Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Η δολοφονική ουτοπία ομολογεί

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Δημήτρης Ραυτόπουλος Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Τεύχος 53 Λογοτεχνία Ιστορία
Ο Άρθουρ Καίσλερ από τον Αλέκο Παπαδάτο. Ο Άρθουρ Καίσλερ από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal

Arthur Koestler, Το μηδέν και το άπειρο, μετάφραση από τα αγγλικά: Ανδρέας Παππάς, Πατάκη, Αθήνα 2014, 341 σελ.

Αν η έκφραση «βιβλίο σταθμός» έχει κάποιο νόημα, ο τίτλος αυτός, για τη χρονιά του τέλους του πολέμου (1945), ανήκει αναμφισβήτητα στο Μηδέν και το άπειρο του Άρθουρ Καίσλερ. Βιβλίο σταθμός, αν όχι για τα γράμματα γενικά, για την πολιτική λογοτεχνία οπωσδήποτε, αλλά κυρίως για τη μεταπολεμική αφύπνιση και τη διάλυση των ολοκληρωτικών μύθων. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 53, Μάιος 2015.

 

Λίγα πράγματα θα είχε κανείς να προσθέσει στον πρόλογο του μεταφραστή, Ανδρέα Παππά. Θα θυμίσω μερικά συγκείμενα και συμφραζόμενα, ιστορικά και φιλολογικά.

Το μηδέν και το άπειρο είναι η πρώτη λογοτεχνική προσέγγιση των «δικών της Μόσχας» (1936-1938) και λογοτεχνική πρωτιά απέναντι στην ιστορική έρευνα ή τη χρονικογραφία. Πολύ αργότερα θα έλθουν τα έργα του Σολζενίτσιν (από το 1962 - Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς), του Αλεξάντρ Ζινόβιεφ (Τα ιλιγγιώδη ύψη, 1977), της Ευγενίας Γκίνγκσμπουργκ (Ο ίλιγγος, δίτομο, 1979), του Βασίλι Γκρόσμαν (Ζωή και πεπρωμένο, 1980), του Βλαντιμίρ Μπουκόβσκι (Δίκη στη Μόσχα, 1995), του Βαρλαάμ Σαλάμοφ (Ιστορίες από την Κολιμά, 2003)...

Εδώ πρέπει να προσθέσουμε τα πολυάριθμα «σαμιζντάτ»[1], που κυκλοφορούσαν χειρόγραφα ή δακτυλογραφημένα στη Σοβιετική Ένωση και μερικά από αυτά εκδόθηκαν αργότερα στη Ρώμη, στο Παρίσι και στο Λονδίνο, όπως το χρονικό της Ευγενίας Γκίνγκσμπουργκ που προανέφερα. Υπάρχουν 1.300 μαρτυρίες, γραμμένες από το 1920 ώς τις αρχές του 21ου αιώνα, συγκεντρωμένες στο Memorial του Κέντρου Σαχάροφ, στη Μόσχα (μεταξύ άλλων, χειρόγραφα των Σαλάμοφ, Ντομπρόβσκι, Ολέμ Βολκόφ, Πιοτρ Γιακίρ, Μπουκόβσκι, Αμαλρίκ, Γκριγκορένκο, Σινιάφσκι, Κουζνετσόφ...).

 

ΕΝΑ ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

Πριν βγει Το μηδέν και το άπειρο, το Κ.Κ. Γαλλίας επιχείρησε να ματαιώσει την έκδοση. Διευθυντικό κλιμάκιο του κόμματος, με επικεφαλής τον Ζ. Ντυκλό, πήγε στον εκδότη και το ζήτησε πιεστικά. Ο Ρομπέρ Καλμάν αρνήθηκε, δεδομένου μάλιστα ότι είχε ήδη κάνει μια πρώτη έκδοση στα γαλλικά, στο Λονδίνο κατά τον πόλεμο, στις εκδόσεις Penguin. Ο εκδότης λοιπόν δεν υπέκυψε στις μόλις συγκεκαλυμμένες απειλές, αλλά ο μεταφραστής τρομοκρατήθηκε, πρότεινε ένα ψευδώνυμο και, λίγες μέρες μετά, αρνήθηκε και το ψευδώνυμο, και το βιβλίο βγήκε χωρίς όνομα μεταφραστή, με την ένδειξη: «Μετάφραση από τα αγγλικά».

Αλλά γιατί η τόση πρεμούρα του γαλλικού Κ.Κ.; Επειδή ήταν επικείμενο το δημοψήφισμα για τη συνταγματική αναθεώρηση (που υποστήριζε το Κ.Κ. Γαλλίας, το πρώτο σε ψήφους και έδρες). Το ηρωικό πρόσφατο παρελθόν των γάλλων κομμουνιστών στην Αντίσταση και το Στάλινγκραντ είχαν κάνει να ξεχαστούν το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο του 1939 και η ουδέτερη στάση των κομμουνιστών στην αρχή του πολέμου, ώς τη γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ (έως τότε, ο πόλεμος χαρακτηριζόταν «ενδοϊμπεριαλιστική υπόθεση»). Η αντιστασιακή αίγλη του Κ.Κ. είχε εξασφαλίσει άφεση για παλιά αμαρτήματα, όπως το αίτημα νομιμοποίησης του κόμματος από τις κατοχικές αρχές: διευθυντικά στελέχη του Κ.Κ., με επικεφαλής τον Ζ. Ντυκλό πάλι, έκαναν διάβημα σε γερμανική υπηρεσία για να επιτραπεί η έκδοση της Humanité και η λειτουργία των γραφείων του κόμματος.

Το γαλλικό Κ.Κ. έχασε το πρώτο δημοψήφισμα του 1946 και κάποιοι απέδωσαν την πρώτη εκείνη ήττα στο μυθιστόρημα του Καίσλερ. Το αναφέρω γιατί θα ήταν μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου η λογοτεχνία επηρέασε τις πολιτικές εξελίξεις. Πάντως, η επιτυχία του βιβλίου ήταν θριαμβευτική, κυκλοφοριακό ρεκόρ όλων των εποχών στη Γαλλία: μισό εκατομμύριο αντίτυπα. Αν και ένα μέρος από αυτά αγοράζονταν από μέλη του Κ.Κ. με κομματική εντολή, για να καταστραφούν. (Ίσως όμως, πριν το παραδώσουν στην πυρά αδιάβαστο, πολλοί πιστοί υπέκυπταν στον πειρασμό της αμαρτίας...)

Το Κ.Κ. Γαλλίας εξαπέλυσε σφοδρή καμπάνια κατά του συγγραφέα και του έργου, με όλο το ρεπερτόριο της πολεμικής εμπάθειας, της συνωμοσιολογίας και του στιγματισμού: δεν έλειψαν οι αναφορές στην εβραϊκή καταγωγή του Καίσλερ, στην προσωπική του διαδρομή και οι ετικέτες - αυτοκόλλητα: χιτλερο-τροτσκιστής, προδότης, όργανο των τραστ κ.λπ. Από τα γνωστά ονόματα, ελάχιστοι υποδέχτηκαν ευνοϊκά το βιβλίο – μεταξύ αυτών, ο Maurice Nadeau, ο Thierry Maulnier, ο Maurice Clavel, ο Robert Kanters. Ο τελευταίος έγραφε:

 

[…] Καθώς το σφυροδρέπανο, ο αγκυλωτός σταυρός και ο σταυρός ξεθωριάζουν πάνω στα λάβαρά μας, το έργο του Καίσλερ μας υποχρεώνει να προβληματιστούμε πάνω σε αυτό τον ουμανισμό, που είναι ταυτόχρονα απαισιόδοξος και δραστικός και που τείνει να γίνει ο σημερινός μας μύθος (La Gazette des Lettres, 1 Φεβρουαρίου 1947).

 

Ο Gaëtan Picon αναγνώρισε ότι το μυθιστόρημα περιείχε «θαυμάσια κομμάτια» αλλά και πολλές αδυναμίες:

 

Ο Καίσλερ δεν φαίνεται να αποφασίζει πραγματικά ανάμεσα στο συμβολικό αφήγημα και στο ρεαλιστικό μυθιστόρημα-ντοκουμέντο και αυτή η αμφισημία αφήνει μία δυσάρεστη εντύπωση (Courrier de l' Etudiant, 11 Οκτωβρίου 1946).

 

Ένας από τους επικριτές έθετε το ερώτημα –που το θεωρούσε αποστομωτικό– πώς, αν ήταν έτσι, νίκησε ο σοβιετικός στρατός· λες και οι νίκες των χιτλερικών ορδών επιβεβαίωναν τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα του ναζισμού... Ένας άλλος, μηδενίζοντας τη λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος, το κατέτασσε στα μπεστ σέλερ τύπου Κρόνιν, Σώμερσετ Μωμ κ.λπ. ως «κατάλληλο για μιντινέτες!»[2].

Εκτός από τη δυσφημιστική αρθρογραφία εναντίον του, ο Καίσλερ έχασε πολλές φιλίες που είχε αποκτήσει με την Ισπανική διαθήκη του (1938), ιδιαίτερα με το ζεύγος Ζαν-Πωλ Σαρτρ-Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Αντίθετα, ο Αλμπέρ Καμύ έμεινε πιστός φίλος του.

Τη θεωρητική αντιμετώπιση ανέλαβε ο Μωρίς Μερλώ-Ποντύ με το βιβλίο Ανθρωπισμός και Τρομοκρατία.[3]Κατά τον φιλόσοφο που, μαζί με τον Σαρτρ –συνιδρυτές του περιοδικού Les Temps Modernes–, πρωταγωνιστούσαν στη θεωρητική και πολιτική συνηγορία του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η βία και η τρομοκρατία δεν διέφεραν ουσιαστικά ανάμεσα στον κομμουνισμό και τις δημοκρατίες, αλλά η επαναστατική βία είχε υπέρ αυτής την ηθική υπεροχή, αφού ο σκοπός της ήταν ανθρωπιστικός: «να εγκαθιδρύσει μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις ανθρωπιάς» (σ. 81). Ο νέο-μαρξιστής φιλόσοφος βεβαίωνε μεταξύ άλλων:

 

Στην ΕΣΣΔ η βία και ο δόλος [la ruse] είναι επίσημα, ο ανθρωπισμός είναι στην καθημερινή ζωή. Στις δημοκρατίες, αντίθετα, οι αρχές είναι ανθρωπιστικές ενώ η βία και ο δόλος είναι στην πράξη» (σ. 197).

 

Ο Μερλώ-Ποντύ διάβαζε στα στενογραφημένα πρακτικά της τρίτης δικής της Μόσχας (1938) τις ομολογίες των κατηγορουμένων και την αγόρευση του δημόσιου κατηγόρου, του Βισίνσκι, παράλληλα με την απολογία του Ρουμπάσοφ, τον οποίο παρέβαλλε με τον Μπουχάριν. Ουσιαστικά, υποστηριζόταν η αδήριτη λογική της ενοχής: η αντιπολίτευση στην Επανάσταση σήμαινε προδοσία της Επανάστασης, ακόμα και συνωμοσία κατά της ζωής του Ηγέτη. Και παρομοίαζε τον Μπουχάριν με «colabo» – συνεργάτη του Βισύ στην κατοχή. [Ας σημειωθεί ότι ο Μπουχάριν εθεωρείτο από τον Λένιν ως ο πολυτιμότερος θεωρητικός της Επανάστασης και «ο πιο αγαπητός σύντροφος μεταξύ των επαναστατών»].

Άλλωστε, κατά τον Μερλώ-Ποντύ, δεν θα χαλούσε ο κόσμος αν θυσιαζόταν ο Μπουχάριν. Η καταδίκη του Σωκράτη δεν έσβησε τη δόξα της αθηναϊκής δημοκρατίας ούτε η δίκη του Ντρέυφους εκείνη της γαλλικής, και η Ιερά Εξέταση δεν αναίρεσε την αξία του χριστιανισμού. Ο καπιταλισμός, η φιλελεύθερη μυθολογία είναι εξαγωγέας βίας και ετοίμαζε τον πυρηνικό όλεθρο, με τον προληπτικό πόλεμο κατά της ΕΣΣΔ. Όλα αυτά και άλλα, ανάλογης σοβαρότητας, τα θεωρούσε αυταπόδεικτα. Αντίθετα, η κομμουνιστική βία «μόνο απ’ έξω φαίνεται βάναυση», υπογράμμιζε.

Να δεχτούμε ότι ο απολογητής φιλόσοφος αδυνατούσε να ρωτήσει τον Μέγερχολντ (π.χ.) πώς του φαινόταν από μέσα η ανθρωπιστική κτηνωδία, πώς την ένιωθε πάνω στα σπασμένα κόκαλά του.

Αλλά γιατί ο Μερλώ-Ποντύ; Σύμπασα σχεδόν η δυτική διανόηση έπλεε μέσα στην υπνωτική ατμόσφαιρα της μεσσιανικής ουτοπίας, όπου η πραγματικότητα του σταλινισμού είχε μυστικοποιηθεί σε απίστευτο βαθμό. Ο ίδιος ο Καίσλερ, στο επόμενο βιβλίο του, Ο Γιόγκι και ο κομμισάριος, γράφει ότι εννέα στους δέκα αριστερούς θα απέρριπταν ως αποκύημα της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας το γεγονός ότι η απεργία, ακόμα κι η προτροπή σε απεργία, στη Σοβιετική Ένωση ήταν έγκλημα τιμωρούμενο με την ποινή του θανάτου. Ακόμα πιο απίστευτο θα φάνταζε το γεγονός ότι, το 1939, η Γκεπεού παρέδωσε στην Γκεστάπο, στο Μπρεστ Λιτόβσκ, εκατό κομμουνιστές και Εβραίους, Γερμανούς, Αυστριακούς και Ούγγρους, προοριζόμενους για τα στρατόπεδα εξόντωσης. Μεταξύ αυτών ήταν και Γκρέτε Μπούμπερ-Νόιμαν, κόρη του αυστριακού φιλοσόφου και σύζυγος του γερμανού ηγέτη (μέλους του Π.Γ.) του Κ.Κ. Γερμανίας. Είχαν καταφύγει στη Μόσχα για να γλιτώσουν από τους ναζί αλλά, μόλις έφτασαν εκεί, ο Νόιμαν συνελήφθη και εξαφανίστηκε, ενώ η Γκρέτε εξορίστηκε στην Σιβηρία, από όπου συνοδεύτηκε στα σύνορα και παραδόθηκε στους χιτλερικούς.[4]

Ποιoς θα πίστευε, τέλος, ότι το κύμα εκκαθαρίσεων μεγάλης κλίμακας, από το 1934, σχεδιαζόταν προσωπικά από τον Στάλιν, ο οποίος σημείωνε, πάνω σ’ ένα κατάλογο περιοχών, πόσες χιλιάδες θα εκτελεστούν, χωρίς δίκη, και πόσοι –συνήθως ο διπλάσιος αριθμός– θα εκτοπιστούν στα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία. Στη συνέχεια, η αστυνομία κάθε περιοχής έπρεπε να βάλει τα ονόματα!

 

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ

Από το 1950 τα πράγματα αρχίζουν ν’ αλλάζουν, με τις αλλεπάλληλες αποκαλύψεις, ενώ οργανώνεται και η αντίσταση στο μονοπώλιο της σοβιετικής προπαγάνδας. Το διαρκές «Συνέδριο για την ελευθερία της κουλτούρας», αντίβαρο στο Κίνημα Ειρήνης που ελεγχόταν από την Κομινφόρμ, συγκέντρωσε μεγάλα ονόματα της ευρωπαϊκής διανόησης, μεταξύ άλλων: Μπέρτραντ Ράσσελ, Μπενεντέτο Κρότσε, Καρλ Γιάσπερς, Αντρέ Ζιντ, Αντρέ Μαλρώ, Ζυλ Ρομαίν, Φρανσουά Μωριάκ, Τσέσλαβ Μίλος... Και ιδρύθηκαν, χρηματοδοτούμενα από αμερικανικούς οργανισμούς, τα περιοδικά Der Monat (Γερμανία), Encounter (Βρετανία), Preuves (Γαλλία), Tempo Presente (Ιταλία), Forum (Αυστρία). Στο πνευματικό αυτό κίνημα πρωταγωνίστησε ο Άρθουρ Καίσλερ.

Τον ίδιο καιρό (1950), ο Μερλώ-Ποντύ και ο Σαρτρ παραδέχτηκαν την ύπαρξη στρατοπέδων συγκέντρωσης στη Σοβιετική Ένωση,  με το ένα δέκατο του πληθυσμού μέσα σε αυτά, αλλά, διαλεκτικώς, απαλλασσόταν ο κομμουνισμός, γιατί ο ανθρωπισμός του δεν ήταν συμβατός με στρατόπεδα εργασίας, ούτε με αμοιβές της νομενκλατούρας δεκαπενταπλάσιες από το μεροκάματο του προλετάριου. Εμμέσως, δηλαδή, το γκουλάγκ φορτωνόταν και αυτό στην καμπούρα του καπιταλισμού. Ακόμα λίγο αργότερα, ο Μερλώ-Ποντύ απετάξατο και τη διαλεκτική, που είχε δογματοποιηθεί (Les Aventures de la dialectique,  1955), αφήνοντας μόνο τον Σαρτρ στις επάλξεις...
Στο μεταξύ, το τείχος της σιωπής και της συγκάλυψης που διέρρηξε Το μηδέν και το άπειρο είχε υποστεί πολλές νέες ρωγμές, ιδιαίτερα με την έρευνα του David Rousset, L'Univers concentrationnaire (1949), με τις βιογραφίες του Στάλιν από τον Ισαάκ Ντόιτσερ, τον Μπορίς Σουβαρίν[5] κ.ά., τις έρευνες για τις δίκες[6], με τις μαρτυρίες των Μίλοβαν Τζίλας, Βίκτορ Σερζ, Παναΐτ Ιστράτι, με τις ιστορικές μελέτες των ρώσων εμιγκρέδων ιστορικών Μιχαήλ Χέλλερ[7] και Άλεξαντρ Νέκρις· και προ πάντων με τη γεμάτη στοιχεία και ντοκουμέντα έρευνα Ο μεγάλος τρόμος[8] του αμερικανού ιστορικού Ρόμπερτ Κόνκουεστ στα τέλη της δεκαετίας του 1960. 

 

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ

Το αίνιγμα των ομολογιών των κατηγορουμένων στις «δίκες της Μόσχας» συζητήθηκε ως ένα από τα κορυφαία παράλογα του 20ού αιώνα, με μια χροιά ερεβώδους μυστηρίου. Πώς ήταν δυνατόν όλοι σχεδόν οι πρωταγωνιστές της Οκτωβριανής Επανάστασης, οι πιο στενοί συνεργάτες και έμπιστοι του Λένιν, να ομολογούν πως ήταν προδότες στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού, που συνωμοτούσαν για την ανατροπή του κομμουνιστικού καθεστώτος;

Προτάθηκε ακόμα και το προηγούμενο της Ιεράς Εξετάσεως, όπου ο κατηγορούμενος ομολογούσε ότι είχε συνάψει συμβόλαιο με τον Διάβολο αυτοπροσώπως. Άλλες πιο ρεαλιστικές ερμηνείες έκαναν λόγο για την κουλτούρα του ψέματος και της υποταγής, για «υστερική δουλοπρέπεια»  –κατά τον Τρότσκι–, για διάσταση Επανάστασης / Ηθικής, με το παράδειγμα της επίθεσης του Νετσάγιεφ κατά του Μπακούνιν[9], τέλος για όλα εκείνα που η Annie Kriegel, στην ψυχαναλυτική της προσέγγιση, ονόμαζε «παιδαγωγική της Κόλασης».[10]

Βέβαια, τα σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα. Αλλά γιατί δεν αναίρεσαν τις ομολογίες κατά τη δίκη;

Η ομηρία των οικογενειών και η απειλή εξόντωσης εναντίον τους, σε περίπτωση ανάκλησης της ομολογίας, αναφέρεται ότι χρησιμοποιήθηκε με τις οικογένειες Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Τουχατσέφσκι, με τις κόρες του Σμιρνόφ και του Κρεστίνσκι, με τη νεαρή σύζυγο και το νεογέννητο παιδί του Μπουχάριν. (Ο τελευταίος αυτός, σε ένα γράμμα του, γεμάτο αγάπη προς τον Στάλιν, του προτείνει, μεταξύ άλλων, να αποφυλακιστεί και να αναλάβει αποστολή στην Αμερική, για να «σπάσω τα μούτρα του Τρότσκι» – ίσως αυτή η φράση να έβαλε την ιδέα στον Τζουγκασβίλι. Και ως εγγύηση ότι δεν θα αποσκιρτήσει, ο Μπουχάριν πρόσφερε όμηρο τη γυναίκα του![11])

Αναφέρεται, τέλος, η περίπτωση κατηγορουμένου, ο οποίος, την πρώτη μέρα της δίκης, ανακάλεσε την ομολογία του στην ανάκριση, και την επομένη ανακάλεσε την ανάκληση...

 

ΟΤΑΝ Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ…

Αξίζει να σημειωθεί ότι Το μηδέν και το άπειρο έγινε σημείο αναφοράς για τις «ομολογίες», σαν να ήταν ντοκουμέντο και όχι έργο φαντασίας: ακόμα μια παγκόσμια «πρώτη» του έργου. Και αυτό παρά το γεγονός ότι στο μυθιστόρημα αποφεύγονται πραγματικά ονόματα και τοπικοί προσδιορισμοί. Η χώρα όπου συμβαίνουν αυτά δεν κατονομάζεται, κάπου γίνεται λόγος για «μια απέραντη χώρα», κάπου αλλού για την «πατρίδα της Εανάστασης», η Κομιντέρν λέγεται «Εκτελεστική Επιτροπή», οι σοσιαλδημοκράτες είναι «οι μετριοπαθείς». Στην ιστορική φωτογραφία από το Α' Συνέδριο του ΚΚΣΕ που κοσμούσε όλους τους δημόσιους χώρους, τα πρόσωπα που περιβάλλουν τον Λένιν –μεταξύ αυτών και ο Ρουμπάσοφ– σημειώνονταν καθένα με έναν αριθμό πάνω από το κεφάλι του, σαν φωτοστέφανο. Τα πρόσωπα αυτά εξαφανίζονται το ένα μετά το άλλο –και στη φωτογραφία– μετά από κάθε εκκαθάριση· ώσπου αποκαθηλώνεται ολόκληρη η φωτογραφία. Μένει παντού το πορτρέτο του Στάλιν, αλλά το όνομά του δεν προφέρεται ποτέ από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, λέγεται «ο Πρώτος». (Οὐ λήψει τὸὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίω – 3η εντολή).

Ως προς την ονοματολογία, τέλος, δεν ξέρω αν ο συμβολισμός είναι τυχαίος, αλλά στη φυλακή του Ρουμπάσοφ  ακούγονται μόνο δύο προσφωνήσεις: «σύντροφοι»: οι δεσμοφύλακες, «πολίτες»: οι φυλακισμένοι.

Ο Καίσλερ δεν επιχειρεί να δώσει μονοσήμαντες απαντήσεις στο μεγάλο ηθικό και ψυχολογικό πρόβλημα των ομολογιών. Ο ήρωάς του, ο Ρουμπάσοφ, συμβιβάζεται, προσυπογράφει την κατηγορία εναντίον του, αφού προηγουμένως, νοερά, στις συζητήσεις με τον ανακριτή Ιβάνοφ και στο ημερολόγιο που κρατάει τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, έχει περιγράψει τον εκφυλισμό της Επανάστασης σε ένα γραφειοκρατικό τυραννικό καθεστώς που προσφεύγει ακόμα και σε γενοκτονίες. Παρ’ όλα αυτά, ομολογεί, ως ύστατη θυσία στην Επανάσταση, που μόνο αν διασωζόταν θα μπορούσε να επανορθώσει τα λάθη της. Αυτή η τοποθέτηση του Καίσλερ, που δέχεται τη φετιχοποίηση του κόμματος ως «δότη νοήματος» στη ζωή των πιστών, έχει κριθεί ως συμβιβαστική και προσπορίζουσα ηθική αίγλη στην υποταγή, ιδιαίτερα από την Annie Kriegel και άλλους ιστορικούς.

Αλλά η καισλεριανή αναπαράσταση έχει αξία στα καθέκαστά της, έχει δηλαδή λογοτεχνική αξία και όχι φιλοσοφική.

Η ενοχή του Ρουμπάσοφ είναι ακριβώς η μη ενοχή: η ευθυγράμμισή του, σε όλη την επαναστατική καριέρα του, με τον απάνθρωπο μηχανισμό που συντρίβει ανθρώπους, που αντιστρατεύεται την πραγματικότητα όταν αυτή δεν εννοεί να συμφωνήσει με τη γραμμή του κόμματος. «Με φοβάσαι», λέει στον Ρουμπάσοφ ο ανακριτής Ιβάνοφ. «Επειδή ο τρόπος με τον οποίο σκέφτομαι είναι ο δικός σου τρόπος» (σ. 198). Η ενοχή του αρχίζει μόλις απομακρύνεται από αυτό τον ειδικό τρόπο σκέψης. «Η αλήθεια είναι ότι εγώ δεν πιστεύω πια στο αλάθητό μου. Γι’ αυτό είμαι χαμένος» (σ. 137). Το έγκλημά του είναι η ατομικότητά του, γιατί κατά την ιδεολογία του το εγώ είναι ένα «δημιούργημα της γραμματικής» (σ. 150). «Παρατηρώντας τα όλα αυτά, ο Ρουμπάσοφ πείστηκε σταδιακά ότι υπήρχε σ’ αυτό το πρώτο ενικό πρόσωπο ένα απολύτως απτό στοιχείο, που είχε παραμείνει σιωπηλό όλα αυτά τα χρόνια αλλά τώρα είχε αρχίσει να μιλάει» (σ. 148).

Τι ήταν αυτό το «σιωπηλό» τόσα χρόνια; Ήταν η προσωπική συνείδηση, φιμωμένη ώς τότε, από τον επαναστατικό βολονταρισμό. Ο ίδιος είχε σκοτώσει με τα χέρια του εβδομήντα ώς εκατό ανθρώπους κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Αυτοί ήταν, βέβαια, εχθροί. Αλλά είχε θυσιάσει και αγνούς συναγωνιστές του που έδειξαν και την παραμικρή αμφιβολία για την εγκληματική και ηλίθια γραμμή της Κομιντέρν να θεωρεί ως κύριους εχθρούς τους σοσιαλδημοκράτες όταν προέλαυνε ο ναζισμός ή όταν αντιστάθηκαν, σε λιμάνι του Βελγίου, στη φόρτωση πολεμικού υλικού· σοβιετικού, προορισμένου για το στρατό του Φράνκο. Είχε θυσιάσει ακόμα και τη γραμματέα του –και ερωμένη του–, την Άρλοβα, «γιατί η δική του ζωή ήταν πιο πολύτιμη για την Επανάσταση».

Η διαδικασία με την οποία ο Ρουμπάσοφ συνθηκολογεί, ως «λογική αναγκαιότητα» δεν μπορεί να συνοψισθεί γιατί περιλαμβάνει έναν ηθικό ίλιγγο, πράγματα που, όπως λέει, «δεν μπορούσαν να διατυπωθούν με λογικούς όρους, ανήκαν στη σφαίρα της δημιουργήματος της γραμματικής», δηλαδή του «εγώ» (σ. 198). Μένει η ανοχή / συνενοχή να δένει αυτή την ιεραρχία. Η συνείδηση του διανοουμένου είναι η κυριότερη αίρεση. Μέσα σε όλη αυτή τη δραστηριότητα, υπάρχει μια αδιόρατη, συνεχής και μελαγχολική καταστολή της διάνοιας.

 

ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Για την παιδαγωγική διαδικασία που οδηγεί στην καταστολή αυτή, στην πνευματική ισοπέδωση, ο ίδιος ο Καίσλερ γράφει σ’ ένα αυτοβιογραφικό κείμενο:

 

Ένας διανοούμενος δεν μπορούσε ποτέ να γίνει αληθινός προλετάριος, αλλά είχε καθήκον να πλησιάσει όσο γίνεται περισσότερο τον προλετάριο. Πολλοί το επιχειρούσαν καταργώντας τη γραβάτα, φορώντας το πουλόβερ κατάσαρκα και έχοντας νύχια με πένθος. Όμως κάτι τέτοια φτηνά της σνομπαρίας δεν ενθαρρύνονταν αρμοδίως. Η σωστή μέθοδος ήταν ποτέ να μη λες, να μη γράφεις και προπάντων ποτέ να μη σκέπτεσαι οτιδήποτε θα ξεπερνούσε τον ορίζοντα ενός οδοκαθαριστή.[12]

 

Θα τελειώσω με τον λόγο του Φρανσουά Φυρέ, που συλλογίστηκε όσο λίγοι ευρωπαίοι διανοούμενοι πάνω σ' αυτή την καταστολή του πνεύματος:

 

Σαράντα χρόνια κομμουνισμού δημιούργησαν μια κατάσταση αληθινά δραματική. Είναι αλήθεια ότι εξάλειψαν την παλιά αριστοκρατία των γαιοκτημόνων, αλλά με ποιο αντίτιμο! Κατέστρεψαν μαζί όλες τις ελίτ της χώρας, ηθικές, θρησκευτικές, πνευματικές [...] Έντυσαν την τυραννία με το λεξιλόγιο της χειραφέτησης. Με όποιο πρίσμα και αν εξετάσει κανείς τον απολογισμό των κομμουνιστικών δικτατοριών, δεν βρίσκει παρά ερείπια. Δεν άφησαν καμιά κληρονομιά, τίποτα πρωτότυπο· οφείλουμε πάλι να ξεκινήσουμε από τις αρχές της δημοκρατικής ελευθερίας που βάλθηκαν να καταλύσουν με το πρόσχημα ότι τις ολοκληρώνουν. Η αναστήλωσή τους έχει τα πρότυπά της στη Δύση, στη βάση μιας άρνησης απλής και καθαρής της δολοφονικής ουτοπίας που προηγήθηκε.[13]

 

Μία φράση λείπει δραματικά στη σπαρακτική απολογία του Ρουμπάσοφ, μια σαφής απάντηση στον ισχυρισμό της πνευματικής κολεκτιβοποίησης, ότι το α’ ενικό πρόσωπο είναι μια αυταπάτη που δημιούργησε η γραμματική. Η ατομική συνείδηση είναι αντικειμενική, γιατί κάθε ανθρώπινη ζωή είναι μία και ανεπανάληπτη· όλα τα άλλα, ο Κόσμος, οι άλλοι, η Ιστορία, ο πολιτισμός υπάρχουν μόνο στη διάρκειά της και χάρη σ’ αυτή. Ούτε πριν ούτε μετά. Όμως αυτή η φράση διαβάζεται λαθραία πάνω σ’ αυτή την έκθεση της αλλοτρίωσης, της παράνοιας, από το μηδέν ώς το άπειρο.

 

 


[1] Σαμιζντάτ, στα ρωσικά, σημαίνει: «έκδοση από μένα», ειρωνεία απέναντι στο μονοπώλιο των κρατικών εκδόσεων.

[2] Μιντινέτα: midinette, η νεαρή εργαζόμενη, ιδίως μοδιστρούλα ή πωλήτρια, στον Μεσοπόλεμο, όταν οι εργαζόμενες γυναίκες ήταν λιγοστές. Σύμφωνα με το στερεότυπο, οι μιντινέτες (ούτε υπάλληλοι γραφείου ούτε εργάτριες εργοστασίου) ήταν απλοϊκά, επιπόλαια  κορίτσια με ρηχό συναισθηματισμό. [σημείωση της σύνταξης]

[3] Maurice Merleau-Ponty, Humanisme et Terreur, essai sur le problème communiste. Gallimard (1947), 13η έκδοση, 1957.

[4] Margarette Buber-Neumann, Déportée en Sibérie, Seuil, 1949.

[5] Boris Souvarine, Staline, aperçu historique du bolchévisme, Plon, 1935, αναθεωρημένη έκδοση 1985, Isaak Deutscher, Stalin, a political biography, Galaxy Books, 1949.

[6] F. Adler, Le procès de Moscou, un procès  de sorcellerie, Nouveau Prométhée, 1946. Annie Kriegel, Les grands procès dans les système communistε, Gallimard, 1972.

[7] Michel Heller, Le Monde concentrationnaire et la litterature soviétique, L'âge d’homme, 1974.

[8] Στα γαλλικά: Robert Conquest, La Grande Terreur, Robert Laffont, 1995. Βλ. επίσης: Λ. Τρότσκι, Τα εγκλήματα του Στάλιν, μετάφραση: Λ. Μιχαήλ, Προμηθέας, 1962.

[9] Μπακούνιν: «Οι επαναστάτες σέβονται και τηρούν μεταξύ τους ορισμένους κανόνες». Νετσάγιεφ: «Το αντίθετο: στην υπηρεσία του σκοπού κανένα εμπόδιο δεν αναγνωρίζεται».

[10] Annie Kriegel, Les Communistes français. Essai ďethnographie politique. Editions du Seuil, 1968 και Ce que j'ai cru comprendre (mémoires), Robert Laffont, 1991.

[11] Βλ. Stéphane Courtois, Communisme et totalitarisme, Perrin, 2009, σ. 276-281.

[12] Arthur Koestler, LesMilitants, μετάφραση από τα αγγλικά στα γαλλικά του Armand Petitjean, Mille et une nuits, 1950.

[13] François Furet, Penser le XXe siècle, Bouquins, 2006, σ. 422

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά