Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Τα φαντάσματα της ζωής και το λογοτεχνικό έργο

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Λάκης Δόλγερας Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία Διπλά βιβλία Τεύχος 58
Ένα από τα τέρατα στο Ιερό Δάσος. Ένα από τα τέρατα στο Ιερό Δάσος. Φωτογραφία Αρχείου

Manuel Mujica Lainez, Μπομάρτσο, μετάφραση: Ντίνα Σιδέρη, διώνη, Αθήνα 2001, 628 σελ.

Το Ιερό Δάσος (Sacro Bosco), όπως το ονόμασε ο δημιουργός του, ο Πιερ Φραντσέσκο Ορσίνι, ή το Πάρκο των Τεράτων (Parko dei Mostri), όπως αποκαλείται σήμερα, βρίσκεται στο Μπομάρτσο, μικρή πόλη στο Λάτσιο, 68 χιλιόμετρα από τη Ρώμη. Η περιοχή ήταν το κέντρο της αρχαίας Ετρουρίας και είναι γεμάτη από παράξενα ευρήματα των νεκροπόλεων των Ετρούσκων. Το όνομα της είναι παραφθορά του αρχαίου polyMartium και τον 16ο αιώνα αποτελούσε δουκάτο στην ιδιοκτησία κλάδου της ιστορικής ιταλικής οικογένειας Ορσίνι.

Το πάρκο συνοδεύει μια πλούσια και πολύπλευρη βιβλιογραφία, πολύ μεγαλύτερη απ’ αυτή που συγκεντρώνει οποιοδήποτε άλλο αναγεννησιακό πάρκο της ιταλικής χερσονήσου. Έχει γίνει αντικείμενο πάμπολλων αρχαιολογικών, γεωπονικών, αρχιτεκτονικών, ιστορικών, ακόμη και φιλοσοφικών ερευνών, δημοσιευμένων σε πολλές γλώσσες. Συγχρόνως, υπήρξε πηγή έμπνευσης πολλών σύγχρονων λογοτεχνών και καλλιτεχνών. Ο Σαλβαδόρ Νταλί το επισκέφθηκε το 1948, ζήτησε να το αγοράσει και συνέβαλε στην αναγέννησή του, ενώ σχετικές επιρροές αναγνωρίζονται σε έργα του. Ο Μικελάντζελο Αντονιόνι σκηνοθέτησε σχετική ταινία μικρού μήκους το 1950. Ο Ζαν Κοκτώ, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Αλμπέρτο Μοράβια, και πολλοί άλλοι το αγάπησαν και εμπνεύστηκαν από αυτό. Είναι επίσης γνωστό ότι από ελληνικής πλευράς το επισκέφθηκαν ο Τάκης Σινόπουλος[i], oΓ.Π. Σαββίδης και η Λένα Σαββίδη, λίγα χρόνια μετά την ανακαίνισή του το 1964. Τουλάχιστον δύο λογοτεχνήματα σχετίζονται μ’ αυτό, ένα αστυνομικό[ii] και ένα ιστορικό μυθιστόρημα, γραμμένο από τον αργεντινό συγγραφέα Μανουέλ Μουχίκα Λαϊνές. Το τελευταίο θα μας απασχολήσει σ’ αυτό το σημείωμα.

 

Το ενδιαφέρον του Πάρκου των Τεράτων

Το Πάρκο των Τεράτων είναι ένας σχετικά μικρός κήπος, δημιουργημένος μετά το 1552  από τον Πιερ Φραντσέσκο , γνωστό και ως Βιτσίνο, Ορσίνι, Δούκα του Μπομάρτσο, γεμάτος γλυπτά –περί τα 60– λαξεμένα σε προϋφιστάμενα πετρώματα, άναρχα τοποθετημένα στο χώρο, με παράξενες, τερατώδεις μορφές, που μοιάζουν μυθολογικές, δίχως να μπορούν να αναχθούν σε οποιαδήποτε προϋπάρχουσα μυθολογία ή αντίληψη. Μεταξύ τους, η τεραστίων διαστάσεων μάσκα με το σπηλαιώδες στόμα, η Είσοδος στην Κόλαση, άτυπες σφίγγες, αρκούδες,[iii] άγνωστοι και άφυλοι γίγαντες, γοργόνες με φτερά ή με διπλές ουρές, ένας ελέφαντας που πάνω του έχει ένα δομημένο σπιτάκι και στο στόμα του έναν στρατιώτη, μια τεράστια χελώνα που πάνω στο καύκαλό της υπάρχει ένα γυναικείο άγαλμα, ένας πελώριος δράκος, κ.λπ.

Όλα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με το συρμό της εποχής για τη δημιουργία των κήπων. Σύμφωνα με την ClaudiaLazarro, η κυρίαρχη αντίληψη της εποχής για την τέχνη γενικά αλλά και ειδικά για το σχεδιασμό ενός κήπου είναι η εξής:

 

Ο ορατός κόσμος αντιστοιχεί με τον θεϊκά πλασμένο κόσμο· ο μικρόκοσμος αντανακλά το μακρόκοσμο. Η γνώση αυτού του κόσμου αποτελεί και γνώση του Θεού […] η φύση επίσης γίνεται αντιληπτή ως δομημένη αντανάκλαση της κοσμικής τάξης· και κατά τη μίμηση της φύσης, η τέχνη πρέπει να ακολουθεί όχι μόνο την εξωτερική εμφάνιση της φύσης αλλά και την υποκείμενη τάξη της.[iv]

 

Και η Katherine Coty συμπληρώνει:

 

Ο αρχετυπικός αναγεννησιακός κήπος μπορεί να αναγνωσθεί ως μια υπέρτατη εφαρμογή της συνάντησης της φαντασίωσης του αρχαίου κόσμου με την καλλιτεχνική δημιουργικότητα, για να παραχθεί ένα μέρος κανονικό και εξαιρετικό, όπου οι ουμανιστές, οι αρχαιολάτρεις και οι ευγενείς μπορούν να αποσυρθούν σε έναν εμπνέοντα και αναζωογονούντα αναγεννημένο Παρνασσό[v].

 

Όμως στο Μπομάρτσο, το Ιερό Δάσος απέχει πλήρως από αυτό το παράδειγμα του όμορφου κήπου που είναι φτιαγμένος για την ευχαρίστηση και την ηρεμία, από τη στιγμή που κυριαρχείται από την εσκεμμένη αποκρουστικότητα, τα τερατουργήματα και το χάος. Τα τέρατα είναι τοποθετημένα εσκεμμένα  με τρόπο που δεν μπορεί να αποτελέσει ένα σύνολο το οποίο να αφηγείται το οτιδήποτε. Γιατί συμβαίνει αυτό; Κάτω από ποιες αντιλήψεις το έφτιαξε ο δημιουργός του, ο Βιτσίνο Ορσίνι, ο αναρχικός καλλιτέχνης[vi];

Οι προσεγγίσεις που προτάθηκαν για τις επιρροές στο σχεδιασμό του Κήπου είναι πάμπολλες, ενδεικτικά μπορούμε να απαριθμήσουμε: (α) η τέχνη των  ευρημάτων του σκοτεινού κόσμου των Ετρούσκων, (β) τα σύμβολα των αλχημιστών, (γ) το ποίημα Ορλάνδος Μαινόμενος του Αριόστο, (δ) η Κόλαση του Δάντη, (ε)  το μυθιστόρημα Υπνερωτομαχία του Πολύφυλλου του Φραντζέσκο Κολόνα και (στ) το Συμπόσιο του Πλάτωνα, σύμφωνα με το οποίο η Θεία Αγάπη αποκτάται έπειτα από την κατάβαση σε ένα είδος κόλασης, πράγμα που παριστά το πάρκο[vii]. Υποστηρίχθηκαν  επίσης και πιο πεζές αιτιολογήσεις, όπως ότι τα πετρώματα της περιοχής σκαλίζονται μεν εύκολα γιατί είναι ψαθυρά, αλλά δεν μπορούν να αποδώσουν λεπτομέρειες που απαιτούν τα αγάλματα τα οποία υπηρετούν την έννοια του ωραίου και κατά συνέπεια επέτρεπαν μόνο τη δημιουργία χονδροειδών μορφών, ή ακόμη ψυχολογικές ερμηνείες, όπως ότι ο Ορσίνι έπασχε από κατάθλιψη μετά το θάνατο της γυναίκας του Τζούλιας Φαρνέζε[viii], εκδήλωση της οποίας υπήρξε η δημιουργία του κήπου.

Οι ιστορικές πηγές για τη δημιουργία του κήπου είναι λίγες και δεν είναι αρκετές για να απαντήσουν στο ερώτημα. Τα μόνα ιστορικά τεκμήρια  είναι οι αναφορές στην αλληλογραφία του Βιτσίνο με συγγενείς και λογίους της εποχής. Ενώ αυτή η επιστολογραφία είναι μεγάλη και εκτείνεται σε θέματα φιλοσοφικά και καλλιτεχνικά, περιέχει πολύ μικρές αναφορές για το πάρκο. 

Το θέμα παραμένει λοιπόν ανοιχτό, κατάλληλο για ποικίλες υποθέσεις που δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν αλλά ούτε και να αποκλειστούν. Ένα θαυμάσιο πεδίο για μυθοπλασία.

 

Η μυθιστορηματική απάντηση

Ο αργεντινός συγγραφέας Μανουέλ Μουχίκα Λαϊνές ήρθε να δώσει τη δική του απάντηση με το μυθιστόρημα Μπομάρτσο, έναν ποταμό 600 σελίδων που βασίζεται σε γνωστά ιστορικά γεγονότα: την ανακάλυψη νέων χωρών, τη σύγκρουση του χριστιανικού κόσμου με τον ισλαμικό για την κυριαρχία στη Μεσόγειο, τους πολέμους μέσα στον χριστιανικό κόσμο και τις συνακόλουθες λεηλασίες και καταστροφές, αλλά και στις αναγεννησιακές αντιλήψεις σχετικά με το ωραίο, την ελευθεριότητα, τον πανσεξουαλισμό, την ίντριγκα, την προδοσία, το έγκλημα και τη συνεχή εξοντωτική σύγκρουση για εξουσία.

Σ’ αυτό το φόντο, ο Λαϊνές δημιουργεί ένα μπαρόκ μυθιστόρημα με κεντρική μορφή τον Δούκα Βιτσίνο Ορσίνι. Η αφήγηση, χρονολογικά γραμμική, ξεκινά από τη γέννηση του ήρωα, και τελειώνει με τη δημιουργία του Ιερού Δάσους και το θάνατό του. Γεννιέται καμπούρης και χωλός, ένα σημαδεμένο τέρας. Ο πατέρας του, όταν τον βλέπει, αποφαίνεται ότι «τα τέρατα δεν πεθαίνουν» –αμφίσημη ρήση που τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή– ενώ ο κληθείς ωροσκόπος επιβεβαιώνει ότι τα αστέρια δεν προλέγουν κάποιο τέλος για τον γεννηθέντα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αυτή την προφητεία ως μυθιστορηματικό εύρημα, το οποίο επιτρέπει η διήγηση να κινηθεί αφ’ ενός σε πρώτο πρόσωπο από τον Βιτσίνο Ορσίνι, ενώ συγχρόνως ο ίδιος μπορεί να κάνει κρίσεις χρησιμοποιώντας πληροφορίες και αντιλήψεις επόμενων αιώνων, ενώ ο καθαυτός μυθιστορηματικός χρόνος παραμένει αποκλειστικά στην διάρκεια της ζωής του. Όμως και εδώ γίνεται μια χρονολογική παραβίαση. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, που ως πηγή έχουν τα ληξιαρχεία του Μπομάρτσο, ο Βιτσίνο γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου 1523 και πέθανε στις 28 Ιανουαρίου 1585,[ix] ενώ ο Λαϊνές μεταφέρει τη γέννηση του στις 6 Μαρτίου του 1512 και το θάνατό του το Μάιο του 1572. Οι γάμοι του με την Τζούλια Φαρνέζε επίσης μετακινούνται στο 1530, ενώ ιστορικά γιορτάζονται το 1541. Όλες λοιπόν οι ημερομηνίες μετακινούνται προς τα πίσω περί τα έντεκα χρόνια. Αυτές οι χρονολογικές αλλαγές μπορεί να γίνονται για την οικονομία του μυθιστορήματος, έτσι που να επιτρέπεται η συμμετοχή του Βιτσίνο σε γεγονότα, κατά τα οποία στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρό παιδί. Όμως τα ιστορικά γεγονότα δίνονται με καθαρότητα, ακρίβεια και εξαιρετική γνώση, σε μεγαλοπρεπές κλίμα. Λίγο ενδιαφέρει τον αναγνώστη αν είχαν σχέση με την πραγματική ζωή του ήρωα. Χρησιμοποιούνται για να φιλοτεχνηθεί το ψυχολογικό πορτραίτο του ήρωα και να εξηγήσουν την πορεία του. Ο συγγραφέας καταφέρνει να συνδυάσει εξαιρετικά τη μυθοπλασία με τα ιστορικά γεγονότα δημιουργώντας τη δική του αλήθεια. Η επεξεργασία τους είναι σαν να γίνεται πάνω σε καμβά για να παραχθούν πανοραμικοί αναγεννησιακοί πίνακες. Εκπληκτική είναι η περιγραφή της μυστικιστικής ατμόσφαιρας του Μπομάρτσο, της ελευθεριότητας των ιταλικών πόλεων στην παραφορά και το κάλλος της εποχής, καθώς και των μεγάλων συμβάντων. Χαρακτηριστική, η στέψη του Καρόλου V ως αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1530, από τον Πάπα Κλήμη VII  στην Μπολόνια. Εκεί όπου συνέρρευσαν μισθοφόροι, πρίγκιπες, δούκες, καρδινάλιοι, εταίρες, παρθένες, νεαροί δανδήδες, ομοφυλόφιλοι, κλέφτες, τσαρλατάνοι από την Ισπανία, τη Γαλλία και τις πόλεις της Ιταλίας. Ένα πολύχρωμο πλήθος που περιφερόταν στην πόλη, προσευχόταν, τσακωνόταν, γλεντούσε, κυλιόταν σε κάθε είδους κρεβάτια, δημιουργώντας μια τεράστια πολυεπίπεδη εικόνα, ρεαλιστική και ρομαντική συγχρόνως. Ένα αναγεννησιακό ταμπλό, επίσης, αποτελεί η περιγραφή της ναυμαχίας της Ναυπάκτου, δοσμένη με ρεαλισμό, αντιηρωικό πνεύμα, μεγαλοπρέπεια. Αναφορά γίνεται σε έναν άγνωστο εκείνη την εποχή πολεμιστή, τον Μιγκέλ Θερβάντες, που σώζει στη μάχη τον δούκα Βιτσίνο Ορσίνι και χάνει λίγο αργότερα το χέρι του: το πρώτο αποτελεί μυθοπλασία, το δεύτερο πραγματικό γεγονός.

Όλα αυτά μαζί με τις περιγραφές των σχέσεων των ιστορικών οικογενειών –Ορσίνι, Φαρνέζε, Μεδίκων, Γκονζάγκα, Κολόνα–, την παρουσίαση πολλών πινάκων και γλυπτών -με υψηλή αισθητική προσέγγιση- των αναφορών σε λογοτεχνήματα –Πετράρχη, Αριόστο, Αρετίνο, Γκαρθιλάσο–, των συναντήσεων με ζωγράφους, γλύπτες, λόγιους, αλχημιστές, πολέμαρχους, πάπες, αυτοκράτορες, κάνουν το βιβλίο μια πανοραμική περιδιάβαση στην ιστορία της Ιταλίας του 16ου αιώνα, ένα μεγάλο βαγκνερικού ύφους μυθιστόρημα.

 

Η ελλειμματικότητα ως μηχανισμός δημιουργίας

Πέρα από το επιτυχημένο πλέξιμο του μύθου με την ιστορική αλήθεια εκείνο που νομίζω ότι είναι το βασικό στοιχείο, ο πυρήνας του μυθιστορήματος Μπομάρτσο είναι η συγκρότηση της προσωπικότητας του ήρωα, και η εξήγηση των πράξεών του με αποκορύφωμα αυτή της δημιουργίας του Ιερού Δάσους, μέσα από την ελλειμματικότητα που της προσδίδεται. Ελλειμματικότητα που έχει ως αφετηρία την καμπούρα και τη χωλότητά του, όνειδος σε μια οικογένεια κοντοτιέρων αρχόντων. Ο πατέρας του τηρεί απορριπτική στάση απέναντί του, ο μεγάλος του αδελφός καλεί τους φίλους του στη δημόσια διαπόμπευσή του, τον ντύνουν γυναίκα και του περνούν βιαίως ένα σκουλαρίκι στο αυτί. Στα μάτια των γυναικών βλέπει περιφρόνηση και λύπη. Το στίγμα τον ακολουθεί παντού. Η οπτική του κόσμου γίνεται κάτω από αυτό το πρίσμα. Αισθάνεται σωματικό τέρας, επηρεάζεται η ψυχοσύνθεσή του με συνέπεια να γίνει και ψυχικό τέρας. Κατατρύχεται από φθόνο, κατωτερότητα, απελπισία, μιζέρια, εκδικητικότητα και, τελικά, διαστροφή και εγκληματικότητα. Διατάζει το θάνατο του νόθου αδελφού του που είναι ωραίος και έχει επιτυχίες στις γυναίκες, ενώ ο ίδιος σπάνια τα καταφέρνει στις ετερόφυλες σχέσεις, με συνέπεια να ρέπει στην ομοφυλοφιλία και τον πανσεξουαλισμό, πράγμα που το θεωρεί όνειδος. Μισεί και θαυμάζει τον πατέρα του. Συμβάλλει στο θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του. Υποψιάζεται ότι η γυναίκα του έχει σχέσεις με το μικρότερο, συγχρόνως, όμως τη σπρώχνει προς αυτή τη σχέση. Χωρίς να είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα, δολοφονεί τον αδελφό του και μόνο τότε καταφέρνει να πάει με τη γυναίκα του, όχι ως πράξη αγάπης, αλλά αντιζηλίας και εκδίκησης, ζει εφιάλτες και αντιδρά με εγκλήματα.

Υπάρχουν όμως και ανακουφιστικές σχέσεις σ’ αυτή την τραυματική πορεία. Πρόσωπο μόνιμης συμπαράστασης είναι η γιαγιά του, Νάντια Ορσίνι. Λυτρωτική επίδραση έχει ο Μπενβενούτο Τσελίνι που τον φιλάει στο στόμα, του χαρίζει ένα δαχτυλίδι της τέχνης του και τον συμφιλιώνει με την ομοφυλοφυλική του επιθυμία. Οι σατανιστικές τελετές του ακόλουθού του, Σίλβιο Νάρνι, του προσφέρουν μεγάλη αυτοπεποίθηση, πιστεύει ότι επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά ανάλογα με τις επιθυμίες του διάφορα πρόσωπα και καταστάσεις. Αργότερα, ο ζωγράφος Λορέντσο Λότο, ο γιατρός Παράκελσος, καθώς και ποιητές και λόγιοι θα γίνουν φίλοι του, θα τον στηρίξουν και θα τον μυήσουν στον κόσμο τους. Καταφέρνει λοιπόν τις δυστυχίες του σε δεύτερο χρόνο να τις κατευθύνει δημιουργικά, προστρέχοντας στο καταφύγιο των γραμμάτων και της τέχνης. Η ελλειμματικότητα του γίνεται αιτία δημιουργίας που, όπως υποστήριζε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, αποτελεί τον κεντρικό λόγο της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας[x]. Έλκεται από τη λογοτεχνία, την αλχημεία και το μυστικισμό. Η Φλωρεντία, η Βενετία και το Μπομάρτσο με τους τερατώδεις ετρούσκικους θησαυρούς στο έδαφός του είναι οι φυσικοί του χώροι.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία καταφέρνει να επεξεργαστεί  τη σχέση με τον πατέρα του. Μετά το θάνατό του βλέπει το πορτραίτο του πατέρα του που είχε χρησιμεύσει ως μοντέλο για να ζωγραφιστεί ο Άγιος Σιγισμόνδος (διπλή αναφορά του συγγραφέα στον πατέρα, ως αγίου και ως φροϋδικού προτύπου) και συλλογίζεται:

 

Τι σήμαινε αυτό το πορτραίτο; […] Ήθελε να πει πως απέναντι στην αλήθεια μας, που τη νομίζουμε μοναδική, υπάρχουν κι άλλες αλήθειες; Πως απέναντι στην εικόνα που σχηματίζουμε για ένα πλάσμα (ή για τον εαυτό μας) συντελείται η επεξεργασία πολλαπλών εικόνων που προκαλούνται από την αντανάκλαση της μιας πάνω στις άλλες και πως κάθε πρόσωπο μας αναδημιουργεί με την ερμηνεία και την κρίση του ενσωματώνοντάς μας λίγο λίγο στη δική του ατομικότητα; […] Δεν υπάρχουμε σαν ξεχωριστές και ανεξάρτητες οντότητες; Πορευόμαστε στον κόσμο μέσα από παραμορφωτικούς καθρέφτες όντας καθρέφτες οι ίδιοι; […] Να ήταν ο πατέρας μου πολύ πιο κοντά σε μένα απ’ ό,τι είχα φανταστεί, πιο κοντά στα σκοτάδια μου, στην οδυνηρή αναποφασιστικότητα μου απέναντι στις απορίες της ζωής; […] Μου έμοιαζε; Μοιάζαμε ο πατέρας μου κι εγώ; Τι τρέλα! Δεν μου το είχε πει κανείς. Κι όμως υπήρχε κάτι στη στάση, στο στραμμένο κεφάλι, στο μακρουλό πρόσωπο, στην ίσια μύτη, στη γραμμή των φρυδιών, στο ύφος, ναι αυτό ήταν, στο άπιαστο ενοχλημένο ύφος… Μοιάζαμε!

 

Συμφιλιώνεται λοιπόν με τη μνήμη του πατέρα του και εξελίσσει τις απόψεις του για τη ζωή, πράγμα που τον κάνει ικανό να συμπεριφέρεται όπως εκείνος στη διοίκηση του δουκάτου και στη διεκδίκηση προνομίων για την οικογένειά του στον αντιφατικό κόσμο της αναγεννησιακής Ιταλίας.

Όμως τα βάσανα του είναι ατελείωτα, αυτός ένας χωλός καμπούρης, αναγκάζεται να πάει στον πόλεμο μισθοφόρος, να πολεμήσει κόντρα σ’ αυτόν που τον έχρισε ιππότη, στον Κάρολο V, από τη στιγμή που η οικογένεια Φαρνέζε, με την οποία έχει συνδέσει τα συμφέροντά του, αλλάζει στρατόπεδο και συμμαχεί με το βασιλιά της Γαλλίας. Στη μάχη του Εσντίν, στο Βέλγιο, ο καλύτερός του φίλος σκοτώνεται κι αυτός συλλαμβάνεται αιχμάλωτος για τρία χρόνια, ενώ. λίγο μετά την επάνοδό του στο Μπομάρτσο, η γυναίκα του πεθαίνει.

Η δύσκολη, γεμάτη τραύματα ζωή πρέπει να ξεπεραστεί με κάτι μεγάλο. Διέξοδος η υστεροφημία, αυτή μπορεί να αναπληρώσει τις πολλαπλές ματαιώσεις. Αποφασίζει γι’ αυτό το λόγο να ζωγραφίσει, στους τοίχους του κάστρου του, εικόνες από τη ζωή των προγόνων του. Ο προσκληθείς ζωγράφος του λέει:

 

- Η ζωή της Εξοχότητας σας είναι τόσο ωραία, τόσο πλούσια, που νομίζω πως αντί να ζωγραφίζουμε την ιστορία των προγόνων της, θα έπρεπε να μας δώσει εντολή να ζωγραφίσουμε την δική της.

 

Συγκλονίζεται από αυτή την απλή πρόταση:

 

Έμεινα άφωνος, σαν να μου είχε γίνει ξαφνικά μια αποκάλυψη. […] Σηκώθηκα σαν τυφλωμένος από το πρόδηλο και στηρίχτηκα σε ένα κορμό ενός δέντρου. Επί τέλους, έβλεπα τι έπρεπε να κάνω.

 

Εκείνη τη στιγμή αποφασίζει να φτιάξει το υπέρτατο δημιούργημα της ζωής του, αυτό που θα έκανε το όνομά του αιώνιο, θα εκπλήρωνε την προφητεία της αθανασίας, το Ιερό Δάσος, ένα βιβλίο από πέτρες, που κανείς άλλος δεν μπόρεσε, ούτε σκέφτηκε ποτέ, να φτιάξει παρόμοιό του. 

Η ιδέα ότι τα φαντάσματα της ζωής αυτής της ελλειμματικής προσωπικότητας είναι υπεύθυνα για τη δημιουργικότητα του Βιτσίνο, δηλαδή η αντιμετώπιση των ψυχικών τραυμάτων μέσα από την εικονιστική αναπαράστασή τους και την αναβίωσή τους αποτελεί μια συνεκτική φροϋδική απάντηση του συγγραφέα του Μπομάρτσο στο αίνιγμα του Κήπου των Τεράτων. 

Για την οικονομία αυτής της απάντησης, η αφήγηση του Λαϊνές διαφέρει από τις ιστορικές πληροφορίες, όχι μόνο όσον αφορά τη χρονολόγηση, αλλά και από τα ίδια τα γνωστά περιστατικά της ζωής του. Δεν υπάρχουν πουθενά πληροφορίες ότι ο δούκας είχε την όποια δυσμορφία ή σωματική βλάβη (ήταν κοντοτιέρος, δηλαδή μισθοφόρος πολεμιστής στο επάγγελμα, κάτι που απαιτούσε σωματική και ψυχική ρώμη), ότι τα αδέλφια του πέθαναν από βίαιο θάνατο που οφειλόταν σ’ αυτόν (αντίθετα, υπάρχει πληροφορία ότι ζούσε και ο πρωτότοκος Τζιρόλαμο,  όταν ο Βιτσίνο έγινε αντ’ αυτού δούκας, επειδή τον είχε αποκληρώσει ο πατέρας τους, όταν αρνήθηκε να γίνει κληρικός), ότι είχε ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις (η επιστολογραφία του περιέχει μόνο λεπτομερείς ετεροφυλικές αναφορές), ότι πολέμησε στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, ότι η σχέση του με την Τζούλια Φαρνέζε ήταν αρνητική (είναι γνωστό ότι του συμπαραστάθηκε εξαιρετικά στη ζωή και στη διαχείριση του οίκου του, καθώς και στην ανατροφή των επτά παιδιών τους, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του).

Όπως όλα τα μυθιστορήματα, μοιάζει πιο πολύ να περιέχει εμπειρίες, βιώματα, και φαντάσματα του ίδιου του συγγραφέα ο οποίος πολύ αργότερα –όταν ο κοινωνικός στιγματισμός είχε αμβλυνθεί στη πατρίδα του– έγραψε τελικά ένα μυθιστόρημα με ομοφυλόφιλο ήρωα. Η καμπούρα, που προσδίδεται στον Ορσίνι, φαίνεται να συμβολίζει μια εκ γενετής ανωμαλία –όπως λογιζόταν την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο–, την ομοφυλοφιλία. Τα πάθη του Βιτσίνο παραπέμπουν στα πάθη και τις εμπειρίες του ίδιου του συγγραφέα, που ανήκε κι αυτός σε μια μεγάλη ιστορική και κοσμοπολίτικη οικογένεια, μέλη της οποίας ήταν άνθρωποι των γραμμάτων και συνιδρυτές της πόλης του Μπουένος Άιρες.

Η ιστορική πειστικότητα του μυθιστορήματος είναι υψηλή, λόγω του επιτυχημένου συνδυασμού ψυχολογικού πορτραίτου και αναβίωσης της εποχής. Όταν  ο Edmund Wilson, το 1972, έγραψε ένα κείμενο για το Μπομάρτσο, στο New York Review of Books, θεώρησε ότι όλες οι πληροφορίες του μυθιστορήματος ήταν ιστορικά τεκμηριωμένες, για να λάβει ένα γράμμα από τον Λαϊνές που τον πληροφορούσε με λύπη του ότι όλα αυτά που είχε υποθέσει ως αλήθειες για τη ζωή του  Βιτσίνο Ορσίνι ήταν κατασκευές του ίδιου, που έφθαναν ακόμη και στην ίδια την καμπούρα του δούκα.

Το μυθιστόρημα γράφτηκε στα Καστιλιάνικα το 1962 και αποτέλεσε το πρώτο έργο μια τριλογίας – τα άλλα δύο ήταν ο Μονόκερως, βασισμένο σε ένα θρύλο της μεσαιωνικής Γαλλίας, και ο Λαβύρινθος, βασισμένο σε ισπανικούς θρύλους της ίδιας εποχής.

Το Μπομάρτσο έγινε όπερα από τον AlbertoGinastera, με λιμπρέτο γραμμένο από τον ίδιο τον Μανουέλ Μουχίκα Λαϊνές , η οποία απαγορεύθηκε στην Αργεντινή από τη στρατιωτική δικτατορία. Η πρεμιέρα της δόθηκε στην Washington D.C.  το 1967.

 

 



[i][i] Οι σχετικές φωτογραφίες παραχωρήθηκαν από τον Γιώργο Ζεβελάκη εκ μέρους του Ιδρύματος Τάκη Σινόπουλου και θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου και από αυτή τη θέση.

[ii]Linda Lappin, Signatures in Stone.

[iii]Η αρκούδα ήταν εμβληματική για τους Ορσίνι  καθώς το όνομά τους προέρχεται από το λατινικό Ursusπου θα πει αρκούδα.

[iv] Claudia Lazzaro, The Italian Renaissance Garden: From the Conventions of Planting, Design, and Ornament to the Grand Gardens of Sixteenth-Century Central ltaly, (New Haven, CT: Yale University Press, 1990),σ. 8.

[v] Katherine Coty: A Dream of Etruria: The Sacro Bosco of Bomarzo and the Alternate Antiquity of Alto Lazio. A thesis submitted in partial fulfillment of the requirements for the degree of Master of Arts University of Washington, 2013.

[vi] Bredekamp, Horst. Vicino Orsini und der Heilige Wald von Bomarzo: Ein Fürst als Künstler

und Anarchist. 2 vols. Worms, Germany: Werner'sche Verlagsgesellschaft, 1985.

[vii] Il Sacro Bosco d'Amore: Communication through Desire Julie Althoff, Department of Architecture, McGill University, Montréal, November 1999. digitool.library.mcgill.ca/dtl_publish/9/30122.html,συλλέχθηκε 22/6/2015

[viii]Περισσότερες φωτογραφίες μπορεί να δει κανείς στην ιστοσελίδα του Μπομάρτσο http://www.bomarzo.net/index_en.html.

[ix] ORSINI, Vicino, Dizionario Biografico degli Italiani - Volume 79 (2013),di Alexander Koller, (ORSINI,%20Vicino%20in%20Dizionario%20Biografico%20–%20Treccani.html, συλλέχθηκε 22/6/2015).

[x]Σε συναντήσεις μας με τον Γιώργο Ζεβελάκη και τον Μανόλη Αναγνωστάκη, συχνά ο τελευταίος διατύπωνε την άποψη, ότι οι απλοί άνθρωποι πλησιάζουν τους λογοτέχνες και τους καλλιτέχνες, περιμένοντας ότι θα συναντήσουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες και απογοητεύονται από τις ανασφάλειες και τις ελλειμματικότητες που συναντούν, ακριβώς αυτό όμως είναι που κάνει τα πρόσωπα αυτά να δημιουργούν στην προσπάθεια τους να υπερκεράσουν τα προβλήματά τους. 

 

 

 

Λάκης Δόλγερας. Συγγραφέας. Βιβλία του: τα διηγήματα Ξεχασμένες Ιστορίες (2006) και τα μυθιστορήματα Μια σκοτεινή υπόθεση (2010), Η δεύτερη συνάντηση της Ελεωνόρας και του Νίκου (2012), Νικητές και νικημένοι (2013), Νεκρός στον ήλιο του Ιουλίου (2015)

 

1 σχολιο

  • θα μπορουσατε να βαλετε περισσοτερες πληροφοριες για το λογοτεχνικο εργο μιας και ειναι μερος του τιτλου.

    Συνδεσμος σχολιου
    τινα τινα Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015 13:46

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά