Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Ο Κάφκα χωρίς τα κλισέ του

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 37
Ο Κάφκα, κατά τον σημαντικό καλλιτέχνη των κόμικς, Ρόμπερτ Κραμπ. Από το άλμπουμ των David Zane Mairowitz (κείμενα) και Robert Crumb (σχέδια), Introducing Kafka, Totem Books, Nέα Υόρκη, 1993. Ο Κάφκα, κατά τον σημαντικό καλλιτέχνη των κόμικς, Ρόμπερτ Κραμπ. Από το άλμπουμ των David Zane Mairowitz (κείμενα) και Robert Crumb (σχέδια), Introducing Kafka, Totem Books, Nέα Υόρκη, 1993.

Reiner Stach, Kafka. The years of insight, μετάφραση στα αγγλικά από τα γερμανικά: Shelley Frisch, PrincetonUniversity Press, 2013, 682 σελ.

Το δεύτερο μέρος της βιογραφίας του Ράινερ Σταχ ακολουθεί έναν «κατά λάθος μοντερνιστή» από την περίοδο της ωριμότητας ως το θάνατό του. Ο στόχος στη διαδρομή είναι να φέρει στην επιφάνεια τα πολλά πρόσωπα του συγγραφέα που «δεν ήταν τίποτε άλλο εκτός από λογοτεχνία»

Αγαπητέ κύριε,

Μ’ έχετε κάνει δυστυχισμένο. Αγόρασα τη Μεταμόρφωση ως δώρο για την ξαδέλφη μου, αλλά δεν μπορεί να καταλάβει τίποτε από το βιβλίο. Το έδωσε και στη μητέρα της, η οποία επίσης δεν κατάλαβε πολλά… Τώρα απευθύνθηκαν σ’ εμένα. Θέλουν να τους εξηγήσω την ιστορία, καθώς είμαι ο μόνος στην οικογένεια με διδακτορικό. Αλλά βρίσκομαι σε σύγχυση… Μόνον εσείς μπορείτε να με βοηθήσετε. Οφείλετε να το κάνετε, καθώς εσείς με οδηγήσατε σ’ αυτήν την κατάσταση. Γι’ αυτό, λοιπόν, σας παρακαλώ να μου πείτε τι πρέπει να καταλάβει η ξαδέλφη μου απ’ το βιβλίο.

Με τιμή,

Δρ. Ζίγκφριντ Βολφ

Η απάντηση σ’ αυτή την επιστολή της 10ης Απριλίου 1917 δεν βρέθηκε ποτέ, μετά τη χαρτογράφηση του καφκικού χάους από τον αδελφικό φίλο Μαξ Μπροντ. Αλλά μπαίνει κανείς στον πειρασμό να φανταστεί το πονηρό χαμόγελο του, 34χρονου τότε, υπαλλήλου της Ασφαλιστικής Εταιρείας Εργατικών Ατυχημάτων, για το αναγνωστικό... ατύχημα που είχε προκύψει. Σε αντίθεση με άλλους φιλόδοξους ομότεχνους της εποχής του, ο Φραντς Κάφκα απεχθανόταν το ρόλο της συγγραφικής αυθεντίας: κρατούσε τις ερμηνείες του έργου για τον εαυτό του και άφηνε τους αναγνώστες στον ωκεανό των δικών τους.

Με τον τρόπο της, η επιστολή του κ. Βολφ (παρεμπιπτόντως, υπαρκτό πρόσωπο, διευθυντής τράπεζας στο Βερολίνο, με ντοκτορά στις πολιτικές επιστήμες) συμπυκνώνει κοντά έναν αιώνα «καφκολογίας», στο πλαίσιο της οποίας αναγνώστες και μελετητές έχουν κοιτάξει τον Κάφκα μέσα από το μικροσκόπιο της εβραϊκότητας, της γερμανικότητας, της σεξουαλικότητας, του μυστικισμού, του αντι-πατριαρχικού φροϋδισμού και πάει λέγοντας.

Η βιογραφία του Σταχ (που κυκλοφορεί στα αγγλικά, 130 χρόνια από τη γέννηση και 79 από το θάνατο του Κάφκα) επιδιώκει να ξεδιαλύνει τις παρερμηνείες, φέρνοντας στην επιφάνεια το συγγραφέα σαν καλειδοσκόπιο πολλαπλών ειδώλων. Δεν υπάρχει πουθενά κάτι μεταφυσικά «καφκικό». Δεν υπάρχει πουθενά ένας Κάφκα μονοδιάστατα καταθλιπτικός, αυτιστικός, προφήτης της εβραϊκής εξόντωσης ή μαθητευόμενος της ψυχανάλυσης. Σύμφωνα με μια έξυπνη παρατήρηση του Πήτερ Γκαίυ, ήταν ένας «μοντερνιστής κατά λάθος»1. Ο δεύτερος τόμος (ο πρώτος αφορούσε την περίοδο 1910 - 1915)2, παρακολουθεί τον ψηλό τσέχο εργένη καθώς μεταμορφώνεται σε αυτό που είναι:

Εγώ δεν έχω κάποιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, αλλά αντιθέτως εγώ συνίσταμαι από λογοτεχνία, δεν είμαι τίποτε άλλο και δεν μπορώ να είμαι τίποτε άλλο

Οι φίλοι του γνώριζαν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο ότι σε φράσεις όπως η παραπάνω δεν κρυβόταν το παραμικρό ίχνος υποχόνδριας μεγαλοστομίας. Η Φελίτσε Μπάουερ είχε ήδη πάρει την πρώτη ψυχρολουσία μετά τη διάλυση του αρραβώνα τους, τον Ιούλιο του 1914: πίσω από τις ομολογουμένως εκπληκτικές ρητορικές ικανότητες του Φραντς κρυβόταν η οχυρωμένη σιωπή. Η λογοτεχνία του ήταν απαραίτητη, έλεγε, όπως «η ψευδαίσθηση σ’ έναν μανιακό». Ακόμη καλύτερα, «όπως η εγκυμοσύνη σε μια γυναίκα». Με τη γραφή δεν ήθελε να φτάσει στο βυθό των πραγμάτων. Βρισκόταν ήδη εκεί, έγραψε κάποτε η Ντόρα Ντιάμαντ. Η ροή λέξεων στις επιστολές του, οι επινοημένες εικόνες (οι πόρτες, ο κύκλος, η ακτίνα, τα δωμάτια χωρίς παράθυρα, τα κατοικίδια ζώα) ήταν το τέλειο καμουφλάζ για να κρύψουν τη σιωπή (μια ιδέα που θα επιβιώσει, αργότερα, στον Χάρολντ Πίντερ).

Α’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Σ’ αυτό το βασίλειο της σιωπής, ο Φραντς Κάφκα δεν ήταν μόνος. Η έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου επέβαλε την πλήρη απομόνωση στην Πράγα, όπου έτσι κι αλλιώς ένιωθε φυλακισμένος. Όλες οι επιστολές που ταχυδρομούνταν εκτός επικράτειας ανοίγονταν και διαβάζονταν από τις αρχές λογοκρισίας. Στα σύνορα οι έλεγχοι των τρένων ήταν εξαντλητικοί, καθώς ο στρατός αναζητούσε μάχιμους πολίτες. Ακόμη και το τηλέφωνο –την παρουσία του οποίου ο Κάφκα απεχθάνεται σε όλη του τη ζωή– κόβεται με εντολή του υπουργείου Πολέμου.

Τη στιγμή που το πλάνο ανοίγει στην Πράγα του πολέμου, ο βιογράφος ξαναζουμάρει στον πρωταγωνιστή του. Είναι μια απολύτως λειτουργική τεχνική που ο Σταχ εφαρμόζει σε όλη τη βιογραφία. Για να διαβάσει τη μικροϊστορία του ήρωα, ο βιογράφος έχει ανάγκη από γενικές εικόνες. Ενώ οι στρατιώτες υποφέρουν στην πρώτη γραμμή, ο Κάφκα υποφέρει από αϋπνίες, υπερευαισθησία στην έκθεση ήχων και ημικρανίες. Ακόμη και οι ωτασπίδες που έχει παραγγείλει από το Βερολίνο δεν κάνουν δουλειά. Οι πόνοι στο στήθος έρχονται και φεύγουν, ενώ ο ίδιος αισθάνεται «ανημπόρια σε κάθε περίπτωση», «αδιαφορία και απάθεια», «κούφιος σαν κοχύλι στην παραλία». Έχοντας χωρίσει πρόσφατα από τη Φελίτσε, νιώθει απαλλαγμένος από το άγχος των δεσμευτικών αποφάσεων. Για μια στιγμή μοιάζει ακόμη και ετοιμοπόλεμος απέναντι στον πατέρα του, Χέρμαν, ο οποίος τον λούζει με χαρακτηρισμούς, όπως αχάριστος, τρελός και αλλόκοτος.

«Η αλλόκοτη συμπεριφορά δεν είναι ό,τι χειρότερο στον κόσμο», απάντησε ψυχρά, αφήνοντας σύξυλους τους γονείς του, «ειδικά όταν η κανονικότητα είναι ο Παγκόσμιος Πόλεμος»

Πέντε χρόνια αργότερα δεν θα δείξει την ίδια αυτοσυγκράτηση. Θέλει να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου για να θεραπεύσει μία εσωτερική εκκρεμότητα. Στην (ανεπίδοτη) Επιστολή προς τον πατέρα, ο Χέρμαν συμπεριφέρεται σαν γουρούνι στο τραπέζι, εκνευρίζει τους πάντες με την κλάψα για τα παιδικά του βάσανα, δεν αφήνει κανέναν να τελειώσει την κουβέντα του και βλαστημάει χωρίς λόγο. Είναι το πορτρέτο ενός οικόσιτου τυράννου. Τίποτε λιγότερο.

Αν και κρίνεται σωματικά υγιής, ο Κάφκα αποφεύγει τη στράτευση λόγω της παρέμβασης προϊσταμένων του, οι οποίοι τον θεωρούν αναντικατάστατο στη δουλειά. Ο γιος της Γιούλε, πάντως, στέλνει τη μητέρα του να αγοράσει ομόλογα πολέμου που αξίζουν 2 χιλιάδες κορώνες, και το καλοκαίρι του 1915 ξανακάνει αίτηση στρατεύσεως. Κόβεται και πάλι λόγω άνωθεν παρεμβάσεως. Σύντομα, όμως, περπατά δίπλα στους στρατιώτες της πατρίδας, όταν η υπηρεσία του επιφορτίζεται με την αποθεραπεία και επανένταξη των ανάπηρων «τεχνολογικού πολέμου». Από εκείνη την περίοδο διασώζεται και το πιο συμβατικό ίσως κείμενο που υπέγραψε στη ζωή του ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα: μία μπροσούρα ευαισθητοποίησης του κοινού, για να συγκεντρωθούν χρήματα υπέρ απόρων. Ξεκινούσε ως εξής:

Αμέσως μετά το ξέσπασμα του πολέμου ένα παράδοξο θέαμα έκανε την εμφάνισή του στους δρόμους των πόλεών μας. Ήταν ένας στρατιώτης που γύρισε από το μέτωπο. Μπορούσε να περπατήσει μόνο με πατερίτσες ή να κυκλοφορεί με καροτσάκι...

Ο Κάφκα δίνει τον δικό του πόλεμο και στο εσωτερικό μέτωπο. Επιχειρεί να επανασυνδεθεί με τη Φελίτσε και οι ημέρες που περνούν μαζί στο Μαρίενμπαντ –«το θαύμα του Μαρίενμπαντ»– περνούν στην προσωπική του μυθολογία ως ένα από τα άλυτα μυστήρια της ύπαρξης. Μαζί τους, μία σημείωση για το «ωραίο σώμα» της Φελίτσε και η παραγωγική έκρηξη της Δίκης.

Είναι η περίοδος στην οποία ενδιαφέρεται για τα ήθη της εβραϊκής παράδοσης, αλλά μέχρι εκεί. Το χάσμα μεταξύ της ηθικής της ελευθερίας στην οποία πιστεύει αυτός και της πολιτικής της ταυτότητας την οποία επαγγέλλεται ο –σχεδόν προπαγανδιστής– Μαξ Μπροντ θα μείνει αγεφύρωτο για πάντα. Η πραγματική Ιερουσαλήμ είναι το αγρόκτημα της αδερφής του Ότλα στο Τσιράου, όπου μπορεί να περιμένει το γεύμα του σ’ ένα φροντισμένο δωμάτιο. Μέχρι τη στιγμή που επιστρέφει στο δικό του «κελί», τρέμοντας από φοβία για τα ποντίκια που κρύβονται στο σκοτάδι.

ΤΣΕΧΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Στις 27 Οκτωβρίου 1918 κοιμάται ως υπήκοος της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας και το επόμενο πρωί ξυπνάει –έχοντας κολλήσει ισπανική γρίπη- πολίτης της Τσεχικής Δημοκρατίας (με πρόεδρο τον Τόμας Μάζαρυκ). Ο σταθμός τρένων Φραντς Γιόζεφ δεν υπάρχει πια. Τώρα ονομάζεται Σταθμός Γουίλσον (NadraziWilsonovo), από το όνομα του «ευεργέτη» προέδρου των ΗΠΑ, που υποστήριξε τη νέα δημοκρατία. Οι διαδηλωτές θα καταστρέψουν κάποια στιγμή και την παλιά Στήλη της Μαρίας, μπροστά από το πατρικό σπίτι. Η τοπογραφία της παιδικής του ηλικίας έχει σαρωθεί για πάντα.

Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με την παιδική φοβία της «προσγείωσης» στον κόσμο μετά τις πτήσεις στη σφαίρα του φανταστικού. Ύστερα από μακρά αλληλογραφία με τη Μιλένα Γιέσενκα, η τελευταία τον καλεί στη Βιέννη. Ο Κάφκα ταξιδεύει με ένα από τα τρένα της εποχής, που διανύουν 100 χιλιόμετρα σε τρεισήμιση ώρες. Η αγωνία του ότι εισέρχεται στην καθημερινότητα μιας σχέσης –ότι πρέπει να μιλήσει ρεαλιστικά για κάτι ποιητικό– τον κρατά άγρυπνο. Αλλά διαλύεται τη στιγμή που η Μιλένα τον αποκαλεί «Φρανκ» (ένα λάθος που δεν θα διορθώσει σε όλη τη διάρκεια της σχέσης τους).

Η 24χρονη γυναίκα με την οποία θα περάσει τέσσερις ευτυχισμένες ημέρες στα δάση της Βιέννης, έχει κάνει ήδη δύο απόπειρες αυτοκτονίας, μετρά δύο αποβολές, μία λεσβιακή σχέση και είναι φυματική. Θα την αποκαλέσει «δασκάλα» του και θα φτάσει για χάρη της στα έγκατα των προσωπικών εξομολογήσεων. Από μια σκέτη διεύθυνση πάνω στους φακέλους της αλληλογραφίας, η Μιλένα μεταμορφώνεται στη γυναίκα με τις μεγαλύτερες αξιώσεις στη ζωή του. Μόνον εκείνη μπορεί να του φωνάξει κατάμουτρα ότι δεν σκαμπάζει τίποτε από ερωτισμό (μια κατηγορία την οποία ο Κάφκα δεν αποφεύγει με την ουρά στα σκέλια) και μόνο εκείνη μπορεί να του δώσει την υπόσχεση ότι, παρ’ όλα αυτά, αξίζει να προσπαθήσουν. Ποτέ άλλοτε μία λέξη δεν κατάφερε να χωρέσει όλες τις προσδοκίες του Κάφκα από τη ζωή, λίγο πριν από την τελική απομάγευση. Όπως σημειώνει ο Σταχ, η εξιδανίκευση του Κάφκα από την πλευρά της Μιλένας τον απέκλεισε από τον κόσμο των ανθρώπων που μπορούν να αγαπηθούν.

«Δεν υπάρχει κανείς άλλος σε ολόκληρο τον κόσμο που να διαθέτει την κολοσσιαία δύναμή του: αυτή την απόλυτη, ακατάλυτη ανάγκη για τελειότητα, καθαρότητα και αλήθεια», έγραφε στις αρχές του 1921 η Μιλένα στον Μαξ Μπροντ. Καμία γυναίκα, όμως, δεν μπορεί να ζει με την ενσάρκωση της καθαρότητας.

Είναι μια αμφιθυμική σχέση που θα περάσει στο έργο του, χωρίς να το κυριεύσει. Από τη μια, ο φόβος να δίνει εξετάσεις απέναντι στη «γυναίκα» έχει ενσωματωθεί πλήρως στη νεύρωσή του. Νιώθει ανήμπορος να αποδεσμευτεί από τους κυρίαρχους μύθους της θηλυκότητας. Από την άλλη, όμως, στα εμβληματικά του έργα –και κυρίως στον Πύργο– οι γυναίκες είναι φτιαγμένες από σάρκα και οστά.  Όχι ανδρικές φαντασιώσεις φόβου και απόρριψης. Μία τέτοια γυναίκα θα αποδειχθεί η Ντόρα Ντιάμαντ, η σχέση που θα απαλύνει κάπως τον πόνο των τελευταία έντεκα μηνών της ζωής του.

Μαζί θα ζήσουν στο Βερολίνο, την αγαπημένη πόλη στην προσωπική του ονειρογραφία (σε αντίθεση με την Βιέννη, την οποία αγάπησε μόνο για σύντομο διάστημα). Στην ίδια λίστα, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ και ο Χάινριχ φον Κλάιστ είναι «οι πραγματικοί συγγενείς εξ αίματος». Στον Στρίντμπεργκ βρίσκει καταφυγή τις στιγμές της πιο βαρύθυμης μοναξιάς και στον Κίρκεργκωρ –τον «πιστό που αμφιβάλλει»– ομοιότητες με τη ζωή του (ήταν, άλλωστε, κι αυτός ένας άθρησκος εβραίος και ένας δημιουργός που είχε τοποθετήσει την τέχνη υπεράνω προσωπικών βλέψεων, όπως ο γάμος ή η κοινωνική επιτυχία). Τον γοητεύει πάντοτε ο Ναπολέων, σημειώσεις για τον οποίο κατακλύζουν τα τετράδιά του.

Αντιθέτως, απεχθάνεται να τρώει με τα χέρια, ακόμη και στις συνευρέσεις με ραβίνους της εβραϊκής κοινότητας. Όταν ερχόταν αυτή η στιγμή, εξομολογήθηκε κάποτε στον Μπροντ, «ήταν σαν να βρισκόμασταν σε μια αφρικανική φυλή αγρίων – σκέτη δεισιδαιμονία». Ο εφιάλτης του είναι τα πολύ ζεστά δωμάτια, αλλά και οι φωνές περιπλανώμενων παιδιών κάτω από το δωμάτιο, όπου γράφει. Η Φελίτσε, ειδικότερα, ξέρει πόσο τον αηδιάζει η σκηνή του πατέρα του να κανακεύει τον ανιψιό του, Φέλιξ, μέσα στο σπίτι. Ή η στιγμή που όλη η οικογένεια χάνεται «στον πάτο των γενετήσιων ζητημάτων».

Αθεράπευτα αυτοαναλυτικός, ο Κάφκα εκφράζει την εχθρότητα προς όλα τα είδη σεντιμενταλισμού. Ακόμη και η φυματίωση, άλλωστε, θα λειτουργήσει κάποτε σαν πανοπλία στην πλήρη απομόνωσή του. «Είμαι άρρωστος» σημαίνει στην πραγματικότητα «μην περιμένετε να συμμετάσχω σε οικογενειακά τραπέζια και κοινωνικές εκδηλώσεις». Είναι ένας γνήσιος εκπρόσωπος της Mitteleuropa, που τοποθετεί στον ίδιο αγωγό την αγωνία του έρωτα με την αγωνία του θανάτου. Τα Γράμματα στη Φελίτσε3 ξαφνιάζουν ενίοτε με τις συγκινητικές προσφωνήσεις του («δεν περνάει ούτε ένα τέταρτο της ώρας χωρίς να σας σκεφτώ», «το χέρι σου, Φελίτσε»), αλλά δεν παύουν να είναι η μεθοδική καταγραφή ενός «δύσθυμου, λυπημένου, σιωπηλού, ανικανοποίητου, φιλάσθενου ανθρώπου, που αόρατες αλυσίδες τον δένουν σε μιαν αόρατη λογοτεχνία…». Σε μια από τις πλέον επικίνδυνες καταδύσεις στην ψυχή του, γράφει σαν να χρησιμοποιεί νυστέρι:

ΕΣΟΧΗ

Ότι πολεμούν μέσα μου δύο το γνωρίζεις. Ότι ο καλύτερος απ’ αυτούς σου ανήκει, γι’ αυτό ειδικά τις τελευταίες ημέρες ελάχιστα αμφιβάλλω. […] Εάν με ρωτήσεις κατά πόσον υπήρξα πάντοτε ειλικρινής, μπορώ να πω ότι απέναντι σε κανέναν άνθρωπο δεν απέφυγα τόσο πολύ τα συνειδητά ψέματα ή, για να είμαι ακόμα πιο ακριβής, δεν τα απέφυγα περισσότερο απ’ ό,τι απέναντι σ’ εσένα. […] Είμαι ψεύτης άνθρωπος, είναι ο μόνος τρόπος για να κρατήσω την ισορροπία μου, το σκαρί μου είναι πολύ εύθραυστο. Εάν ελεγχθώ με βάση τον απώτατο στόχο μου, προκύπτει ότι στην πραγματικότητα δεν πασχίζω να γίνω καλός άνθρωπος και να ικανοποιήσω ένα ανώτατο δικαστήριο. […] Εγώ θεωρώ, δίχως να το φανερώνω, ότι δεν πρόκειται για φυματίωση ή τουλάχιστον δεν πρόκειται κατ’ αρχάς για φυματίωση, παρά για την ολοκληρωτική χρεοκοπία μου. Το αίμα δεν έρχεται από τον πνεύμονα, αλλά από την αποφασιστική μαχαιριά ενός μαχητή4

Καθώς ο ίδιος αντλεί έμπνευση από το νιτσεϊκό «ζην αισθητικώς», οτιδήποτε προφανές τον απωθεί, δεν χωράει στα σχεδιάσματά του. Όταν ο Γκέοργκ Χάινριχ Μέγιερ, διευθυντής στον οίκο τού Κουρτ Βολφ δίνει το σύνθημα για την έκδοση της Μεταμόρφωσης, ο Κάφκα σπεύδει να προλάβει την απεικόνιση του Γκρέγκορ Σάμσα σαν κατσαρίδα στο εξώφυλλο:

Όχι αυτό, σας παρακαλώ μην κάνετε κάτι τέτοιο…Το έντομο δεν πρέπει να φανεί πουθενά. Δεν μπορείτε να το δείξετε ούτε καν από απόσταση5

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΚΛΑΙΕΙ

Και ο βιογράφος του, όμως, είναι αλλεργικός στις προφανείς αναγνώσεις ενός νευρωτικού, υποχόνδριου, μεγαλομανούς ατόμου που κυνηγάει την ουρά του. Ο Σταχ συγκεντρώνει τα κλισέ γύρω από τον Κάφκα, για να υπονομεύσει στη συνέχεια την ισχύ τους. Δύο είναι τα κυρίαρχα: η εικόνα ενός αυτοκαταστροφικού συγγραφέα που έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και η εικόνα του δημιουργού σαν βράχου πάνω στον οποίο χτυπά η μανία ενός χαοτικού κόσμου. Στις σελίδες της βιογραφίας θα αναδειχθούν όλες οι αποχρώσεις ενός συναισθηματικού αρχείου –στο μέτρο του δυνατού- και θα στηθούν πολλές γέφυρες προς τη μεριά του καφκικού Πύργου.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι για το τέλος αφήνει μία από τις πιο γνωστές ιστορίες για τον «Κάφκα πέρα από τη λογοτεχνία». Το κοριτσάκι με την κούκλα είναι μια εικόνα κόντρα στην παγιωμένη αντίληψη για τον σκοτεινό και απόμακρο Κάφκα, ο οποίος υποφέρει μάλιστα στο τελευταίο στάδιο της φυματίωσης.

Κατά τη διάρκεια των συχνών περιπάτων του με την Ντόρα στο πάρκο του Στέγκλιτς, συναντούν ένα κορίτσι που κλαίει. Το ρωτούν γιατί είναι απαρηγόρητο και εκείνο απαντάει ότι έχασε την κούκλα του. Για να εξηγήσει την εξαφάνιση, ο Κάφκα σκαρφίζεται στο λεπτό –τι άλλο;– μια αληθοφανή αφήγηση: «Η κούκλα σου έκανε ένα μικρό ταξίδι, δεν έχει χαθεί. Το ξέρω γιατί μου έστειλε ένα γράμμα». Το κοριτσάκι τον κοιτάζει καχύποπτα: «Το έχεις μαζί σου;» τον ρωτάει. «Όχι, το άφησα στο σπίτι, αλλά θα σου το φέρω αύριο», απαντά ο Κάφκα. Με το που επιστρέφει στο σπίτι, αρχίζει να γράφει το –περίφημο πλέον– γράμμα. Την επόμενη ημέρα, όντως, συναντάει το κοριτσάκι και η κούκλα αρχίζει μια μακρά διήγηση για το πώς βαρέθηκε να ζει μέσα στο ίδιο σπίτι και πώς ξανοίχτηκε στον κόσμο για λίγο, ξεμακραίνοντας από το κοριτσάκι που πάντως το αγαπούσε πολύ.

Ύστερα από λίγες ημέρες (σσ. γράφει η Ντόρα στα απομνημονεύματά της), το κοριτσάκι είχε ξεχάσει την απώλεια του παιχνιδιού και ενδιαφερόταν μόνο για το υποκατάστατο της μυθοπλασίας. Ο Φραντς έγραφε κάθε πρόταση με τόση προσοχή στη λεπτομέρεια και λαμπερό χιούμορ, ώστε η περιπέτεια της κούκλας να γίνει κάτι σχεδόν χειροπιαστό. Η κούκλα μεγάλωσε, πήγε σχολείο και γνώρισε άλλους ανθρώπους… Το παιχνίδι κράτησε τρεις εβδομάδες. Στο τέλος σκέφτηκε πολύ και αποφάσισε να ολοκληρώσει παντρεύοντας την κούκλα.

Η ιστορία έχει ειπωθεί πολλές φορές και περνάει σαν σκηνή ανθολογίας σε όλες τις βιογραφίες του Κάφκα. Ο Σταχ τη φωτίζει πλέον σαν αποκάλυψη για τον τρόπο με τον οποίο το «Κοράκι της Πράγας» προσεγγίζει τη λογοτεχνία. Στο πρόσωπο του κοριτσιού ο Κάφκα συναντάει την ιδανική του αναγνώστρια που, όπως κι εκείνος προτιμάει την «αληθινή» ζωή της λογοτεχνίας από την πραγματική ζωή. Το περιστατικό είναι η παιγνιώδης διάθεση του Κάφκα σε μικροκλίμακα.

Η ΞΑΝΘΟΥΛΑ ΚΙ Ο ΕΒΡΑΙΟΣ

Μια λιγότερο γνωστή ιστορία των τελευταίων χρόνων παραδίδεται στους αναγνώστες από τον ίδιο τον Κάφκα:

Καθόμουν στο Βοτανικό Κήπο, μία ημέρα με ήλιο […] όταν τα παιδιά ενός θηλεοτροφείου έφτασαν κοντά μου. Ένα από τα κορίτσια, μια αξιαγάπητη ξανθούλα με μακριά πόδια και αγορίστικη σιλουέτα, μου έριξε ένα συγκρατημένο χαμόγελο, γυρνώντας προς τα πάνω τις γωνίες του στόματος και ψιθυρίζοντας κάτι. Φυσικά ανταπέδωσα το χαμόγελο με πολύ φιλικό τρόπο και έκανα το ίδιο όταν το κορίτσι και οι φίλες της επέστρεψαν. Τότε μόνο κατάλαβα τι μου είχε πει στην πραγματικότητα. «Εβραίος» ήταν η λέξη που είχε πει.

Πρόκειται για απόσπασμα επιστολής προς την αδερφή του Έλι, το 1923. Η ίδια δεν θα συνειδητοποίησε προφανώς τη σημασία του επεισοδίου, αλλά σίγουρα δεν την ξέχασε. Και οι τρεις αδελφές του εκτελέστηκαν, πολλά χρόνια μετά το θάνατο του αδελφού τους, σε θαλάμους αερίων, η Έλι και η Βάλι στο Χέλμνο, η πλέον αγαπημένη του Ότλα στο Άουσβιτς (συνοδεύοντας 1.260 παιδιά σε μια «ειδική μεταγωγή»). Στο ίδιο στρατόπεδο δολοφονήθηκε η Γιούλιε Βόριτσεκ, μία από τις τέσσερις γυναίκες με τις οποίες ο Κάφκα είχε τις πιο στενές σχέσεις στη ζωή του. Η Μιλένα Γιέσενκα πέθανε το 1944 στο Ράβενσμπρουκ, ως πολιτική κρατούμενος.

Ο Φραντς θα αφήσει την τελευταία πνοή στο σανατόριο Κήρλινγκ της μισητής Βιέννης, στις 3 Ιουνίου 1924. Η φωνή του είχε μειωθεί σε έναν ψίθυρο, ο ίδιος ζύγιζε κάτι λιγότερο από 49 κιλά, είχε οξύτατους πόνους στον λάρυγγα και ζητούσε απεγνωσμένα να πιει ένα ποτήρι κρύα μπύρα. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Πράγα και ενταφιάστηκε στις 11 Ιουνίου στο Νέο Εβραϊκό Νεκροταφείο.

Στις 6 Ιουλίου γράφτηκε η πρώτη διεισδυτική νεκρολογία από την Μιλένα στη Narodnilisty:

Έγραψε τα σημαντικότερα βιβλία της νέας γερμανικής λογοτεχνίας. [...] Είναι αληθινά, γυμνά και επώδυνα [...] γεμάτα από τη στεγνή χλεύη και την ευαίσθητη ματιά ενός ανθρώπου που είδε τον κόσμο με τέτοια ενάργεια, ώστε δεν μπόρεσε να το αντέξει...

Το 1931 ήταν η σειρά του Άλντους Χάξλεϊ να συστήσει τον Πύργο ως «ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της εποχής», ενώ αργότερα ο Αλμπέρ Καμύ και Γ.Χ. Ώντεν θα έγραφαν με ενθουσιασμό για τον πρόδρομό τους. Στη μακριά αλυσίδα θα προστεθούν ο Φίλιπ Ροθ, ο Τζ.Μ. Κούτσι, η Λύντια Νταίηβις και ο Τζόναθαν Φράνζεν, που βρίσκουν οξυγόνο στο ερμητικά κλειστό σύστημα του Κάφκα.

Υπάρχει και συνέχεια. Το 2010, στη συλλογή διηγημάτων BestEuropeanFiction6, που επιμελήθηκε ο Αλεξάνταρ Χέμον και προλόγιζε η Ζέιντι Σμιθ, το φάντασμα του Κάφκα έμοιαζε κυρίαρχο στην επικράτεια του ευρωπαϊκού διηγήματος (μαζί με τον Τσέχωφ). Ιδού αυτούσια η Μπάρμπι του Αντόνιο Φίαν από την Αυστρία

Έψαχνα κάποιο δώρο στο κατάστημα με τα παιχνίδια για την εφτάχρονη κόρη μας, όταν το βλέμμα μου έπεσε σε ένα σετ της Μπάρμπι που λεγόταν Η Μπάρμπι γονατίζει γυμνή στο βωμό και διαβάζει τη Βίβλο. Το τράβηξα από το ράφι για να το κοιτάξω από κοντά (η Μπάρμπι όντως γονάτιζε γυμνή μπροστά στον βωμό και διάβαζε από τη Βίβλο). Ένας υπάλληλος εμφανίστηκε τότε από πίσω και με συνεχάρη για την επιλογή μου. Θεωρούσε ότι ήταν εξαιρετική και κάποτε η κούκλα θα ήταν συλλεκτικό αντικείμενο. Παρ’ όλα αυτά ήθελε να μου ξεκαθαρίσει ότι δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να δώσω το δώρο στο παιδί μου. Απευθυνόταν σε ανθρώπους άνω των 18 ετών. Έβαλα το κουτί πίσω στο ράφι και είπα ότι μου φαινόταν περίεργο να υπάρχουν παιχνίδια μέσα σε παιχνιδάδικο που δεν απευθύνονται σε ανηλίκους. Ο πωλητής του είπε ότι απλώς έτσι είχαν τα πράγματα. Έτσι κι αλλιώς, δεν έφτιαχνε εκείνος τους κανόνες.

Θα ακουστεί σαν κλισέ, αλλά αυτό που μόλις διαβάσατε είναι Κάφκα.


 

 

[1] Peter Gay, Modernism, Vintage, σ. 214.

[2] Ο Σταχ φιλοδοξεί να συγγράψει τον τρίτο τόμο για την παιδική ηλικία του Κάφκα, μετά το 2014, όταν θα αποδεσμευτούν χειρόγραφα του Μαξ Μπροντ στο Ισραήλ

[3] Φραντς Κάφκα, Γράμματα στη Φελίτσε, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007, σ. 393.

[4] Ο.π., σ. 367 κ.ε.

[5] Ευτυχώς για τον ίδιο, το μήνυμά του δεν θάφτηκε κάτω από τις στίβες εγγράφων του Μέγιερ, ο οποίος ειδοποίησε προφανώς τον εικονογράφο Ότομαρ Στάρκε να σεβαστεί την επιθυμία του δημιουργού

Δημήτρης Δουλγερίδης

Δημοσιογράφος στα Νέα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, Δεύτερη ανάγνωση (2012).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Ο ποιητής (ανα)λυόμενος Πατρίδες, τόποι απώλειας

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά