Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Kάρολος Τσίζεκ, ένας κεντροευρωπαίος αφηγητής

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38
Ο Κάρολος Τσίζεκ. Ο Κάρολος Τσίζεκ.

Κάρολος Τσίζεκ, Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις, επίμετρο: Αλέξης Ζήρας, Κίχλη, Αθήνα 2013, 221 σελ.

Μεταφραστής, ποιητής και γραφίστας, συνεργάτης του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη και του Ντίνου Χριστιανόπουλου, ο τσεχικής καταγωγής Κάρολος Τσίζεκ είναι ένας από τους τελευταίους εκφραστές της πολυπολιτισμικής Θεσσαλονίκης. Στα κομψά και αφηγηματικά ώριμα αυτοβιογραφικά κείμενα που περιλαμβάνει το βιβλίο του καταγράφεται η ζωή μιας πόλης που ήταν πλούσια με ελάχιστα, πριν παραδοθεί στον νεοπλουτισμό, τη μονογλωσσία και τη μονολιθική νεοελληνική ταυτότητα. [TBJ]

Για τον Κάρολο Τσίζεκ γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε το 1922 στην Μπρέσια της Ιταλίας από τσέχους γονείς που κατάγονταν από τη νότια Βοημία. Όπως μας πληροφορεί στο αφήγημά του με τον τίτλο «Αθρησκεία», η οικογένειά του γυρίζει πίσω στη Βοημία –ύστερα από πόσον καιρό δεν λέει– και ο ίδιος βρίσκεται να παρακολουθεί τα μαθήματα της πρώτης τάξης του Δημοτικού σε σχολείο της μικρής κωμόπολης Βόλυνιε. Το 1929, η οικογένεια εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη και ο εφτάχρονος τότε Κάρολος φοιτά στο Ιταλικό Σχολείο. Αργότερα, εκτός από ιστορία και αρχαιολογία, σπουδάζει ιταλική γλώσσα και λογοτεχνία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και, στη συνέχεια, για μεγάλο χρονικό διάστημα, διδάσκει τη γλώσσα των σπουδών του στο ιταλικό τμήμα του ίδιου πανεπιστημίου. Τον Αύγουστο του 1968, όταν τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισβάλλουν στην Τσεχοσλοβακία, καθώς και λίγα χρόνια αργότερα, βρίσκεται στην Περούτζια ως υπότροφος του εκεί πανεπιστημίου για ξένους. Σε ώριμη ηλικία μεταφράζει στη γλώσσα μας τσεχικά κυρίως αλλά και ιταλικά ποιήματα και κείμενα. Η ποιητική του συλλογή Στίχοι έρωτα και αγάπης, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μπιλιέτο (2005), καθώς και τα πεζογραφήματά του που στεγάζονται κάτω από τον τίτλο Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις (2013), γράφονται επίσης στα ελληνικά.

Γνωρίζουμε, δηλαδή, ότι η μητρική του γλώσσα είναι τα τσέχικα, ότι η παιδεία του είναι ιταλική και ελληνική κι ότι στη Θεσσαλονίκη, όπου έχει ανδρωθεί και ζήσει το πιο πολύ, γράφει στη γλώσσα μας, στη γλώσσα με την οποία καθημερινά επικοινωνεί.

Μοιράζεται ανάμεσα στις γλώσσες και στους πολιτισμούς που τον έχουν ή έχει υιοθετήσει ο Τσίζεκ, και δεν γνωρίζουμε αν και πόσο διχάζεται, αλλά η ύπαρξή του ανάμεσά μας είναι πολύτιμη και το αντίκρισμα της πεζογραφίας του, για μας τους μονόχνωτους και αμετακίνητους στον τόπο όπου ζούμε, όπως και για τον ίδιο τον τόπο μας, είναι σημαντικό.

Ο Τσίζεκ δεν είναι κοσμοπολίτης με την κλασική έννοια του όρου, προέρχεται όμως από μία, μέχρι πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ευρεία και πολυεθνική κοινωνία και ένα κράτος, την Αυστροουγγαρία, οι κάτοικοι της οποίας μιλούσαν δεκαέξι διαφορετικές γλώσσες, όπως μας λέει ο ίδιος, με υπερηφάνεια, νομίζω, στον «Θείο Τσάις». Οι μετακινήσεις των υπηκόων του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ εντός των ορίων της αυτοκρατορίας του, που εκάλυπτε την Κεντρική Ευρώπη και μεγάλο μέρος της Ιταλίας και της μέχρι πρότινος Γιουγκοσλαβίας, ήταν ελεύθερες και συχνές και η λατρεία για τους πιστούς όλων των θρησκειών και των δογμάτων ανεμπόδιστη και δεδομένη. Από κεκτημένη ταχύτητα, μετά την ήττα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας, οι κάτοικοί της εξακολουθούν να μεταναστεύουν, προκειμένου να βρουν δουλειά, με μεγάλη ευκολία. Το διαπιστώνουμε από τις συχνές μετακινήσεις του πατέρα του Τσίζεκ, καθώς και των συγγενών και των φίλων της οικογένειας.

Αλλά και το περιβάλλον της Θεσσαλονίκης του Μεσοπολέμου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολυπολιτισμικό. Οι ανεξίθρησκες φιλίες του ίδιου του Τσίζεκ στην πόλη όπου μεγαλώνει και οι σχέσεις της οικογένειάς του με έλληνες ορθόδοξους, έλληνες εβραίους και αλλοδαπούς διαφόρων δογμάτων, έτσι όπως τις εισπράττουμε μέσα από τις αφηγήσεις του, μας εισάγουν σ’ ένα, ψυχικό κυρίως, κλίμα απότοκο της καταγωγής του και ανάλογο, υποθέτω, με αυτό που υπήρχε μέχρι πριν τον Μεγάλο Πόλεμο, στην τότε μεγάλη πατρίδα των προγόνων του. Πρόκειται για το κλίμα της ανοχής, κι ακόμα περισσότερο της αποδοχής της ετερότητας και της συνακόλουθης ισοπολιτείας που γνωρίζουμε από τα μυθιστορήματα του Γιόζεφ Ροτ, του αριστερού Γιόζεφ Ροτ, που νοσταλγεί το μεγαλείο της Αυστροουγγαρίας και συνωμοτεί για την παλινόρθωση των Αψβούργων.

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕ

Η νοσταλγία του Τσίζεκ για τη Θεσσαλονίκη των νεανικών του χρόνων, αλλά και για το μεγαλείο μιας Θεσσαλονίκης του μακρινού παρελθόντος, μάλλον ιδεατής, καθώς και η κριτική του για την πόλη, που πιο πολύ με πικρία μοιάζει, συγγενικό ήθος διαθέτουν. Ας τον ακούσουμε:

[...] με τις πολλαπλές μεταμορφώσεις της, από τις οποίες κάθε επόμενη κατέστρεφε την προηγούμενη, και με τις δραματικές μέχρι και τραγικές αλλαγές του πληθυσμού της, η Θεσσαλονίκη μοιάζει σήμερα με νύμφη που ακόμα αδυνατεί να βγει απ’ το κουκούλι. Δίνει την εντύπωση ενός κόσμου που μεταβάλλεται συνεχώς χωρίς να ολοκληρώνεται, παρά το μακραίωνο παρελθόν της, με εποχές ακμής που δεν μπορούμε ούτε να τις φανταστούμε.

Η ματιά του Τσίζεκ είναι διεισδυτική και συγκρατημένα κριτική. Πρόκειται για την οπτική Έλληνα και ταυτόχρονα ξένου, και μάλιστα Κεντροευρωπαίου, οι εμπειρίες του οποίου είναι διαφορετικές από τις δικές μας: Στις αρχές του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο νεαρός Τσίζεκ συλλαμβάνεται από ελληνική περίπολο και οδηγείται στο κρατητήριο του αστυνομικού τμήματος Χαριλάου. Το ίδιο έχει συμβεί και με όλους τους ιταλούς υπήκοους της περιοχής, το ίδιο και με έναν ρώσο εμιγκρέ, μ’ έναν Εβραίο κατασκευαστή καθρεφτών αλλά και με κάποιον η εθνικότητα του οποίου δεν προσδιορίζεται, ο οποίος υποτίθεται ότι κάνει σινιάλο στους ιταλούς αεροπόρους αμολώντας περιστέρια. Το διαφορετικό δεν γίνεται ανεκτό σε αυτόν τον τόπο, μοιάζει να μας λέει ο Τσίζεκ, στο αφήγημά του για τη λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής.

«Για τον Νεοέλληνα εκδρομή σημαίνει κυρίως φαγοπότι, ει δυνατόν κοντά σε μια πηγή με χωνευτικό νερό», παρατηρεί με πολύ χιούμορ, λίγο παρακάτω στο ίδιο αφήγημα.

Στις εξορμήσεις με τον «Θείο Τσάις» στην Περαία ή στον Μπαξέ του Μεσοπολέμου, ο πατέρας του δεν τους συνόδευε πάντα γιατί δεν μπορούσε να λείψει από τη δουλειά του. «Ακόμα και σήμερα στην Ελλάδα δεν μπορείς να εμπιστευτείς σε άλλους τη δουλειά σου», παραπονείται ο Τσίζεκ.

Η δυσφορία του όμως για το χαμένο παρελθόν της πόλης και για τις καταστροφές που προκαλέσαμε εμείς οι ίδιοι στον τόπο, σε αντίθεση με ό,τι έκαναν οι λαοί άλλων χωρών, είναι απροσχημάτιστη. «Είναι θλιβερό», μας λέει και πάλι στον «Θείο Τσάις», «να πρέπει σήμερα να ταξιδέψεις στην Ευρώπη για να ξαναδείς κάτι από αυτά που έχασες – αν υποτεθεί ότι ακόμα τα θυμάσαι. Αύριο όμως δεν θα τα θυμάται πια κανένας και θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Κι όμως υπήρξαν. Αλλά τα καταστρέψαμε με τα ίδια μας τα χέρια, σαν τους Σαμοθρακιώτες που έκαιγαν τα αρχαία αγάλματα, τις “κούκλες”, όπως αναφέρει ο Ίων Δραγούμης, για να ασβεστώσουν τα σπίτια τους».

ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ

Αλλά κι η εσωστρέφεια της σημερινής Θεσσαλονίκης τον βρίσκει αντίθετο και αποτελεί αντικείμενο κριτικής. Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, οι αδελφοί ιεραπόστολοι από τη Θεσσαλονίκη «που τόσο πολύ τους τιμούν οι Σλάβοι», τιμώνται ελάχιστα, μας λέει, από την «πόλη της καταγωγής τους». Τη Θεσσαλονίκη του, που από μόνη της απαξιώνει τη δόξα του παρελθόντος της, ο Κεντροευρωπαίος Σλάβος Τσίζεκ, όπως μας αφήνει να καταλάβουμε στο αφήγημά του με τον τίτλο «Γιόζεφ Ρεσλ», την θέλει πόλη ανοιχτή, δεν τη θέλει φοβική.

Η αντίδρασή του απέναντι στον φόβο είναι εμφανής και στο «Τέλος του συμπατριωτισμού». Το παραπέτασμα –αυτή είναι η κατάλληλη λέξη και ο Τσίζεκ τη χρησιμοποιεί ανενδοίαστα– το οποίο χώριζε την Ευρώπη στα δύο, χώριζε και τους συμπατριώτες του: τους εντός της χώρας από τους εκπατρισμένους Τσέχους, αδιάφορο αν οι άνθρωποι είχαν εκπατριστεί πριν από τον πόλεμο. Στο θέμα επανέρχεται, με περισσό χιούμορ, στο «Στήσιμο ξένου περιπτέρου», εν προκειμένω του περιπτέρου της Τσεχοσλοβακίας στη ΔΕΘ. «Ήμασταν απληροφόρητοι» γράφει, «είχε πεθάνει ο “συμπατριωτισμός”, σαν συγγενής σε χειρουργείο, χωρίς εμείς να έχουμε ενημερωθεί».

Το ιστορικό και το πολιτικό σκεπτικό του Τσίζεκ γίνεται ακόμα πιο σαφές στη «Βελούδινη επανάσταση». Ο Άγιος Βάτσλαβ, εκείνος ο οποίος διέδωσε στην πατρίδα του τη χριστιανική πίστη, «δολοφονήθηκε το 929 απ’ τον μικρότερο αδελφό του Μπόλεσλαβ, ηγέτη της ειδωλολατρικής παράταξης και τους συνεργούς του, πιθανόν επειδή θεωρούσαν ότι η αποδοχή του χριστιανισμού συνεπαγόταν υπερβολική προσήλωση στη γερμανολατινική Δύση». Ο συσχετισμός ανάμεσα στους ειδωλολάτρες μακρινούς προγόνους του και τους αντιδυτικούς του Βυζαντίου γίνεται αυτόματα από τον αναγνώστη, ενώ και η στάση του Τσίζεκ απέναντι στο δίλημμα «Ανατολή ή Δύση», που μας ταλανίζει μέχρι σήμερα, νομίζω ότι είναι προφανής.

Τα στοιχεία που μαρτυρούν για την καταγωγή αλλά και την ιδιαίτερη προσωπική ταυτότητα του συγγραφέα της «Λιμνοθάλασσας» είναι πολλά. Η μοναχικότητα του νεαρού Κάρολου, που κατασκηνώνει στην ερημιά του βάλτου όπου γίνεται κυρίαρχος «στη γη του κανενός», για τον φίλο του, τον χαρακτηριστικό Έλληνα και πολύ δικό μας Γιώργο Ιωάννου, είναι ακατανόητη.

Η συνειρμική αφήγηση, με τις αναδρομές στο παρελθόν και τα συνεχή μπρος πίσω στο χρόνο, όπως και η μετάβαση σε περιστατικά και κυρίως σε τόπους που γειτνιάζουν στη μνήμη του συγγραφέα, χωρίς μάλιστα να καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια για να δικαιολογηθεί η διασύνδεσή τους, πιθανόν να οφείλουν πολλά στους τρόπους του Ιωάννου ή του Πεντζίκη αλλά το ήθος των αφηγήσεων του Τσίζεκ είναι διαφορετικό. Οι εξομολογήσεις του σπάνια αποκτούν προσωπικό - αποκαλυπτικό χαρακτήρα. Το ατομικό διαχέεται και αναδεικνύεται μέσα από το συλλογικό, ενώ και η ανάκληση στη μνήμη συμβάντων του ατομικού του βίου οφείλεται συχνά σε κάποιο ιστορικό γεγονός.

Ακόμα και οι ελάχιστες αλλά και πολύ τρυφερές, είναι η αλήθεια, αναφορές του σε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες του κοριτσίστικου σώματος, όπως ο ήλιος «που χάριζε στο μαύρο τριγωνάκι της κοριτσίστικης ήβης γαλαζωπές αναλαμπές» και όπως οι «μικροσκοπικές άγριες φράουλες στο δάσος, που μοιάζανε με το απόκρυφο κουμπάκι των μικρών κοριτσιών», αναδεικνύουν τη μάλλον αιδήμονα εικαστική ματιά του παρά τη σεξουαλικότητά του. Πράγματι, μεγαλύτερη σημασία φαίνεται να έχει γι’ αυτόν η καίρια λεκτική αναπαράσταση εικόνων (του κυβόσχημου κεφαλιού του Θείου Τσάις, π.χ., ή των γυναικών που τον αποφεύγουν «μ’ έναν κομψό ελιγμό, σαν χρυσόψαρα στη γυάλα») καθώς και η μνημόνευση τόπων, τοποθεσιών και ανθρώπων και η διάσωση των ονομασιών και των ονομάτων τους, παρά η δική του προσωπική ζωή. Μοιάζει μάλιστα να νοηματοδοτείται ο βίος του από την απόδοση ταυτότητας στα πάντα και στους πάντες και να αποτελεί η εμμονή του αυτή κομμάτι του ιδιόμορφου κοσμοπολιτισμού του: Ολωσδιόλου διαφορετικοί τόποι και άνθρωποι συμβιώνουν αρμονικά στα κείμενά του και η ταυτοποίησή τους στη διάσωση της διαφορετικότητάς τους πιστεύω ότι αποβλέπει.

ΕΝΑΣ ΤΣΕΧΟΣ ΠΟΛΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ

Οι ιδιόρρυθμες επιλογές του Τσίζεκ όσον αφορά τη σύνταξη, όπως και η, σε κάποια σημεία, έλλειψη μέριμνας εκ μέρους του για την απρόσκοπτη παρακολούθηση των κειμένων του από τον αναγνώστη, έρχονται σε αντίθεση με την πολύ εύστοχη και συχνά απροσδόκητη χρήση λέξεων και ακαριαίων εκφράσεων που δείχνουν έναν εξαιρετικό γνώστη και τεχνίτη της γλώσσας και γι’ αυτό ξενίζουν. Πιθανόν να οφείλονται στην ανάγκη να προταχθεί η πολυπλοκότητα των συνειρμών, καθώς και στην άρνησή του να υποκύψει στον πειρασμό της μυθοποίησης.

Η χαμηλόφωνη και κάποτε υπόρρητη κριτική και το υπονομευτικό χιούμορ του Τσίζεκ, ο οποίος ποτέ δεν προσβάλλει και σε κανέναν δεν επιδιώκει να επιβάλει τις απόψεις του, ιδίως στο αφήγημά του για το «Στήσιμο ξένου περιπτέρου» ανακαλεί στη μνήμη του αναγνώστη τούς παρόμοιους συγγραφικούς τρόπους του Γιάροσλαβ Χάσεκ στον Καλό στρατιώτη Σβέικ. Ο Τσίζεκ γράφει στα ελληνικά και ενδεχομένως έχει επηρεαστεί από τη συνειρμική γραφή και την αρχιτεκτονική της γραφής των θεσσαλονικέων συναδέλφων του, αλλά είναι ένας κατ’ ουσίαν Κεντροευρωπαίος συγγραφέας.

Μετά τη νικηφόρο για τους συμμάχους μας έκβαση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, στη χώρα μας, που «κεφαλαιοποίησε» και επαύξησε τα πολύ σημαντικά εδαφικά κέρδη των Βαλκανικών Πολέμων, η σταδιακή υπερίσχυση και η τελική δικαίωση της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εθνική συνείδηση ήταν ευνόητη και δικαιολογημένη. Οι πολιτισμικές μας προσλαμβάνουσες και τα στερεότυπα που επικράτησαν, αν σκεφτούμε μόνον τις ιταλικές όπερες και τις διάφορες ταινίες του ιταλικού κινηματογράφου που έχουν για θέμα τους την απαλλαγή από τους Αψβούργους και την εθνική ολοκλήρωση, είχαν πείσει τους μη επαρκώς πληροφορημένους από εμάς ότι η Αυστροουγγαρία ταυτίζεται με τη Γερμανία και το απόλυτο κακό των δύο παγκοσμίων πολέμων. Σχετικά πρόσφατα, μέσα από τις μεταφράσεις έργων του Στέφαν Τσβάιχ, του Γιόζεφ Ροτ, του Λέο Πέρουτς και μερικών ακόμα νοσταλγών της Αυστρίας του Φραγκίσκου Ιωσήφ, στον εσωτερικό πυρήνα της οποίας «ο ένας στους δύο κατοίκους ήταν Σλάβος», όπως επισημαίνει ο Τζων Μάξουελ Κουτσί, ήρθαμε σε επαφή με την «άλλη» άποψη.

Ο Κάρολος Τσίζεκ, ιδεολογικός επίγονος του πολυπολιτισμού της Αυστροουγγαρίας και Ευρωπαίος πολίτης, Τσέχος και ταυτόχρονα δικός μας άνθρωπος, έρχεται με όσα επιχειρήματα του επιτρέπονται και όσες δυνάμεις διαθέτει να καλύψει το εγχώριο λογοτεχνικό κενό και να διευρύνει την οπτική μας.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά