλά της βαθιάς Αμερικής, μακριά από τη θάλασσα, όπου κύριος οικονομικός άξονας ήταν η βιομηχανία. Της Αμερικής που σκουριάζει ταυτόχρονα με τα απομεινάρια των εργοστασίων της. Μαζί με αυτή «σκουριάζουν» και οι ζωές των ανθρώπων. Με ωραία γλώσσα και χαρακτηριστική αφηγηματική άνεση, ο συγγραφέας χτίζει το κοινωνικό υπόστρωμα και καθιστά εμφανείς τις συνθήκες που επηρέασαν τις αποφάσεις των κεντρικών ηρώων του.
Ο Άιζακ και ο Πόε ξεχωρίζουν, ο καθένας στον τομέα του, αλλά η αναβλητικότητα του ενός και η υποχρέωση του άλλου προς τον πατέρα του τους κρατούν πίσω. Τη μέρα που ο Άιζακ παίρνει την απόφαση να κάνει το μεγάλο βήμα και να ακολουθήσει τα χνάρια της αδερφής του, το συμβάν που συναντούμε στην αρχή του βιβλίου φέρνει τα πάνω-κάτω. Η φιλία τους μπαίνει σε δοκιμασία, η πίστη του ενός στον άλλον κλονίζεται, οι ενοχές και η αβεβαιότητα για το αύριο αυξάνονται σελίδα τη σελίδα. Οι άγριες συνθήκες που συναντά ο Πόε στη φυλακή, με τα γκέτο να είναι πολύ πιο σκληρά από τον έξω κόσμο, και οι συνεχείς αναποδιές που συμβαίνουν στο ανορθόδοξο road trip του Άιζακ, εντείνουν αυτή την ατμόσφαιρα. Το αν τελικά θα διατηρηθεί η σχέση τους ή αν θα προδώσουν ο ένας το άλλον το «μαρτυρά» ο Μάγιερ από την πρώτη σελίδα του βιβλίου, μέσω της προμετωπίδας που χρησιμοποιεί, του Αλμπέρ Καμύ: «εκείνο που μαθαίνουμε σε καιρό λοιμού: πως οι άνθρωποι έχουν περισσότερα στοιχεία αξιοθαύμαστα παρά αξιοκατάκριτα».

Ο Μάγιερ προσπάθησε με όχημα θεματικές όπως η φιλία, η ανεργία και η αποβιομηχάνιση να γράψει ένα μυθιστόρημα για τις σύγχρονες ΗΠΑ. Φώτισε ηθελημένη μια πλευρά απούσα από τα πρωτοσέλιδα και την κοινή γνώμη εκτός Αμερικής. Μέσα από την περιγραφή της μικρής πόλης της Πενσυλβάνια και του στιβαρού πλέγματος χαρακτήρων που έστησε, έγραψε ένα βιβλίο κοντά στα πρότυπα αυτού που ονομάζεται «Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα».  Παρά τις αδυναμίες που αναπόφευκτα έχει κάθε ντεμπούτο, έδωσε δείγματα σημαντικού συγγραφέα. Κρίνοντας από τις διθυραμβικές κριτικές που έχει αποσπάσει το δεύτερο μυθιστόρημά του, The Son, το οποίο δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά, μάλλον είναι.

Κωνσταντίνος Μπούγας

Δημοσιεύει κριτική βιβλίου κυρίως στην Καθημερινή.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά