Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Στο μυαλό του Ντόκτοροου

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την 
Ο Έντγκαρ Λώρενς Ντόκτοροου. Ο Έντγκαρ Λώρενς Ντόκτοροου. Marc Sobzcak

 Edgar Lawrence Doctorow, Andrew’s Brain, Random House, New York 2014, 224 σελ.

Αμερικανός, πρωτοεμφανίστηκε στα 1960 και έκτοτε έχει γράψει 12 μυθιστορήματα, 5 συλλογές διηγημάτων, 1 θεατρικό έργο και 7 δοκίμια. Από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της εποχής μας, παραμένει οπλισμένος και επικίνδυνος. Το νέο βιβλίο του αναφέρεται σε έναν τρελό άγιο που έγινε άγιος επειδή πενθεί για τη χώρα του – την πιο ενδιαφέρουσα χώρα του κόσμου. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το τεύχος 45 του Books' Journal (Ιουλίου 2014), με θλιβερή αφορμή την αναγγελία θανάτου του συγγραφέα. 

 

Γυρίστε την πρώτη σελίδα. Ξεκινήστε. Δεν έχετε ποτέ διαβάσει τίποτε παρόμοιο. Τίποτε παρόμοιο δεν έχει γραφτεί ποτέ, είδα στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου που αγόρασα τυχαία, κάπου γύρω στο 1975. Κι ήταν αλήθεια. Δεν είχα διαβάσει ποτέ κάτι τέτοιο, δεν ήξερα ότι υπήρχε ένας τέτοιος τρόπος να δημιουργείς κόσμους, να επαναδημιουργείς κόσμους, να συνθέτεις και να ανασυνθέτεις ιστορίες αναπαράγοντας πολλαπλά είδωλα. Σύντομες στακάτο λαχανιαστές φράσεις, χωρίς κόμματα και εισαγωγικά, σαν μικρές ανάσες, σαν τη μουσική ragtime από την οποία έπαιρνε τον τίτλο του, σαν το περίφημο Maple Leaf του Σκοτ Τζόπλιν, σαν «φως που αγγίζει διάφορα σημεία στο χώρο, και αθροίζεται σε περίτεχνα σχέδια έως ότου ολόκληρο το δωμάτιο έλαμπε»[1]. Το Ragtime, που δημοσιεύθηκε το 1975 δεν ήταν το πρώτο βιβλίο του Έντγκαρ Λώρενς Ντόκτοροου: είχαν προηγηθεί τα Welcome to Hard Times (1960), Big as Life (1966), και το συγκλονιστικό The Book of Daniel (1971)[2] με το οποίο ο γεννημένος το 1931 συγγραφέας του έμπαινε στη λίστα των πιο σημαντικών αμερικανών συγγραφέων της εποχής του. Και τι εποχή ήταν αυτή! Ας θυμηθούμε μόνον ότι το 1969 είχε κυκλοφορήσει το Portnoy’s Complaint[3]του κατά δύο χρόνια νεότερού του Φίλιπ Ροθ, προκαλώντας τον γνωστό πάταγο. Πάταγο, ναι, ανατριχίλες στην επιφάνεια της λογοτεχνικής λίμνης, αλλά τίποτα σαν το βαθύ βουητό, από τα έγκατα της ανθρώπινης συνείδησης, που εκπέμπουν οι σελίδες του Ντόκτοροου ακόμη και σήμερα, σαράντα χρόνια μετά. Τα «περίεργα» βιβλία του δεν σταμάτησαν εκεί: συνέχισε να γράφει, εκπλήσσοντας πάντα με τις στροφές της θεματολογίας και των φωνών των αφηγητών του, αρνούμενος να υπηρετήσει αλλά και να δημιουργήσει κάποιο συγκεκριμένο στυλ, δηλώνοντας ότι «κάθε βιβλίο έχει τη δική του ταυτότητα, και όχι του συγγραφέα. Μιλάει μόνο του. […] Θεωρώ ότι τη στιγμή που ένας συγγραφέας γνωρίζει ποιο είναι το στυλ του, είναι τελειωμένος. Γιατί τότε βλέπεις τα όριά σου και ακούς τη δική σου φωνή μέσα στο κεφάλι σου. Μ’ αρέσει να πιστεύω ότι έχω μέσα μου βιβλία που βγαίνουν στην επιφάνεια και βρίσκουν τη δική τους φωνή – τη δική τους, όχι τη δική μου»[4].

Σήμερα, στα 83 του χρόνια, οργισμένος, πάνοπλος, αδιάφορος για τις ασφαλείς ζώνες νοσταλγίας των περισσότερων συνομηλίκων του, εκπλήσσει και πάλι με ένα καινούργιο βιβλίο που και πάλι δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Γι’ αυτό αξίζει μια μικρή ξενάγηση στον κόσμο αυτού του χαμηλών τόνων συγγραφέα – πόσοι τον έχουν καν ακουστά στη χώρα μας; Του συγγραφέα που απλώνει γύρω του όλο και μεγαλύτερους ομόκεντρους (γύρω από τις εμμονές του δηλαδή) κύκλους, οι οποίοι επαναπροσδιορίζουν τον τρόπο μας να αντιλαμβανόμαστε την εποχή μέσα από τις εποχές, την ιστορία μέσα από τις ιστορίες, κι εκείνη τη μεγάλη χώρα πέρα από τον Ατλαντικό, τη θαυμαστή, τη μεγαλειώδη και τρομακτική.

ΑΜΕΡΙΚΗ, Η ΧΩΡΑ

Κάθε βιβλίο του Ντόκτοροου είναι πολιτικό. Αβίαστα, χωρίς ραφές και στριφώματα για να χωρέσουν θεωρίες και μικροπολιτικές. Γράφει για ανθρώπινες υπάρξεις και πράξεις που είναι δημιουργήματα ενός δεδομένου τόπου και χρόνου, όχι τυχαίου, όχι ασχολίαστου. Αν και αντιστέκεται σθεναρά όταν τον αποκαλούν «ιστορικό μυθιστοριογράφο» (όπως και «συγγραφέα της Νέας Υόρκης», «πολιτικό Εβραίο συγγραφέα», «μετα-μοντερνιστή»), το θέμα του είναι ένα: η περιπέτεια μιας ηπείρου και μιας ιδέας και μιας πίστης που λέγεται Αμερική, η χώρα όπου κατέφυγαν οι Εβραίοι πρόγονοί του και όπου μεγάλωσε ο ίδιος.

Στο Ragtime, που διαδραματίζεται στις απαρχές του 20ού αιώνα, στήνεται το σκηνικό των αντιθέσεων, της βιαιότητας, του ρατσισμού, της υποκρισίας, της αδικίας. Η ασύλληπτη μιζέρια των φτωχών χορεύει μικρά ρυθμικά βήματα δίπλα στο υπέρλαμπρο μεγαλείο των πλούσιων, που είναι οι αδιαφιλονίκητοι ηγέτες. Μουσική υπόκρουση, ο σαρκασμός.

 

Εκατομμύρια ήσαν άνεργοι. Όσοι τυχεροί είχαν εργασία δεν τολμούσαν να οργανωθούν σε σωματεία. Δικαστικές αποφάσεις τα ακύρωναν, η αστυνομία τούς έσπαγε τα κεφάλια, οι αρχηγοί έμπαιναν φυλακή κι άλλοι έπαιρναν τις δουλειές τους. Ένα σωματείο ήταν προσβολή στο Θεό. Τον εργαζόμενο θα τον προστατεύσει και θα τον φροντίσει όχι ο εργατοπατέρας, είπε ένας πλούσιος, αλλά ο Χριστιανός στον οποίο ο Θεός, με την Υπέρτατη Σοφία Του, έδωσε τον έλεγχο των ιδιοκτησιακών συμφερόντων αυτής της χώρας. Κι αν όλα αυτά αποτύγχαναν, φώναζαν τον στρατό. [...] Στα ανθρακωρυχεία ο εργάτης έβγαζε ένα δολάριο κι εξήντα σεντς την ημέρα αν κατάφερνε να σκάψει τρεις τόνους. Ζούσε στις αποθήκες της εταιρείας κι αγόραζε το φαγητό του από τα καταστήματα της εταιρείας. Στις καπνοκαλλιέργειες οι Νέγροι καθάριζαν τα φύλλα καπνού δεκατρείς ώρες την ημέρα κι έβγαζαν έξι σεντς την ώρα, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Τα παιδιά δεν είχαν ειδική μεταχείριση. Θεωρούνταν καλοί εργάτες. Δεν παραπονούνταν, όπως οι ενήλικες. Οι εργοδότες ευχαριστιούνταν να τους σκέφτονται σαν χαρούμενα μικρά ξωτικά. Αν υπήρχε ένα μόνο πρόβλημα με την παιδική εργασία, αυτό ήταν η μειωμένη αντοχή τους. Είχαν περισσότερη ευλυγισία από τους μεγάλους, αλλά και την τάση να χάνουν σε αποδοτικότητα προς το τέλος της ημέρας. Αυτές ήταν οι ώρες που στα εργοστάσια και τις κονσερβοποιίες ήταν πιο επιρρεπή στο να κόβουν τα δάχτυλά τους ή να διαμελίζουν τα χέρια τους ή να πλακώνουν τα πόδια τους· έπρεπε να τα συμβουλεύουν να μένουν ξύπνια. Στα ορυχεία ξεδιάλυναν το κάρβουνο και καμιά φορά αυτό κατρακυλούσε και τα καταπλάκωνε· τα προειδοποιούσαν να μη χαζεύουν. Εκατό Νέγροι κάθε χρόνο λυντσάρονταν. Εκατό μεταλλωρύχοι καίγονταν ζωντανοί. Εκατό παιδιά ακρωτηριάζονταν. Φαίνεται ότι ίσχυαν κάποιες ποσοστώσεις γι’ αυτά τα πράγματα. Φαίνεται ότι υπήρχαν ποσοστώσεις για τον θάνατο από ασιτία[5]. (Την ίδια χρονική περίοδο, ο Πρόεδρος «Τέντι» Ρούζβελτ πάει για σαφάρι στην Αφρική όπου με καμάρι σκοτώνει «17 λιοντάρια, 11 ελέφαντες, 21 ρινόκερους, 8 ιπποπόταμους, 9 καμηλοπαρδάλεις, 47 γαζέλες, 29 ζέβρες...»[6]).

 

Ο κόσμος του Ντόκτοροου συντίθεται και ανασυντίθεται συνεχώς, «σε μιαν αέναη διαδικασία ανικανοποίησης»[7]. Περιγράφει ξανά και ξανά τους δρόμους, τα τετράγωνα, τις διαδρομές και τα ταξίδια με τρένο ή μετρό ή αυτοκίνητο ή πλοίο, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, τις περιοχές, τις γειτονιές («όλες οι επαναστάσεις ξεκινούν από νοικάρηδες. Νοικάρηδες που ξεπαγιάζει ο κώλος τους το χειμώνα»[8]). Σημασία έχει «να δοκιμάζεται η αντοχή του αναπαραγόμενου γεγονότος[9]», κι αυτό κάνει ονοματίζοντας, επαναλαμβανόμενα και σχολαστικά, τις διαδρομές των χαρακτήρων του, σαν μια μουσική αλυσίδα που διαπερνά την ιστορία της χώρας μέσα από τα ίδια, αναπαραγόμενα τοπία: κάθε πόλη μοιάζει να έχει το ίδιο μέρος για παγωτό, τον ίδιο οδοντογιατρό, τις ίδιες σταθερές αξίες που έκαναν την Αμερική τόσο σπουδαία, ενώ παράλληλα το χώμα της νοτιζόταν από το αίμα των άτυχων. (Τα πιο θαυμαστά και διάσημα  «αναπαραγόμενα», η κινητή γραμμή παραγωγής αυτοκινήτων του «Μοντέλου Τ» του Φορντ, και ο κινηματογράφος στις απαρχές του, που «εξαρτιόταν από την ικανότητα των ανθρώπων, των ζώων ή των αντικειμένων να χάνουν κομμάτια τους, απομεινάρια σκιάς και φωτός που άφηναν πίσω τους»[10]).  Οι πλούσιοι, που «ήξεραν τι ήταν σημαντικό[11]», εμφανίζονται σαν γίγαντες της συλλογικής φαντασίωσης ενός λαού που, τότε όπως και τώρα, έχει ως σχεδόν αποκλειστικό κριτήριο αξιολόγησης τα successstories. Παράδειγμα, ο Τζ.Π. Μόργκαν, «αυτός ο κλασικός αμερικανός ήρωας, ο άνθρωπος που γεννήθηκε μέσα σε ακραίο πλούτο και, με σκληρή δουλειά και ασπλαχνιά, πολλαπλασιάζει την οικογενειακή περιουσία έως ότου εκτιναχτεί πέρα από τα όρια του ορατού[12]».

Στα επόμενα βιβλία τα τοπία γίνονται πιο σύνθετα, καθώς παρακολουθούν την εικόνα μιας χώρας που κλονίζεται από τις αρχικές της αξίες. Οι αντοχές δοκιμάστηκαν, και κάπου δεν τα κατάφεραν. Οι φτωχογειτονιές των παιδικών του χρόνων, το θαυμαστό και αγαπημένο φυτώριο όπου άνθιζε η πίστη στην εργατικότητα και η ελπίδα για την ανταμοιβή της, έγιναν χαώδεις:

 

Παντού στην πόλη όλοι τρέχουν ψωνίζουν συσκέπτονται, προσπαθούν να ξεφύγουν απ’ αυτήν τη ζωή του λευκού άρτου, με τα αθλητικά τους τρέχουν, με τους αποχυμωτές τους παραμάσχαλα...[13]

  

Το χωνευτήρι των φυλών δεν εμπνέει πια αισιοδοξία αλλά ενοχές και σύγχυση:

 

Θεέ μου, κάνε να μεταναστεύουν, κάνε η χώρα μου να είναι η τελευταία και καλύτερή τους ελπίδα. Αλλά ας δούμε κάτι: οι Ιρλανδοί, οι Ιταλοί, οι Εβραίοι ήρθαν εδώ γιατί ήθελαν μια καινούργια ζωή. Δούλεψαν για να βγάλουν τα χρήματα για να φέρουν εδώ τις οικογένειές τους. Έλεγαν άι σιχτίρ στην παλιά πατρίδα και χαίρονταν που την άφηναν πίσω. Δεν ήρθαν εδώ επειδή εμείς τους κάναμε κάτι. Οι νέοι μετανάστες, όμως, βρίσκονται εδώ επειδή εμείς κάναμε τις χώρες τους αβίωτες. Ήρθαν εδώ για να σωθούν από εμάς[14].

 

Όπως έχουν διαπιστώσει αναλυτές του έργου του[15], η υπαρξιακή απόγνωση του Ντόκτοροου καταλήγει πάντα στον πολιτικό ακτιβισμό. Έτσι και στο τελευταίο διήγημα της συλλογής LivesofthePoets, που φέρει τον ίδιο τίτλο, όπου ο αφηγητής μετατρέπει τη γκαρσονιέρα του στο κέντρο της πόλης (την οποία διατηρεί για να γράφει, ίσως και για κρυφές ερωτικές περιπέτειες) σε καταφύγιο παράνομων μεταναστών: οι ερωτικές περιπέτειες μπορεί να μη σημαίνουν τίποτε πια, ούτε, ίσως, και η συγγραφή. Όμως οι πράξεις ναι, μόνον οι πράξεις μπορούν να έχουν αποτέλεσμα.

 

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ

«Η ιστορία είναι το πεδίο μιας συνεχούς μάχης », λέει ο Ντόκτοροου,[16] «γιατί το παρελθόν ελέγχει το παρόν. Αλλά η ιστορία είναι το παρόν. Και γι’ αυτό κάθε γενεά την ξαναγράφει. Αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν «ιστορία» είναι το τελικό της αποτέλεσμα, ο μύθος. Γι’ αυτό, με το να είσαι ασεβής απέναντι στο μύθο, με το να παίζεις μαζί του και να αφήνεις να μπαινοβγαίνει αέρας και φως, ρισκάρεις να σε αντιμετωπίζουν σαν κάποιον που διαστρεβλώνει την αλήθεια». Διευκρινίζει ότι

 

Φυσικά, υπάρχει αυτό το είδος που αποκαλείται «ιστορικό μυθιστόρημα»: είναι ένα «μυθιστόρημα εποχής», που σκοπό έχει να μας κάνει να αναστενάζουμε για το πόσο υπέροχα θα ήταν αν ζούσαμε εκείνη την εποχή. [...] Μόνον ένας χρόνος μετράει, ο χρόνος του βιβλίου, ο δικός του εσωτερικός χρόνος.[17]

 

The Book of Daniel είναι ένα έργο που βασίζεται στη δίκη και στην εκτέλεση, το 1953, του ζεύγους Τζούλιους και Έθελ Ρόζενμπεργκ. Ο Ντόκτοροου διηγείται[18] πώς είχε ήδη γράψει περί τις 150 σελίδες προτού τις πετάξει, απελπισμένος, από το παράθυρο.

 

Κατάλαβα ότι δεν έπρεπε να γράψω εγώ αυτό το βιβλίο, αλλά ο Ντάνιελ, ο γιος του δολοφονημένου, εκτελεσμένου ζεύγους [...] γιατί αυτός ήταν ο οικείος των γεγονότων, όπως πρέπει να είναι και ο συγγραφέας, ενώ βρισκόταν στο σκοτάδι ως προς τα τεκταινόμενα, όπως ήμουν κι εγώ, σαν συγγραφέας.

 

Ο Ντάνιελ λοιπόν, οκτάχρονο αγόρι όταν ο κόσμος του καταρρέει, είναι ο μυθιστορηματικός αφηγητής. Αυτοαποκαλείται, και αισθάνεται, «εγκληματίας της αντίληψης», καθώς ψυχρά καταγράφει την εξελισσόμενη φρίκη. «Στις κρίσιμες στιγμές είμαι πάντα υπερευαίσθητος στους ανθρώπους που κινούνται στην περιφέρεια[19]», εξηγεί, καθώς παρατηρεί τον ταξιτζή που τον παίρνει για πάντα μακριά από το σπίτι του, προς το άγνωστο. Όπως παρατηρεί και τον ήρωα της εποχής, Στρατηγό Μακ Άρθουρ: «Χτένιζε τα μαλλιά του πλάγια ώστε να κρύβει τη φαλάκρα του. Πώς μπορούσε η χώρα να εμπιστεύεται έναν άντρα με τόση θλιβερή φιλαρέσκεια;»[20]. Μόνο ύστερα από χρόνια, ενήλικας πια και κατεστραμμένος συναισθηματικά, θα αφήσει να αναδυθεί η απόγνωσή του –και είναι εκείνη του μικρού αγοριού. «ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΤΡΟΜΕΡΟ», αναρωτιέται[21], «ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΚΡΑΤΗΣΩ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ, ΝΑ ΤΟ ΒΓΑΛΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ, ΝΑ ΑΔΕΙΑΣΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΑΠ’ ΑΥΤΟ; ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ;».

Το βιβλίο κινείται στη σχετικά αχαρτογράφητη περιοχή της αμερικανικής Αριστεράς των δεκαετιών του 1940 και του 1950, μιας Αριστεράς που, αν και αφοσιωμένη στο σταλινικό πρότυπο, διατηρεί παράλληλα την πίστη της στο Αμερικανικό Όνειρο. Ο πατέρας (που κατηγορείται ότι πρόδωσε εθνικά μυστικά στους Ρώσους), ενώ ολόψυχα ονειρεύεται να αλλάξει τα πάντα, ταυτόχρονα διατηρεί την πίστη του στους αμερικανικούς νόμους, στους «κανόνες τους», κι έτσι καταρρέει όταν θεωρεί ότι δεν τηρούνται: «Είναι τρελό», θυμάται και σχολιάζει σε rewindο ενήλικας, οργισμένος ο γιος του. «Πολλοί ήσαν έτσι. Ήσαν σταλινικοί αλλά κάθε φορά που η Καπιταλιστική Αμερική τους γαμούσε τρελαίνονταν φωνάζοντας “Η χώρα μου!” Γιατί δεν είσαι αυτό που λες ότι είσαι; Όταν τους δίκαζαν, δεν έλεγαν “Φυσικά, τι άλλο μπορούσαμε να περιμένουμε”, έλεγαν “Γελοιοποιείτε την Αμερικανική Δικαιοσύνη”»[22]. Ένας χαρακτήρας του βιβλίου το συνοψίζει έτσι: «Θέλεις να ξέρεις ποιο ήταν το πρόβλημα με τους παλιούς Αμερικανούς Κομμουνιστές; Ήσαν μέσα στο σύστημα. Φορούσαν γραβάτες. Είχαν δουλειές. Ψήφιζαν για τον Πρόεδρο. Νόμιζαν ότι η πολιτική είναι κάτι που κάνεις σε συνεδριάσεις»[23]Και τι συνέβη λοιπόν μ’ αυτή την Αριστερά; Πού πήγε; «Η κοινωνία βαριέται τον ριζοσπάστη. [...] Αλλά αφού αυτός πεθάνει, η αρχική του μουσική στοιχειώνει τους διώκτες του. Και οι φιλελεύθεροι το εκμεταλλεύονται, για να αποσπάσουν την εξουσία[24]».

«Αυτό που ανακάλυψα γράφοντας το βιβλίο», εξηγεί ο Ντόκτοροου, «είναι ότι το ερώτημα δεν είναι αν ήσαν αθώοι ή ένοχοι. Το θέμα ήταν αυτό που τους συνέβη. Η υπόθεσή τους είναι ένα πορτρέτο των ΗΠΑ της δεκαετίας του 1950, μια αυτοπροσωπογραφία μαζικού εθνικού υπνωτισμού. [...] Και είναι, επίσης, αυτό το ασυνείδητο πράγμα που μπορούν να κάνουν οι γονείς στις ζωές των παιδιών τους, βασισμένοι στις ιδεολογικές τους φαντασιώσεις[25]». Η οικογένεια (που εδώ λέγεται Άιζακσον) είναι και πάλι ο πικρός, αυτοσαρκαστικός καμβάς:  «Το θέμα με τους Άιζακσον, το θέμα με τον κάθε έναν της οικογένειάς μας, είναι ότι δεν είμαστε καλοί άνθρωποι».[26]  «Ένας Άιζακσον ενεργεί με θάρρος έτσι ώστε να φέρει τα επιθυμητά αυτοκαταστροφικά αποτελέσματα[27]». Ο «μικρός εγκληματίας» τούς παρατηρεί με το αδυσώπητο βλέμμα του: «Είχα τις αμφιβολίες μου γι’ αυτόν [τον πατέρα]. Αλλά ήξερα ότι εκείνη [η μητέρα] στο τέλος θα άντεχε, μέχρι το τελευταίο βολτ, με απόλυτο εγωισμό, με απίστευτη, άκαμπτη οργή[28]». Η μητέρα είναι πράγματι η πιο δυνατή, μέχρι το τέλος (η σκηνή της εκτέλεσής της, όπου παρά τις επαναλαμβανόμενες ηλεκτροπληξίες η καρδιά της αντέχει, είναι αναπαράσταση του τι συνέβη με την Έθελ Ρόζενμπεργκ), αλλά ο λατρευτός γιος καταφέρνει να τη χειριστεί έτσι ώστε να εξυπηρετήσει την αφήγησή του – το μυθιστόρημα, στο κάτω κάτω, είναι δικό του:

 

Έδωσα στη μητέρα μου το δικό μου μπλε μεταλλικό κουτί όπου κρατούσα τα κέρματά μου: είχε περίπου ογδόντα σεντς. Έκλαψε και με πήρε αγκαλιά, όπως ήξερα ότι θα έκανε. Ήθελα να τη δω να κλαίει. Ήθελα να με πάρει αγκαλιά. Ήθελα να αισθανθεί την ένταση της στιγμής που είχα προσχεδιάσει[29].

 

Από τις ωραιότερες γραμμές που έχουν γραφτεί ποτέ για τον τρόπο που ένα παιδί ζει τον αφανισμό του κόσμου του, είναι νομίζω αυτές:

 

Την τελευταία φορά που την είδαν φορούσε το μαύρο της παλτό με το κατεβασμένο στρίφωμα κι ένα μικρό μαύρο καπελάκι.  Η μητέρα μου φορούσε το μικρό της ρολόι στον καρπό, ωραίος λεπτός καρπός με ωραίες γαλάζιες φλέβες. Άφησε πίσω της ένα καθαρό σπίτι, και μέσα στο ψυγείο ένα σάντουιτς με φυστικοβούτυρο και ένα μήλο, για το μεσημεριανό. Το απόγευμα ήπια το γάλα μου και έφαγα τα κουλουράκια μου. Και δεν ξαναήρθε ποτέ σπίτι[30].

 

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΥΨΕΙΣ

Σε κάθε βιβλίο του Ντόκτοροου επανέρχεται κάποιο κομμάτι της παιδικής του ηλικίας. Την οποία γνωρίζουμε καλά, γιατί δεν κουράζεται να την ξαναλέει – με διαφορετική πάντα φωνή. Στο World’sFair[31]βλέπουμε μέσα από τα μάτια ενός μικρού αγοριού τον γοητευτικό και καλλιεργημένο πατέρα που όμως είναι επαγγελματικά «αποτυχημένος», τη μητέρα, εργατική, καταπονημένη, μόνιμα οργισμένη με την ακύρωση των ονείρων της («Οι ιστορίες της με θάμπωναν. Σκοπός τους, η διδασκαλία. Θέμα τους, η επαγρύπνηση»), τουςπαππούδες και τις γιαγιάδες και τις θείες και τα ενδο-οικογενειακά τους δράματα, τον μεγάλο αδελφό, την αδιάκοπη εργασία, το φόβο του να είσαι φτωχός και Εβραίος, τις αρρώστιες και το θάνατο, το ρατσισμό, την αδικία και τη βία, δίπλα στα παιχνίδια και τα βιβλία και τους ήρωες των κόμικς, τη μουσική και τα φαγητά και τα ρούχα, την τρυφερότητα και την ακλόνητη οικογενειακή αγάπη. Η ματιά είναι ενός ενήλικα που, γνωρίζοντας τι ακολούθησε, ξαναβυθίζεται με οδυνηρή ειλικρίνεια σ’ αυτήν την παιδική ηλικία. Όπως όταν τον φωτογραφίζουν, φορώντας τα καλά του, πάνω στο ποδήλατό του:

 

Έχω ακόμα εκείνη τη φωτογραφία. Τα μικρά μου χέρια είναι γαντζωμένα στο τιμόνι. Τα πόδια μου ακουμπισμένα στα πεντάλια της μεγάλης μπροστινής ρόδας. Φοράω το μάλλινο κοστούμι με το σακάκι και τα ασορτί παντελονάκια και τον μπερέ μου, λίγο στραβά. Επιτρέπω στον αξιαγάπητο εαυτό μου να απαθανατιστεί με το ολοκαίνουργο κοστούμι του. Είμαι ένα όμορφο, ξανθομάλλικο παιδί με ανοικτό πρόσωπο και χαμογελάω όπως μου ζήτησαν· αλλά είναι ένα διστακτικό και επιφυλακτικό χαμογελάκι. Είμαι πρόθυμος με τη καλή μου διαγωγή να εξευμενίσω, να καταπραΰνω, αν τα καταφέρω, αλλά αν όχι, έχω το πόδι μου πάνω στο πεντάλι σε ετοιμότητα, για να με πάρει γρήγορα μακριά. Δεν είναι ότι δεν ήθελα να μάθω τους τρόπους τους και να δεχτώ τις οδηγίες τους και να αναλάβω τη θέση μου στη ζωή. Αλλά κάθε μια από τις θεότητές μου, μου μιλούσε μέσα από διαφορετική εξουσία και με διαφορετικές φιλοδοξίες. [...] Δεν μπορούσα ποτέ να είμαι σίγουρος για το περιθώριο λάθους, για το πόση ανεκτικότητα υπήρχε...

 

Σε άλλα βιβλία ο ίδιος ενήλικας ενδύεται τη φωνή της μητέρας, του αδελφού, ή και της «τρελής» Εβραίας γιαγιάς με το βασανισμένο παρελθόν που χάνεται στους δρόμους της Νέας Υόρκης και βλαστημά και καταριέται τους γύρω της, αλλά αγαπά – αγαπά με πάθος:

 

Μιλάω για τη μοναδική μορφή έκστασης που επιτρέπεται στις γριές κυρίες. [...] Αυτό που έχουμε, την υπερβολικά πολλή ζωή μέσα μας, είναι αυτό που ο κόσμος μισεί περισσότερο. Προσβάλλουμε. Βρομάμε από ζωή. Οι καρδιές μας κάνουν έρωτα στον κόσμο, όχι απαλά. Είμαστε βάναυσες με τη ζωή, και η βαναυσότητά μας λέγεται πόνος[32].

 

 

Με μικρές παραλλαγές παρελαύνουν όλοι σε κάθε σχεδόν βιβλίο, μέχρις ότου οι γονείς είναι πια « πολύ μακριά για να είναι αναγνωρίσιμοι. Είναι καρφιτσωμένοι στον δικό τους χρόνο»[33].

 

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΑΓΚΩΝΕΙ

Από την πρώτη παιδική ηλικία μέχρι τα γεράματα, μέσα από όλες τις φωνές όλων των βιβλίων, ο έρωτας είναι η αδυναμία, το ατύχημα που συμβαίνει και σε βρίσκει ανυπεράσπιστο και «χαμένο από χέρι» – αλλά με τον πιο απολαυστικό τρόπο, αφού είναι η ωραιότερη καταστροφή.  Στο World’s Fair περιγράφεται η πρώτη ερωτική αφύπνιση του αγοριού, που παρακολουθεί την όμορφη μητέρα της μικρής του φίλης να κολυμπάει γυμνή μέσα σε ένα ενυδρείο. Αργότερα, μέσα στο αυτοκίνητο, δεν είναι πια ο ίδιος:

 

Δεν το είχα επιδιώξει, είχε έρθει σ’ εμένα χωρίς να το φωνάξω, χωρίς να το σχεδιάσω ή να το υπολογίσω. Δεν έφταιγα εγώ. Προηγουμένως ανησυχούσα συνέχεια να προλάβω τη ζωή, να τη βρω, να την αισθανθώ, να την καταλάβω· αλλά το μόνο που χρειαζόταν ήταν να είμαι μέσα της, κι εκείνη θα μου έδινε τις κατάλληλες οδηγίες και κάθε τι που χρειαζόμουν. Καθώς με έπαιρνε ο ύπνος, τα πυροτεχνήματα έσκαγαν ξανά και ξανά, σαν να ήμουν εγώ που χτυπούσα τις γροθιές μου στο στήθος μου και φώναζα προς τους ουρανούς ότι είμαι εδώ.

 

Ο έρωτας διαθλάται, όπως και κάθε τι άλλο σημαντικό, μέσα από το σαρκαστικό χιούμορ του Ντόκτοροου: Στο Ragtime, η πανέμορφη Έβελυν Νέσμπιτ  (υπαρκτό πρόσωπο, όπως όλοι σχεδόν οι ήρωες του βιβλίου) εγκαταλείπει τον τρελά ερωτευμένο μαζί της φτωχό νεαρό, γιατί αυτός

δεν ήξερε τι σημαίνει άνεση. Δεν μπορούσε να της μιλάει σαν να ήταν μωράκι. Δεν μπορούσε να της δείχνει πώς να εξετάζει σωστά ένα διαμάντι, ούτε να την πηγαίνει σε εστιατόρια όπου ο μαιτρ θα τον έγλειφε από πάνω μέχρι κάτω. Το μόνο που μπορούσε, ήταν να της αφιερώσει τη ζωή του και να δουλεύει για να ικανοποιεί και την παραμικρότερη ιδιοτροπία της. Τον αγαπούσε, αλλά ήθελε κάποιον που θα της φερόταν άσχημα και στον οποίο θα φερόταν άσχημα. Ποθούσε κάτι να προκαλέσει την ευφυΐα της, ποθούσε κάτι να ερεθίσει και πάλι τις φιλοδοξίες της[34].

 

H απιστία αποτελεί, φυσικά, μέρος της εξίσωσης: στη συλλογή Lives of the Poets, στο διήγημα “Willy”, το αγόρι παρατηρεί τη μητέρα που (όπως γνωρίζει μόνο το αγόρι) απατά τον πατέρα.

 

Τα μάτια της είναι για τον άντρα της. Νομίζω τώρα, Μπαμπά, πως τα αισθήματά της τη στιγμή αυτή είναι ειλικρινή. Ξέρω τώρα ότι κάθε λεπτό περιέχει αυτό που πιστεύεις, κι αυτό που αποκαλούμε απιστία είναι η πίστη κάθε λεπτού, η επιθυμία να είναι όπως μοιάζει να είναι. Είναι δυνατόν, μέσα στη χαρά, να αγαπάς εκείνον που πρόδωσες και να αναζωογονείσαι μέσα από την αγάπη σου γι’ αυτόν, είναι απολύτως δυνατόν.

 

Η ιστορία είναι άγρια, καθώς τελειώνει με το φρικτό ξυλοκόπημα και την αποπομπή της άπιστης μητέρας· στο τελευταίο διήγημα της συλλογής η αγριότητα των σχέσεων παραμένει αναλλοίωτη, αλλά καλυμμένη από την σοφιστικέ ειρωνεία της σύγχρονης εποχής: ο άντρας που μεγάλωσε πια, που σχεδόν γέρασε, παρατηρεί τους συνομήλικούς του να προσπαθούν να μη χωρίσουν και να χωρίζουν, να ξαναπαντρεύονται και να ξαναχωρίζουν, να ερωτεύονται μικρότερες, να γελοιοποιούνται και να εκλογικεύουν τη γελοιοποίησή τους – και να μιλούν ακατάπαυστα, όλοι σε όλους, για όλα αυτά. «Μα τι συνέβη και χάθηκε η διακριτικότητα; Πού πήγε η υπερηφάνεια; Τι προκάλεσε την παρακμή του τακτ και της διπλοπροσωπίας;» αναρωτιέται. «Η διπλοπροσωπία είναι, φυσικά, η βάση του ανθρώπινου πολιτισμού».

Ο γάμος δεν ξεφεύγει, εννοείται, από το νυστέρι:

 

Υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από είκοσι χρόνια γάμου, όπου εκείνη έχει την ίδια σκέψη μ’ εσένα λίγα δευτερόλεπτα αφού την έχεις εσύ, ή και πριν· [...] Όπου σέρνεσαι μέσα και έξω από τον εαυτό σου και δεν θυμάσαι ποιος υποτίθεται ότι είσαι, κι εκείνη σου λέει ότι έχει την ίδια εμπειρία, εξαφανίζεται μέσα στον εαυτό της, κι έτσι οι δυο σας ζούσατε μαζί όλα αυτά τα χρόνια χωρίς να ξέρετε ποιοι είστε και τι υποτίθεται ότι πρέπει να αισθάνεστε, αλλά γνωστοί σε όλους σαν το ίδιο ξεκάθαρο ζευγάρι που πάντα ήξεραν κι αναγνώριζαν...

 

 

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΓΡΙΕΥΕΙ

Ο Ντόκτοροου δεν είναι κάποιος ελαφρώς ξεμωραμένος celebrityσυγγραφέας που, επαναπαυόμενος στη φήμη του, ξεχειλώνει τις ξεπλυμένες ερωτικές φαντασιώσεις και τις υπαρξιακές αγωνίες του σε μπεστ σέλερ «σιγουράκια» (αφήνω τις συγκρίσεις στη διακριτική ευχέρεια του καθενός...). Τα χρόνια που πέρασαν ακόνισαν ακόμα πιο πολύ τη λεπίδα της γραφής του «εγκληματία της αντίληψης», που πάντα επιδιώκει να αισθανθεί, αλλά και να δώσει, «το βάναυσο πράγμα, το βάναυσο πράγμα»[35]. Είναι μάταιο να προσπαθήσουμε να περιγράψουμε την πλοκή του τελευταίου του βιβλίου, Andrew’s Brain, γιατί πρόκειται για ένα παιχνίδι του συγγραφέα με τον αναγνώστη, από την αρχή και μέχρι την τελευταία παράγραφο – ένα παιχνίδι του μυαλού. Ο Άντριου, ένας μεσήλικος «γνωσιακός επιστήμονας» (αλλά και μυστηριώδης «κυβερνητικός σύμβουλος») αφηγείται σε έναν αδιευκρίνιστο ψυχολόγο την ιστορία του. Πού ακριβώς βρίσκεται τώρα, τι ακριβώς έχει συμβεί, ποια είναι η σχέση τους; Ας αποφασίσουμε μόνοι μας διαβάζοντάς το, οι ερμηνείες είναι δυνητικά πολλές. Ο φαινομενικά ορθολογιστής επιστήμονας που για κάποιο λόγο, άθελά του, σκορπούσε πάντα γύρω του την καταστροφή, ισχυρίζεται ότι δεν έχει ούτε τιμή ούτε ενοχές ούτε συναισθήματα. Δυσπιστεί στο ότι υφίσταται διαφορά ανάμεσα στο μυαλό, στο αντικείμενο της επιστήμης του δηλαδή, και στον νου – αν δηλαδή οι άνθρωποι έχουν κάτι παραπάνω από έναν εγκέφαλο, που προσποιείται ότι είναι και ψυχή. Αναπτύσσει τις διάφορες θεωρίες του, με πρωταρχική την πεποίθησή του ότι η προσαρμογή του ανθρώπου στο εξελισσόμενο περιβάλλον θα είναι ατέρμονη («ο Θεός δουλεύει μέσω του Δαρβίνου»[36]). Σταδιακά όμως εμφανίζονται βαθιές ρωγμές πόνου: έχοντας χάσει ένα παιδί αλλά και τη λατρεμένη νεαρή του γυναίκα, οραματίζεται απεγνωσμένα ότι ίσως θα γίνει κάποτε δυνατή η μεταβίβαση της μνήμης ενός ανθρώπου μέσω των κυττάρων του, κι επομένως η μεταμόρφωση του μυαλού, («αυτό το κουβάρι που ζυγίζει ενάμισι κιλό») σε νου («σε κάνει να αισθάνεσαι σαν ανθρώπινο ον»). Και επομένως, τελικά, «η ανασύσταση των νεκρών μέσα από τις εμπειρίες τους». Οι σταθερές εμμονές πρωταγωνιστούν και πάλι: η χώρα, η πολιτική, ο έρωτας, η οικογένεια. Οι πόλεις με τα γνωστά ορόσημα, το τσίρκο, οι γυμναστές, οι νάνοι, η μουσική. Όλα με την αιχμηρή λάμψη του σήμερα. Δεν υπάρχει ούτε νοσταλγία ούτε φίλτρο απάλυνσης των ρυτίδων ούτε δίχτυ προστασίας. Η βία συνεχίζει να είναι παντού. Μόνο που τώρα άλλαξε πρόσωπα και μεθόδους, τώρα όλα μοιάζουν παιχνίδια με ταυτότητες και ιδιότητες. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, οι μυστικοσύμβουλοί του με τα καρτουνίστικα παρατσούκλια, ο ομιχλώδης συντηρητισμός της ηλιόλουστης Καλιφόρνιας, η απειλητική σκιά των μεγάλων οροσειρών της βαθιάς Αμερικής (όπου «καθίσταται αδύνατη οποιαδήποτε απόγνωση του πνεύματος»), τα προάστια της Νέας Υόρκης που θυμίζουν σκηνικό τηλεοπτικών σειρών («Η Αμερική πάντα θα σου λέει πόσα χρήματα έχουν οι άνθρωποι») μοιάζουν με ρωσικές κούκλες που μέσα τους κρύβουν κι άλλη, κι άλλη βία. Γι’ αυτή τη βία γράφει, και για τον τρόπο που μπορεί κανείς να την αντιμετωπίσει: ο πολιτικός ακτιβισμός συνεχίζει να είναι η μόνη άμυνα, αλλά τώρα ανήκει σε όλους. Τώρα ο αμυνόμενος είναι κι ο επιτιθέμενος, είναι και ο εχθρός: παράδειγμα της διυλισμένης, αποσταγμένης, σπουδαίας γραφής του Ντόκτοροου είναι ότι περνάει την ανείπωτη τραγωδία των Δίδυμων Πύργων (που άνετα θα μπορούσε να απλώσει σε ένα ολόκληρο βιβλίο) σε μία μόνο σκηνή, απροειδοποίητα και συγκλονιστικά, έτσι όπως την έζησαν και οι κάτοικοι της αγαπημένης του πόλης.

Ο σαρκασμός παραμένει το όπλο του, όπως όταν περιγράφει την επίσκεψη του κραυγαλέα ανίκανου και ανόητου Προέδρου των ΗΠΑ σε ένα δημόσιο σχολείο, σε υποβαθμισμένη περιοχή:

 

Έγραψε το όνομά του στον ραγισμένο μαυροπίνακα. Είπε στους μαθητές πόσο περήφανος ήταν για τον τρόπο με τον οποίο είχαν κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσαν με τις συνθήκες της ζωής τους, για το ότι είχαν παραμείνει στο σχολείο και δεν είχαν αφήσει τις δυσκολίες να τους καταβάλουν. Για το πώς δυνάμωναν, ατσαλώνονταν, και τι σπουδαίο ήταν αυτό, υπονοώντας ότι η φτώχια τους έκανε καλό[37].

 

Ο έρωτας παραμένει το ατύχημα που ανατρέπει την ψυχραιμία, την καθαρή σκέψη, τη λογική απαισιοδοξία: Είναι «η μαλακιά διάσειση που μας κάνει αναίσθητους στην απελπισία. [...] Κάτι συμβαίνει στην καρδιά, ξέρεις. Αναγνωρίζεις τη ζωή όπως θα έπρεπε να είναι. Κι έτσι όσα νόμιζες ότι ήταν ζωή, δεν ήταν παρά οι σκιές μέσα στη σπηλιά[38] [...] Μια απότομη επανα-τακτοποίηση των νευρώνων, με την οποία βρέθηκα να έχω μιαν απέραντη ικανότητα για αγάπη[39]». Ο έρωτας, η βία και υποκρισία καταλήγουν σε πόνο, και μέσα από αυτόν οι θεωρίες του Άντριου καταρρέουν, και το μυαλό του γίνεται και ψυχή. Καθώς αισθάνεται ότι «το μυαλό μου γίνεται εγώ», βλέπει την αλήθεια, την πενθεί, και μετατρέπεται σε «άγιο τρελό», κατά τη ρωσική παράδοση: γιατί «αυτό που κάνει έναν τρελό άγιο, είναι ότι πενθεί για τη χώρα του». Και μετά, ο Άντριου χάνει και το μυαλό και τον νου του. Χωρίς πάταγο, απαλά, ο Ντόκτοροου, ακολουθώντας το νήμα της αγωνίας που διαπερνά αδιάκοπα τη γραφή του,  ρωτάει:

 

Πώς θα μπορέσω να μη χάσω τον νου μου; Κι αν χάσω τον νου μου, πώς δεν θα χαθεί κι η χώρα μου;

 

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ E.L. DOCTOROW ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

 

Χόμερ και Λάνγκλεϋ, μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Πατάκη, 2013, 285 σελ.

Η στρατιά, μετάφραση: Τίνα Θέου, πρόλογος: Ανδριάννα Καλφοπούλου, Πόλις, 2010, 423 σελ.

Το βιβλίο του Ντάνιελ, μετάφραση: Παντελής Κοντογιάννης, επιμέλεια: Αντώνης Ιωάννου, πρόλογος: Ανδριάννα Καλφοπούλου, Πόλις, 2006, 475 σελ.

Παγκόσμια έκθεση, μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Γιώργος Τσακνιάς, Νεφέλη, 1997, 339 σελ. 

 


[1]Ragtime, BantamBooks, σελ. 183 (Δική μου μετάφραση από το πρωτότυπο, όπως και όσες ακολουθούν).

[2]Στα ελληνικά: Το Βιβλίο του Ντάνιελ, μετάφραση: Παντελής Κοντογιάννης, Πόλις, Αθήνα 2006.

[3]Το Σύνδρομο Πόρτνοϊ, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Πόλις, Αθήνα 2008. 

[4]Συνέντευξη στο ParisReview,No. 94,Χειμώνας 1986.

[5]Ragtime, σελ. 44-46.

[6]Ό.π., σελ. 126.

[7]Ό.π., σελ. 135.

[8]The Book of Daniel, σελ. 151.

[9]Ragtime, σελ. 133.

[10]Ό.π.

[11]Ό.π., σελ. 35.

[12]Ό.π., σελ. 158.

[13]Lives of the Poets, Six Stories and a Novella , Random House, 1984.

[14]Ό. π.

[15]Βλ., λ.χ.,  Chr. Lehmann-Haupt γιατο Lives of the Poets, The New York Times,Νοέμβριος 1984.

[16]The Paris Review, ό.π.

[17]ΣυνέντευξηστοThe National Archives Experience, “American Conversation”, 25/11/2008.

[18]The Paris Review, ό.π.

[19]The Book of Daniel, σελ. 164.

[20]Ό.π., σελ. 172.

[21]Ό.π., σελ. 27 (με κεφαλαία στο κείμενο).

[22] Ό.π., σελ. 51.

[23]Ό.π., σελ. 166.

[24]Ό.π., σελ. 156.

[25]The National Archives Experience, όπ. προηγ.

[26]The Book of Daniel, σελ. 37.

[27]Ό.π., σελ. 222.

[28]Ό.π., σελ. 43.

[29]Ό.π.,σελ. 134

[30]Ό.π., σελ. 141.

[31]Στα ελληνικά Παγκόσμια έκθεση, μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Γιώργος Τσακνιάς,  Νεφέλη, Αθήνα 1997.

[32]The Book of Daniel, σελ. 82.

[33]Homer & Langley, Random House 2009, σελ. 12. Στα ελληνικά Χόμερ & Λάνγκλεϋ, μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Πατάκη, Αθήνα 2013.

[34]Ragtime, σελ. 100.

[35]TheBookofDaniel , σελ. 185.

[36]AndrewsBrain, σελ. 8.

[37]Ό.π., σελ. 149.

[38]Ό.π., σελ. 29.

[39]Ό.π., σελ. 42.

Καρολίνα Μέρμηγκα

Συγγραφέας. Βιβλία της: Ερωτευμένες (2005), Σήμερα δεν θα πεθάνω (2010), Συγγενής (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά