Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Ο «Κρητικός» του Σολωμού από τον Αλεξίου

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38

Διονύσιος Σολωμός, «Ο Κρητικός», επίμετρο-σημειώσεις: Στυλιανός Αλεξίου, Κίχλη, Αθήνα 2013, 25 σελ.

Ως αυτόνομο βιβλίο κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2013 από τις εκδόσεις Κίχλη, μέρες μόλις πριν πεθάνει ο επιμελητής του Στυλιανός Αλεξίου, το μείζον ποιητικό σύνθεμα του Σολωμού «Ο Κρητικός» [1833-34], σε μερικώς νέα εκδοτική επεξεργασία, μετά τη θεμελιακή έκδοσή του: Διονυσίου Σολωμού, Ποιήματα και Πεζά, επιμέλεια-εισαγωγές Στ. Αλεξίου, στιγμή, Αθήνα 1994 [22007], με εμπλουτισμένες ερμηνευτικές σημειώσεις, και γλωσσάρι του διακεκριμένου εκλιπόντος. Έργο της ώριμης, κερκυραϊκής περιόδου του ποιητή, και από τα πιο ολοκληρωμένα του ως προς το στάδιο επεξεργασίας στο οποίο μας παραδόθηκε, «Ο Κρητικός» θέτει ποιητολογικά ζητήματα αιχμής γύρω από το σολωμικό έργο, που η επεξεργασμένη πρόσφατη έκδοσή του από τον Αλεξίου επιβάλλει να ξανασκεφτούμε.

Ο πενταμερής «Κρητικός», των 58 ομοιοκατάληκτων δεκαπεντασύλλαβων δίστιχων[p1] , αποτελεί το μοναδικό, για το σολωμικό corpus, ποίημα που εκφέρεται εξ ολοκλήρου από έναν μυθοπλαστικό ήρωα. Εδώ, ο επινοημένος ομιλητής, επιζών της μάχης της περιοχής της Γόρτυνας-Άγιων Δέκα, «της Λαβυρίνθου» του ποιήματος, ενάντια στους Τούρκους τον Ιούλιο του 1823, αφηγείται το ναυάγιό του κατά την προσπάθεια να διαφύγει στα Κύθηρα (και άρα την Ιόνιο Πολιτεία) την άνοιξη του 1824. Η βιβλιογραφία γύρω από το πολύπλευρο αυτό έργο έχει εστιάσει στο ζήτημα του ολοκληρωμένου ή μη χαρακτήρα του, και της ταυτότητας της «Φεγγαροντυμένης», που εμφανίζεται εδώ ως εκδοχή της ψυχής της πνιγμένης «αρραβωνιασμένης».

Πρόκειται για ποίημα στο οποίο δοκιμάζεται, μοναδικά στο σολωμικό έργο, η ρομαντική τεχνική του «φυσικού υπερφυσικού», του «naturalsupernaturalism» κατά την διατύπωση του Abrams,[1] όπου –συγκεκριμένα– η παραφυσική εμπειρία της θέασης της οπτασίας, του φαντάσματος της κόρης, μπορεί να αποδοθεί και σε αισθητηριακό λάθος, το οποίο προκαλείται από την αντανάκλαση της σελήνης στα νερά (βλ. στ. III.9-10: «όμως κοντά στην κορασιά, που μ’ έσφιξε κι εχάρη, / εσειόνταν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι»), διαιωνίζοντας την αμφιβολία, στοιχείο καταστατικό της λογοτεχνίας του φανταστικού. Υπό την έννοια αυτή ο «Κρητικός» φέρει πιθανές επιρροές και από απροσδόκητα, για το σολωμικό corpus, κοιτάσματα του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, ειδικότερα από τον αγγλικό, «γοτθικό» προ-ρομαντισμό, παραμένοντας ένα πολύσημο, αινιγματικό ποίημα. [2]

Πρόκειται ακόμη για ένα αφηγηματικό ποίημα που χειρίζεται με τρόπο επίσης μοναδικό τις αναδρομές και τις προβολές, τις προδρομές και τις αναλήψεις  κατά την ορολογία των αφηγηματολόγων, τη μετακίνηση δηλαδή σε διαφορετικούς χρόνους, πριν από την έναρξη και μετά τη λήξη της αφηγούμενης ιστορίας, σε τέσσερις ολότελα διαφορετικές «εποχές», κατά την καταστατική διατύπωση του Μαρωνίτη.[3] Έτσι, ενώ στο επίπεδο της αφήγησης η ιστορία ξεκινά από το αφετηριακό σημείο του ναυαγίου και καταλήγει ευθύγραμμα στο θάνατο της κόρης, παρένθετες αφηγήσεις περιπλέκουν το σχήμα. Eκκινώντας από το απώτατο παρελθόν των αναμνήσεων του επιζώντα από τη μάχη της Κρήτης, όπου χρονογραφικά επίσης αναφέρεται και ένας Τούρκος μαχητής, ο μπομπο-Ισούφ (V.19), καταλήγουμε στο απώτατο μέλλον της τελείωσης της ιστορίας στον οριακό χρόνο της Δευτέρας Παρουσίας. Εκεί, χαρακτηριστικά οι ψυχές των λοιπών αναστημένων νεκρών αναφέρουν για την «Φεγγαροντυμένη» (ΙΙ.11-18), δίνοντας κουράγιο στον χαροκαμμένο επιζώντα, και προεξαγγέλοντας την τελική τους ένωση:

«Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια,

στη θύρα τής Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια·

έψαλλε την Aνάσταση χαροποιά η φωνή της,

κι έδειχνεν ανυπομονιά για νά ’μπει στο κορμί της·

ο Oυρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,

το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος·

και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·

όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»).

Και παρά τον προβεβλημένα ρομαντικό χαρακτήρα του, «Ο Κρητικός» είναι επίσης ένα ποίημα στο οποίο ο ρεαλισμός της ιστορικής και άλλης τεκμηρίωσης του αναφερόμενου περιστατικού δείχνει να αποτελεί βασική μέριμνα του συγγραφέα του. Άρα, δεν είναι να απορεί κανείς που, όπως η έρευνα κατόπιν έδειξε, η ναυτική «έξοδος» των Κρητών μετά και την κατάληψη των Σφακίων την άνοιξη του 1824, πράγματι έλαβε χώρα, σώζονται δε γραπτά τεκμήριά της: η επιστολή του Σφακιανού αρχηγού Στρατή Βουρδουμπά, η οποία μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε με ακρίβεια το ιστορικό πλαίσιο του περιστατικού που αναπτύσσεται στον «Κρητικό».[4] Αντίστοιχα σημαντική για τις ερμηνευτικές επιπτώσεις που εγκυμονεί, η «επιστημονική» ακρίβεια με την οποία δραματοποιούνται δοξασίες της ιατρικής επιστήμης των 18ου και 19ου αιώνα, στον «Κρητικό». Έτσι, στον στ. IV.11 του ποιήματος διαβάζουμε, σχετικά με την προσήλωση του ναυαγού στη Φεγγαροντυμένη, την παρομοίωση: «καταπώς στέκει στο Βοριά η πετροκαλαμήθρα», δηλαδή η πυξίδα με μαγνητική βελόνη που στρέφεται στον Βορρά. Πρόκειται για παρομοίωση που ανακαλεί το μυστικιστικό / θεραπευτικό σύμπαν του μεσμερισμού, του ζωικού μαγνητισμού και της ύπνωσης, που θεμελίωσε θεωρητικά στην Dissertatio physico-medica de planetarum influxu [1766], και κατόπιν εφάρμοσε πρακτικά, ο γερμανός ιατροφιλόσοφος Franz Anton Messmer (1734-1815) στη Βιέννη του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα – μια παρομοίωση που εγγράφει στο σώμα του ποιήματος τις «επιστημολογικές» προσλαμβάνουσες μέσα από τις οποίες αναπτύσσεται το όραμα της «Φεγγαροντυμένης», κόντρα στον δηλωμένο «ρομαντισμό» του ποιήματος.[5] Ενδεικτικός της προσεκτικής λογικής κατάστρωσης του «Κρητικού», τέλος, και ο στ.: Ι.2: «“αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!”», που σκηνοθετεί τη συνθήκη (αιφνίδιος φωτισμός) η οποία επιτρέπει τον προσανατολισμό του ναυαγού προς τις ακτές, καθιστώντας δυνατό το τέλος του ποιήματος: «την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη» (V.58). Δεν θα πρέπει, άρα, να προσπεράσουμε το γεγονός ότι το ποίημα εισάγεται με τη διαβεβαίωση: «Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή(ς) αλήθεια» (ΙΙ.7).  Πρόκειται για μια διήγηση παράδοξων περιστατικών εκ μέρους του αυτόπτη που προσεκτικά σχεδιάζει την «πραγματολόγο» (κατά τη διατύπωση του Αλεξίου) διάστασή της, την αληθοφάνειά της, ώστε να προβάλλει έκτυπος ο έκρυθμος χαρακτήρας του υπερφυσικού γεγονότος.[6] Μάλιστα, η υπονόηση του τελικού –ς– στην 6η λέξη του ποιήματος , η οποία τροποποιεί τις παλαιότερες αναγνώσεις του επιθέτου, οι οποίες το ήθελαν να σημαίνει «πολύτιμη», σε «ακριβολόγος», υπογραμμίζοντας τη σύγκρουση των δύο αφηγηματικών κωδίκων (φανταστικό vs. πραγματικό) που συνέχουν το ποίημα, αποτελεί προσφορά του ίδιου του Αλεξίου στο κείμενο .[7]

ΟΙ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΟΥ «ΚΡΗΤΙΚΟΥ»

Ας επιστρέψουμε, όμως, στις εκδοτικές ανάγκες του «Κρητικού», και στις επιλογές παρουσίασής του στο κοινό, στις οποίες προβαίνει ο Αλεξίου. Κατ’ αρχάς, η κριτική έχει συγκλίνει από νωρίς στην άποψη ότι ο αριθμός 18 με τον οποίο εισάγεται ο «Κρητικός» στα σολωμικά αυτόγραφα αφορά τη θέση του σε μια σχεδιαζόμενη οκταμερή σύνθεση, που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.[8] Για το λόγο αυτό, οι νεότεροι εκδότες (μαζί και ο Αλεξίου) απαλείφουν την αρίθμηση 18-22 των ενοτήτων του κειμένου, αντικαθιστώντας τη με τη λατινική αρίθμηση I-V. Τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα όταν στραφούμε στο σώμα του ποιήματος. Διότι, παρά το ότι εμφανίζονται στα αυτόγραφα πέντε (έξι κατά τον Μαρωνίτη, ό.π.) περίπου αυτόνομες επεξεργασίες του, από τις οποίες μπορεί ο φιλόλογος-εκδότης να επιλέξει τις βέλτιστες εναλλακτικές λύσεις συνθέτοντας ένα «τελικό κείμενο» για το ποίημα, χάσματα και απορίες επιμένουν για ορισμένα σημεία του – και συγκεκριμένα για τα ελλείποντα ημιστίχια: III.1, IV.35, V.45, V.49 της έκδοσης Πολυλά και Πολίτη, και τον ελλείποντα, σε κάποιες επεξεργασίες, στίχο: IV.29.

Ο Στυλιανός Αλεξίου, δεινός σολωμιστής,[9] τοποθετήθηκε πάνω στα ζητήματα εκδοτικής που θέτει το σολωμικό έργο μέσα από την πρακτική που ακολούθησε στην μνημειώδη, χρηστική έκδοσή του: Διονυσίου Σολωμού, Ποιήματα και Πεζά, 1994 [και σε δεύτερη μορφή το 2007], καθώς και στις σχετικές θεωρητικές «Εισαγωγές» του σε κάθε ποίημα στην έκδοση του 1994, που αποτέλεσε τη «μαγιά» της νέας φροντισμένης έκδοσης της Κίχλης, στην οποία συμπτύσσονται, στο σύντομο αλλά περιεκτικό επίμετρο (σσ. 13-18), θέσεις για τον «Κρητικό» της έκδοσης του 1994 και του 2007, ενώ για το ίδιο το κείμενο επιφυλάσσονται μικρές, αλλά ουσιαστικές, βελτιώσεις. Ο Αλεξίου αποσαφηνίζει ότι για τον «Κρητικό» (από το 1994 έως το 2013) ακολουθεί την ανάγνωση του Πολυλά [1859] με ελαφρές αποκλίσεις (βλ. Αλεξίου, 1994, σ. 220, σχετικά με το δίστιχο IV.19-20), συμμεριζόμενος το φιλολογικό του κριτήριο, και την απόφασή του να προκρίνει προγενέστερες γραφές, όταν μετρικοί ή νοηματικοί λόγοι το επιβάλλουν. Δέχεται ακόμη στο ακέραιο τις διορθώσεις που επέφερε ο Λίνος Πολίτης στη δική του έκδοση του 1948, μετά από αυτοψία των αυτογράφων, όπως τις καταγράφει στη συναγωγή μελετών του, Γύρω στο Σολωμό [1985]  (βλ. Αλεξίου, 1994, σ. 221).

Σε σχέση με το ζήτημα της «αποσπασματικότητας» του σολωμικού έργου, και ειδικότερα του «Κρητικού», ο Αλεξίου επιχειρηματολογεί σθεναρά: «Μόνο ανεπαρκείς ερασιτέχνες εξακολουθούν να το αποκαλούν “απόσπασμα”, και τις αφηγηματικές ενότητές του “αποσπάσματα”»· κι αμέσως πιο πάνω: «Νοηματικά δεν λείπει τίποτε απολύτως, το έργο είναι πλήρες» (Αλεξίου, 2013, σ. 16). Πρόκειται για μια ισχυρή, και σαφή ερμηνευτική και γραμματολογική τοποθέτηση. Πράγματι, σύγχυση είχε προκαλέσει ιστορικά στη «δεξίωση» του σολωμικού έργου η τιτλοφόρηση των λυρικών ενοτήτων του από τον Πολυλά «αποσπάσματα».[10] Η επιλογή, αντλημένη από την παράλληλη περίπτωση του γερμανικού προρομαντισμού, στόχο είχε ενδεχομένως να υποδείξει τον «δημοκρατικό» τρόπο δυνητικής ανάπτυξης του «κινητού» ρομαντικού ποιήματος,[11] όπου ο αναγνώστης καλείται να ανθολογήσει, και να συνθέσει μεταξύ τους έναν αριθμό από τις σύντομες, εσωτερικά πλήρεις, λυρικές μονάδες στις οποίες παραδίδεται το έργο, από τα λεγόμενα «αποσπάσματα», καταλήγοντας στη δική του εκδοχή για το «τελικό» κείμενο του ποιήματος. Πρόκειται, βέβαια, για ένα «τελικό» κείμενο το οποίο, για κάποιους θεωρητικούς του ρομαντισμού, δεν αποτελεί καν αίτημα της ρομαντικής γραφής, που περιγράφεται από τους ίδιους, και συγκεκριμένα από τον Fr. Schlegel στα Athenäums Fragmente[1798], ως «προοδευτική, συμπαντική Ποίηση» –[12] σκιαγραφώντας μια αντίληψη η οποία αποκλείει εξ ορισμού τη στατικότητα του οριστικού κειμένου.

Το ζήτημα είχε συλλάβει ο υπέρμαχος των αναλυτικών εκδόσεων του Σολωμού, Λίνος Πολίτης, που, κατά την εξιστόρηση της εμπειρίας της ανάγνωσης των σολωμικών αυτογράφων στην Τεκτονική Στοά της Ζακύνθου, παρατηρεί πάνω στην αναγνωστική επενέργεια του ρομαντικού «αποσπάσματος», και του συνόλου «αποσπασμάτων»:

Ο «Κρητικός» είναι ίσως από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.  Στη μορφή που μας δίνει η έκδοση Πολυλά είναι ένα «απόσπασμα» σε πέντε ενότητες, όλοι οι στίχοι, του κειμένου και των παραλλαγών, δεν είναι περισσότεροι από 200-220. Στο χειρόγραφο αντί για τους 200 αυτούς στίχους έχουμε πάνω από 25 σελίδες ενός τετραδίου πολύ μεγάλου σχήματος, μεγαλύτερου από τις κόλες διαγωνισμού – 25 σελίδες ψιλογραμμένες και πυκνογραμμένες, μ’ ένα πλήθος από παραλλαγές, μ’ ένα πλήθος από σχεδιάσματα, άγνωστα όλ’ αυτά, μ’ έναν πλούτο που πραγματικά καταπλήσσει. [...] Έτσι, καθώς παρακολουθούμε την κάθε σελίδα του χειρογράφου, συμβαίνει το εξής καταπληκτικό: να παρακολουθούμε τον ποιητή απάνω στη στιγμή της δημιουργίας, βλέπουμε το ποίημα να δημιουργείται σιγά-σιγά. Από αραιό νεφέλωμα στην αρχή, το βλέπουμε σιγά-σιγά να πυκνώνει, οι ποιητικές ιδέες να μορφοποιούνται σε στίχους, οι στίχοι στην αρχή να είναι αβέβαιοι, αλλά κι αυτοί να δένουν σιγά σιγά, να παίρνουν σταθερό σχήμα, και στο τέλος όλο το ποίημα να φτάνει στη μορφή που μας είναι γνώριμη από την έκδοση Πολυλά.[13]

Και μολονότι τείνουμε να εκλαμβάνουμε τη μορφή των κειμένων όπως μας παραδίδονται στην έκδοση Πολυλά ως την αντικειμενική, και πάντως τη δημόσια εικόνα του Σολωμού, όπως καίρια έχει παρατηρήσει ο Mackridge: «Πρέπει […] να έχουμε υπόψη μας ότι οι τυπωμένες εκδόσεις του Σολωμού σε μεγάλο βαθμό αντιπροσωπεύουν την ανάγνωση των χειρογράφων από έναν και μόνο άνθρωπο».[14] Το κείμενο, δηλαδή, που τείνουμε να θεωρούμε ως «τελικό» για το σολωμικό ποίημα, αποτελεί, απλώς, την ενεργοποίηση μίας μόλις από τις πολλές εκδοχές της συγκρότησής του από έναν έμπειρο αναγνώστη, στα πρότυπα του δυναμικού τρόπου αντίληψης της συμπαραγωγής του, με την ουσιαστική συνεργασία συγγραφέα – αναγνώστη, από τους Ρομαντικούς θεωρητικούς και ποιητές.

Αντιλαμβανόμενος την ανάγκη δημοσιοποίησης αυτής της δυναμικής των χειρογράφων, ο Πολίτης προέβη στην εκπόνηση της αναντικατάστατης «φωτογραφικής» έκδοσής τους: Δ. Σολωμού, Αυτόγραφα Έργα (2 τ.), φιλ. επιμ.: Λίνος Πολίτης, τόμ. Α': Φωτοτυπίες, τόμ. Β': Τυπογραφική Μεταγραφή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1964 (ΜΙΕΤ, 22000). Η συγκεκριμένη πρακτική, της καταγραφής του ποιήματος στη διαδικασία της εξέλιξής του, ακολουθήθηκε και από την αφοσιωμένη «μαθήτρια» του Λίνου Πολίτη, Ελένη Τσαντσάνογλου. Η τελευταία, μετά από αυτοψία των αυτογράφων, καταργεί πλήρως την έννοια του «τελικού» κειμένου, και εκδίδει εξακολουθητικά συστάδες αριθμημένων παραλλαγών, ταξινομώντας τες απλώς κατά «Στάδιο συνθετικής επεξεργασίας». Πρόκειται, όμως, για μια πρακτική έκδοσης του σολωμικού έργου, που, αν και πιστή στη δυναμική αντίληψη της «οργανικής» ρομαντικής γραφής που παραδίδουν τα χειρόγραφα, και πιστή επίσης –στο βαθμό που μπορούμε να τη διαγνώσουμε– στην εκδοτική πρόθεση του ποιητή τους, παραμένει δυσπρόσιτη για το ευρύτερο κοινό, απευθυνόμενη μάλλον στους ειδικούς.

ΚΡΙΤΗΡΙΟ Η ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗ

Αποφεύγοντας τις πιθανότητες μιας ιστορικής επανάληψης της σύγχυσης σε σχέση με το τι σημαίνει «απόσπασμα» στο σολωμικό έργο, ο ακαταπόνητος Αλεξίου προκρίνει στο έργο του την παρουσίαση του υλικού των σολωμικών αυτογράφων σε μορφή χρηστικής έκδοσης, όπου το κριτήριο της νοηματικής συνοχής δίνει την «τελική» μορφή στο ποίημα. Προετοιμάζεται, έτσι, για τον αναγνώστη ένα έργο απαλλαγμένο από τις αβεβαιότητες της αξιολόγησης των πολλαπλών «παραλλαγών»[15] –  αξιολόγηση για την οποία θα εργαστεί μόνος του ο φιλόλογος, σε μια κοπιώδη προεργασία, που θα δώσει στο κοινό ακέραιο και μοναδικό το «τελικό» κείμενο. Με αυτό το σκεπτικό κατά νου επιχειρηματολογεί και στις θεωρητικές εισαγωγές του ο φιλόλογος - επιμελητής Στυλιανός Αλεξίου. Μετακυλίοντας τον γραμματολογικά και ιστορικά προσδιορισμένο τεχνικό όρο του «αποσπάσματος» στην ευρύτερη νοηματική συνάφεια της κοινής του χρήσης, όπου η λέξη σημαίνει το ημιτελές, ή και το σπάραγμα, το ναυάγιο, προληπτικά τού αντιτίθεται, προλαμβάνοντας κάθε παρανόηση. Μέριμνά του: ο κοινός αναγνώστης, και στόχος του το να συστήσει ένα κείμενο ανοιχτό και προσβάσιμο, όπως θα το ήθελε κάθε ποιητής απευθερωμένος από την ενοχή της τελειοθηρίας, και της αυτολογοκρισίας του. Μάλιστα, αν κι η εκδοτική βούληση του συγγραφέα  δεν πρέπει να παραμερίζεται, η «τελευταία συνθετική επεξεργασία» του ποιητή δεν πρέπει, από την άλλη, να αποτελεί τροχοπέδη της εκδοτικής βούλησης του επιμελητή, κατά τον Αλεξίου, ούτε θα πρέπει να θεωρείται απαγορευτική η επιλογή στίχων από «διάφορα “στάδια επεξεργασίας” του ποιήματος», ιδίως όταν η τελευταία επεξεργασία κρίνεται ως «οπισθοχώρηση» (στην περίπτωση του Σολωμού αυτό ισούται με ανάμειξη ελληνικών κι ιταλικών, ακόμη και στον ίδιο στίχο).[16] Στόχος: να επιτευχθεί ένα πλήρες νόημα για το εκδιδόμενο ποίημα. Υπό την έννοια αυτή, ο Στυλιανός Αλεξίου, υπέρμαχος των χρηστικών, κι όχι των αναλυτικών εκδόσεων, αντιλαμβάνεται τον φιλολογικό επιμελητή ως διακριτικό, μα και δυναμικό μεσολαβητή, που θα ετοιμάσει για λογαριασμό του αναγνώστη μια εκδοχή του ρευστού και ασταθούς κόσμου των χειρογράφων, που, χωρίς να παραχαράσσει, θα τα μεταμορφώνει σε μια κατά το δυνατόν οριστική, στέρεη οντότητα.[17]

Με αυτές τις μεθοδολογικές εκδοτικές αρχές ως οδηγό, από την τελευταία επεξεργασία του «Κρητικού» που μας παρέδωσε ο Αλεξίου, με την ευγενική φροντίδα της «Κίχλης», αναδύεται ένα κείμενο συνεχές, σβέλτο, και κατανοητό. Ένα κείμενο πλησιέστερο στην μυθοπλαστική συνθήκη του μερικώς εγγράμματου, ή ίσως και αγράμματου ομιλητή, που αφηγείται την απίστευτη και τραυματική ιστορία του εμμονικά, λίγο σαν αυτο-θεραπεία, ή ίσως ακόμη και έναντι κάποιας μικρής αμοιβής (V. 5-14):

Eγώ από κείνη την στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,

π’ αγνάντευεν Aγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·

χαρά δεν του ’ναι ο πόλεμος· τ’ απλώνω του διαβάτη

ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι·

κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν,

αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,

και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ’ αστροπελέκι σκάει,

κι η θάλασσα να καταπιεί την κόρη αναζητάει,

ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,

και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει.―

Συνεπής στις μεθοδολογικές αρχές που ο ίδιος θέτει, της προετοιμασίας ενός κειμένου απαλλαγμένου από αμφισημίες , στην τελευταία τούτη επεξεργασία του του «Κρητικού», ο Αλεξίου επιφέρει μικρές, αλλά καίριες αλλαγές στο κείμενο, ακόμη και σε σχέση με την έκδοση του 2007. Επαναφέρει τους στ. IV.19-20, που είχε παλαιότερα αθετήσει («Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζει / ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει,»), ενεργοποιώντας τη γνωστή «διμέτωπη» παρομοίωση του ποιήματος, που θέλει τόσο τη μνήμη, όσο και τα δάκρυα, να αναβλύζουν σα βρύση. Επανεισάγει το κομβικής σημασίας μοτίβο της δοκιμασίας (στ. IV.29-30: «……. / όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·») , που υπάρχει σε όλες τις επεξεργασίες σε μη ολοκληρωμένη μορφή.[18] Καθιστά, τέλος, διαυγέστερο το νόημα ορισμένων στίχων, χάρη σε καίριες αλλαγές στη στίξη (στ. ΙΙΙ.10: «εσειόνταν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι,»: εδώ η άνω τελεία αντικαθίσταται με κόμμα· V.22: «(κι αυτό μου τ’ αύξαινε) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου.»: εδώ η προσθήκη της παρένθεσης αποσαφηνίζει το νόημα)

Αποτελεί δείγμα της δημιουργικής αντίληψης του Αλεξίου σχετικά με το τι σημαίνει, και ποιο είναι το «τελικό κείμενο», που καλούμαστε να δημοσιοποίησουμε, διορθώνοντας τις φθορές του καιρού, ή και αδυναμίες της συγγραφικής βούλησης, το γεγονός ότι κατά τη συνθετική του αντιμετώπιση των παραλλαγών, ενίοτε προκρίνει τη γραφή του Πολυλά, έναντι εκείνης του ποιητή – μολονότι έχει και ο ίδιος ενσκήψει στα χειρόγραφα. Έτσι, για παράδειγμα, στο δίστιχο V.53-54 ο Αλεξίου προτιμά τις ευφωνικές διορθώσεις του Πολυλά (με προσθήκες τελικών –ν– στο 3ο ενικό πρόσωπο των ρημάτων), έναντι του τύπου των χειρογράφων, που δίνουν: «την άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω / τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω. / Έπαψε τέλος, κι άδειασε η φύσις κι η ψυχή μου, / που εστέναξε κι εγιόμισε ευθύς οχ την καλή μου·». Έτσι, ο Αλεξίου διορθώνει: «με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω / τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω. / Έπαψε τέλος, κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου, / που εστέναξε κι εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου·». Πρόκειται για μια φιλελεύθερη σχέση με το πρότυπο, που έχει κατά καιρούς εγείρει τις ενστάσεις των σολωμιστών. Εκπορεύεται, ωστόσο, από ένα βαθιά ανθρωποκεντρικό πνεύμα, από την επιθυμία του Αλεξίου να υπηρετήσει, και πάλι, τον αναγνώστη.[19]

Στην ίδια κατεύθυνση, ο Αλεξίου συμπληρώνει στην έκδοση της «Κίχλης» το γλωσσάρι, διορθώνοντας άστοχες ερμηνείες λέξεων από προγενέστερους εκδότες (η περίπτωση της φράσης: «ακριβή αλήθεια», που προανέφερα), και επεξηγεί δυσερμήνευτους ή ασαφείς στίχους, ακόμη και για τους ειδικούς (βλ. στις «Ερμηνευτικές Σημειώσεις», τα λήμματα «μου τ’ αύξαινε», «δεν την εσκεπάσαν», κ.ά.).[20] Σημαντικές, τέλος, οι επεκτάσεις, και σε σχέση με την έκδοση του 2007, στην επεξήγηση φράσεων διά παραθεμάτων. Τέτοια η περίπτωση του στ. ΙΙ.9: «Καπνός δε μένει από τη γη· νιός ουρανός εγίνη», για τον οποίο στην προσθήκη των «Ερμηνευτικών Σημειώσεων» του 2013, υποδεικνύονται παράλληλα με την Επιστολή του Πέτρου Β΄, και την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Την ενδιαφέρουσα αυτή πρακτική έχει, βέβαια, ξεκινήσει ο Αλεξίου στην έκδοση του 1994, όπου παραθέτει την εξήγηση της λέξης - άπαξ «φρενίτης» του στ. V.13 με παράλληλο χωρίο από την Φυλλάδα του Γαδάρου (πηγολογική ταύτιση που, πάντως, γίνεται από τον Κ. Χατζηγιακουμή, Νεοελληνικαί πηγαί του Σολωμού, το 1968). Πρόκειται για εργασία κοπιώδη και λεπτή, για τον καρπό μιας αγάπης.

ΟΙ ΣΤΕΡΕΕΣ ΑΞΙΕΣ

Παρόμοια κινείται ο Αλεξίου και στο σύντομο, αλλά περιεκτικό «Επίμετρο» (σσ. 13-18). Εδώ συμπυκνώνονται θέσεις και γνώσεις γύρω από το ποίημα που στην έκδοση του 1994 καταλαμβάνουν 20 σελίδες (205-224). Καλύπτεται: α) το ιστορικό πλαίσιο του ποιήματος με αναφορά στα νέα δεδομένα της επιστολής Βουρδουμπά – πληροφορία που ισούται με ερμηνευτική πρόταση, καθώς υπογραμμίζει την ορθολογιστική / θετικιστική διάσταση με την οποία αντιμετώπισαν το προποιητικό υλικό τους ακόμη και ακραιφνώς ρομαντικοί ποιητές· β) το γεωγραφικό και χρονικό πλαίσιο του περιστατικού, συνέπεια της ταύτισης που επιτρέπει η προαναφερθείσα επιστολή (τα βουνά στο βάθος είναι η Πελοπόννησος, ο μήνας είναι Μάρτιος)· γ) την ερμηνεία της μορφής της «Φεγγαροντυμένης» και τη βιβλιογραφία της, με ονομαστική αναφορά των: Beaton, Βελουδή, Mackridge, Τσαντσάνογλου· δ) το ζήτημα της αποσπασματικότητας του έργου που καλείται: «φαινομενική»· ε) το ζήτημα της δομής του έργου (έναρξη inmediasres, εσωτερικές απηχήσεις των μερών, απότομο τέλος, κτλ.), με ενσωμάτωση της βασικής βιβλιογραφίας στο σώμα του κειμένου, και χρήση, όπου αυτό είναι δυνατό, των πιο βασικών αναφορών για κάθε θέμα, ιδεωδώς των αναφορών στον «Κρητικό» που γίνονται στις Ιστορίες Λογοτεχνίας Δημαρά και Πολίτη· στ) το ζήτημα της σχέσης του έργου με το χριστιανικό δόγμα, όπως έχει ακροθιγώς περιγραφεί από τον Coutelle· ζ) το ζήτημα της «επίδρασης» του «Κρητικού» σε έργα όπως Ο όρκος του Μαρκορά, η Μήτηρ Θεού του Σικελιανού.

Δεν θα μπορούσε να ζητήσει κανείς περισσότερα, από ένα μικρό βιβλιαράκι 25 σελίδων. Με το αποχαιρετιστήριο εκδοτικό του πόνημα ο ουμανιστής δάσκαλος Στυλιανός Αλεξίου, άξιος διάδοχος της «δρακογενιάς του ’30», που διαμόρφωσε τον «κανόνα» της νεοελληνικής λογοτεχνίας, και γενικότερα του νεοελληνικού πολιτισμικού βίου, μας γνέφει από μακρυά υπενθυμίζοντας στέρεες λογοτεχνικές, και λογοτεχνικές-κριτικές αξίες: την προσήλωση στο πρωτογενές κείμενο, και την προτεραιότητά του έναντι του εκάστοτε κριτικού λόγου που το «καλύπτει», και κάποτε το εξαφανίζει στις πτυχώσεις του, τη μέριμνα για τον καθημερινό, κανονικό αναγνώστη (όχι μόνο για το «κονκλάβιο» των ειδικών), τη λιτότητα, τη σαφήνεια, και την αγάπη για το συγκεκριμένο που απαιτεί η ανάπτυξη δημόσιου λόγου για τη λογοτεχνία, τέλος την παρρησία που απαιτεί αυτή καθεαυτή η διατύπωση εκδοτικών και κριτικών θέσεων. Και μολονότι η εκδότρια της Κίχλης, Γιώτα Κριτσέλη, διαβεβαιώνει ότι η ίδια πρότεινε στον Στυλιανό Αλεξίου τούτη τη νέα επεξεργασμένη έκδοση του «Κρητικού» από τις εκδόσεις της, καθώς ικανοποιεί τις προδιαγραφές της σειράς Florilegium, η οποία εκδίδει αυτόνομα έργα συνθετικού χαρακτήρα, όπως ακριβώς είναι «Ο Κρητικός», δεν μπορεί παρά να αναλογιστεί κανείς τη λανθάνουσα αυτοβιογραφική διάσταση του εγχειρήματος, για τον Αλεξίου.

Πολίτης του κόσμου, γιος και ανιψιός και εγγονός λογίων, που ποτέ δεν εγκατέλειψε όμως το αγαπημένο του Ηράκλειο, ο Στυλιανός Αλεξίου ταξιδεύει πια «στου χρόνου την πληθύ», σαν σε μια δεύτερη Οδύσσεια, και διά της εκδοτικής συνεισφοράς του σε μια εμβληματική αφήγηση / παρακαταθήκη του νέου ελληνισμού, ενός θαλάσσιου ταξιδιού κινδύνου και διάσωσης, που όχι και τόσο συμπτωματικά φέρει τον τίτλο «Ο Κρητικός». Έτσι, και αν ακόμη κάποτε διαφωνούμε με τον αισθητά διαμεσολαβητικό λόγο που ανέπτυξε ο Αλεξίου ως επιμελητής κι «εκδότης», ας θυμηθούμε ότι, όπως ο ψυχαναλυτής για τον «εαυτό», έτσι κι ο διανοούμενος για τον «πολιτισμό», στόχο έχει να λειτουργήσει σαν δύναμη μεταβίβασης για το κοινό του, ωθώντας μας να «επιθυμούμε».[21]


 

[1]Βλ.: Natural Supernaturalism: Tradition and revolution in romantic literature, Norton & Company, Νέα Υόρκη / Λονδίνο, 1971.

[2]Χαρακτηριστική η παράλληλη περίπτωση της «Μπαλάντας του Γέρου Ναυτικού» [1797-8] του Coleridge, όπου επίσης δραματοποιείται ένα ναυάγιο και ένα φάντασμα, στην αντίστοιχη του δημοτικοφανούς σολωμικού δεκαπεντασύλλαβου, «λαϊκή» φόρμα της μπαλάντας (ή και, κατά ορισμένους μελετητές, «ριμάδας»).

[3]Βλ. Δ.Ν. Μαρωνίτης, «Οι εποχές του Κρητικού» [1975], Διονύσιος Σολωμός, Μελετήματα, Πατάκης, Αθήνα 2007, σσ. 15-37. Τα στρώματα της αφήγησης, και άρα οι «εποχές» του ποιήματος, προσδιορίζονται ως εξής: α) η εποχή της αφήγησης, που εκτυλίσσεται χρονογραφικά από το ναυάγιο ως το θάνατο της κόρης, και το παρόν του αφηγητή ως περιπλανώμενου πένητα· β) αναδρομές, στα αίτια που οδήγησαν στην απόπειρα φυγής από την νησί, και το ναυάγιο· γ) προβολές, στο εξωχρονικό μέλλον της Δευτέρας Παρουσίας, όπως αναπτύσσεται από την παρένθετη ενότητα ΙΙ.

[4]Τη θετικιστική αυτή προσέγγιση στο ποίημα υποστηρίζει η δημοσίευση της επιστολής [1832] Στρατή Βουρδουμπά από τον Μενέλαο Παρλαμά στα Κρητικά Χρονικά 7 (1953), 256, που αξιοποιεί ο Αλεξίου.

[5]Στο σημείο αυτό, οφείλω για λόγους δεοντολογίας να σημειώσω την ερμηνευτική μου απόκλιση από τον Αλεξίου, που σημειώνει στην έκδοση του «Κρητικού» του 1994, σ. 215: «Οι θεωρίες του Messmer για τον “ζωικό μαγνητισμό” φαίνονται άσχετες από τον “Κρητικό”», αποδίδοντας την αιώρηση της κόρης σε έμπνευση από το μυθιστόρημα του Novalis, Heinrich von Ofterdingen.

[6]Ανάλυση του ποιήματος στο: Πήτερ Μάκριτζ, «Ο Κρητικός», Διονύσιος Σολωμός, μτφρ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Καστανιώτη, Αθήνα 1995, σσ. 142-159 (όπου τα παράλληλα με τον Κόλεριτζ: σ. 158).

[7]Βλ. Στ. Αλεξίου, «Ερμηνευτικές Σημειώσεις», Δ. Σολωμός, «Ο Κρητικός», Κίχλη, Αθήνα 2013, σ. 19.

[8]Το ζήτημα αναπτύσσεται στη διδακτορική διατριβή της Ελένης Τσαντσάνογλου, Μια Λανθάνουσα Ποιητική Σύνθεση του Σολωμού. Το Αυτόγραφο Τετράδιο Ζακύνθου αρ. 11. Εκδοτική Δοκιμή, Ερμής, Αθήνα 1982.

[9]Εκτός από τις εκδόσεις των έργων του Επτανησίου, σε ορισμένες από τις οποίες προβαίνει σε σημαντικές αποκλίσεις από τις εκδόσεις Πολυλά [1859] και Πολίτη [1948], με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την αναδιάταξη μοτίβων και σύμπτυξη (από 43 σε 34 στ.) που προτείνει στον «Πόρφυρα» [1847], η σολωμική βιβλιογραφία του Αλεξίου περιλαμβάνει ακόμη δύο τόμους μελετημάτων: Σολωμικά, στιγμή, Αθήνα 1994, και Σολωμιστές και Σολωμός, στιγμή, Αθήνα 1997, το άρθρο: «Πρόσφατα δημοσιεύματα για τον Σολωμό», Νέα Εστία, 1.848 (Οκτ. 2011), 471-75, και την συμμετοχή του στον τόμο: Δ. Σολωμού, Στοχασμοί, φιλ. επιμ. ιταλ. κειμ. M. Peri, προλεγ. – μτφρ. Σ. Αλεξίου, φιλ. σχολ. Κ. Ανδρουλιδάκης, στιγμή, Αθήνα 1999.

[10]Σχετικά με την ιστορία της παρερμηνείας της «αποσπασματικής» ποίησης του Σολωμού, βλ. Βασίλη Λαμπρόπουλου, «Το ημιτελές ως καταδίκη» [1988], μτφρ.: Γ. Χαραλαμπίδης, στο: Γ. Κεχαγιόγλου (επιμ.), Εισαγωγή στην Ποίηση του Σολωμού. Επιλογή κριτικών κειμένων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σσ. 327-341.

[11]Θεωρητική περιγραφή της λειτουργίας  του ρομαντικού «αποσπάσματος» και του ρομαντικού συνόλου αποσπασμάτων ως «αυτόνομης συλλογικότητας σε κατάσταση διαρκούς αυτοδημιουργίας» (προφανής εδώ η πολιτική αναλογία), στο: Philippe Lacoue-Labarthe - Jean Luc Nancy, «The Fragment: The Fragmentary Exigency», The Literary Absolute [1978], μτφρ.: Philip Barnard – Cheryl Lester, State University of New York Press, Νέα Υόρκη 1988, σσ. 39-58.

[12]Η φράση εισάγει το καταστατικό απόσπασμα Α116, όπως παρατίθεται στο: K. Wheeler (επιμ.), German Aesthetic & Literary Criticism. The Romantic ironists and Goethe, Cambridge University Press, Καίμπριτζ 1984, σ. 46.

[13]Πολίτης, Λίνος, «Τα χειρόγραφα του Σολωμού», Γύρω στο Σολωμό. Μελέτες και Άρθρα (1938-1982), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1985, σ. 245-270: 262.

[14]Μάκριτζ, «Εισαγωγή», Διονύσιος Σολωμός, σ. 14. Έμφαση δική μου.

[15]Ακολουθώντας τον Πολυλά, ο Πολίτης, στην πρώτη του σολωμική έκδοση: Δ. Σολωμού, Άπαντα (2 τ.), Ίκαρος, Αθήνα 1948, εκδίδει τις «παραλλαγές» στο υπόμνημα του βασικού κειμένου. Για την πρακτική της Τσαντσάνογλου, βλ. ενδεικτικά: «Αναλυτική Έκδοση: “Η Φαρμακωμένη στον Άδη”», Μια Λανθάνουσα…, σσ. 191-207.

[16]Βλ. σχετικά τις μεθοδολογικές του παρατηρήσεις στο: Στυλιανός Αλεξίου, «"Ο Κρητικός": Εισαγωγή», Διονυσίου Σολωμού, Ποιήματα και Πεζά, επιμέλεια-εισαγωγές Στυλιανός Αλεξίου, σσ. 205-224: 218 κ.ε.

[17]Σχετικά με τις ιδεολογικές συνδηλώσεις, και τις ερμηνευτικές επιπτώσεις μιας «ισχυρής» εκδοτικής (=φιλολογικής) βούλησης, βλ. πάντως και: G. Bornstein (επιμ.), Representing Modernist Texts. Editing as interpretation, University of Michigan Press 1991. Επίσης: Μαριλίζα Μητσού, «Η Φιλολογική Έκδοση σαν Σκηνοθεσία», Εκδοτικά Προβλήματα και Απορίες. Πρακτικά Συνεδρίου στη Μνήμη του Γ.Π. Σαββίδη, ΣΝΕΛ, Αθήνα 2002, σσ. 213-222, όπου επισημαίνεται ο σχετικισμός των «κανονιστικών λύσεων».

[18]Σε όλες τις επεξεργασίες του Αλεξίου απομακρύνεται ο στ. ΙV.29, που στην έκδοση Πολίτη έχει ως εξής: «“Κοίτα με μες τα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι», μολονότι προσμετράται ως ελείπων.

[19]Ευχαριστώ θερμά τον PeterMackridge, και από το σημείο αυτό, που σε ιδιωτική αλληλογραφία μας μου επεσήμανε τα συγκεκριμένα σημεία.

[20]Σχετικά με τις περιγραφές των σημαντικότερων από τις αλλαγές που επέφερε ο Αλεξίου στην έκδοση του 2013, βλ. και το διαδικτυακό σημείωμα της εκδότριας, Γιώτας Κριτσέλη, www.facebook.com/giota.kritseli [ημερομηνία εγγραφής: 17/11/2013] (ημερομηνία πρόσβασης: 23/11/2013).

[21]Η ανίχνευση της ταυτότητας του Αλεξίου ως δημόσιου διανοούμενου, και της πολιτισμικής «πολιτικής» που άσκησε διά της εκδοτικής πρακτικής, υπερβαίνει τα όρια της παρούσας. Παραπέμπω για την ανάπτυξη σκέψεων διά της αναλογίας στο: H. Small (επιμ.), The Public Intellectual, Blackwell, Οξφόρδη 2002.

 

1 σχολιο

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά