Τετάρτη, 09 Σεπτεμβρίου 2015

David Sedaris: Mind the Gap

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία Τεύχος 41
Ο Ντέιβιντ Σεντάρις. Ο Ντέιβιντ Σεντάρις. Jesse Costa/WBUR

David Sedaris, Ας συζητήσουμε για το Διαβήτη με Κουκουβάγιες, μετάφραση από τα αγγλικά: Μυρσίνη Γκανά, Μελάνι, Αθήνα 2014, 304 σελ.

Ένας συγγραφέας-performer που δρασκελίζει το χάσμα ανάμεσα στην αρθρογραφία και τη λογοτεχνία, αλλά σκαλίζει το χάσμα ανάμεσα στις οικογένειες των ονείρων και τις άλλες, τις πραγματικές. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το τεύχος 41 του Books' Journal, με αφορμή την έλευση του συγγραφέα στην Ελλάδα, στη Σαντορίνη, για το επικείμενο Caldera Arts & Literature Festival που διεξάγεται το διάστημα 11-13 Σεπτεμβρίου.  

Όταν ρωτήθηκε ο Χέμινγουεϊ ποια είναι η καλύτερη εκπαίδευση για έναν συγγραφέα απάντησε: «μια δυστυχισμένη παιδική ηλικία». Ο Σεντάρις μπορεί, ή μπορεί και όχι, να είχε μια πραγματικά δυστυχισμένη παιδική ηλικία, αλλά είναι σίγουρο ότι στην οικογένειά του βασίζει το συγγραφικό του έργο. Το συγγραφικό του σύμπαν, για την ακρίβεια. Και στο τελευταίο του βιβλίο Ας συζητήσουμε για το Διαβήτη με Κουκουβάγιες (μετάφραση Μυρσίνης Γκανά, εκδ. Μελάνι), με την εξαίρεση έξι σύντομων μονόλογων σε πρώτο πρόσωπο όπου ο αφηγητής δεν είναι ο Σεντάρις (είναι τρεις γυναίκες, δυο άντρες κι ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι με ψεύτικη βρετανική προφορά), η οικογένειά του είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο κεντάει, και πάλι, τις ιστορίες του. Οι πιστοί αναγνώστες του γνωρίζουν πια αυτή την οικογένεια τόσο καλά, ώστε κάθε καινούργιο βιβλίο του είναι λίγο σαν συνέχεια της ίδιας ιστορίας. Κι εδώ η οικογένεια, σωστή παλαίμαχος πρωταγωνίστρια του σίριαλ «Σεντάρις», βάζει τα δυνατά της να σταθεί στο ύψος της. Ο ελληνικής καταγωγής πατέρας που κυκλοφορεί στο σπίτι του με τα σώβρακα είναι ακόμα πιο σκληρός, ακόμα πιο «λάθος»: δεν υποστηρίζει ποτέ τα παιδιά του ενώ θαυμάζει τα ξένα («Δεν θα μάθω ποτέ αν το έκανε αυτό για να με πληγώσει ή για να με ενθαρρύνει, αλλά η επιτυχία του ήταν τεράστια και στα δύο μέτωπα»), τα δέρνει (καθώς και τα ξένα), και επαναλαμβάνει σαν γονικό μάντρα τις φράσεις: «Ό,τι αγγίζεις το μετατρέπεις σε σκατά» και «Ξέρεις τι είσαι; Ένα τεράστιο μηδενικό»[1]. Και παραμένει ακόμα ο πατέρας που παλεύει, βουβά και μάταια, ενάντια στην ομοφυλοφιλία του γιου του[2]. Η μητέρα (που σήμερα δεν ζει) παραμένει η παρουσία που συνεχώς μοιάζει να ξεγλιστρά προς μια δική της ποθητή μοναξιά, που μοιάζει να επιθυμεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να γίνει απουσία, να μείνει μόνη, και που, καθώς περνούν τα χρόνια, όλο και απομακρύνεται στο βάθος ενός διαδρόμου μέχρι να σωπάσει τελείως[3]. Ακόμα και η “Yiayia” εμφανίζεται πάλι ως μαύρο σύννεφο κακοριζικιάς, η Ελληνίδα γιαγιά που κουβαλάει πίσω της ένα γάμο χωρίς αγάπη σε μια εμπορική συναλλαγή στην οποία η ίδια ήταν το ανταλλάξιμο προϊόν, που ήταν «μια κοπέλα που έχασε τη νιότη της και μια γυναίκα αγράμματη σε δυο γλώσσες που στα σαράντα της δεν είχε ούτε ένα δόντι δικό της». Τα έξι παιδιά, τέσσερα κορίτσια και δυο αγόρια, συμβιώνουν σ’ αυτό το οικογενειακό τοπίο αναπτύσσοντας και εξασκώντας όλη την αγριότητα που τους είναι απαραίτητη για να επιβιώσουν.

Και δεν θα το καταφέρουν όλα: θα έλεγε κανείς ότι η οικογένεια αυτή που θέλοντας και μη θρέφει, κατασπαραζόμενη, το συγγραφικό ταλέντο του Ντέιβιντ, προσπαθεί να υπερθεματίσει τις συγγραφικές του υπερβολές με τον δικό της τρόπο. Τον Μάιο του 2013 η μικρότερη αδελφή, Τίφανι, αυτοκτόνησε. Η αναφορά στο γεγονός αυτό δεν πηγάζει από κακόγουστο δημοσιογραφικό σκάλισμα, αλλά από το 5σέλιδο άρθρο του Σεντάρις “Now We Are Five”[4], που γράφτηκε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο.

«Γιατί νομίζεις ότι το έκανε;», ρώτησα καθώς ξαναβγήκαμε έξω στον ήλιο. Γιατί αυτό σκεφτόμασταν όλοι, από τότε που το μάθαμε. Δεν θα ευχόταν η Τίφανι πως, ό,τι κι αν ήταν εκείνα τα χάπια που πήρε, δεν θα ήταν αρκετά θανατηφόρα, και η αποτυχημένη της προσπάθεια θα την οδηγούσε και πάλι μέσα στην αγκαλιά μας; Πώς μπορούσε κάποιος να μας εγκαταλείψει ηθελημένα, πώς μπορούσε να θέλει να εγκαταλείψει, από όλο τον κόσμο, εμάς; Έτσι σκεφτόμουν γιατί, αν και συχνά χάνω την πίστη μου στον εαυτό μου, δεν έχασα ποτέ την πίστη μου στην οικογένειά μου, στην πεποίθησή μου ότι είμαστε θεμελιωδώς καλύτεροι από οποιονδήποτε άλλον. Είναι μια αρχαϊκή πίστη, που δεν έχω επανεξετάσει στα σοβαρά από τα τέλη της εφηβείας μου, αλλά που κρατάω ακόμα. Το δικό μας κλαμπ είναι το μόνο στο οποίο θέλησα ποτέ να είμαι μέλος, κι έτσι δεν μπορώ να διανοηθώ να παραιτηθώ απ’ αυτό. Το να αποτραβηχτείς για ένα-δυο χρόνια το καταλαβαίνω, αλλά το να θέλεις τόσο πολύ να φύγεις ώστε να αφαιρέσεις την ίδια σου τη ζωή; «Δεν νομίζω ότι είχε να κάνει με μας», είπε ο πατέρας μου. Αλλά πώς μπορούσε να μην έχει; Δεν μας πιτσιλάει στο πρόσωπο το αίμα κάθε αυτοκτονίας;

Όλα αυτά δεν ακούγονται, βέβαια, διασκεδαστικά. Όμως ο Σεντάρις είναι πολύ διασκεδαστικός, έως και ξεκαρδιστικός. Από το 1992 που η φήμη του εκτοξεύτηκε μέσα σε μια νύχτα που διάβασε κείμενά του στο δημόσιο αμερικανικό ραδιόφωνο, είναι ίσως ο πιο διάσημος «αστείος» σύγχρονος αμερικανός συγγραφέας, και ακολουθεί την μακριά παράδοση των ομότεχνών του που πάντα αντλούσαν το υλικό τους μέσα από αυτό που πονάει. «Η κρυφή πηγή του χιούμορ δεν είναι η χαρά, αλλά η λύπη. Δεν υπάρχει χιούμορ στον παράδεισο», είπε ο Μαρκ Τουέιν[5]. Επίσης, δεν υπάρχει χιούμορ στην πολιτική ορθότητα. Ο Σεντάρις είναι γέννημα-θρέμμα της εποχής και της χώρας όπου γιγαντώθηκε η παντοκρατορία του πολιτικά ορθού, και το γεγονός αυτό του δίνει μια εύκολη πάσα για να βρίσκει και να χτυπάει την κωμική φλέβα σε όσα δεν επιτρέπεται να λέμε –εκεί δηλαδή που πονάει. Όταν οι γονείς τους «δεν άντεχαν άλλο» και άνοιγαν την πόρτα του αυτοκινήτου και πετούσαν τα παιδιά τους έξω, όταν ο πατέρας τού συμπεριφέρεται όπως ένας διοικητής πεζοναυτών, μόνο που «αφού τον διαλύει δεν τον συναρμολογεί πάλι», ο γιος παρατηρεί πως «η συμπεριφορά αυτή μοιάζει τώρα σκληρή, αγγίζει ίσως τα όρια της κακομεταχείρισης, αλλά όλα αυτά συνέβαιναν πριν την ανακάλυψη της αυτοεκτίμησης, την οποία θεωρώ, ειλικρινά, κάπως υπερεκτιμημένη»[6]. Το ίδιο πιστεύει καθώς σχολιάζει ότι, αν είχε προσπαθήσει να κάνει όπως ο επτάχρονος γιος μιας φίλης του, που δέχεται να φάει μόνο «κάτι άσπρο», οι γονείς του θα του είχαν πει «Όπως θέλεις και θα μου σέρβιραν ένα μπολ αλευρόκολλα, στη συνέχεια γύψο και ίσως, αν ήμουν καλό παιδί, λίγο σπέρμα»[7]. Είναι διασκεδαστικά προκλητικό να γράφεις για την παιδική σου αγάπη για τη φύση που μεταφράζεται στο να μαζεύεις πράγματα που μετά αθέλητα σκοτώνεις («Η κακοποίηση των ζώων επίσης δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα[8]”), κι ακόμα πιο διασκεδαστικό να σχολιάζεις ότι, παρακολουθώντας την ορκωμοσία του προέδρου Ομπάμα, η τηλεόραση του BBC

μου υπενθύμιζε κάθε τρία δευτερόλεπτα ότι ο Μπαράκ Ομπάμα ήταν μαύρος και θα γινόταν ο πρώτος μαύρος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην αρχή νόμιζα ότι το έκαναν για τους τυφλούς, μια υπενθύμιση σε περίπτωση που το είχαν ξεχάσει. Στη συνέχεια έγινε γελοίο: Ο Μπαράκ Ομπάμα, που είναι μαύρος, φτάνει τώρα με τη μαύρη γυναίκα του και τα δύο μαύρα παιδιά του, μια μαύρη οικογένεια που θα γίνει η πρώτη μαύρη Πρώτη Οικογένεια της Αμερικής, δηλαδή θα είναι οι πρώτοι μαύροι που θα κατοικήσουν στον Λευκό Οίκο, που είναι λευκός και όχι μαύρος σαν αυτούς[9].

Πόσο «κακόμοιρο μικρό δυστυχισμένο αγοράκι» υπήρξε στ’ αλήθεια ο Σεντάρις; Αν ήθελε κανείς να εξετάσει όλoτο οικογενειακό έπος με άλλη ματιά, θα μπορούσε να απαντήσει ότι ήταν, αντίθετα, ένα τυχερό παιδί. Είχε το δίκαιο μερτικό του από δυσκολίες, όμως είχε και έναν αληθινό, συνεκτικό ιστό αγάπης ολόγυρά του. Αλλά η πιο σωστή απάντηση είναι ότι δεν έχει σημασία, όπως ποτέ δεν έχει σημασία αν το υλικό ενός συγγραφέα βασίζεται στην πραγματικότητα ή όχι. Αυτό που έχει ίσως σημασία είναι το κατά πόσον πρόκειται πράγματι για συγγραφέα, ή για έναν εξαιρετικό αρθρογράφο. Πολλά από τα διηγήματα («Οδοντογιατροί Χωρίς Σύνορα», «Ήρεμα, τίγρη», «Υπόθεση Αρχείου», «Ο Συγγραφέας», «Ομπάμα!!!», «#2 για Έξω», «Τώρα Προσλαμβάνουμε Φιλικούς Ανθρώπους», «Μέρα Μπαίνει, Μέρα Βγαίνει», «Απορρίμματα»), είναι δημοσιογραφικά άρθρα –έχουν εξ άλλου δημοσιευθεί σε περιοδικά. Οι έξι μονόλογοι ρίχνουν μια μυθοπλαστική πινελιά, όμως το ένα και μοναδικό μυθιστόρημα με αληθινή συγγραφική εμμονή είναι η ατέρμονη οικογενειακή ιστορία, με τα ίδια πρόσωπα και τον ίδιο ήρωα. Με την ίδια οικογένεια που, αν και εντάσσεται απόλυτα μέσα στο πλαίσιο του Αμερικανικού Ονείρου (το σπίτι, η αυλή, ο πατέρας που εργάζεται και η μητέρα που φροντίζει τα πολλά, πολλά παιδιά, το Country Club με την τιγκαρισμένη στο χλώριο πισίνα και τους γονείς που καπνίζουν και πίνουν παρακολουθώντας τους αγώνες κολύμβησης των παιδιών τους...), είναι γεμάτη ρωγμές από όπου ξεπηδούν αδυναμίες, αποτυχίες, ακόμα και απελπισίες. Την οικογένεια που δεν ταιριάζει, τελικά, στο Αμερικάνικο Όνειρο –αλλά, όπως λέει και ο πατέρας, «Α, μπούρδες. Να ταιριάζεις – δεν είναι αυτό που είμαστε εμείς. Δεν είμαστε εμείς.»[10] Πρόκειται, φυσικά, για μιαν άλλη Αμερική, αυτήν που κοιτάζει τον εαυτό της με την σκληρή ματιά της γενιάς που μεγάλωσε μέσα στο «Όνειρο» (προσωπικά, μου θυμίζει την εξαιρετική τηλεοπτική σειρά Mad Men) και έζησε στο πετσί της το χάσμα που χώριζε τους αστραφτερούς χαρακτήρες των διαφημίσεων από τα αληθινά πρόσωπα που ζωντάνευαν πίσω από τις κλειστές πόρτες. Ο πατέρας, η μητέρα, τα παιδιά. Α, και ένας ερωτικός σύντροφος, που τον λένε Χιου. 

 

Για να πετύχεις πραγματικά...

Στο διήγημα «Γέλα, Κουκαμπούρα», μια γυναίκα περιγράφει μια νοητή κουζίνα με τέσσερα μάτια: «Το ένα μάτι συμβολίζει την οικογένειά σου, το άλλο τους φίλους σου, το τρίτο την υγεία σου και το τέταρτο τη δουλειά σου. Το πρόβλημα, είπε, ήταν ότι προκειμένου να πετύχεις, πρέπει να καταργήσεις ένα από τα μάτια της κουζίνας. Προκειμένου να γίνεις πραγματικά πετυχημένος, πρέπει να καταργήσεις δύο».[11]Ο Σεντάρις συνεχίζει με την ανάμνηση μια ακόμα ιστορίας πατρικής αναλγησίας, τότε που έφαγε ξύλο επειδή τραγουδούσε ένα χαζό τραγουδάκι με την αδελφή του ενώ έπρεπε να κοιμάται, και πώς είχε αισθανθεί:

Δεν γνώριζα την αλληγορία με τα μάτια της κουζίνας τότε, αλλά αυτό που είχα κάνει ήταν να διαγράψω εκείνο που έφερε την επιγραφή «οικογένεια». Μετά κλείδωσα την πόρτα μου και κάθισα βράζοντας στο ζουμί μου, γνωρίζοντας ακόμη και τότε ότι χωρίς εκείνους δεν ήμουν τίποτα. Ούτε γιος ούτε αδερφός, αλλά απλώς ένα αγόρι – και πώς θα μπορούσε αυτό να είναι ποτέ αρκετό; Ως ενήλικας δεν βλέπω τα πράγματα διαφορετικά. Αν αποκοπείς απ’ την οικογένειά σου, πώς θα γνωρίζεις ποιος είσαι; Αν αποκοπείς απ’ αυτούς για να βρεις την επιτυχία, πώς θα μετρηθεί αυτή η επιτυχία; Θα μπορεί να σημαίνει κάτι;

Μέσα από αυτό το διήγημα, όπως και τα “Τόπος Ευτυχίας”, “Ακινησία”, “Καλό Παιδί”, “Κύκλοι Μνήμης”, “Χοντροκέφαλοι”, αναδύεται το βαθύ νόημα που έχει γι’ αυτόν η οικογένεια (η πραγματική ή και η ολίγον μυθιστορηματική, αδιάφορο), και πόσο απαραίτητο του είναι.

Ο Σεντάρις υπογραμμίζει την ομοφυλοφιλία του με την ίδια μάχιμη φιλοτιμία που επιδεικνύουν ακόμα οι ανοικτά gay Αγγλοσάξονες συγγραφείς. Ίσως η επόμενη γενιά να αισθανθεί ότι δεν την χρειάζεται πια, και αυτό θα είναι ευχάριστο, γιατί θα σημαίνει ότι πραγματικά δεν αποτελεί, πλέον, «θέμα». Όμως η συνεχής αναφορά, στα διηγήματα και άρθρα του, στον σύντροφό του, Χιου, δεν γίνεται, μου φαίνεται, για να υπενθυμίζει στους άλλους τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, αλλά στον εαυτό του πόσο τυχερός είναι που βρήκε, και έχει, αγάπη. Και αυτό, σίγουρα, αφορά όλους. Στο πραγματικά συγκινητικό άρθρο του «Old Faithful: Δοκιμάζοντας τα Όρια της Αγάπης»[12], ξεκινά με μια κύστη που παρουσιάστηκε στον κόκκυγά του και από εκεί (με τον κυκλικό τρόπο που πάντα χρησιμοποιεί) θυμάται πώς γνώρισε τον Χιού, πόσο δύσκολο ήταν να ψάξει και να βρει κάποιον σαν τον Χιου, έναν σύντροφο ζωής δηλαδή: «Το κόλπο ήταν να συναντήσεις κάποιον που κουβαλούσε τις ίδιες αποσκευές με σένα και να τις κάνετε σετ, αλλά πώς ψάχνεις για έναν τέτοιο άνθρωπο;». Μέσα από μια καθόλου ρομαντική περιγραφή του πώς ο Χιού ανοίγει, καθαρίζει και περιποιείται την δύσοσμη και αποκρουστική κύστη του, καταλήγει, «Και αυτό, για μένα, άξιζε όσο τουλάχιστον οι εκατό από τις εκατόν είκοσι νύχτες στα Σόδομα».  Με τον ίδιο κυκλικό τρόπο, στο διήγημα «Κατανοώντας Κατανοώντας τις Κουκουβάγιες», κατανοεί τηνδική του, λιγότερο-από-τέλεια ταυτότητα («Ο ταριχευτής με γνώριζε λιγότερο χρόνο απ’ όσο χρειαζόμουν για να σκουπίσω τα πόδια μου στο χαλάκι της εισόδου και χωρίς καμία προσπάθεια κοίταξε στα βάθη της ψυχής μου και αναγνώρισε ποιος είμαι στ’ αλήθεια”)[13] αλλά κατανοεί και κάτι άλλο, κάτι αληθινά καταπληκτικό: ότι “όλα αυτά που είδε ο ταριχευτής είναι αόρατα για τον Χιου: Η επιπολαιότητά μου, η παιδική μου μανία με οτιδήποτε ανώμαλο, η προθυμία μου να αποδεχτώ και πολλές φορές ακόμη και να εκθειάσω το απεχθές – αν του τα πεις αυτά θα πει: “Ο Ντέιβιντ; Ο δικός μου Ντέιβιντ; Α όχι. Δεν είναι καθόλου έτσι”». Έτσι λοιπόν ο Ντέιβιντ τρέχει προς το σπίτι του, γεμάτος ευγνωμοσύνη για την αγάπη που βρήκε και τον περιμένει, και ο αναγνώστης μένει με την πεποίθηση ότι αυτή η επιτυχία είναι εκείνη που μετράει περισσότερο.

 

Φόρος τιμής στη μετάφραση

Πιστεύω ολόψυχα ότι το τελευταίο (και αδιάφορο) ποίημα του βιβλίου, «Σκυλίσια Ζωή», έχει σαν αποκλειστικό σκοπό τον βασανισμό των ανά τον κόσμο μεταφραστών του Σεντάρις. Εν προκειμένω, η ηρωική Μυρσίνη Γκανά, που έχει μεταφράσει υπέροχα όλο το έργο του, καταφέρνει να αντιμετωπίσει και το καψόνι τούτο.  Και αυτό με οδηγεί σε ένα παλαιό ερώτημα που συνεχίζει να απασχολεί: Μεταφράζεται το χιούμορ; Αν δεχτούμε ότι αποτελεί, από μόνο του, μια ξεχωριστή γλώσσα, που όμως επιπλέον εκφράζεται τελείως διαφορετικά σε κάθε ξεχωριστή γλώσσα της υφηλίου, η απάντηση δεν είναι προφανής. Και αν συμφωνήσουμε ότι το να κάνεις κάποιον, μέσω του γραπτού λόγου, να γελάσει, είναι πολύ δυσκολότερο από το να τον κάνεις να κλάψει, μιλάμε για μια από τις απαιτητικότερες εργασίες. Στο άρθρο της «Laugh in Translation»[14] η Μυρσίνη Γκανά παρατηρεί:

Μεταφράζω τα βιβλία του Σεντάρις για αρκετά χρόνια και συχνά σκοντάφτω πάνω στο φαινομενικά ‘μη-μεταφράσιμο’ του χιούμορ. Ο Σεντάρις χρησιμοποιεί όλα τα κόλπα. Το υλικό του είναι ακριβώς το είδος των ιστοριών που απαιτούν έναν έμπειρο αφηγητή, ούτως ώστε οι αναγνώστες να γελούν, και όχι να κλαίνε με την ψυχή τους. (…) Γρήγορα συνειδητοποιούμε, και ιδιαίτερα στα τελευταία του βιβλία, καθώς εξελίσσεται ως συγγραφέας, πόσο προσεκτικά χρησιμοποιεί τις λέξεις του. Κάθε μία είναι ζυγιασμένη και προσεγμένη και τελικά χρησιμοποιείται μόνο όταν αποδεικνύεται ότι δεν της λείπει τίποτα. Και το γεγονός ότι πολλές από τις ιστορίες του έχουν να κάνουν με τη γλώσσα, λέει πολλά.  Οι ιστορίες με ‘ξένους’, πολλές από το ‘Εγκώ Μιλήσει Καλά Κάποια Μέρα’, προφανώς, αλλά και από άλλες συλλογές, αποδεικνύονται οι πιο εύκολες στη μετάφρασή τους. Το γεγονός ότι οι ξένοι συχνά ακούγονται σαν χαζοί χρησιμοποιείται σ’ αυτά τα διηγήματα, αλλά μπορούμε να τα διαβάσουμε και σαν φόρο τιμής στη δύναμη της μετάφρασης. Γιατί τι άλλο κάνουν αυτοί οι χαρακτήρες, από το να προσπαθούν να μεταφέρουν ένα μήνυμα από μια γλώσσα σε μιαν άλλη με όσα (σ’ αυτή την περίπτωση, πολύ περιορισμένα) γλωσσικά εργαλεία έχουν στη διάθεσή τους;(…) Όμως όπως είπα, αυτά είναι τα εύκολα σημεία για τον μεταφραστή. (…) Εκεί όπου ο Σεντάρις υπερέχει και ο μεταφραστής αρχίζει να ξύνει το κεφάλι του, είναι στη χρήση συμπυκνωμένων, πολυσήμαντων λέξεων ή φράσεων που σημαίνουν συγχρόνως πολλά πράγματα. (...) Κι όταν υπεισέρχεται το χιούμορ, υπάρχει ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ο μεταφραστής απολαμβάνει αυτό που διαβάζει; Μπορεί να εκτιμήσει το είδος του χιούμορ που πρέπει να μεταφραστεί; (...) Όπως κάθε δημιουργική διαδικασία, μια μετάφραση πρέπει να είναι έτοιμη ανά πάσα στιγμή να παραβεί τους δικούς της κανόνες. Δεν υπάρχουν βεβαιότητες, ούτε αξιώματα, πέραν του αυταπόδεικτου της πιστότητας στο πρωτότυπο, το οποίο επίσης μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Και στο τέλος, η μετάφραση της λογοτεχνίας, σπουδαίας, μέτριας ή ακόμα και κακής, χιουμοριστικής ή σοβαρής, απαιτεί την επαναδημιουργία ενός έργου τέχνης. 

 

Ο συγγραφέας «Stand-Up Comedian»

Παρακολουθώντας τον Σεντάρις στη συνομιλία που είχε με τον Γιώργο Αρχιμανδρίτη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (18/2/2014), σκεφτόμουν πόσο πολύ έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο καλείται το κοινό να προσεγγίσει έναν συγγραφέα, αλλά και πόσο οι περισσότεροι συγγραφείς καλούνται να ικανοποιήσουν αυτή τη νέα προσέγγιση. Το να γράφεις, κλεισμένος σε ένα δωμάτιο, και μετά να εκδίδεις ό,τι έγραψες, αποτελεί πια ένα μόνο μέρος της δουλειάς –και ίσως όχι το μεγαλύτερο. Ο συγγραφέας που «προωθεί» το έργο του, που το προσφέρει στο κοινό μαζί με τον εαυτό του, μοιάζει να είναι το αυτονόητο. Αυτό φυσικά σίγουρα δεν σημαίνει ότι όσοι τολμούν να μην το κάνουν είναι λιγότερο καλοί συγγραφείς, αλλά μπορεί να σημαίνει ότι οι εκδότες και αναγνώστες τους (ή οι εν δυνάμει αναγνώστες τους) είναι πολύ λιγότερο ενθουσιασμένοι μαζί τους.

Όλα αυτά δεν πρέπει να προβληματίζουν τον Σεντάρις, ο οποίος είναι κανονικός performer. Μοιάζει να το απολαμβάνει τόσο πολύ, ώστε δεν μπορεί παρά να τον ζηλεύει κανείς για την καλή του τύχη, αφού έτσι μπορεί να συνδυάζει δυο αλληλοσυμφέρουσες ασχολίες. Το ρεπερτόριό του είναι μελετημένο και δεδομένο: με την πρώτη απάντηση αναφέρεται στον πατέρα του, και στην συνέχεια θα μιλήσει για τον Χιου, τα μαλλιά και τα δόντια του, το κινέζικο φαγητό, τη γιαγιά του, κλπ. Είναι διασκεδαστικός και χαριτωμένος, και δεν μπορείς παρά να τον συμπαθήσεις. Το κοινό του μοιάζει περισσότερο με κοινό ηθοποιού παρά συγγραφέα, με την έννοια ότι, εκπαιδευμένο, περιμένει και γελάει αμέσως μόλις πέσουν οι λέξεις-κλειδιά. Αν κάποιος περνούσε έξω από την αίθουσα θα πίστευε, ακούγοντας τα γέλια, ότι μέσα εμφανίζεται κάποιος διάσημος κωμικός. Είναι λοιπόν ο Σεντάρις λιγότερο «σοβαρός» από τους «κανονικούς» συγγραφείς; Βάζω εσκεμμένα τα εισαγωγικά, γιατί οι λέξεις αυτές καλούνται να προσαρμοστούν σε νέες πραγματικότητες. Όπως και οι τρόποι με τους οποίους μπορεί κάποιος να μεταφέρει αυτό που θέλει να πει. Την δική του αλήθεια. Είτε είναι μυθοπλασία, είτε όχι.

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ DAVID SEDARIS ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Μια σχεδόν φυσιολογική οικογένεια, Αθήνα 2006

Εγκώ μιλήσει καλά κάποια μέρα, Αθήνα 2006

Γυμνός, Αθήνα 2007  

Όταν σας έχουν τυλίξει οι φλόγες, Αθήνα 2009

Σκίουρος ζητεί βερβερίτσα, Αθήνα 2010

Όλα τα βιβλία του Σεντάρις κυκλοφορούν στα ελληνικά σε μετάφραση Μυρσίνης Γκανά, από τις εκδόσεις Μελάνι


[1] «Κύκλοι της μνήμης», Ας συζητήσουμε για το Διαβήτη με Κουκουβάγιες, σ. 49-50, μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2014.

[2] «Εγώ θα το μάθαινα μήνες αργότερα, αλλά ο πατέρας μου δεν με είχε διώξει από το σπίτι επειδή ήμουν χαραμοφάης, αλλά επειδή ήμουν ομοφυλόφιλος. Η κουβεντούλα μας υποτίθεται πως θα ήταν μια από αυτές τις καθοριστικές στιγμές που διαμορφώνουν την ενήλικη ζωή ενός ανθρώπου, αλλά ο πατέρας μου ένιωθε τόσο άβολα με την πιο σημαντική λέξη που την παρέλειψε εντελώς, λέγοντας μόνο “Νομίζω πως ξέρουμε και οι δυο γιατί το κάνω αυτό”». Από το διήγημα «Εγίρα», της συλλογής του ιδίου Μια Σχεδόν Φυσιολογική Οικογένεια, σ.106-107, μετάφραση Μ. Γκανά, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2006.

[3] Είναι η μητέρα που υπέφερε τόσο από τη παρουσία των παιδιών της στο σπίτι λόγω διακοπών, καθώς «είχε αναστατώσει τη μυστική ζωή που ζούσε όσο ήμασταν στο σχολείο», που τα πέταξε έξω στο χιόνι. «Δεν ήταν μια τρυφερή παράκληση να βγούμε λίγο έξω αλλά κάτι που έμοιαζε περισσότερο με έξωση. “Πηγαίνετε στα τσακίδια, έξω από το σπίτι μου”, είπε». «Χιόνι», από τη συλλογή Μια Σχεδόν Φυσιολογική Οικογένεια, ό.π., σ. 21-22.

[4] «Τώρα Είμαστε Πέντε», περιοδικό New Yorker, 28 Οκτωβρίου 2013, σ. 26.

[5] “Following the Equator”, Mark Twain, American Publishing Company, 1897.

[6] “Κύκλοι της Μνήμης”, ό.π., σ. 50.

[7] «Μπράβο το Παιδί», ό.π., σ. 25.

[8] «Χοντροκέφαλοι», ό.π., σ. 76.

[9] «Ομπάμα!!!», ό.π., σ. 171.

[10] «Τώρα Είμαστε Πέντε», ό.π., σ. 30.

[11] «Γέλα, Κουκαμπούρα», ό.π., σ. 104 κ.έ.

[12] «Ο παλιός και πιστός», περιοδικό New Yorker, 29/11/ 2004.

[13] «Κατανοώντας Κατανοώντας τις Κουκουβάγιες», ό.π., σ. 203 κ.έ.

[14] “Το Γέλιο σε Μετάφραση». Μυρσίνη Γκανά, «Laugh in Translation”, περιοδικό World Literature Today, τ. Μαρτίου (σε δική μου απόδοση).

Καρολίνα Μέρμηγκα

Συγγραφέας. Βιβλία της: Ερωτευμένες (2005), Σήμερα δεν θα πεθάνω (2010), Συγγενής (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά