Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Ο Ραφαέλ Τσίρμπες (1949-2015) και η φούσκα των αξιών

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία Τεύχος 56
O ισπανός συγγραφέας, Ραφαέλ Τσίρμπες. O ισπανός συγγραφέας, Ραφαέλ Τσίρμπες. Φωτογραφία Αρχείου

Rafael Chirbes, Στην άκρη του γκρεμού, μετάφραση από τα ισπανικά: Βασιλική Κνήτου, Κέδρος, Αθήνα 2015, 438 σελ.

Η λογοτεχνική αποτύπωση των μεγάλων οικονομικών κρίσεων κρατά μεγάλο μέρος στην ιστορία της λογοτεχνίας. Με το βιβλίο Στην άκρη του γκρεμού, του Ραφαέλ Τσίρμπες, η Ισπανία έχει το δικό της μεγάλο μυθιστόρημα για την κρίση που προέκυψε από την φούσκα των ακινήτων. [Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το Books' Journal, τχ. 56, Ιούνιος 2015, έχοντας αποκτήσει μια θλιβερή επικαιρότητα λόγω του θανάτου του συγγραφέα, Ραφαέλ Τσίρμπες, στις 15 Αυγούστου 2015].

 Ο 17ος αιώνας είναι ο χρυσούς αιών της Ολλανδίας. Είναι ο αιώνας της Ενωμένης Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, των πρώτων μεγάλων πανεπιστημίων, ο αιώνας του Ρέμπραντ, του Βερμέερ αλλά και του Σπινόζα. Το 1611, μάλιστα, στο Άμστερνταμ, ιδρύθηκε και το πρώτο χρηματιστήριο στον κόσμο.

Ταυτόχρονα όμως είναι η εποχή της πρώτης καταγεγραμμένης ιστορικά οικονομικής φούσκας. Αυτής με το εμπόριο της τουλίπας. Ένας βολβός έφθασε να κοστίζει 5.200 φιορίνια, τα κέρδη δυο μικρομεσαίων εμπόρων σε ένα έτος. Το 1633, τρεις βολβοί  της SemperAugoustusανταλλάχθηκαν με μια αγροικία. Αλλά στις 3/2/1637, στη δημοπρασία του Χάρλεμ, δεν παρουσιάστηκαν αγοραστές. Η φούσκα έσκασε. Περιουσίες χάθηκαν και κόσμος καταστράφηκε. Παρακαταθήκη στο μέλλον παρέμεινε μόνον  η ιδέα των «futures» (τα σημερινά παράγωγα) των συμβολαίων μερικής μελλοντικής  εκπλήρωσης. Ένας σπόρος, βλέπεις, χρειαζόταν επτά χρόνια για να δώσει την πρώτη τουλίπα.

Ο 19ος είναι ο αιώνας κατά την διάρκεια του οποίου το μυθιστόρημα κατοχυρώνει οριστικά  την αυτονομία του και τη σπουδαιότητά του ως λογοτεχνικό είδος, αλλά   και –με τον Μπαλζάκ κυρίως– μετατρέπεται σε πρότυπο: το μυθιστόρημα  ως απεικόνιση μιας  κοινωνίας. «Μελετώ την πορεία της εποχής μου και τυπώνω», έγραφε ο Μπαλζάκ.[1] Ο γάλλος μυθιστοριογράφος είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί, όχι ως σκηνικό αλλά ως θέμα, τις οικονομικές συναλλαγές και το εμπόριο. Έτσι, ο Καίσαρ Μπιροτό, ο νεόπλουτος αρωματοπώλης που υποκύπτει στις σειρήνες της κερδοσκοπίας, είναι ίσως ο πρώτος κατεστραμμένος οικονομικά λογοτεχνικός ήρωας.[2] Την ίδια πάνω-κάτω εποχή, στα 1850, ο Αλέξανδρος Δουμάς, με τη Μαύρη τουλίπα του, συνδέει την πρώτη οικονομική φούσκα που περιγράψαμε, αυτή της τουλιπομανίας,  με την λογοτεχνία.

Στην Αγγλία, το 1824, καταργείται ο Νόμος περί Φούσκας (BubbleAct) του 1720, που ουσιαστικά έθετε εκτός νόμου τις ανώνυμες εταιρείες, αλλά η ηρωίδα του Τσαρλς Ντίκενς στη Μικρή Ντορρίτ (1855-1857), θύμα των χρεών του πατέρα της, μεγαλώνει σε μια από τις φυλακές οφειλετών, όπως η Μαρσαλσί, που δεν καταργήθηκαν παρά μόνο με την ψήφιση του πτωχευτικού νόμου του 1869.[3] Οι οικονομικές  κρίσεις και οι λογοτεχνικοί ήρωες ως δραματικά υποκείμενα θα ενσωματωθούν και θα αποτελέσουν μέρος της μακράς διαδρομής του μυθιστορήματος. Γιατί, όπως επισημαίνει ο Τσβετάν Τοντόροφ, οι δυσάρεστες αλήθειες έχουν περισσότερες δυνατότητες να εκφραστούν και να ακουστούν μέσα από ένα λογοτεχνικό έργο, παρά μέσα από ένα κείμενο φιλοσοφικό ή επιστημονικό.[4]

Ο καθηγητής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, Άλεξ Μπέντλεϋ,  επικεφαλής μεγάλης βρετανικής επιστημονικής έρευνας, σε πέντε εκατομμύρια ψηφιοποιημένα αγγλόφωνα και γερμανόφωνα έργα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η παγκόσμια οικονομία συνιστά μέρος της κοινής συναισθηματικής εμπειρίας του 20ού αιώνα». Και επειδή η συλλογική μνήμη πάντα επηρεάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες γράφουμε, αυτό δεν θα μπορούσε παρά να αποτυπωθεί λογοτεχνικά. Αν και η κάθε φορά λογοτεχνική αντίδραση εμφανίζεται καθυστερημένα έπειτα από μια περίπου  δεκαετία. Τα Σταφύλια της οργής, του Τζον Στάινμπεκ, π.χ., θα κυκλοφορήσουν το 1939, δέκα χρόνια μετά τη Μεγάλη Κρίση.

Πιθανόν, λοιπόν, να χρειάζεται χρόνο και η Ελλάδα προκειμένου ό,τι ζήσαμε, και συνεχίζουμε να ζούμε, να απαθανατισθεί μυθιστορηματικά σε μερικά χρόνια. Αν και,  χωρίς να έχω πλήρη εικόνα της ελληνικής παραγωγής χρειάζεται να παραδεχτούμε ότι ήδη έχουν αρχίσει να γράφονται σχετικά κείμενα – προσωπικώς, εκτιμώ κείμενα όπως του Χρήστο Οικονόμου, Κάτι θα γίνει θα δεις, και τη δυστοπία του Μιχάλη Μοδινού, Τελευταία Έξοδος Στυμφαλία.

 

H ΦΟΥΣΚΑ ΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

Αντίθετα, φαίνεται ότι η ομογάλακτη Ισπανία του Νότου, με το μυθιστόρημα Στην άκρη του γκρεμού του Ραφαέλ Τσίρμπες, το οποίο τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας Ισπανίας για το 2014, αλλά και με το Βραβείο Κριτικών 2013 (Premio de la Critica), έχει το δικό της μεγάλο μυθιστόρημα για την κρίση. Η ταυτόχρονη ανάδειξή του ως του καλύτερου ισπανικού μυθιστορήματος της τελευταίας 25ετίας, έπειτα από σχετική ψηφοφορία της εφημερίδας El Mundo, αποδεικνύει τη συμβολή του στις όποιες συνειδησιακές επεξεργασίες και ανυψώσεις ηθικού της ισπανικής κοινωνίας. Μια μεγάλη αφήγηση για έναν μικρό τόπο.

Το στόρι εξελίσσεται σε μια περιοχή κοντά στην Βαλένθια – το αόρατο χρονολόγιο της φύσης, από την Πλειόκαινο περίοδο, τότε που η Μεσόγειος ξανάγινε θάλασσα. Το ελώδες παρελθόν της περιοχής είναι αποτυπωμένο στα ονόματα των οικισμών: Λα Λαγκούνα, Λας Μπάλσας, Σαλαδάρ, Ελ Μαρχάλ.[5] Σκηνικό της δράσης είναι μια πόλη, η Μισέντ, ένας δρόμος παράλληλος στην ακτή, ο οποίος συναντά την εθνική οδό 332 και ένας παράδρομος που οδηγεί στο βάλτο, εκεί όπου επτά ποτάμια κανάλια  καταλήγουν στη θάλασσα. Στα λασπωμένα δρομάκια βαδίζει ο Εστεμπάν, ο ξυλουργός, με το σκύλο του. Σκηνή κυνηγιού. Ο πατέρας του μισούσε το κυνήγι μετά από όσα έζησε στον πόλεμο, αλλά ο θείος του και ο παππούς του κυνηγούσαν για να φάνε.

Είναι ο τόπος και για το ορατό χρονολόγιο της κρίσης: «Η ακτή της θάλασσας δεν ήταν πάντα φιλόξενη, είχε μείνει ακατοίκητη μέχρι μερικές δεκαετίες πριν, όταν οι άνθρωποι άρχιζαν να κτίζουν όπου να ’ναι». Στην παραλιακή λεωφόρο Λα Μαρίνα, τη γεμάτη κτίρια σε διάφορες φάσεις ανέγερσης, που κάποτε θύμιζε πολύβουο μελίσσι, τώρα όλα φαντάζουν ήσυχα και ερημικά. Και μια περιαστική ζώνη κι αυτή βρίσκεται σε στάση αναμονής: τα παρατημένα περιβόλια και καλυμμένα από χόρτα μπάζα είναι χαρακτηριστικός διάκοσμος περιοχών που παραλίγο να μπουν στο σχέδιο της πόλης αλλά, σήμερα, είναι γεμάτες με διάσπαρτες καλύβες μεταναστών. «Μα κινς άλι χαντίμα». Δεν υπάρχει δουλειά. Πιο πάνω, στην κωμόπολη  Όλμπα, το ξυλουργείο του Εστεμπάν παραμένει κλειστό. Η κρεμασμένη ταμπέλα στην πόρτα  παραπέμπει σε ανακαίνιση αλλά η κόκκινη ταινία υποδηλώνει ότι είναι υπό κατάσχεση.

Η κατοικία στην Ισπανία αποτελεί ένα ισχυρό κοινωνικό και οικονομικό σύμβολο. Η ιδιοκατοίκηση προσεγγίζει το 80% των νοικοκυριών και ο κατασκευαστικός τομέας συμμετέχει διαχρονικά με διψήφιο αριθμό ως ποσοστό του ΑΕΠ. Το 1988, με νομοσχέδιο, η ελάχιστη απόσταση οικοδόμησης από την ακτή περιορίστηκε από τα εκατό μέτρα στα είκοσι, δίνοντας έτσι το σύνθημα για την κατασκευαστική έκρηξη που θα ακολουθούσε. Η επένδυση στην οικοδομή συνήθως έχει ένα άμεσα θετικό, πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στο ΑΕΠ, αλλά μικρή διαχρονική απόδοση.

Οι δαπάνες κατοικίας εκτινάχθηκαν από το 6,7% το 1997 στο 12,5% του ΑΕΠ το 2006, με τον κατασκευαστικό τομέα συνολικά να φτάνει στο 20% του ΑΕΠ το 2007. Αυτή η έκρηξη, που συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση των τιμών –το 2008, σωρευτικά, αυτή η αύξηση έφθανε το 190%– χρηματοδοτήθηκε από εισροή κεφαλαίων του εξωτερικού. Υπολογίζεται ότι μέσα σε μια δεκαετία, εισήλθαν στη χώρα συνολικά 4 εκατομμύρια άνθρωποι: ξένοι αγοραστές εξοχικής κατοικίας αλλά και μετανάστες για να καλύψουν τις ανάγκες σε εργατικά χέρια.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση, όμως, διέκοψε τη ροή κεφαλαίων και η φούσκα της κατοικίας έσκασε θεαματικά. Η ανεργία, από το 8% το 2007 εκτινάχθηκε στο 23% το 2011. Περίπου 700.000 κατοικίες παρέμειναν απούλητες και το 12% του πληθυσμού κινδύνευσε να χάσει ή έχασε το σπίτι του. Μόνο το 2012 οι κατασχέσεις έφθασαν τις  40.000.

Μέσα σε αυτόν τον δαιμονικό κύκλο του μικρόκοσμου της Μισέντ –μια πινελιά στον μεγάλο πίνακα της Ισπανίας– κινούνται βιοτέχνες μεγαλοεργολάβοι, εργαζόμενοι, μετανάστες, και καταρρέουν μαζί. Ο κεντρικός ήρωας, ο Εστεμπάν –ένας Μπιροτό του αιώνα μας–, ιδιοκτήτης ξυλουργείου που αναλαμβάνει όλες τις ξυλουργικές εργασίες της κτηματομεσιτικής εταιρείας του Πεδρός, ενός αεριτζή μεγαλοεργολάβου, είναι έτοιμος για μεγάλες δουλειές. Επενδύει στα οικόπεδα του Πεδρός όλες τις οικονομίες του και υποθηκεύει την περιουσία του. «Φαινόταν η πλέον αποδοτική επένδυση και –γιατί όχι;– η πιο σίγουρη». Όταν η φούσκα σκάει, όμως , εκείνος καταστρέφεται και μαζί του κλείνει και το ξυλουργείο, μια επιχείρηση εκατό χρόνων.

Θύτης και θύμα μαζί, κάθεται  στο γραφείο του έχοντας απέναντί του τους πέντε μισθωτούς που εργάζονταν γι’ αυτόν – μερικοί πολλά χρόνια. Ο Τσίρμπες περιγράφει την ανακοίνωση της απόλυσης αυτών των ανθρώπων:

 

Ένα λευκό και κολλώδες υγρό στις γωνίες των χειλιών του, σάλιο πηγμένο από την οργή, κόλλα ξυλουργού. Δεν είναι μόνον τα λόγια που ξεστόμισε […] η βία που συσσωρεύτηκε στα όμοια με εργαλεία χέρια του που έξαφνα μετατράπηκαν σε τανάλιες. Τα νύχια του αφήνουν σημάδια στις παλάμες του, μικρές κόκκινες γραμμές.

 

Ο Τσίρμπες είναι ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας των αναμνήσεων και της νοσταλγίας. Σε όλα τα βιβλία του, βασανίζουν τους ήρωές του που δεν μπορούν  να ξεφύγουν: «οι αναμνήσεις», γράφει, «έχουν μια τάξη, έχουν ένα πριν κι ένα μετά, έχουν το χρόνο των πληγών και των τραυμάτων που εξακολουθούν να πυορροούν επί χρόνια και κανείς δεν μπορεί να τις γιατρέψει».[6]

Ο Εστεμπάν είναι ένας άνθρωπος βαθιά ηττημένος: μόνος, ηλικιωμένος, με τη φροντίδα του κατάκοιτου πατέρα του. Η Λιλιάνα, η οικιακή βοηθός από την Κολομβία, απομεινάρι σαρκικού πόθου, έχει πια φύγει. Όλα τα πρόσωπα που  περιτριγυρίζουν τον Εστεμπάν είναι ένας θίασος αναμνήσεων. Εκπροσωπούν τη ζωή του που επιστρέφει: τον Εμφύλιο, τα τρία χρόνια φυλακή του πατέρα του, τη διακοπή των σπουδών από τη Σχολή Καλών Τεχνών για τα μάτια της Λεονόρ, που τελικά τον εγκαταλείπει για τον φίλο του Φρανθίσκο: «Εκείνη πετάει και σώζεται, εγώ αγκυροβολώ στη γη για χάρη της και τελικά μένω μόνος».

Ο Φρανθίσκο ο πετυχημένος, κλασικός αριβίστας με οικογενειακές καθολικές παρακαταθήκες που πρώτος κατάλαβε ότι ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που τρώει, αλλά πάνω από όλα το μέρος που τρώει: «από το μεγάλο όραμα  στη μεγάλη ευκαιρία. Το επέτρεπαν και οι εποχές». Ο σκοπός που αγιάζει τα μέσα, μια σύγχρονη εκδοχή ιησουιτισμού – χωρίς να υποτιμούμε την ενέργεια που απαιτείται για να μπορεί κανείς να λέει ψέματα στον εαυτό του και να συντηρείται από αυτά.  

Το βιβλίο του Τσίρμπες, εκτός από εύστοχο μυθιστόρημα για την κρίση, είναι και μια μεγάλη αφήγηση για την ανθρώπινη κατάσταση και τη μοίρα. Με τη χειμαρρώδη γραφή του, η ecritureblancheτου Ρολάν Μπαρτ, σύμφωνα με τον κριτικό Βόλφγκανγκ Λάσινγκερ της FrankfurterAllgemeineZeitung, δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Οι εικόνες του αναμετρώνται με το παρελθόν και το παρόν της Ισπανίας: οι τυλιγμένοι με την τρίχρωμη σημαία της δημοκρατίας γείτονες που έκαναν αργότερα ουρά για να καταδώσουν τον εξαφανισμένο που έψαχναν οι φαλαγγίτες, ο άγιος άνθρωπος του ταμιευτηρίου που είχε αφήσει τη μισή Όλμπα άστεγη, ο απολυμένος Χούλιο που δεν τολμάει να ζητήσει αποζημίωση γιατί προτιμούσε την μαύρη εργασία ώστε να παίρνει ταυτόχρονα και το επίδομα ανεργίας, τα παράνομα σφαγεία των  Μαροκινών που πρέπει να σφάζουν τα ζώα με τον δικό τους τρόπο, κοιτώντας προς τη Μέκκα. 

 

ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Η κρίση δεν είναι παρά το εμφανιστήριο παλιών φιλμ, σκόρπιες φωτογραφίες που ο συγγραφέας ανασύρει από την ακινησία του βάλτου. Τα μυστικά του γεμάτου πτώματα βάλτου. Οι γέροι είναι αυτοί που έχουν την χειρότερη μνήμη, αλλά δύσκολα ξεχνούν. Γιατί κάποια πράγματα έχουν την ίδια αξία που είχαν και την όγδοη μέρα της δημιουργίας, «τότε που η Εύα είδε ένα φίδι κι άπλωσε το χέρι να το πιάσει νομίζοντας πως ήταν κολιέ με σμαράγδια».

 


[1] Από τον πρόλογο του ιδίου στους Χωριάτες, 1844.

[2] Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Ιστορία της ακμής και της παρακμής του Καίσαρα Μπιροτό, μετάφραση: Ευγενία Τσελέντη, Παπαδόπουλος, 1999.

[3] Niall Ferguson, Πολιτισμός, μετάφραση: Νίκος Ρούσσος, Παπαδόπουλος, 2012.

[4] Τσβετάν Τοντόροφ, Η λογοτεχνία σε κίνδυνο, μετάφραση: Χρύσα Βαγενά, Πόλις, 2013.

[5] Κατά σειρά: Λίμνη, Γούβες, Αλυκή και Βάλτος.

[6] Απόσπασμα από τις Σκηνές κυνηγιού, μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος, Άγρα, 2009.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά