Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Τα Καλάβρυτα και οι κληρονόμοι του τραύματος

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχία Τεύχος 60
14 Δεκεμβρίου 1943, Καλάβρυτα. Γυναίκες που επέζησαν θρηνούν τους νεκρούς άντρες τους, που εκτελέστηκαν από άντρες του γερμανικού στρατού κατοχής.  14 Δεκεμβρίου 1943, Καλάβρυτα. Γυναίκες που επέζησαν θρηνούν τους νεκρούς άντρες τους, που εκτελέστηκαν από άντρες του γερμανικού στρατού κατοχής. Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος

 Μαρία Στεφανοπούλου, Άθος, ο Δασονόμος. Μυθιστόρημα, Το Ροδακιό, Αθήνα 2014, 284 σελ.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1943, γερμανικά στρατεύματα εισβάλλουν στα Καλάβρυτα, συλλαμβάνουν όλους τους άντρες και, αφού λεηλατήσουν τις περιουσίες και καταστρέψουν το χωριό, το απόγευμα εκτελούν όσους έχουν συλλάβει. Η θηριωδία των δυνάμεων κατοχής αλλά, κυρίως, τα πάθη των επιζησάντων είναι το θέμα ενός πολύ ενδιαφέροντος μυθιστορήματος, που δεν βολεύεται με τα κλισέ της γραφής και τους κοινούς τόπους μιας μεταγενέστερης «εθνικής» ανάγνωσης του δράματος. [ΤΒJ]

 «Κοιτάζοντας έξω ονειρεύεται, κοιτάζοντας μέσα του αφυπνίζεται» (σ. 243).

 

Στο μυθιστόρημα της Μαρίας Στεφανοπούλου, Άθος, ο Δασονόμος, ξετυλίγεται η ιστορία του εγκλήματος των γερμανών κατακτητών εις βάρος του άμαχου πληθυσμού, στα Καλάβρυτα, στις 13 Δεκεμβρίου 1943, ιδωμένη και διαφωτισμένη από πολλές οπτικές γωνίες, μέσα από τα πρόσωπα το βιβλίου. Το καθένα από αυτά εκφράζει τη δική του εκδοχή για τη μαζική εκτέλεση και την επίδρασή της, επηρεασμένη από την ηλικία, το φύλο, τη θέση, την άμεση ή την έμμεση σχέση με το βίωμα, ενώ ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία ενός συλλογικού βιώματος, το οποίο προκάλεσε ένα ή πολλαπλά ψυχοκοινωνικά τραύματα, να μεταλαμπαδεύεται σε βάθος χρόνου από τη μία γενιά στην άλλη, φτάνοντας έως το σήμερα. Η αλληλουχία αυτή εντοπίζεται κυρίως ανάμεσα σε γυναίκες, καθώς οι άντρες από 15 έως 65 ετών εκτελέστηκαν, πέραν ελαχίστων από τύχη επιζώντων, και έτσι υποδηλώνονται η απουσία και η επιβεβλημένη μοναξιά που κυριαρχούν στη ζωή τους.

Το πολυσύνθετο τραύμα ξεδιπλώνεται μέσα από διαδοχικές «μαρτυρίες», περιπλεγμένες σε μία ιστορία στην οποία διαγράφεται ή καταγράφεται η κοινή μοίρα, κατά κανόνα των επιζώντων και των απογόνων τους: ο πατέρας, ο δασονόμος Άθος, που χάνει το γιο του μαζί με όλους σχεδόν τους άντρες της κοινότητας, όντας έναν από τους 13 επιζώντες, έγινε ένα φάντασμα, βυθισμένο στην ενοχή, ακριβώς επειδή επέζησε· η μητέρα, η γυναίκα του Άθου, η Μαριάνθη, που ανοίγει νοερά έναν γυναικείο κύκλο διαιώνισης του τραύματος, ο οποίος μεταλλάσσεται και εξελίσσεται χωρίς να ξεθωριάζει ακριβώς στην πορεία του χρόνου και από γενιά σε γενιά, χάνει το ένα της παιδί, το Γιάννο, και τον άντρα της, καταλήγοντας για χρόνια χωρίς στήριγμα να μεγαλώνει μόνη το παιδί που της απέμεινε· η κόρη, η Μαργαρίτα, η οποία στο χαμό του αδελφού της αντιδρά με μία φαινομενική ψυχρότητα, μεταφρασμένη σε άρνηση και μηχανισμό απώθησης, αποκτά μια συγκρουσιακή σχέση έλξης - απώθησης με τον απόντα πατέρα της· η εγγονή του Άθου, η Λευκή, που μένει νωρίς και εκείνη χωρίς πατέρα, θέλει επίμονα να μάθει τι συνέβη, αποκαθιστώντας τη σχέση της με την προσωπική ιστορία και προϊστορία της· η δισέγγονη του Άθου και της Μαριάνθης, η κόρη της Λευκής, Ιοκάστη, βιώνει χρόνια αργότερα το τραύμα, προβεβλημένο αρχικά στην επισκιασμένη από το παρελθόν σχέση της με τη μητέρα της και στην απουσία πατέρα - αντρικού προτύπου από τη ζωή της· ο Γερμανός Κουρτ Λέχνερ, ο λιποτάκτης πρώην στρατιώτης της Βέρμαχτ και συμπτωματικά επιζών από τα προηγηθέντα (7 Δεκεμβρίου συνέβησαν και εντοπίστηκαν από τους Γερμανούς στις 11 του ίδιου μήνα) αντίποινα των ανταρτών, όταν απέτυχαν οι διαπραγματεύσεις ανταλλαγής αιχμαλώτων, επιστρέφει ως γιατρός το 1948, φροντίζοντας μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού· η Γερμανίδα Ίνγκε Μπραμς –βασίζεται στο πραγματικό πρόσωπο της EhrengardSchramm, που μεταπολεμικά πραγματοποίησε αποστολές υποστήριξης των επιζησάντων από τις γερμανικές βιαιοπραγίες− φέρει τη συλλογική ενοχή για τη χιτλερική θηριωδία, της οποίας την πολυδιάστατη επίδραση στην Ελλάδα αρχίζει σταδιακά να κατανοεί· και πολλοί άλλοι.

Οι χαρακτήρες, που εν πολλοίς είναι εμπνευσμένοι από πραγματικά πρόσωπα, αντιπροσωπεύουν τον αγώνα των γενεών για αποκατάσταση της μνήμης και αντικατοπτρίζουν όσες πολυσύνθετες αποχρώσεις αποκτούν τέτοια ειδεχθή γεγονότα στον ανθρώπινο ψυχισμό, μπολιάζοντας την πορεία της ιστορίας με ψυχοκοινωνικά τραύματα. Οι σχέσεις εξ αιτίας αυτών αποδιαρθρώνονται στον πόνο, ο καθένας αποτραβιέται στον εαυτό του, στη μοναξιά του, σαν πληγωμένο αγρίμι, ηθελημένα ή και εξαναγκασμένα, όποτε αποξενώνονται οι άλλοι, βουτηγμένοι στον δικό τους πόνο. Ίδια λαβωμένα πουλιά, ψάχνουν τα αίτια, επιδιώκουν την απόδοση ευθυνών οπουδήποτε, ώστε να βρει προσωρινό αποκούμπι η πληγή, χωρίς έτσι να λυτρώνεται, γιατί η επιθυμία εκδίκησης, ο μηρυκασμός των πεπραγμένων, η ασίγαστη δίνη και οδύνη της οργής διεγείρουν το μίσος και πυροδοτούν ατέρμονους κύκλους βίας και άκαρπης μεταβίβασης ευθυνών. Άλλοτε, πάλι, οι εσωτερικά λαβωμένοι αναμένουν υπομονετικά, σαν ήρεμες δυνάμεις, τον καιρό και τα σημάδια του να φωτίσουν το μονοπάτι διεξόδου από τον σκοτισμένο λαβύρινθο του νου.

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑ

Ο Άθος, το κεντρικό πρόσωπο, πραγματικά και συμβολικά, αποτελεί μία ιδέα, λειτουργώντας ως σταθερό σημείο στη μέση της θύελλας, που μαγικά εξισορροπεί τα πάντα, επαναπροσδιορίζεται και προσανατολίζεται ακόμα και στο σκοτάδι. Είναι εκείνος, που, ενώ γνωρίζει, «επιλέγει» να μη θυμάται, έως ότου ανασυνταχθεί εσωτερικά. Επιλέγει επίσης ειρηνικούς τρόπους δράσης, συντρέχοντας όποιον τον έχει ανάγκη, γιατί αρνείται συνειδητά τον εμφύλιο σπαραγμό. Η συγγραφέας φτιάχνει στο πρόσωπο του Άθου έναν ιδεατό, έναν σχεδόν αδύνατο χαρακτήρα, με τόσο πραγματικά όμως υλικά πλασμένο, που αποκτά αναντίρρητα πνοή, ξεκολλώντας από το χαρτί και ως «νεκροζώντανο» αερικό ζει ανάμεσά μας, καταλήγει ακόμα να μας κατοικεί. Γίνεται, έτσι, κομμάτι συνειδησιακό, σαν απραγματοποίητη ευχή ή μη ακόμα πραγματοποιημένη, καθώς αντιπροσωπεύει εν μέρει την, αλύτρωτη ως προς τη δυναμική ομαλότητα, ιστορική συνέχεια, και για αυτόν το λόγο ανασταίνεται.

Τα πρόσωπα έχουν πολλά κοινά σημεία συνάντησης, με κεντρικό άξονα τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα αλλά και το αμάλγαμά τους στο ασυνείδητο όσων χαρακτήρων μελλοντικά τα φέρνουν στη μνήμη. Στις ζωές των γυναικών, πιο συγκεκριμένα, γίνεται σαφής η ατέρμονη αλυσίδα της σκιάς. Η Μαριάνθη μεγάλωσε στη σκιά του πατέρα της, ο οποίος έχασε την όρασή του, και μετά του δάσους που κατάπιε τον άντρα της, Άθο. Η Μαργαρίτα, η κόρη της, βρέθηκε για τη δική της κόρη Λευκή στη σκιά της μητέρας της Μαριάνθης, με το σκεπτικό ότι ήταν μικρή όταν συνέβησαν τα γεγονότα και δεν τα αντιλήφθηκε επαρκώς. Δεν της αναγνώριζε, στην αρχή τουλάχιστον, το γεγονός ότι είχε υπάρξει παιδί του πολέμου και γι’ αυτό έχει το δικό της μερίδιο στο συλλογικό τραύμα. Η Λευκή, η κόρη της Μαργαρίτας, ζει επίσης στη σκιά του παρελθόντος που τη στοιχειώνει. Ο κάθε ήρωας, όμως, του βιβλίου αντιπροσωπεύει εν δυνάμει με την ανάπτυξή του την ιστορία πολλών ανθρώπων, ταλανισμένων από ανάλογα δεινά του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και στη συνεχεια του Εμφυλίου.

Η απουσία, επίσης, των αντρών είναι έντονη, παραπέμποντας στους σκοτωμένους, στα αντίποινα των Γερμανών στα Καλάβρυτα. Οι πιο πολλές γυναίκες διαμορφώνουν τη ζωή τους βάσει αυτής της απουσίας και μένουν μόνες, είτε γιατί ο πατέρας τους σκοτώθηκε ή πέθανε νωρίς είτε γιατί ο άντρας τους βρήκε ανάλογο τέλος ή γιατί τις εγκατέλειψε. Οι άντρες αποτελούν πιο πολύ ιδέα μέσα από την τόσο ισχυρή απουσία, που νοείται ως παρουσία. Οι γυναίκες του μυθιστορήματος κλείνουν έναν κύκλο, που θα μπορούσε να λειτουργεί ως ευσεβής πόθος εκ μέρους της συγγραφέα, για να ανοίξουν άλλοι, νέοι, πιο αισιόδοξοι. Και ο κύκλος αυτός είναι φορτισμένος με την τρυφερότητα της μάνας, την παρόρμηση της νιότης, την πληρότητα, όπως όταν η ζωή και η ψυχή ολοκληρώνονται και ημερεύουν βρίσκοντας τη θέση τους στην τάξη των πραγμάτων, νοερά και αληθινά. Έτσι, μέσα από τον κύκλο της απουσίας που τις επισκίασε, οι γυναίκες καταφέρνουν στο τέλος, η μία μέσα από την άλλη ή η κάθε επόμενη καλύτερα και διαφορετικά από την προηγούμενη, να εκπέμψουν το δικό τους φως, νοηματοδοτώντας το κενό της επιβεβλημένης απουσίας και, για κάποιες, της επιλεγμένης μοναξιάς, που αποκτά ξέχωρη οντότητα, κατακτώντας την απελευθέρωση από τα στεγανά του φόβου και, τελικά, τη σοφία. Η γυναίκα φέρει τη ζωή και νικάει εν ζωή το θάνατο γεννώντας· η αναγέννηση και η συνέχεια της μνήμης ανθοφορούν και διαιωνίζονται στην κοινή μήτρα του συγγενικού γυναικείου κύκλου, διευρυνόμενες και πέραν αυτού. Η αναγκαία συνύπαρξη των αντιθέτων για την επίτευξη της αρμονίας, ωστόσο, επικρατεί ως ιδέα, της αρσενικής και της θηλυκής δύναμης, του φωτός και της σκιάς, του καλού και του κακού, της ζωής και του θανάτου, όπου το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο, δεν φτάνει στο απόγειο του σκοπού της ύπαρξής του, δεν ολοκληρώνει από μόνο του την πορεία, για να καρπίσει η όποια ισορροπία μένει ή μέλλεται να φανεί στο χρόνο.

Στο μυθιστόρημα η συγγραφέας καταπιάνεται με μία ποικιλία συναισθημάτων και καταστάσεων που περιβάλλουν τον πυρήνα του θέματός της, προκύπτοντας από εκεί. Ένα από αυτά είναι η ενοχή των επιζώντων, η οποία γίνεται εξαιρετικά εμφανής στο πρόσωπο του Άθου. Μια ανάλογη ενοχή τού «γιατί να επιζήσω εγώ και όχι οι άλλοι» εκδηλώνεται ως καταδυναστευτική αντίδραση σε άτομα που υπέστησαν την επίδραση ισχυρών συλλογικών ψυχοκοινωνικών κλονισμών, όπως συνέβη σε επιζώντες των χαρακωμάτων του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, σε επιζώντες του Ολοκαυτώματος, σε επιζώντες των καταδικασμένων σε θάνατο από έκτακτα στρατοδικεία φυλακισμένους και εξόριστους του Εμφυλίου, σε επιζώντες άλλων εμφύλιων πολέμων παγκοσμίως, σε επιζώντες πολύνεκρων δυστυχημάτων, ναυαγίων, για παράδειγμα, και αλλού. Στην περίπτωση που παρουσιάζεται εδώ, ο Άθος ταλανίζεται από την ενοχή, αναζητώντας καταφύγιο σε ό,τι καλύτερα γνωρίζει και τον λυτρώνει, χωρίς να τον πληγώνει, όσο μπορούν οι άνθρωποι να το καταφέρουν, για να επανασυνδεθεί με τον εαυτό του και με τον κύκλο της ζωής όσο το τραύμα κοχλάζει και η μνήμη του παραπαίει: στη φύση.

Η μνήμη και η θεραπεία της αποτελούν, επιπρόσθετα, κεντρική θεματική, που αφορά τόσο την υγιή εξέλιξη του ατόμου όσο και της κοινωνίας. Η Λευκή, για παράδειγμα, γίνεται αναισθησιολόγος, μία θεραπεύτρια που προσπαθεί να απαλύνει τον πόνο των άλλων και για λίγο τον εξαφανίζει, προκειμένου να χειρουργηθούν. Την ίδια στιγμή, η αναισθησία, ο μικρός θάνατος αυτού του δίχως όνειρα ύπνου, δρα παρενθετικά για τη μνήμη που για λίγο απενεργοποιείται. Αλλά πρόκειται για μια διαδικασία αναγκαία, πρόσκαιρη και ωφέλιμη για την επέμβαση, τη θεραπεία και την αποθεραπεία. Ένας φαινομενικός θάνατος, ενώ ο άνθρωπος παραμένει ζωντανός ή υποβάλλεται σε αυτόν για να ανανήψει, διαφεύγοντας από τον βιολογικό θάνατο. Και η απώλεια της μνήμης είναι ένας μικρός θάνατος, υπάρχει πόνος ασυνείδητος που την προκαλεί, ό,τι συμβαίνει στον Άθο. Όσα δεν πρόλαβε το συνειδητό να απορροφήσει και να επεξεργαστεί, γιατί το υπερέβαιναν, τα απωθεί, μέχρι να μπορέσει να σηκώσει το βάρος τους, ώστε σταδιακά να τα ανακαλέσει. Αυτή είναι μία φυσική διαδικασία αυτοθεραπείας έως ένα βαθμό, αν δοθεί ο κατάλληλος ψυχικός χώρος. Άλλοτε, πάλι, η μνήμη απονευρώνεται εξ αρχής ή παραμορφώνεται αργότερα, διυλισμένη μέσα από μεταγενέστερα ερεθίσματα τα οποία της υπαγορεύουν τις εικόνες και τη σχηματοποιούν. Το φλέγον ζήτημα σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι η ανακίνηση της θεραπευτικής διεργασίας και η σωστή διαχείριση της θεραπευμένης μνήμης από το μετατραυματικό σοκ, για την ανάπτυξη της ανθεκτικότητας των ατόμων και γενικά του κοινωνικού συνόλου.

 

ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΕΣ

Στο βιβλίο θίγεται συνακόλουθα και το ζήτημα της εκμετάλλευσης της ιστορικής μνήμης και των τόπων μνήμης με πολιτική σκοπιμότητα, όταν χρησιμοποιούνται απροκάλυπτα και ανήθικα ως λάβαρο, ενώ υπό μία πιο σφαιρική αντίληψη θα μπορούσαν να αποτελούν την πευκοβελόνα σε ένα δάσος παρόμοιων περιπτώσεων, με διαφορές και αναλογίες. Γίνεται, ακόμα, η διάκριση ανάμεσα στα εγκλήματα πολέμου εναντίον του άμαχου πληθυσμού από τις δυνάμεις κατοχής και στη συνειδητή θυσία μαχητών που πολεμούν εναντίον του κατακτητή για την υπεράσπιση της πατρίδας. Αν δεν γίνει κατανοητή αυτή η διαφορά, όπως και το γιατί συμβαίνει το έγκλημα ή ποια είναι η σημειολογία του σε σχέση με το παρελθόν και το παρόν, μπορεί να αρχίσει ή να συνεχιστεί ο επαναληπτικός κύκλος εγκλημάτων. Από την άλλη, όταν κάποιος επικεντρώνεται περίκλειστα και στείρα στον πόνο του, χάνει την επαφή με το παρόν, με τους γύρω του, με τη ζωή, προοδευτικά και με τον εαυτό του, ενώ εγκλήματα συνεχίζουν να διαπράττονται και ο ίδιος δεν αποφέρει σε κανέναν ωφέλεια, ούτε στον ίδιο, αν εγκαταστήσει μόνιμα στη συνείδησή του την άγονη επιλεκτική αποσιώπηση ή το μίσος. Σε αυτή τη λογική το έγκλημα δεν προκαλεί καμιά εντύπωση, θεωρείται φυσικό επακόλουθο ή, ακόμα χειρότερα, μπορεί να προκληθεί από τα πρώην θύματα ή από όσους έμαθαν να επαναπαύονται στη θυματοποίηση του εαυτού τους, μετατρεπόμενοι εν συνεχεία οι ίδιοι σε θύτες. Και κάπως έτσι μπορεί να βρει ερείσματα ένας εμφύλιος, με θύτες και θύματα σε εναλλασσόμενους ρόλους από την κάθε πλευρά.

Θίγεται, επίσης, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση, την οποία διαταράσσει ο σύγχρονος τρόπος ζωής, επηρεάζοντας τη σχέση του με τον εαυτό του, με το συνειδητό και με το ασυνείδητό του, εκφυλίζοντας λίγο λίγο ό,τι θεωρείται και είναι φυσικό. Οι ρυθμοί τότε αλλάζουν, τόσο για τη ζωή όσο και για το θάνατο, εφ’ όσον διαφοροποιείται η προσέγγισή του, η αποδοχή του σχεδόν ακυρώνεται και η δυσκολία προσαρμογής στην ιδέα του διογκώνεται, καθώς διαρρηγνύεται ο εσωτερικός διάλογος, ο εσωτερικός φυσικός ρυθμός εν τέλει και ο άνθρωπος παραμένει αμύητος και αποξενωμένος μέσα και γύρω από τις τεχνητές κατασκευές του. Σημείο αναφοράς σε όλα αυτά αποτελεί επιπλέον και ο όχι τόσο παράδοξος παραλληλισμός της φύσης με το χρόνο και τη μνήμη, με το παρελθόν και το παρόν, καθώς σε πρακτικό επίπεδο οι συνθήκες μεταπολεμικά άλλαξαν, όταν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού διαμόρφωσε το κύμα της εσωτερικής μετανάστευσης, κατευθυνόμενο στις πόλεις. Έτσι το παρελθόν και το παρόν δεν λειτουργούν μόνο ως ιστορική μνήμη βάσει γεγονότων και βιωμάτων, αλλά υπενθυμίζουν και τον εκβιασμό της φυσικής κατάστασης, που επισπεύστηκε με αντιδραστικές κάθε είδους παρεμβάσεις. Αυτές καθιέρωσαν συνεπώς ό,τι στο μέλλον διεστάλη ως μία εγκατεστημένη κανονικότητα, γιατί δεν εκβιαζόταν πλέον μία μόνο στιγμή, αλλά τόσα χρονικά σημεία, παραταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, που συνέστησαν την επιβεβλημένη ευθυγράμμιση ολόκληρων χρονικών περιόδων. Τώρα πια ο εκβιασμός της μίας στιγμής περνά απαρατήρητος, κάτι που δεν ίσχυε όταν ο άνθρωπος συνομιλούσε ακόμα αρμονικά με τον περιβάλλοντα χώρο. Η φύση μπορεί, λοιπόν, να γίνει καταφύγιο, σωτηρία, ενώ ο άνθρωπος παράλογα την εχθρεύεται ή την καταστρέφει, καταστρέφοντας τον εαυτό του.

Τα στοιχεία της φύσης, επομένως, είναι διαρκώς παρόντα και ταυτίζονται με τους ήρωες. Το χιόνι αγκαλιάζει, για παράδειγμα, τον Άθο, τον βοηθάει μάλιστα να διαφύγει από τον εχθρό, ακολουθώντας τα χνάρια ενός ζώου. Στο χιόνι διαφαίνεται και το τραύμα της ενοχής του, στο πρόσωπο της προσωρινής του αμνησίας από το μετατραυματικό σοκ, που εκμηδενίζει τις αποστάσεις, εξαφανίζοντας τα μονοπάτια, εκεί όπου όλα μοιάζουν ένα και οι διαδρομές συγχέονται. Εκεί όπου συνειδητό και ασυνείδητο παράδοξα συναντιούνται, ψάχνοντας διέξοδο από το τραύμα, σε μία ψυχρή και θερμή την ίδια στιγμή καθαρότητα. Αν μάθεις να διαβάζεις το τοπίο, πραγματικό και εσωτερικό, αν μάθεις να περιμένεις καρτερικά, εκείνο ανοίγεται θαρρείς σταγόνα σταγόνα και σου αποκαλύπτει τα μυστικά του, σου δείχνει το δρόμο. Αν του αφήσεις χώρο να ξεδιπλώσει την αφήγησή του, δεν σ’ αφήνει να χαθείς. Γιατί στο τέλος ο πραγματικός και ο εσωτερικός χάρτης διαμορφώνονται από τον ίδιο τον οδοιπόρο των μονοπατιών. Ο Άθος έγινε πουλί, έγινε δέντρο, έγινε αέρας, νερό, έγινε ένα με το χιόνι το εξαγνιστικό, που μπορεί να κάψει σαν φωτιά χωρίς να είναι. Η Μαριάνθη, πάλι, αδυνατεί να απαλλαγεί από το μίσος που τη θρέφει και την καίει, ίδια φωτιά. Ενώ η Άσπα, η νεαρή αντάρτισσα, που μιμείται τη φωνή της κουκουβάγιας, προοιωνίζεται τον μοναχικό θάνατο των συντρόφων, ο οποίος, σαν αναγκαστική μοίρα, επαληθεύει το αδιέξοδο της συνειδητής επιλογής τους.

Το δάσος και τα δέντρα, η φύση, η αρμονία της και οι φαινομενικά δυσαρμονικές αναταραχές της, οι συσχετισμοί της με τους ανθρώπους και οι παραλληλισμοί της με τη ζωή τους παραμένουν σαν άγρυπνοι φρουροί στο επίκεντρο της αφήγησης, συνιστώντας μία οντότητα ιδιάζουσα αλλά πάντα συνδεδεμένη με το όλον, που αποφορτίζει στο μυθιστόρημα τις βίαιες και εκβιασμένες εντάσεις των ανθρώπινων πραγμάτων και ενεργειών. Το δάσος αποκαθιστά την αρμονία, υποδεικνύει το μέτρο, ακόμα και αγγίζοντας τα άκρα ή φτάνοντας τον άνθρωπο στα όριά του τον επαναφέρει στον εαυτό του, στο τέλος τον επανασυνδέει με τη μνήμη του, γαληνεύοντάς τον. Το δάσος και τα δέντρα αποτελούν άλλη μία κοινωνία ως μικρογραφία ή συμπύκνωσή της, σαν κεντρικός χαρακτήρας, ο οποίος, παρ’ ότι συνήθως αποκλείεται ή βασανίζεται από τον άνθρωπο, αυτός τον αγκαλιάζει, εφ’ όσον εκείνος το επιθυμεί. Η αντίθεση αυτή αναδεικνύεται και στην αδιάκοπη εναλλαγή ανάμεσα στον νοερό ήχο της φύσης και στον πολεμικό βόμβο, που επιφέρει τις ανθρώπινες κραυγές, πραγματικές ή εσωτερικές, συσσωρεύοντάς τες. Και συμβολίζει ενδεχομένως τις χαοτικά ανοιχτές ρωγμές στα ανθρώπινα τρίσβαθα.

Η φύση προσφέρει μαθήματα, καθώς η διαφορετικότητα ενισχύει τη βιωσιμότητα των κοινωνιών, όπως συμβαίνει και στα δάση. Αλλά, προκειμένου να ισχύσει με επιτυχία αυτή η αναλογία, χρειάζεται αυτοαποδοχή, αποδοχή, αλληλοαποδοχή, κατανόηση, και κυρίως η επιθυμία επινόησης ενός κοινού κώδικα, μίας γλώσσας επικοινωνίας. Αρκεί να υπάρχει θέληση για μία τέτοια διασύνδεση, μακριά από την ακυρωτική ορμή της άλογης οργής, μακριά από ανόσιες θυματοποιήσεις, που καλλιεργούν το έδαφος των αλλεπάλληλων κύκλων βίας και μίσους, οδηγώντας και καταδικάζοντας μονοδρομικά σε πραγματικά και υπαρξιακά αδιέξοδα. Το βιβλίο αποπνέει μία διάθεση συμφιλίωσης με τη μνήμη και με την ιστορία, διακηρύττοντας την αποτροπή του σφετερισμού τους και, τελικά, την αποφυγή της κακής διαχείρισης του τραυματισμένου εαυτού.

Πρόκειται για ένα βαθιά πολιτικό κείμενο μέσα από αλληγορίες, μεταφορές και συμβολισμούς, με επίκεντρο τη φύση, η οποία αντανακλά πολυπρισματικά την κοινωνία, τις ανθρώπινες σχέσεις και τη σχέση του ανθρώπου με την ίδια του την ύπαρξη. Μέσα από τη φύση και την (εκ)βιασμένη φυσική κατάσταση, παράδοξα ή και πολύ ομαλά, διαγράφεται η πορεία της μνήμης όσων ήθελαν να ξεχάσουν, όσων ήρθαν αργότερα και ήθελαν να μάθουν και όσων ακόμα πιο μετά χρειάστηκαν επιπλέον χρόνο, για να κατανοήσουν τις διαπλοκές των περιστάσεων, όντας πιο απομακρυσμένοι από τα γεγονότα και όντας επίσης επηρεασμένοι από όσους εξωτερικούς συστημικούς παράγοντες παρενέβαιναν πειθαναγκαστικά στην εσωτερική τους μνήμη και στις ήδη κεκτημένες εντυπώσεις, διαστρεβλώνοντάς τες. Έτσι, άλλοτε τα συναισθήματα γίνονται πέτρες μπρος στην ανάγκη για επιβίωση και άλλοτε το μυαλό σαλεύει και καταφύγιο γίνεται μία νοερή κατάσταση, εξιδανικευμένη στον κόσμο του φανταστικού, προσαρμοσμένη σε όσα σπαράγματα πραγματικότητας διασώθηκαν, τα οποία ο σαλεμένος νους αντέχει ακόμα να αναγνωρίζει.

Η συγγραφέας με θάρρος, που ενίοτε «ακούγεται» σαν ψίθυρος και άλλες φορές σαν κραυγή, επιδιώκει την κατανόηση του παράλογου στις ανθρώπινες συμπεριφορές μέσα από το συλλογικό τραυματικό βίωμα και τις ανοιχτές πληγές, ισορροπώντας έννοιες και θέτοντας όρια ανάμεσα στη θυσία και στο έγκλημα, στον ηρωισμό και στην τυφλή υποταγή, στην τιμωρία και στη στυγνή εκδίκηση, στα αίτια και στους ενόχους, στο άτομο και στην ομάδα, στο λαό και στην ανθρώπινη κοινότητα, στην ιδεολογία, το δόγμα και τη σκοπιμότητα, στο ποιος είναι ο εχθρός ‒ξένος, εσωτερικός, αδελφός, εαυτός‒, με στόχο ίσως μία κάθαρση απαλυμένη από μανιχαϊστικές απλουστεύσεις και ανάλογες ισοπεδώσεις καλού-κακού, αποφορτισμένη από εύκολες, πρόσκαιρες και επισφαλείς λύσεις, αποδεσμευμένη από τη μνησικακία και το αφοριστικό μίσος, που αδειάζουν τους ανθρώπους από την εσωτερικότητα της επεξεργασμένης μνήμης και, αναπόφευκτα, από κάθε πιθανότητα λύτρωσης. Αλλά αυτά χρειάζονται προσπάθεια, θέληση και σκέψη. Γι’ αυτό μόνο ενίοτε μέσα από τη σιωπή που κυοφορεί την υπομονή και την καρτερία, όχι την πληγωμένη σιωπή της ενοχής ή της υστεροβουλίας, μπορεί αναπόφευκτα να προκύψει ανύποπτα ή και φυσικά η λύσις.

Η συγγραφέας πραγματοποιεί έτσι έναν άθλο, σε μία προσπάθεια σφαιρικής εξέτασης του τι συνέβη, γιατί και πώς, ευρισκόμενη σε χρονική απόσταση από τα γεγονότα, η οποία διασφαλίζει αντικειμενικότητα, ακόμα κι αν υπάρχει συναισθηματική εμπλοκή. Κυρίως, όμως, υπογραμμίζει με αγωνία την ανάγκη να ξεδιαλυθούν οι σκιές και τα σκοτεινά σημεία, που πραγματικά και συμβολικά αντανακλώνται στα πρόσωπα του βιβλίου και προσφέρουν έδαφος στη δυσανάλογη και ανάρμοστη διόγκωση όσων ιδεών περιπλέκονται γύρω από τα γεγονότα. Επισημαίνει ακόμα τη σημασία τού να ξεκαθαριστούν οι αποπροσανατολισμένες εντυπώσεις και ό,τι προκαλεί το φανατισμό, που δύναται να λειτουργήσει προσχηματικά για παρερμηνείες, οι οποίες εξυπηρετούν άλλου είδους σκοπιμότητες και ξεφεύγουν από τον πραγματικό στόχο της αποδοχής, της συγχώρεσης και της λύτρωσης. Οτιδήποτε λοξοδρομεί από αυτή την πορεία τρικλοποδίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης ενός καθαρού βλέμματος στη θέαση και στην αποκωδικοποίηση του ήδη βαρέος ίσκιου της τραγωδίας.

Οι στοχασμοί της συγγραφέα μαίνονται, επομένως, σαν διαρκής ήρεμος πυρετός, αλληλεπιδρούν, πιάνουν το νήμα της σκέψης ξανά και ξανά, ξεκινώντας από λίγο διαφορετική κάθε φορά αφετηρία, επίμονα και επίπονα, υφαίνοντας το πλέγμα των καταστάσεων, προκειμένου στη συνέχεια να το προσδιορίσουν και να το αποδομήσουν, όσο αυτό είναι δυνατό και όσο τα υπάρχοντα στοιχεία το επιτρέπουν. Ίσως όχι δίνοντας οριστικές απαντήσεις, αλλά διαφωτίζοντας ό,τι συνήθως συσκοτίζεται από την κάθε είδους ισοπεδωτικά μονόπλευρη θεώρηση των πραγμάτων. Και αυτό επιτυγχάνεται, ανάμεσα σε άλλα, με τον κοινωνικό αγώνα, με την εσωτερική αντίσταση μιας διανοητικής ανησυχίας διαρκώς διεγερμένης, που δεν επαναπαύεται, δεν αρκείται σε προσωρινά δεκανίκια ή σε έτοιμα προσφερόμενα δόγματα και κατασκευές, μέχρι να λυτρωθεί με μία πραγματική απελευθέρωση.

Η ροή και ο αέρας του ποιητικού της λόγου συγκινούν αβίαστα, η βαθιά πολιτική και ανθρωποκεντρική της σκέψη προβληματίζουν, με την ωριμασμένη σιγουριά συλλογισμών, όπως καρποφορούν στο χρόνο, που κάποτε κάποτε εξεγείρονται και αγανακτούν για ό,τι διαταράσσει την αρμονία, αλλά επανέρχονται πάντα με αγάπη, τρυφερότητα και μεθοδικές αναλύσεις, απαλλαγμένοι από την όποια μονοδιάστατη, στεγνή και μυωπική αντιμετώπιση της σύνθετης ιστορικής πραγματικότητας. Η φροντίδα, λοιπόν, τοποθέτησης των γεγονότων στο πλαίσιο ενός γενικότερου ιστορικού συνόλου είναι καταφανής. Οι ατομικές αφηγήσεις και η μικροϊστορία εντάσσονται σε αυτό και το εμπλουτίζουν, δεν αποκόβονται, δεν υπάρχουν αποκλειστικά ή εν μέρει εκτός αυτού, αλλά, ενωμένες με αυτό, συνοδοιπορούν και ολοένα αλληλοσυμπληρώνονται στο χρόνο. Αναδεικνύονται, έτσι, οι άρρηκτοι συσχετισμοί των γεγονότων και των μεμονωμένων ανθρώπινων ιστοριών, οι οποίες γίνονται εν τέλει μία μία πραγματικά κατανοητές σε όλο τους εύρος μέσα από το σύνολο και όχι έξω από αυτό.

Ο αναγνώστης, ολοκληρώνοντας, βλέπει το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει μέσα από κάποιον άλλο ή μέσα σε κάποιον άλλο, όπως και η ίδια η ιστορική μνήμη, καθώς η ανάγκη για επούλωση των πληγών και για κατανόηση του τραύματος πυροδοτεί τη φαντασία, σε μία διεργασία που μεταμορφώνει το νοερό σε αυθύπαρκτη οντότητα. Το πώς μετατρέπονται έτσι ο άνθρωπος και η ιστορική πραγματικότητα σε ιδέα. Το πώς, επίσης, η απουσία γίνεται παρουσία και στοιχειώνει ή απελευθερώνει τη ζωή με τη μύηση στον πόνο, οδηγώντας στην κατάκτηση της ζωής, με την κάθαρση, με την απαλλαγή από τις νοητές σκιές και το φόβο του θανάτου, πραγματικό ή μεταφορικό. Το πώς τελικά η ζωή μπορεί να αναστηθεί, να επαναπροσδιοριστεί και να αναδημιουργηθεί μέσα από τις στάχτες της. Και τότε άνθρωποι πραγματικοί και άνθρωποι-ιδέες, με ενύπνια και όνειρα-οράματα στον ξύπνιο, που ανάλογα βιώματα τους μπόλιασαν και ο καθένας μετουσίωσε τον πόνο του διαφορετικά, επουλώνοντας ή έστω αφομοιώνοντας το τραύμα, το οποίο αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι της εμπειρικής τους παρακαταθήκης, κατάφεραν συνειδητά να εξελιχθούν σε πολυσύνθετα σύνολα, αδιαίρετα μεταξύ τους ως αναπόσπαστα μέρη του όλου.

 

 

Ιουλία Λυμπεροπούλου

Ιστορικός-αρχαιολόγος, εργάζεται ως δημοσιογράφος και ερευνήτρια.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά