Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Εφήμερη και επίμονη ομορφιά

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία Τεύχος 60
Η Κάλλια Παπαδάκη. Η Κάλλια Παπαδάκη. Φωτογραφία Αρχείου

 

Κάλλια Παπαδάκη, Δενδρίτες. Μυθιστόρημα, Πόλις, Αθήνα 2015, 240 σελ.

 

Πού «συναντιούνται» ένα ηφαιστειογενές νησί, ένα ιταλικό χωριό και μια ιρλανδική κοιλάδα; Στο Κάμπντεν του Νιου Τζέρσεϋ, απαντά η Κάλλια Παπαδάκη. Στους Δενδρίτες της, γενεαλογικές ιστορίες μεταναστών πλέκονται περίτεχνα, αναδεικνύοντας τη μάχη για ενσωμάτωση και το αέναο κυνήγι της επιτυχίας. (TBJ)

 

Μια ποιήτρια που πεζογραφεί ή μια πεζογράφος που έχει συνέχεια στο νου της την επιταγή του Βερλαίν “De la musique avant tout chose”; Από τις πρώτες κιόλας σελίδες το μυθιστόρημα της Κάλλιας Παπαδάκη μου έφερε στο νου ένα τραγούδι, μια μελωδία που ρέει αβίαστα, ένα κομμάτι μουσικό, αλλού αισιόδοξο, αλλού μελαγχολικό, διάστικτο από αναλαμπές χιούμορ, που προχωρεί με συνεχείς μετατροπίες (εναλλαγές τονικότητας, δηλαδή, σε ολοένα και ψηλότερα κλειδιά), οι οποίες αναθερμαίνουν σε κάθε σελίδα το ενδιαφέρον δημιουργώντας την αντίστοιχη συναισθηματική φόρτιση. Ο μαυλιστικός, επίμονος, συχνά ασθματικός ρυθμός του, δίνει παλμό στον μακροπερίοδο λόγο, η αντιστικτική επεξεργασία της πολυφωνίας του φανερώνει τον διόλου επιδεικτικό του πλούτο. Είναι ένας πλούτος που συσσωρεύτηκε μετά από ενδελεχή έρευνα, αλλά ούτε στιγμή δεν ξιπάζεται, ούτε στιγμή δεν επιβάλλεται στην αφήγηση. Απεναντίας, τα πραγματολογικά στοιχεία εντάσσονται αβίαστα στο κείμενο, λες και η συγγραφέας αφηγείται κάτι που αληθινά έχει ζήσει ή λες και λειτουργεί σαν διακριτική ωτακούστρια που μπαίνει στα δωμάτια ή τις μικροεπιχειρήσεις των ηρώων της και παρακολουθεί γεγονότα και καταστάσεις να παίρνουν σχήμα μπροστά στα μάτια της.

 

 Ένας φίλος χρησιμοποίησε μια πιο ενδιαφέρουσα αναλογία, δανεισμένη όχι από τη μουσική, όπως η δική μου, αλλά από τον χώρο του στίβου: είπε ότι το βιβλίο της Κάλλιας Παπαδάκη είναι μια σκυταλοδρομία, όχι απλώς της γλώσσας, αλλά και των νοημάτων. Είχα στο νου μου την ανεπεξήγητη απόφανσή του, όταν διάβασα τους Δενδρίτες για πολλοστή φορά και είδα πως είχε δίκιο. Η αφήγηση τρέχει με σταθερό ρυθμό σαν μια καλοσυντονισμένη ομάδα (είναι οι φωνές των ηρώων της που διασταυρώνονται, συνηχούν ή αποκλίνουν) και παραδίδει την σκυτάλη του νοήματος στην επόμενη μέχρι το τέρμα, που δεν είναι βέβαια νικητήριο (πώς θα μπορούσε άλλωστε;) αφού το όνειρο της επιτυχίας, πάνω στο οποίο χτίζουν τη ζωή τους οι ήρωες, είναι φευγαλέο, αόριστο, μια φαντασίωση, που συναιρεί την ελπίδα για υλική ευμάρεια με την προσδοκία της ψυχικής ικανοποίησης που δεν θα έρθει ποτέ. Περίλυπη και ανάστατη θα μείνει πάντα η ψυχή του ξένου.

 

 

 

ΞΕΝΟΙ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ

 

Γιατί οι ήρωες της Κάλλιας Παπαδάκη είναι ξένοι, οικονομικοί μετανάστες, που παλεύουν να ριζώσουν. Πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς μετανάστες, ο γενάρχης που έρχεται από τη Νίσυρο τη δεκαετία του 1920, ο γιος του, παιδί της μεταπολεμικής αισιοδοξίας που θα τσακιστεί από την βίαιη κρίση της δεκαετίας του 1980, η έφηβη εγγονή του, και γύρω τους μια σειρά από πρόσωπα, οικείοι, φίλοι, συνεργάτες ή απλοί γνώριμοι, μετανάστες οι περισσότεροι, σε συνεχή αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, έρμαια του απρόοπτου, θύματα της ελπίδας. Τόπος, το Κάμντεν, μια μικρή βιομηχανική πόλη του Νιου Τζέρσεϋ∙ από τη γειτονική Φιλαδέλφεια το χωρίζει ο ποταμός  Ντέλαγουερ, σύνορο και συνάμα σύμβολο της αδιαφορίας της φύσης για τα πάθη των ανθρώπων. Το μυθιστόρημα ανοίγει με έναν χάρτη της περιοχής όπου εκτυλίσσεται η δράση, ένα χάρτη λεπτομερώς σχεδιασμένο,  με τα δρομάκια και τις πλατείες του, τα οδόσημά του και τα όριά του – γιατί ο χάρτης αυτός είναι το ιχνογράφημα ενός εγκλωβισμού. Οι άνθρωποι, τις ιστορίες των οποίων αφηγείται η Κάλλια Παπαδάκη, έρχονται από αλλού, προσπαθούν να βρουν το βηματισμό τους μέσα σ’ έναν κόσμο που τρέχει, να τον προλάβουν, να τον δαμάσουν, να τον κατανοήσουν, ξεπερνώντας την ξενότητά τους, που πάντα τους ακολουθεί, σαν μόνιμη υπενθύμιση στις τεθλασμένες των περιπλανήσεών τους. Ξένοι σε ξένο τόπο, μ’ ένα παρελθόν πυκνό σε αναμνήσεις από πατρίδες ολότελα διαφορετικές –ένα ηφαιστειογενές νησί, ένα ιταλικό χωριό, μια ιρλανδική κοιλάδα– εκσφενδονίζονται από καθαρή σύμπτωση σ’ αυτόν τον χάρτη, σ’ αυτό το κλειστό σύμπαν. Σ’ αυτό το σύμπαν καλούνται να δράσουν και δρουν, οριζόμενοι από θεσμούς που δεν είναι πάντοτε επίσημοι –γιατί αναφορά τους δεν είναι μόνο η κοινότητα και η εκκλησία αλλά και η μαφία, η συντεχνία, η ευρύτερη οικογένεια– από επιλογές που δεν είναι πάντα επιλογές, από εκτιμήσεις που συχνά αποδεικνύονται λανθασμένες. Αλλά μολονότι ξένοι, παραμερισμένοι, περιθωριοποιημένοι, εξακτινώνονται μέσα στο κοινωνικό σύνολο∙ και καθώς μέσα στο μυθιστόρημα συνυφαίνονται ιστορικά γεγονότα, κοινωνικές μεταβολές και ατομικές περιπέτειες, οι ήρωες ξεφεύγουν από την τυχαιότητα, οι πράξεις τους έχουν επιπτώσεις που δεν βαραίνουν απλώς την ατομική τους μοίρα και από ενεργούμενα της ιστορίας γίνονται ενεργά της υποκείμενα.

 

Πρόκειται για μια πλούσια αφήγηση με πολυστρωματική δομή: ο καμβάς είναι ένας, πάνω σ’ αυτόν όμως αναπτύσσονται πολλά επάλληλα σχέδια. Ένα απ’ αυτά, ίσως το πιο ακριβές και συγκινητικό, έχει να κάνει με την αποτύπωση του ευαίσθητου ψυχισμού της εφηβείας. Τα παιδιά, οι έφηβοι και οι νέοι είναι πολλά στο βιβλίο της Παπαδάκη και η πένα της τα παρακολουθεί να μεγαλώνουν, να βασανίζονται από ερωτήματα, να αναζητούν απορημένα τον ερωτικό τους προσανατολισμό, να προσπαθούν να εξιχνιάσουν τον κόσμο των μεγάλων, σκοντάφτοντας συχνά στον παραλογισμό του. Μικρές αφηγήσεις ενηλικίωσης, συνοπτικά bildungsroman, που επεξεργάζονται τόσο το σχήμα της αφύπνισης όσο και το σχήμα της μαθητείας, διαπερνούν την σύνθεση για να εντείνουν την αίσθηση του πλούτου και της πολυφωνίας της. Κι ένα άλλο, σπαρακτικό αυτό, εστιάζει στα γυναικεία πρόσωπα του βιβλίου: φωνές πνιγμένες, ακυρωμένες, που όταν τολμούν να διεκδικήσουν την επιθυμία ή την αλήθεια τους σκοντάφτουν στα τείχη της προκατάληψης, της εχθρότητας, της ακατανοησίας.

 

Οι Δενδρίτες της Κάλλιας Παπαδάκη είναι ένα πολιτικό βιβλίο που στιγμή δεν πολιτικολογεί, ένα βιβλίο για την αποτυχία και την ματαίωση που εξισορροπεί την θλίψη με το χιούμορ. Και ταυτόχρονα είναι ένα βιβλίο βαθιά ποιητικό, όχι μονάχα επειδή πάλλεται σ’ έναν ακατασίγαστο ρυθμό, αλλά και γιατί συμπυκνώνει στην εικόνα του πιο εφήμερου και ίσως του πιο όμορφου σχηματισμού της φύσης, της χιονονιφάδας, το αναπόφευκτο τέλος κάθε ομορφιάς, κάθε ονείρου, κάθε ανάμνησης. Αλλά αν ολόκληρο το μυθιστόρημα είναι ένας δενδρίτης μεγάλης ομορφιάς, έτσι συμμετρικά και ευφάνταστα που αναπτύσσει τους πολλούς του κλάδους δεν έχει ευτυχώς τη μοίρα της χιονονιφάδας να λιώσει δίχως ίχνος. Το σημάδι που θ’ αφήσει το βιβλίο της Κάλλιας Παπαδάκη θα είναι ανεξίτηλο.

 

 

 

Κατερίνα Σχινά

Δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει βιβλία των Τόνι Μόρισον, Φίλιπ Ροθ, Ίαν ΜακΓιούαν, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Τζορτζ Στάινερ, Τζόις-Κάρολ Όουτς. Kυκλοφορεί το βιβλίο της, Καλή κι ανάποδη.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά