Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Οι καθημερινές μικρές μας αποτυχίες

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία Τεύχος 60
Ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ. Ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ. Φωτογραφία Αρχείου

Τι είναι Ο Αγώνας μου; Για τον νορβηγό συγγραφέα Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ ήταν μια προσπάθεια να κατακτήσει τη ζωή. Ο σκοπός του δεν ήταν να γνωρίσει τον εαυτό του, αλλά να γράψει ένα μυθιστόρημα. Και το έκανε μέσα από ένα παιχνίδι με καθρέφτες, ξεδιπλώνοντας τον εαυτό του όπως μια ρώσικη μπαμπούσκα. Κάπως έτσι έγραψε έξι τόμους. Αναδημοσίευση από το τεύχος 60 του Books' Journal, Nοέμβριος 2015.

Τους δύο πρώτους τόμους τούς διάβασα απνευστί. Εκμεταλλευόμουν κάθε κενό, έστω δέκα λεπτά εδώ κι εκεί αν δεν προλάβαινα περισσότερο, ήμουν μαγνητισμένος. Ύστερα αποφάσισα να κάνω ένα διάλειμμα. Όλοι έλεγαν, άλλωστε, ότι ο τρίτος τόμος είναι κάπως αδύναμος. Για να είμαι έτοιμος, όμως, πήγα στην Πολιτεία για να τον πάρω. Κι εκεί μου είπαν ότι είχε εξαντληθεί. Κι ότι λόγω capital controls δεν μπορούσαν να το παραγγείλουν. Επαθα πανικό. Και τώρα; Τι θα έκανα όταν θα τελείωνε το διάλειμμα; Ευτυχώς δούλεψε το Amazon. Μπορεί να κόστισε λίγο παραπάνω, αφού η δωρεάν αποστολή από μια τιμή παραγγελίας και πάνω έχει καταργηθεί, αλλά το Boyhood island ήρθε σε μια μέρα. Τώρα μπορούσα να χαλαρώσω. Να διαβάσω στα γρήγορα κανένα βιβλιαράκι, κανένα από τα fiction του New Yorker που είχαν συσσωρευτεί, και να επιστρέψω στη βασική ενασχόληση των τελευταίων μηνών.

Ετσι συμβαίνει με τον Καρλ Ούβε: κολλάς. Εθίζεσαι. Θέλεις να διηγηθείς και στους άλλους αυτά που διαβάζεις. Μπορεί να συμβαίνει επειδή ταυτίζεσαι ή επειδή κατά βάθος είσαι ηδονοβλεψίας, επειδή νιώθεις αλληλεγγύη ή συνενοχή, επειδή ζηλεύεις, επειδή συγκρίνεις ή επειδή νιώθεις λιγότερο μόνος. Πάντως κολλάς. Το έχει γενικότερα αυτό η σκανδιναβική λογοτεχνία. Ή μήπως αυτό που κάνει ο Κνάουσγκορντ δεν είναι λογοτεχνία;

 

ΞΕΔΙΠΛΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

Τι είναι Ο Αγώνας μου; Για τον ίδιο τον συγγραφέα, ήταν μια προσπάθεια να κατακτήσει τη ζωή. Όπως είπε σε μια συνέντευξη που έδωσε τον περασμένο μήνα στην ιταλικήRepubblica, στην αρχή προσπάθησε να δουλέψει με τη φαντασία, να εφεύρει πράγματα, αλλά δεν τα κατάφερε. Δοκίμασε έτσι έναν άλλο δρόμο, ίσως πιο χαζό, ίσως πιο πεζό, αλλά πολύ πιο αληθινό. Αρχισε να αφηγείται πράγματα καθημερινά, «τις μικρές μας αποτυχίες». Η ύπαρξή μας, άλλωστε, από άχρηστα πράγματα είναι φτιαγμένη. Ο σκοπός του δεν ήταν να γνωρίσει τον εαυτό του, αλλά να γράψει ένα μυθιστόρημα. Και το έκανε μέσα από ένα παιχνίδι με καθρέφτες, ξεδιπλώνοντας τον εαυτό του όπως μια ρώσικη μπαμπούσκα. Κάπως έτσι έγραψε έξι τόμους.

Αν υπάρχει μια ιδέα, ένα νήμα που τους διαπερνά, είναι χωρίς αμφιβολία η σχέση του συγγραφέα με τον πατέρα του. Το πόσο έντονη είναι αυτή η σχέση δεν γίνεται αντιληπτό από την αρχή, παρ’ όλο που ο πρώτος τόμος πραγματεύεται το θάνατο ακριβώς αυτού του πατέρα. Υπάρχει μια απόσταση, μια ψυχρότητα στην προσέγγιση του προσώπου, άλλωστε οι εμπειρίες του Καρλ Ούβε από την παιδική του ηλικία είναι φρικτές. Οσο κι αν τον τρέμει, όμως, όσο κι αν φοβάται τις εκρήξεις του, τις τιμωρίες του και την αποδοκιμασία του, άλλο τόσο επιζητεί τον έπαινο και το ενδιαφέρον του:

Ήταν χειμώνας και πήγαινα στην ενάτη. Με είχε πάει με το αμάξι στο γήπεδο του Κέβικ, εκείνος θα συνέχιζε για το Κριστιανσάντ, είχαμε αγώνα προπόνησης με μια άλλη ομάδα από το εσωτερικό, δεν τους θυμάμαι. Αμίλητοι, όπως πάντα, καθόμασταν στο αμάξι, εκείνος με το ένα χέρι στο τιμόνι, το άλλο στο παράθυρο, εγώ με τα δικά μου σταυρωμένα στα γόνατα. Τότε μου ήρθε μια ιδέα και τον ρώτησα αν ήθελε να δει τον αγώνα. Αν και, όπως του είπα, δεν το περίμενα από αυτόν. Δεν το είπα με απογοήτευση ούτε προσπαθώντας να τον πείσω να με δει ή για να του θυμίσω ότι σήμερα ήθελα όντως να δει τον αγώνα, που δεν ήταν σημαντικός αγώνας, αλλά μια διαπίστωση, δεν το περίμενα. Το δεύτερο ημίχρονο τελείωνε, και ξαφνικά είδα το αμάξι του στη γραμμή του πλάγιου πίσω από μια στοίβα χιόνι ένα μέτρο ύψος. Διέκρινα αχνά τη σκοτεινή του μορφή πίσω απ’ το τζάμι. Δεν απέμεναν παρά μόνο ένα δυο λεπτά από το παιχνίδι, ο Χάραλντ, από το πλάι, μου έκανε μια τέλεια πάσα μπροστά στο τέρμα, το μόνο που είχα να κάνω ήταν να απλώσω το πόδι μου, κι έτσι και έκανα, αλλά το αριστερό, που δεν είχα και πολύ κοντρόλ, και βρήκα την μπάλα λίγο λοξά, το σουτ βγήκε άουτ. Στο αμάξι, στην επιστροφή, εκείνος το σχολίασε. Δεν έβαλες γκολ, παρ’ όλο που είχες ευκαιρία, είπε. Όχι, είπα εγώ. Ηταν ευκαιριάρα. Δεν πίστευα ότι θα το έχανες. Όχι, είπα εγώ. Όμως, και πάλι κερδίσαμε. Πόσο; είπε εκείνος. 2-1, είπα εγώ, και τον κοίταξα για μια στιγμή, γιατί ήθελα να ρωτήσει ποιος έβαλε τα δύο γκολ. Ευτυχώς όντως ρώτησε. Εβαλες γκολ ή όχι; Ναι, είπα εγώ. Και τα δύο.

 

Ο πατέρας του Καρλ Ούβε θα πεθάνει από το ποτό, μόνος, παραιτημένος, εξευτελισμένος. Οι εικόνες που περιγράφει ο συγγραφέας από το σπίτι της γιαγιάς του είναι συγκλονιστικές, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκη αληθινές,  κάπου θολώνουν τα όρια ανάμεσα στη βιογραφία και τη λογοτεχνία. Το πάθος για το αλκοόλ, όμως, δεν θα το γλιτώσει ούτε εκείνος. Όχι μόνο θα το κληρονομήσει από τον πατέρα του, αλλά στη συνέχεια θα το διεκδικήσει κιόλας, ως ανθρώπινο δικαίωμα. Μεθάει στα πάρτυ, πετάει χάρτινα μπαλάκια στους καλεσμένους και φέρνει σε δύσκολη θέση τη γυναίκα του. Όταν όμως εκείνη τον επιτιμά, αντιδρά έντονα, φεύγει από το σπίτι, πηγαίνει στον σταθμό για να πάρει το τρένο και να φύγει από τη χώρα, ευτυχώς το τρένο αργεί και ένας αστυνομικός δεν τον αφήνει να κοιμηθεί εκεί, βγαίνει ξανά στο δρόμο, επιστρέφει, η γυναίκα του έχει τρελαθεί από την αγωνία, θα σμίξουν ξανά, θα δώσουν  ο ένας στον άλλο υποσχέσεις, θα συνεχίσουν.

Οι διαφορές ανάμεσά τους, όμως, φυσικά δεν θα εξαφανιστούν. Εκείνος θέλει να γράφει, κάποια στιγμή ανακοινώνει στη γυναίκα του ότι τις νύχτες θέλει να γράφει, εκείνη αντιδρά, θέλει να κοιμάται μαζί του, δεν τον παντρεύτηκε για να κοιμάται μόνη της, φτάνουν στα πρόθυρα του χωρισμού, εκείνη έχει δίκιο, εκείνος έχει δίκιο, πρέπει να επέλθει κάποιος συμβιβασμός. Εκείνος θέλει να πάει στο Λονδίνο με τον αδελφό του, εκείνη αντιδρά, μα δεν έχουν ταξιδέψει ποτέ μαζί, πώς είναι δυνατόν να πάει με τον αδελφό του, έχει δίκιο, αλλά έχει κι εκείνος δίκιο, έχει να δει τον αδελφό του πολύ καιρό, πρέπει να επέλθει κάποιος συμβιβασμός. Θέλουν πολύ να αποκτήσουν παιδιά. Το κουβεντιάζουν συνεχώς. Στη διάρκεια ενός καυγά, όμως, εκείνος της προτείνει να το αναβάλουν. Εκείνη τον πλησιάζει και τον χαστουκίζει. Ο Καρλ Ούβε μένει άναυδος. Δεν το πιστεύει αυτό που έγινε. Κι ούτε ξέρει τι ακριβώς νιώθει:

 

Είχα δύο ομάδες αισθημάτων για κείνη. Η μία μού έλεγε να φύγω, θέλει πάρα πολλά από σένα, θα χάσεις όλη σου την ελευθερία, θα φας όλο σου τον χρόνο μαζί της, και τι θα γίνουν όλα όσα αγαπάς, η ανεξαρτησία σου και το γράψιμό σου; Η άλλη ομάδα έλεγε, την αγαπάς, σου δίνει κάτι που οι άλλες δεν μπορούν να σου δώσουν και ξέρει ποιος είσαι. Ακριβώς ποιος είσαι. Και οι δύο ομάδες ήταν σωστές, αλλά δεν συμβιβάζονταν μεταξύ τους, η μία απέκλειε την άλλη.

 

Το άλλο πρωί θα φύγει. Και φυσικά θα γυρίσει. Ετσι θα πορευτούν οι δυο τους. Και θα αποκτήσουν τέσσερα παιδιά. Ο Καρλ Ούβε δεν θα αναζητήσει την ευτυχία, δεν έχει ψευδαισθήσεις. Την ευτυχία την άγγιξε αρκετές φορές, όταν ερωτεύτηκε και λίγο μετά, όταν πήρε βραβείο το βιβλίο του και λίγο μετά, όταν γεννήθηκαν τα παιδιά του και λίγο μετά, αλλά όχι πολύ μετά, δεν κράτησε πολύ η ευτυχία. Εξι μήνες στη μία περίπτωση, τέσσερις με πέντε εβδομάδες στην άλλη. Υστερα χάθηκε, διαλύθηκε. «Δεν είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος», είπε σε μια συνέντευξή του. «Δεν υπήρξε όμως και ποτέ σκοπός της ζωής μου να είμαι ευτυχισμένος».

 

ΟΣΑ ΤΟΥ ΕΜΑΘΕ Η ΖΩΗ

Κατέκτησε τελικά ο Καρλ Ούβε τη ζωή; Όχι. Πέρασε ωραία, ή όχι και τόσο ωραία – παραδέχεται ότι όσο έγραφε δεν είχε κοινωνική ζωή–, έβγαλε χρήματα, απέκτησε ένα κοινό φανατικών οπαδών σε όλο τον κόσμο, έκανε εχθρούς, αλλά τον στόχο του δεν τον πέτυχε. Εμαθε πάντως μερικά βασικά πράγματα:

 

Αν έμαθα ένα πράγμα όλα αυτά τα χρόνια που μου φαίνεται εξαιρετικά σημαντικό, ιδιαίτερα σε μια εποχή σαν κι αυτή, πλημμυρισμένη με τόση μετριότητα, είναι το εξής:

Μην πιστεύεις ότι είσαι οποιοσδήποτε.

Μη γαμοπιστεύεις ότι είσαι κάποιος.

Γιατί δεν είσαι. Είσαι απλώς ένα αυτάρεσκο, μέτριο, μικρό σκατό.

Μην πιστεύεις ότι είσαι κάτι ιδιαίτερο. Μην πιστεύεις πως αξίζεις οτιδήποτε, γιατί δεν αξίζεις. Είσαι απλώς ένα μικρό σκατό.

Βάλε κάτω λοιπόν το κεφάλι και δούλευε, μικρό σκατό. Τουλάχιστον τότε κάτι θα βγει. Κλείσε το στόμα σου, κράτα το κεφάλι σου χαμηλά, δούλευε και να ξέρεις ότι δεν αξίζεις τίποτα.

Λίγο πολύ, αυτό έμαθα.

Αυτό ήταν το άθροισμα όλων των εμπειριών μου. Αυτή ήταν η μόνη αληθινή κωλοσκέψη που έκανα ποτέ.

 

ΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ

Ο έκτος και τελευταίος τόμος τελειώνει με τη λογοτεχνική αυτοκτονία του αφηγητή. Η τελευταία φράση του είναι: «Είμαι ευτυχής που δεν είμαι πια συγγραφέας». Στην πραγματικότητα, όμως, ο αφηγητής δεν είναι ο Καρλ Ούβε. Αυτό που δημιούργησε είναι η εικόνα του, όχι ο εαυτός του. Κι έτσι δεν τον δεσμεύει ούτε εκείνη η τελευταία φράση. Ήδη στη Νορβηγία είναι έτοιμο ένα βιβλίο του με σύντομα κείμενα. Μιλούν για το φεγγάρι, για το σεξ, για μια οδοντόβουρτσα. Σε ποιο λογοτεχνικό είδος ανήκουν; Στο ίδιο με την αυτοβιογραφία του: κανείς δεν ξέρει. 

«Το μόνο που ήθελα ήταν να είμαι ένας αξιοπρεπής άνθρωπος», λέει ο συγγραφέας κάπου στον δεύτερο τόμο, λίγο αφού έχει χωρίσει από την πρώτη του γυναίκα και έχει μετακομίσει στη Στοκχόλμη. «Ενας καλός, έντιμος, ευθύς άνθρωπος, που θα κοιτάζει τους άλλους στα μάτια και όλοι θα ξέρουν ότι μπορούν να τον εμπιστευτούν». Αυτό, τουλάχιστον, το κατάφερε; Αυτό το απλό, το στοιχειώδες, το πέτυχε; Όχι βέβαια. Και δεν είναι καθόλου απλό, στην πραγματικότητα είναι το πιο δύσκολο απ’όλα. «Δεν ήρθαν έτσι τα πράγματα. Ημουν ένας λιποτάκτης, κι έκανα αθλιότητες. Και τώρα λιποτάκτησα ξανά».

Τότε, ο Κνάουσγκορντ είχε μόλις πατήσει τα σαράντα. Σήμερα είναι 47. Εχει λοιπόν καιρό να αναζητήσει αυτή την αξιοπρέπεια, αυτή την εμπιστοσύνη. Αλλά μάλλον μια χίμαιρα κυνηγάει. Το ξέρει κι ο ίδιος. Το έχει πιάσει το νόημα της ζωής. «Σύντομα θα είμαι σαράντα, κι αν γίνω σαράντα, τότε σύντομα θα γίνω πενήντα», έγραφε ήδη στην αρχή του πρώτου τόμου.

 

Αν γίνω πενήντα, τότε σύντομα θα γίνω εξήντα. Αν γίνω εξήντα, τότε σύντομα θα γίνω εβδομήντα. Και μετά τέλος. Τότε η επιτύμβια επιγραφή θα λέει: Ενθάδε κείται κάποιος που άντεξε. Μόνο στο τέλος δεν άντεξε και τα ’παιξε.

 

Ευτυχώς έχω τρεισήμισυ τόμους ακόμη.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά