Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Το πρόσωπο του πατέρα πίσω από τα προσωπεία του

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Νίκος Δαβέττας Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 56 Λογοτεχνία Κριτική
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ, οινοποιός στο Μέτσοβο τη δεκαετία του 1950. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ, οινοποιός στο Μέτσοβο τη δεκαετία του 1950. Ιδιωτικό αρχείο

Τατιάνα Αβέρωφ, Δέκα ζωές σε μία. Μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014, 520 σελ.

 

Δεν είναι μια πολιτική βιογραφία του Ευαγγέλου Αβέρωφ. Η Τατιάνα Αβέρωφ, ψυχολόγος, μυθιστοριογράφος και κόρη του, προτιμά τον δύσκολο δρόμο της μυθιστορίας και, στην αφήγησή της, ορθά, επιλέγει το τρίτο πρόσωπο, σε μια όμως μεταμοντέρνα εκδοχή. Η τριτοπρόσωπη φωνή συχνά διακόπτεται από τις παρεμβολές, σε δεύτερο πρόσωπο, της συγγραφέως –ως ενήλικης κόρης πια–, που με την εμπειρία της ωριμότητας και την ασφάλεια της χρονικής απόστασης σχολιάζει τις αποφάσεις, τις διαθέσεις και τις προθέσεις του κεντρικού ήρωα και πατέρα της. (Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 56, Ιούνιος 2015)

 

Θα αρχίσω με μια κοινότοπη παρατήρηση: οι περισσότεροι μυθιστοριογράφοι πλάθουν φανταστικούς ήρωες και τους εισάγουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο πεδίο της Ιστορίας. Με το πρόσφατο μυθιστόρημά της, Δέκα ζωές σε μία, η Τατιάνα Αβέρωφ κάνει το ακριβώς αντίθετο: εισάγει ένα πρόσωπο της πολιτικής και της ιστορίας στο χώρο του μύθου, για να μας το παραδώσει ως ατόφιο λογοτεχνικό ήρωα, με τα προτερήματα και τα ελαττώματα, τις φωτεινές και τις σκοτεινές πλευρές του. Διαμορφώνει μια μυθιστορηματική μονάδα για να κρίνουμε κι εμείς, ως αναγνώστες, όχι φυσικά τον πολιτικό Ευάγγελο Αβέρωφ –αυτόν θα τον κρίνει η ιστορική έρευνα– αλλά τον ταλαντούχο κι ευαίσθητο Λόλη (υποκοριστικό του Ευάγγελος), μια ντελικάτη φυσιογνωμία των αρχών του περασμένου αιώνα, που νομίζεις πως ξεπήδησε από τις σελίδες της Πηνελόπης Δέλτα.

Το γεγονός ότι το ιστορικό πρόσωπο που μετατρέπει σε λογοτεχνικό ήρωα η συγγραφέας ήταν/είναι ο πατέρας της αυξάνει το βαθμό δυσκολίας του εγχειρήματος. Για όσους είναι δημιουργοί και νιώθουν από τη μαστορική της γραφής καταλαβαίνουν πόσο ψηλά τοποθετήθηκε ο πήχης. Με άλλα λόγια, το στοίχημα να αποστασιοποιηθείς από τον άνθρωπο που σε γέννησε, να περάσεις απέναντι και να κοιτάξεις το είδωλό του κατάματα ελάχιστοι το έχουν κερδίσει ώς τώρα. Και βιάζομαι να υπογραμμίσω ότι η Τατιάνα Αβέρωφ συγκαταλέγεται σ’ αυτούς τους ελάχιστους.

Το παρόν βιβλίο δεν είναι μια πολιτική βιογραφία. Αυτό θα ήταν πολύ εύκολο και, έως ένα βαθμό, αναμενόμενο. Η Τατιάνα Αβέρωφ προτιμά τον δύσκολο δρόμο της μυθιστορίας και, στην αφήγησή της, ορθά, επιλέγει το τρίτο πρόσωπο, σε μια όμως μεταμοντέρνα εκδοχή. Η τριτοπρόσωπη φωνή συχνά διακόπτεται από τις παρεμβολές, σε δεύτερο πρόσωπο, της συγγραφέως –ως ενήλικης κόρης πια–, που με την εμπειρία της ωριμότητας και την ασφάλεια της χρονικής απόστασης σχολιάζει τις αποφάσεις, τις διαθέσεις και τις προθέσεις του κεντρικού ήρωα και πατέρα της.

Ο αφηγητής λοιπόν είναι διπρόσωπος. Κάπως αυθαίρετα, θα λέγαμε, είναι ένας μυθιστορηματικός Ιανός: από τη μια το πρόσωπο του παντογνώστη παραμυθά, που πλάθει τη δική του μυθιστορία, από την άλλη το πρόσωπο της κόρης, κριτή και κριτικού, ψυχολόγου και ιστορικού που αφαιρεί τα φτιασίδια της πολιτικής, τα προσωπεία του δημόσιου βίου, για να φτάσει, όσο μπορεί εγγύτερα, στον πατέρα πριν γίνει πατέρας της.

 

Η γραμμική αφήγηση

Στα πρώτα κεφάλαια, ο αφηγητής καταγράφει με ενάργεια τη γέννηση του Λόλη στη θεσσαλική γη, στα προγονικά εδάφη με τους πικρούς χειμώνες και την αγωνία της σοδειάς. Ακολουθούν τα χρόνια της μάθησης και της πρώτης μαθητείας στα κοινά. Αλλά κι ένα σημαδιακό γεγονός: Η πολλά υποσχόμενη νεότητα διακόπτεται αιφνιδίως από την κακιά αρρώστια της εποχής, τη φυματίωση, και αυτή θα είναι η πρώτη μεγάλη δοκιμασία στη ζωή του νεαρού Λόλη.

Στο ορεινό θέρετρο της Ελβετίας, όπου οι γονείς του τον στέλνουν για να θεραπευτεί, θα έρθει αντιμέτωπος με το αναπότρεπτο, την απώλεια, τη μοναξιά, μα και τον έρωτα στο πρόσωπο μιας νεαρής Γαλλίδας που νοσηλεύεται στην ίδια πτέρυγα του σανατορίου Schatzalp. Αυτό το πρωτοποριακό για την εποχή του σανατόριο είναι το ίδιο όπου ο γερμανός συγγραφέας Τόμας Μαν τοποθετεί τη δράση του αριστουργήματός του, Το μαγικό βουνό. Θεωρώ μάλιστα ότι η συνάντηση του νεαρού Αβέρωφ με τον Τόμας Μαν, που σκηνοθετεί η συγγραφέας, είναι από τις ωραιότερες στιγμές του βιβλίου (σελ. 124-139).

Ακολουθεί, για τον κεντρικό μας ήρωα, η ανακάλυψη της πραγματικής Ελλάδας, όχι εκείνης που έβλεπε να συνωστίζεται άπραγη στα καφενεία της πλατείας Συντάγματος, μα της ορεινής Ελλάδας, της δυσπρόσιτης και μονίμως χειμαζόμενης, που πάλευε και παλεύει για την επιβίωσή της. Εκεί όπου φωλιάζει το μεράκι, η λεβεντιά, η μπέσα, η αγάπη για τα γράμματα. Το λίκνο της οικογένειας Αβέρωφ, το Μέτσοβο, θα σταθεί για τον νεαρό Λόλη καταφύγιο, σκήτη ασκητή, τόπος περισυλλογής και κοινωνικών οραματισμών. Και πάνω απ’ όλα εκεί θα κατανοήσει το ανάστημα του θείου του και εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, που γνώρισε τον πλούτο και την εξουσία, μα δεν ξιπάστηκε, έμεινε ώς το τέλος της ζωής του ο πεισματάρης Ηπειρώτης. Η μορφή του αποτελεί πρότυπο για τον Λόλη, ο οποίος θα αναμετρηθεί κατά κάποιον τρόπο μαζί της, όταν αργότερα συμβάλλει κι αυτός στον εκσυγχρονισμό της προγονικής εστίας.

Έπονται τα δίσεκτα χρόνια του ελληνοϊταλικού πολέμου, η τριπλή κατοχή, η σύλληψη και ο εγκλεισμός του σε ένα στρατόπεδο της Ιταλίας, η αντίσταση στην καρδιά της Ρώμης, οι μεγάλες στιγμές της απελευθέρωσης που θα μαυρίσουν γρήγορα από τον τραγικό εμφύλιο.

Όσο η αφήγηση προχωρεί μαζί με τον ήρωα στα γνωστά ναρκοπέδια της ελληνικής ιστορίας, εμπλουτίζεται όλο και περισσότερο με θραύσματα δημόσιου λόγου: ανακοινώσεις, επιστολές, ημερολόγια, δημοσιεύσεις.

Η συγγραφέας τολμά να αναμετρηθεί με πρότερες αφηγήσεις γνωστών γεγονότων. Παραδείγματος χάριν, η πρώτη ημέρα της κήρυξης του ελληνοϊταλικού πολέμου στην Αθήνα (σελ. 270-273). Μας έχουν μεταφέρει το πανηγυρικό κλίμα αυτής της ημέρας λαμπροί λογοτέχνες: Από τον Γιώργο Θεοτοκά και τον Γιάννη Μπεράτη ώς την Άλκη Ζέη, τη Διδώ Σωτηρίου και τον Κώστα Ταχτσή. Κι όμως, η Τατιάνα Αβέρωφ δεν διστάζει να προσθέσει τη δική της ξεχωριστή πινελιά. Όπως δεν διστάζει να ενσωματώσει στο κείμενο κι αυτά τα μικρά αποσπάσματα των επίσημων διαγγελμάτων, που με τη θουκυδίδεια λιτότητά τους μας υπενθυμίζουν μια άλλη Ελλάδα που ήξερε ελληνικά και τα μεταχειριζόταν με φειδώ, με περίσκεψη, ζώντας κι αναπνέοντας με το δέος των λέξεων.

 

Η οπτική του άλλου φύλου

Προς μεγάλη απογοήτευση των πολιτικών και των μελετητών, το μυθιστόρημα του Λόλη ναι μεν συμβαδίζει αλλά δεν κορυφώνεται με την ιστορία της ταραγμένης δεκαετίας του 1940. Στις τελευταίες σελίδες, η μέθη των μεγάλων στιγμών υποχωρεί προς χάριν του έρωτα που έρχεται στο πρόσωπο της Ντίνας, της συζύγου και μέλλουσας μητέρας των παιδιών του. Αίφνης, η μορφή της εισβάλλει στην αφήγηση για να φωτίσει ακόμη μια πλευρά του ήρωα, αλλά και για να δώσει την αφορμή στη φωνή της κόρης να παρέμβει και να σχολιάσει, να αντιδικήσει και να συμφιλιωθεί με ένα τετελεσμένο παρελθόν.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί εδώ η συγγραφέας είναι όσο ποτέ άλλοτε η μητρική, και δεν εννοώ μονάχα αυτή που αρχίζουμε να μαθαίνουμε σχεδόν από την κοιλιά της μάνας μας. Εννοώ και τη γλώσσα της θηλυκής πλευράς, του «ασθενούς» φύλου –την οπτική της μάνας– με την οποία πολιορκεί, θα λέγαμε, τα έργα και τις ημέρες του πατέρα, το πατρικό σπίτι, την πατρική κληρονομιά, τα πατρώα εδάφη, την πατρίδα, δηλαδή τη γη του πατέρα.

Παίζω με τις λέξεις, όπως οι ποιητές και οι ψυχαναλυτές. Μα αυτή είναι η αλήθεια τους. Ποτέ δεν λέμε μητρικό σπίτι, όπως ποτέ δεν λέμε και πατρική γλώσσα, έτσι δεν είναι; Φαντάζομαι πως, ως ψυχολόγος, η Τατιάνα Αβέρωφ θα νιώθει τη μυστική  δύναμη αυτών των διαφορών όταν προσπαθεί να διεμβολίσει με τη μητρική γλώσσα την πατρική φιγούρα. Γι’ αυτήν, ο άνθρωπος που βλέπει να μπαινοβγαίνει στο μαύρο κρατικό αυτοκίνητο δεν είναι μόνο ο ηγέτης –που άλλοι θαυμάζουν και ψηφίζουν και άλλοι βρίζουν και λοιδορούν– μα και το πρότυπο του ισχυρού φύλου μέσα στην οικογενειακή εστία.

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του, Οι Λέξεις, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ έγραφε στα 1963 με μια δόση υπερβολής:

 

Δεν υπάρχει καλός πατέρας, είναι ο κανόνας. Κι ας μην κατηγορούμε τους ανθρώπους αλλά το δεσμό της πατρότητας. Αν ζούσε ο πατέρας μου θα είχε πέσει πάνω μου φαρδύς-πλατύς και θα με είχε συνθλίψει.

 

Στην περίπτωση της Τατιάνας Αβέρωφ, δεν ξέρω τι συνέβη εκτός μυθιστορήματος, μα εντός του η δεινή αφηγήτρια θα ξεφύγει με τη βοήθεια των λέξεων από τη βαριά πατρική σκιά, προς όφελος της λογοτεχνίας μας.

 

Σημείωση: Σε μια πρώτη μορφή, το παρόν κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου Δέκα ζωές σε μία στο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης, στις 11/2/2014.

 

 

 

Νίκος Γ. Δαββέτας. Συγγραφέας και ποιητής. Κυκλοφορούν, μεταξύ άλλων, η συλλογή διηγημάτων του Το κίτρινο σκοτάδι του Βαν Γκογκ (1995) και τα μυθιστορήματα: Το θήραμα (2004), Λευκή πετσέτα στο ρινγκ (2006), Η Εβραία νύφη (2009), Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη (2013).

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά