Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Ένα roadtrip προς την ενηλικίωση

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία Τεύχος 60
O Βόλφγκανγκ Χέρντορφ (1965-2013). O Βόλφγκανγκ Χέρντορφ (1965-2013). Faber

Wolfgang Herrndorf, Βερολίνο, γεια, μετάφραση από τα γερμανικά: Απόστολος Στραγαλινός, Κριτική, Αθήνα 2015, 280 σελ.

 

Θα μπορούσε να είναι ένα roadtrip. Ο συγγραφέας του, ο γερμανός Βόλφγκανγκ Χέρντορφ, ήθελε να γράψει για γερμανική εκδοχή του Χακ Φιν – η μάλλον, ένα κείμενο που να αφηγείται την απόδραση από την πόλη σύγχρονων παιδιών, που διεκδικούν την περιπέτεια, ένα κράμα επιρροών από τον Μαρκ Τουέιν ή τον Έντγκατ Άλλαν Πόε. Τα κατάφερε, έφτιαξε ένα απολαυστικό αφήγημα που φαινομενικά απευθύνεται σε εφήβους, αλλά όχι μόνο – κι έγινε ο ίδιος, άθελά του, δραματικό πρόσωπο, που δεν του έμελλε να απολαύσει τη δόξα και τις βραβεύσεις. Η ελληνική έκδοση ενός πολυδιαβασμένου στην Ευρώπη βιβλίου ανέδειξε το ύφος του. Αναδημοσίευση από το τεύχος 60 του Books' Journal.

           

Πώς θα ήταν άραγε ο Χακ Φιν αν ζούσε στη σημερινή Γερμανία; Σύμφωνα με τον Bόλφγκανγκ Χέρντορφ, θα λεγόταν Μάικ και θα ήταν ένα πλούσιο, αξιαγάπητο σπασικλάκι με αδιάφορους γονείς που βαριέται πολύ, πάρα πολύ. Όλα αυτά μέχρι να βρεθεί στον δρόμο του ο καθόλου μαύρος και πολύ Ρώσος συμμαθητής του, ο Τσικ, και να τον προσκαλέσει σε ένα περιπετειώδες roadtrip. Ο δικός τους Μισσισιπής είναι η γερμανική επαρχία και το όχημά τους ένα κλεμμένο Λάντα-τι παραπάνω θα μπορούσε να ζητήσει ένας δεκατετράχρονος από τις διακοπές του;

Όπως αποδεικνύεται, τίποτα απολύτως. Έτσι οι δύο φίλοι γεμίζουν το «δανεισμένο» αυτοκίνητο κατεψυγμένες πίτσες, αποχαιρετούν το αστικό Βερολίνο των ενήλικων προβλημάτων και ξεκινούν το ταξίδι τους με προορισμό τη «Βλαχία», το πουθενά δηλαδή. Μέσα σε μία βδομάδα κάνουν νέους φίλους, μαθαίνουν να οδηγούν σε αυτοκινητόδρομο και ανακαλύπτουν τους κρυμμένους θησαυρούς της γερμανικής υπαίθρου, η οποία, όλως παραδόξως –ειδικά για εμάς τους μεσογειακούς υπερόπτες–, μοιάζει με παράδεισο. Πριν αναγκαστούν να γυρίσουν σπίτι, συνειδητοποιούν πως η ευτυχία είναι σαν να κρατάς την αναπνοή σου. Όπως εξηγεί ο Μάικ, «δεν γίνεται να κρατήσουμε για πάντα την αναπνοή μας. Μπορούμε όμως για αρκετά μεγάλο διάστημα».

 

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

Το Βερολίνο, γεια είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται άνετα από όλους, αλλά απευθύνεται κατά βάση σε εφήβους, ειδικά δε σε εκείνους που δεν είναι πολύ δημοφιλείς ή τόσο δυνατοί ώστε να καταφέρουν να αντιμετωπίσουν τις ορμόνες και τη μοναξιά τους ανεπηρέαστοι. Ίσως μάλιστα ο πρωταρχικός στόχος του είναι να τους θυμίσει πως δεν είναι μόνοι. Ο Χέρντορφ σκύβει με ευαισθησία πάνω από τα προβλήματά τους, τα μικρά και τα μεγάλα. Συζητά με χιούμορ και κατανόηση τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, το μπούλινγκ στο σχολείο, τα προβλήματα στο σπίτι και τη λαχτάρα για περιπέτεια, με την υπομονή ενός ενήλικα που έχει βρεθεί στην θέση τους και θέλει να τους διαβεβαιώσει ότι όλα θα πάνε καλά.

Η αισιοδοξία που διαπερνά τη ραχοκοκκαλιά της ιστορίας είναι μεταδοτική και ίσως αποτελεί την αιτία για την τεράστια ανταπόκριση που βρήκε τόσο στη Γερμανία, όσο και στις υπόλοιπες 25 χώρες που εκδόθηκε, πριν φτάσει στην Ελλάδα. Η φρεσκάδα στο ύφος και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο επιτρέπει στον αναγνώστη να διεισδύσει στο μυαλό του Μάικ και να δει τον κόσμο με την αφελή ματιά ενός παιδιού που καταλαβαίνει πολλά και αγνοεί ακόμα περισσότερα. Πα’ ρόλα αυτά, η ιστορία δεν γίνεται ποτέ δισδιάστατη. Η επιλογή του Μάικ να ταξιδέψει με τον Τσικ ξεδιπλώνει μπροστά του έναν κόσμο διαφορετικό από το αποστειρωμένο περιβάλλον του σπιτιού και του σχολείου. Οι αναπάντεχες συναντήσεις των δύο παιδιών γίνονται με ανθρώπους τους οποίους ένας καθωσπρέπει ενήλικας θα κοιτούσε με μισό μάτι. Ωστόσο είναι εκείνοι που βοηθούν τα παιδιά να συνεχίσουν την περιπέτειά τους, δεν θέλουν το κακό τους, δεν επιδιώκουν να τα εκμεταλλευτούν. Είναι λες και ο συγγραφέας χτυπάει το καμπανάκι του κινδύνου στους αναγνώστες του· μεγαλώνουμε παιδιά φοβικά και επιφυλακτικά με όσους δεν γνωρίζουν χωρίς λόγο, μόνο και μόνο γιατί εμείς οι ίδιοι φοβόμαστε και τη σκιά μας.

Παρ’ όλο που τέτοιες μικρές «παρατηρήσεις» εμφανίζονται κατά διαστήματα μέσα στην ιστορία, ο τόνος τους δεν είναι διδακτικός. Ο Χέρντορφ δεν επιδιώκει ούτε να συμμορφώσει ούτε να νουθετήσει κανέναν. Το ταξίδι του Μάικ και του Τσικ δεν συμβαίνει για κάποιον συγκεκριμένο λόγο και δεν αποτελεί ένα συνηθισμένο «ταξίδι ενηλικίωσης». Αντίθετα, η βδομάδα μέσα στο κλεμμένο Λάντα προκαλεί τους ήρωες να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, χωρίς όμως να χάσουν στιγμή την παιδικότητα και τον αυθορμητισμό με τον οποίο ξεκίνησαν. Τα δύο παιδιά επιλέγουν να αποδεχτούν την διαφορετικότητά τους, παρά το γεγονός ότι αυτή τους είχε αναγκάσει να ζουν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής της σχολικής τάξης.  Υπό μία έννοια, αρχίζουν να θέτουν τους δικούς τους κανόνες περί κανονικότητας. Γι’ αυτό άλλωστε, όταν στο τέλος ο Τσικ αποκαλύπτει στον Μάικ το μεγάλο του μυστικό, εκείνος το αντιμετωπίζει ως κάτι το εντελώς φυσιολογικό – σε αυτό το σημείο ο Χέρντορφ αναδεικνύει την πραγματική αξία της παιδικής φιλίας και καταφέρνει να δημιουργήσει μια σκηνή εκπληκτικά δομημένη και απρόσμενα συγκινητική.

 

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΤΡΑΥΜΑ

Παράλληλα με την ιστορία καθ’ εαυτή, το Βερολίνο, γεια διαπερνά τη Γερμανία στο χωροχρόνο. Σε πολλά γερμανικά αφηγήματα, η ιστορία της χώρας συχνά αντιμετωπίζεται ως μουσειακό έκθεμα, το οποίο δεν αγγίζεται, εκτός κι αν συνοδεύεται από διάθεση για ενδοσκόπηση. Αυτό δεν συμβαίνει στο βιβλίο του Χέρντορφ και φαντάζομαι πως είναι τουλάχιστον ανακουφιστικό για τους νεαρούς γερμανούς αναγνώστες, στους οποίους επιβάλλονται συναισθήματα ενοχής για το συλλογικό παρελθόν της χώρας σχεδόν από την ημέρα της γέννησής τους. Αντίθετα, επειδή ακριβώς ο συγγραφέας γράφει για μια γενιά που δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να αισθάνεται ένοχη, αντιμετωπίζει την σύγχρονη ιστορία της Γερμανίας ως ζωντανό οργανισμό, αποδεχόμενος την ύπαρξή της και κάνοντας πλάκα. Ο Μάικ και ο Τσικ, για να μοιάζουν μεγαλύτεροι όταν οδηγούν, φορούν μονωτική ταινία «αλά Χίτλερ» πάνω από τα χείλη και γελούν με το κατόρθωμά τους. Πόσο πιο εύκολα ξορκίζεις τα φαντάσματα του παρελθόντος αν όχι με το γέλιο;

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως το τραύμα της ναζιστικής περιόδου και ο μετέπειτα επίπονος διαχωρισμός της χώρας αντιμετωπίζονται ελαφρά τη καρδία. Η φιγούρα του γέροντα Φρίσκε, που νομίζει πως είναι κομμουνιστής, όμως στην πραγματικότητα είναι ναζί, συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο τις εναλλαγές της ιστορίας και την αυταρχικότητα, τη μία ή την άλλη, κάτω από την οποία μεγάλωσαν γενιές και γενιές Γερμανών. Κι αν αυτή δεν άφησε τα σημάδια της πάνω στους ανθρώπους, άφησε βαρύ αποτύπωμα πάνω στο σύστημα, γεγονός που δεν περνά απαρατήρητο από τον Χέρντορφ. Η γενναία αυτή προσέγγιση επαναπροσδιορίζει ανορθόδοξα τη σύγχρονη γερμανική ταυτότητα, η οποία αγκαλιάζει την ιστορική, κοινωνική και πολιτική εξέλιξη της χώρας, με τα καλά και τα κακά της. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να μιλήσει για την οικονομική κρίση, τη δυστυχία και, κυρίως, για το ρατσισμό που υφίστανται οι μετανάστες, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Ο Τσικ, ρωσικής καταγωγής, καταφέρνει να ξεπεράσει τα εμπόδια του δύσκολου γερμανικού εκπαιδευτικού συστήματος και να φοιτήσει σε ένα κανονικό γυμνάσιο. Αντιμετωπίζεται από τους συμμαθητές του σαν μέρος της ρώσικης μαφίας και, παρά το ότι χρησιμοποιεί για σχολική τσάντα μια πλαστική σακούλα και εμφανίζεται στο σχολείο μεθυσμένος, κανείς, ούτε συμμαθητής ούτε καθηγητής, δεν προσπαθεί να τον βοηθήσει. Ωστόσο, η πρόβλεψη για το μέλλον είναι μόνο θετική, αφού ο Τσικ και ο Μάικ, δύο παιδιά που προέρχονται από εντελώς διαφορετικούς κόσμους, αρνούνται να προδώσουν ο ένας τον άλλο – και, υπό μία έννοια, συμφιλιώνουν τις διαφορές που τους χωρίζουν.  

Η περιπέτεια που περιγράφεται, κάποιες φορές πολύ ρεαλιστικά, κάποιες όχι και τόσο, είναι αποκύημα της φαντασίας του Βόλγκανγκ Χέρντορφ, ο οποίος δήλωνε στην εφημερίδα FrankfurterAlgemeineZeitungτο 2011 πως είχε βάλει σκοπό να γράψει ένα εφηβικό μυθιστόρημα δρόμου το οποίο θα ακολουθούσε τα χνάρια του Μαρκ Τουέιν και του Έντγκαρ Άλλαν Πόε.

 

Η ΜΠΙΓΙΟΝΣΕ, Ο ΦΑΤΙΧ ΑΚΙΝ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ

Ο Χέρντορφ γεννήθηκε το 1965 στο Αμβούργο και ξεκίνησε την καριέρα του ως εικονογράφος. Το 2010, το Βερολίνο, γεια τον έφερε στο προσκήνιο της γερμανικής συγγραφικής σκηνής. Μετά τις διθυραμβικές κριτικές που απέσπασε, έμεινε στην κορυφή των μπεστ σέλλερ για πάνω από έναν χρόνο και χάρισε στον συγγραφέα του την πρώτη του υποψηφιότητα για το βραβείο Leipziger Buchmesse. Δυστυχώς, ο Χέρντορφ έμελλε να γίνει γνωστός για κάτι παραπάνω από την συγγραφική του δεινότητα. Διαγνώστηκε με καρκίνο του εγκεφάλου και τρία χρόνια αργότερα, το 2013, έδωσε τέλος στην ζωή του, επιλέγοντας ο ίδιος τον τρόπο που θα πέθαινε. Τα διαδικτυακό του ημερολόγιο, στο οποίο σημείωνε την ζωή του ως ασθενής, εκδόθηκε μετά τον θάνατό του σε βιβλίο, καθ’ υπόδειξή του.

Θα ήταν τεράστιο κρίμα κάποιος να φοβηθεί να διαβάσει την περιπέτεια του Μάικ και του Τσικ εξαιτίας της προσωπικής ιστορίας του ανθρώπου που τους εμπνεύστηκε. Είναι πράγματι εύκολο και κατανοητό να παρασυρθείς και να σκεφτείς πως θα είναι ένα βαρύ ανάγνωσμα, ειδικού χαρακτήρα. Έπαθα το ίδιο όταν το πρωτοείδα και δίστασα να το ανοίξω. Είχα, όπως τελικά αποδείχθηκε, εντελώς άδικο, μιας και το βιβλίο αποδείχθηκε το ακριβώς αντίθετο από ό,τι περίμενα. Αν μη τι άλλο, η γενναιότητα του Χέρντορφ αποτυπώνεται στους χαρακτήρες του. Όσο κι αν λέει ο Μάικ πως είναι «κότα», θέλει πραγματικά κότσια για να παραδεχθείς πως σου αρέσει ένα κορίτσι, πόσο δε μάλλον ότι ακούς τραγούδια της Μπιγιονσέ για χάρη της. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που ξεχυλίζει ζωή, όνειρα και περιπέτεια σε τέτοιο βαθμό που ο βραβευμένος με Χρυσή Άρκτο σκηνοθέτης Φατίχ Ακίν (κυρίως γνωστός στην Ελλάδα από το Μαζί Ποτέ και το Soul Kitchen) αποφάσισε να το γυρίσει ταινία, η οποία αναμένεται να βγει στις αίθουσες το 2016.

Η ελληνική έκδοση είναι αντάξια της γερμανικής και, εκτός του πανέμορφου εξωφύλλου, ευτυχεί από τη μετάφραση του Απόστολου Στραγαλινού, ο οποίος αποτυπώνει σχεδόν ιδανικά την διάθεση του συγγραφέα. Δεν χάνει στιγμή τον ρυθμό του πρωτότυπου κειμένου, ενσωματώνοντας έξυπνα τις ιδιοτυπίες της γερμανικής γλώσσας και τις ποπ αναφορές που επιχειρεί ο Χέρντορφ. Αν είσαι ποδοσφαιρόφιλος με ιστορικές γνώσεις πάνω στο άθλημα, θα καταλάβεις τις μπηχτές για τη Χέρτα και τον Σίμουνιτς, ενώ αν είσαι νέρντουλο, όπως εγώ, θα αναγνωρίσεις χαμογελώντας το κλείσιμο του ματιού σε κολοσσούς της geek κουλτούρας, όπως ο Πόλεμος των Άστρων και ο Χάρρυ Πότερ.

Ομολογώ ανερυθρίαστα πως έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του Χάρρυ Πότερ  πάνω από 10 φορές το καθένα και έχω περάσει ατέλειωτες ώρες προσπαθώντας να ανακαλύψω τι θα γίνει παρακάτω. Εντελώς ειλικρινά, όμως, τη λεπτομέρεια που αναφέρει ο Χέρντορφ δεν υπήρχε περίπτωση να την θυμηθώ ποτέ με ακρίβεια.   

 

 

Μυρτώ Λιαλιούτη

Δημοσιογράφος.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά