Τρίτη, 09 Ιουνίου 2015

Νίκη (επί) του παρελθόντος

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Ιάσων Χανδρινός Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία
Ο Βασίλης Νεφελούδης την περίοδο του μεσοπολέμου ήταν εξέχουσα κομματική προσωπικότητα και για πολλούς δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον Νίκο Ζαχαριάδη. Ήταν πρώτος στο «κόκκινο ψηφοδέλτιο» της Αθήνας, στις εκλογές του 1932. Τριατατικός στο επάγγελμα πρωτοστάτησε στις μεγάλες απεργίες του κλάδου του. Είχε ενεργό συμμετοχή στο κίνημα της Μέσης Ανατολής, στην Αίγυπτο, το 1945. Στη διάσπαση του 1968 πέρασε στο «εχθρικό» ΚΚΕ εσωτ. Ο Βασίλης Νεφελούδης την περίοδο του μεσοπολέμου ήταν εξέχουσα κομματική προσωπικότητα και για πολλούς δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον Νίκο Ζαχαριάδη. Ήταν πρώτος στο «κόκκινο ψηφοδέλτιο» της Αθήνας, στις εκλογές του 1932. Τριατατικός στο επάγγελμα πρωτοστάτησε στις μεγάλες απεργίες του κλάδου του. Είχε ενεργό συμμετοχή στο κίνημα της Μέσης Ανατολής, στην Αίγυπτο, το 1945. Στη διάσπαση του 1968 πέρασε στο «εχθρικό» ΚΚΕ εσωτ. Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη

Χρήστος Χωμενίδης, Νίκη. Μυθιστόρημα, Πατάκη, Αθήνα 2014, 496 σελ.

 

Το βιβλίο του Χρήστου Χωμενίδη, που τιμήθηκε με το βραβείο μυθιστορήματος του Αναγνώστη, είναι μια πραγματεία πάνω στην πολιτική, την οικογένεια, τη νοσταλγία, την πατροκτονία. Μέσα από μια οικογενειακή υπόθεση, διαγράφεται η περίπλοκη σχέση ανάμεσα στο προσωπικό και το πολιτικό. Η ατομική πρόσληψη του παρελθόντος και η μεταμόρφωσή του σε μύθο ζωής. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 43, Μάιος 2014.  

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Χρήστου Χωμενίδη διαφέρει από πολλά λογοτεχνικά έργα τα οποία ανατέμνουν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Η οικογενειακή ιστορία του συγγραφέα, στην οποία βασίζεται το βιβλίο, είναι ασυνήθιστα ιδιαίτερη. Δύο παππούδες με ειδικό ιστορικό βάρος: από τη μεριά του πατέρα ο Χρήστος Χωμενίδης, πρωτοπόρος σοσιαλιστής και συνιδρυτής του ΕΑΜ, απαγχονισμένος από τα Τάγματα Ασφαλείας στην Πάτρα τον Μάιο του 1944. Από τη μεριά της μητέρας ο Βασίλης Νεφελούδης, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ στο Μεσοπόλεμο και εμβληματική φυσιογνωμία στο χώρο της Αριστεράς έως το (πρόσφατο) τέλος της ζωής του. Στη Νίκη, ο Χωμενίδης μάς συστήνει με την εκ μητρός οικογενειακή του ιστορία, βάζοντας τη μητέρα του, τη Νίκη, να αφηγηθεί τις διακλαδώσεις του οικογενειακού δέντρου παρακολουθώντας τις εμπλοκές της οικογένειας Νεφελούδη με τη νεότερη ελληνική ιστορία, από τα Μουδανιά της Μικράς Ασίας ώς το 1957. Γιατί ποιος είναι ο κατάλληλος τρόπος να μιλήσει κανείς για όλα αυτά, αν όχι με μια ελεύθερη λογοτεχνική αφήγηση που συζητά το «ανήκειν» του οικογενειακού παρελθόντος, την οικείωση και την ανοικείωσή του από τους νόμιμους κληρονόμους του; Ποιοι είναι εν τέλει αυτοί οι κληρονόμοι και πώς διαχειρίζονται τις τόσο ιδιαίτερες υπαρξιακές καταβολές τους;

Η επιλογή της Νίκης δεν είναι ένα απλό σεναριακό τέχνασμα. Η Νίκη διαμεσολαβεί μεν την ιστορία του πατέρα της –γύρω από τον οποίο χτίζεται η πλοκή–, ωστόσο δεν είναι απλός υποβολέας, αλλά ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής. Προσλαμβάνει και αναμεταδίδει τις (κυριολεκτικά) γενεσιουργές επιδράσεις του οικογενειακού παρελθόντος, εξομολογείται στο πρώτο ενικό συνέχειες και ανακολουθίες, συγκλίσεις και συγκρούσεις, αποδοχές και αρνήσεις. Στο βιβλίο δεν υπάρχουν δύο παράλληλες ιστορίες (γονέων και παιδιών) αλλά ένα ενιαίο αφηγηματικό πρίσμα, αυτό της αέναης αναμέτρησης με το πεπρωμένο και του πεδίου επιλογών που προσφέρει ο διαχρονικά  παρών, γοητευτικός φόβος της πατροκτονίας.

Ας αρχίσουμε θεωρητικά. Συζητώντας για την πολύπλοκη σχέση ανάμεσα στην ιστορία και τη λογοτεχνία, η Βενετία Αποστολίδου έχει επισημάνει τον προνομιακό ρόλο της δεύτερης στην αναψηλάφιση ενός παρελθόντος το οποίο έχει κάτι να μας πει. Το στοιχείο της μυθοπλασίας δεν υπονομεύει την ιστορική αξία ενός διηγήματος ή ενός μυθιστορήματος (περιττολογία, καθώς κάθε παράγωγο γραφής έχει ιστορική αξία). Αντίθετα, αποτελεί εγγύηση η οποία καθιστά τα πορίσματα ενός λογοτεχνικού έργου ασφαλέστερα, σε σχέση με τα συμπεράσματα μιας πολιτικής πραγματείας ή ενός ιστορικού βιβλίου. Αυτό το παράδοξο ανατρέπεται σε περιπτώσεις τραυματικών ιστορικών γεγονότων, όταν η λογοτεχνία γίνεται ο ενδιάμεσος αφηγηματικός χώρος, στον οποίο πρέπει να δοκιμαστούν πρώτα οι ερμηνείες για να περάσουν σε δεύτερο χρόνο στα χέρια των ιστορικών[1]

 

Πάνω από τα τετριμμένα

Τα πλούσια βιογραφικά στοιχεία ενός έλληνα κομμουνιστή –κρυμμένου πίσω από τη λογοτεχνική περσόνα Αντώνης Αρμάος– αποτελούν συνεκδοχή μιας αναμέτρησης με την ιστορία του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Είναι μια βασική αρετή του βιβλίου, δυσάρεστα ανομολόγητη από έναν ιστορικό. Τι έχει αλήθεια να ζηλέψει από μια πρώτης τάξης ιστορική πραγματεία η παρατήρηση του συγγραφέα πως «το ΚΚΕ στο κατώφλι της δεκαετίας του 1930 θύμιζε περισσότερο αλληλοσπαρασσόμενη αίρεση παρά πολιτικό κόμμα, με χίλια μόλις μέλη σπαρμένα σε όλη την ελλάδα, με ακατάπαυστες συγκρούσεις στο εσωτερικό του ανάμεσα σε “λικβινταριστές” και σε “αντιφραξιονιστές”, σε “κρυπτοτροτσκιστές” και σε “γνήσιους τριτοδιεθνιστές”, τσαλαβουτούσε διαρκώς στην κινούμενη άμμο που το ίδιο δημιουργούσε» (σ. 63); 

Η εικόνα ωστόσο δεν είναι πλήρης. Αντίθετα με άλλες πλευρές της ελληνικής πολιτικής ιστορίας που μπορούν να καλυφθούν επαρκώς από βιογραφίες, αυτοβιογραφίες, απομνημονεύματα, αρχεία κομμάτων και πολιτικών αρχηγών, η ιστορία του KKEαπορρίπτει αυτόματα οποιαδήποτε συμβατική απόπειρα καταγραφής της. Είναι ένα suigeneris υποκείμενο που απονομιμοποιεί σχεδόν αυτόματα όσες γραφίδες επιδίωξαν (και επιδιώκουν) να τη σκαλίσουν. Αυτό δεν οφείλεται στην απουσία αρχειακών τεκμηρίων (κατά την ταπεινή μου άποψη, το ίδιο πρόβλημα θα είχαμε αν τα αρχεία του Περισσού ήταν ορθάνοιχτα), αλλά με τη φύση ενός κόμματος που εκ των πραγμάτων υπάρχει ακριβώς επειδή αποσυμπλέκει την  κομματική λειτουργία από την παραδοσιακή άσκηση πολιτικής, όπως την ξέρουμε. Απόδειξη είναι η καλπάζουσα φαντασία των «απέξω» για το τι συντελείται πίσω από τα τείχη του ΚΚΕ. Μας γοητεύει η ιστορία του, γιατί κεντρίζει την φαντασία μας. Δεν μας καλεί να το κατανοήσουμε αλλά να το επινοήσουμε. Και αυτό δικαιώνει  εναλλακτικές, αντισυμβατικές αφηγηματικές τεχνικές και αναπαραστάσεις για φαινόμενα που defactoανήκουν στη σφαίρα του μύθου, όπως η υπερβατική πίστη στο ιδανικό, ακατανόητη για τους λιγόψυχους άλλους –την πλειοψηφία–, ανοίκειο στο αποϊδεολογικοποιημένο σήμερα.

Εδώ ανιχνεύονται τα αξιοζήλευτα προτερήματα του μυθιστορήματος. Το πορτρέτο ενός Νεφελούδη, όπως μόνο η κόρη του και ο εγγονός του μπορούν να φιλοτεχνήσουν, είναι μια υπαρξιακή κατάδυση στα ενδότερα της κομματικής πίστης που χαράσει το μονοπάτι της ζωής – ως προσωπική επιλογή και όχι ως τυφλή νομοτέλεια. Ο Νεφελούδης του βιβλίου είναι διαγραμμένος από το Κόμμα, ο ίδιος όμως δεν το διαγράφει ποτέ. Και η απάντηση έρχεται αναδρομικά αφοπλιστική:

 

Σίγουρα ήταν η πίστη στο μεγάλο όραμα. κι ας του φαινόταν, όποτε κουβέντιαζε ειλικρινά με τον εαυτό του, ολοένα και πιο μακρινό. Ήταν παράλληλα η αίσθηση ότι ανήκε σε μια κατηγορία μυημένων –αν όχι κι εκλεκτών– οι οποίοι κινούνταν πάνω από τα πεζά και τετριμμένα. Παρατηρούσε τους περαστικούς στον δρόμο και τους έβρισκε αφόρητα ανυποψίαστους, θλιβερά βουτηγμένους στον δικό του ο καθένας μικρόκοσμο (σ. 66).

 

Οι συνδικαλιστικοί αγώνες των τροχιοδρομικών, οι τσιμεντένιοι τάφοι στο κάτεργο της Κέρκυρας, η έφοδος στον ουρανό του ΕΑΜ, η άσπονδη φιλία με τον Νίκο Ζαχαριάδη, η πεισματική στράτευση σε μια ιδέα πληρωμένη με ποταμούς αίματος, είναι η ίδια η ιστορία του ΚΚΕ, δοσμένη μέσα από μια σπάνια χειραψία σεβασμού και κριτικής διάθεσης, που πολλοί ιστορικοί δεν θα μπορούσαν ποτέ να πετύχουν.

 

Μονομαχία στο Λουτράκι

Δεν ήμουν ακριβώς θλιμμένη. Επρόκειτο για ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο και αξεμπέρδευτο στα τεσσεράμισι χρόνια μου. Ένιωθα, ήξερα, πως ανήκα σε δυο αντίθετους κόσμους, οι οποίοι, εάν στην επιφάνεια συνυπήρχαν, στο βάθος πάλευαν μέχρις αλληλοεξόντωσης (σ. 140-141).

 

Στο βιβλίο θίγεται μια άλλη προαιώνια αναμέτρηση: πολιτική vs οικογένεια. Ο σύζυγος μιας εκ των αδελφών Αρμάου-Νεφελούδη, ο Σάββας Μπογδάνος (πίσω από τον οποίον κρύβεται ο τραπεζίτης της ΕΤΕ, Καραμάνος), που εξελίσσεται από διευθυντής της Τράπεζας της Ελλάδος σε υπουργό Επισιτισμού της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου. Ο έτερος γυναικαδελφός τού Αρμάου-Νεφελούδη, Σταύρος Βρανάς, είναι απόστρατος του Ναυτικού, εκπρόσωπος της Φολκσβάγκεν στην Ελλάδα, τυχοδιώκτης συνεργάτης των Γερμανών και, τελικά, επιβάτης του τρένου της «μεγάλης φυγής» που θα καταλήξει στην κυβέρνηση μιας τυχάρπαστης μερίδας οιονεί ελλήνων εθνικοσοσιαλιστών στο Κίτσμπυλ της Αυστρίας στα τέλη του 1944. Σύμφωνα με ένα προσωπικό (άρα άτυπο) κριτήριο επιτυχίας ενός ιστορικού μυθιστορήματος, εδώ εντοπίζεται η μεγαλύτερη επιτυχία του βιβλίου: Οι χαρακτήρες είναι πλάσματα μιας τόσο δημιουργικής και ιστορικά ευαίσθητης φαντασίας, που σχεδόν δεν ενδιαφέρθηκα να εξακριβώσω ποια κομμάτια της βιογραφίας τους είναι αλήθεια και ποια fiction.

Το ταμπού του δωσιλογισμού επανέρχεται ως γενεαλογία της ατομικής φιλοδοξίας, δικαιωμένη αναδρομικά ως εγγύηση σταθερότητας – οικογενειακής και συνεκδοχικά κοινωνικής. Όπως είχε γράψει εύστοχα και η Μάρω Δούκα, «μακροπρόθεσμα δικαιώνονται αυτοί που δεν κάνουν απολύτως τίποτα και αυτοί που δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από ό,τι επιτάσσει η υπαλληλική υπακοή τους»[2]. Αν και το ζήτημα του δωσιλογισμού δεν παίρνει τον λογοτεχνικό χρόνο που θα του άξιζε ή συσκοτίζεται μέσα από τις πολυδαίδαλες οικογενειακές διαπλοκές, σημεία του βιβλίου όπως οι λογοτεχνικές αναπαραστάσεις της λούμπεν μεγαλοαστικής παρακμής (όπως θα έλεγε και ο Δημήτρης Κουφοντίνας) στον «Μαύρο Γάτο» ή στο «Μπουένος Άιρες» είναι αιχμηρότερες και ιστορικά ακριβέστερες από οποιαδήποτε διδακτορική διατριβή με θέμα το δωσιλογισμό. Η Αθήνα του 1943-44 δεν ήταν διάστικτη μόνο από σφαίρες αλλά και από ερωτηματικά σχετικά με την ιδεολογική ταυτότητα των αντιμαχόμενων παρατάξεων.    Έτσι, η οπλατζίδικης –οιονεί γκανγκστερικής– έμπνευσης ανταλλαγή πυροβολισμών ανάμεσα στον Μπογδάνο και τον Πέτρο Αρμάο με φόντο το Καζίνο Λουτρακίου είναι μια εύστοχη αλληγορία δύο κόσμων που συμβολίζουν διαφορετικές φιλοσοφίες και, σταδιακά, μορφοποιούνται μέσα από την κλιμακούμενη αλληλοεξόντωσή τους.

Όσο ο μικροσκοπικός φακός του ιστορικού ή του λογοτέχνη διαπερνά το κέλυφος της σχηματικής ανάλυσης και εστιάζει στο έδαφος της ιστορικής εμπειρίας, τόσο περισσότερο ο όρος ιδεολογία, τον οποίο ο Νεοέλληνας έχει ταυτίσει με τον κομματικό φανατισμό, ανασηματοδοτείται. Αποκτά πτυχώσεις, χρωματικές διαβαθμίσεις, αντιφάσεις, επανέρχεται στο πεδίο της υλικής ζωής. Πολιτικές και οικονομικές δράσεις δεν καθορίζονται μονοσήμαντα από ιδεολογικές επιταγές / επιλογές της συγκυρίας, αλλά από τη σταθερή αφοσίωση των υποκειμένων στην πυρηνική μορφή κοινωνικής οργάνωσης δομής: την οικογενειακή εστία. Αφοσίωση σχεδόν ακούσια, η οποία προσφέρει το απαραίτητο εφαλτήριο για τα υπόλοιπα. Ο αφηγηματικός ιστός υφαίνεται πάνω σε ετερογενή ανθρωποδίκτυα τα οποία ακολουθούν άλλες φιλοσοφίες ζωής, ωστόσο παραμένουν ενωμένα με τους αόρατους δεσμούς του αίματος και της αγχιστείας. Ο κόσμος της Νίκης, μολονότι  αναγνωρίσιμος βάσει πολιτικών ταξινομήσεων (τίμιοι αγωνιστές, ταξικοί εχθροί, προδότες της τάξης τους), προδίδει την αίσθηση ασφάλειας που διαχρονικά (μας) παρέχει ο αδελφός, ο πατέρας, ο/η σύζυγος. Μπορούμε να προβληματιστούμε πάνω στη διαπίστωση του Χωμενίδη, πως το ανθρώπινο πεπρωμένο υφαίνεται με τις κλωστές των συμπτώσεων. Γιατί να μην ισχύει το ίδιο και για την ιστορία; 

 

Το μέλλον της νοσταλγίας

Η περίπτωση της Νίκης Αρμάου επικοινωνεί με τις βιογραφίες χιλιάδων παιδιών που γεννήθηκαν και ενηλικιώθηκαν στα προδιαγεγραμμένα οικογενειακά και κοινωνικά πλαίσια της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής Ελλάδας. Το όραμα μιας κοινωνικής απελευθέρωσης, όπως μορφοποιήθηκε στην Κατοχή έχοντας συμπαρασύρει τα κοινωνικά αιτήματα όλων των προηγούμενων δεκαετιών, δεν σταματά να αναπνέει μετά τη συντριπτική του ματαίωση και τον απηνή διωγμό των εκφραστών του στο β’ μισό του ελληνικού 20ού αιώνα. Μετενσαρκώθηκε ως συναισθηματικό – εξεγερσιακό απόθεμα και κληροδοτήθηκε στις επόμενες γενιές οι οποίες δικαιούνταν να το επικαλούνται σταθερά στις εκάστοτε συγκυρίες. Για όσους όμως έτυχε να γεννηθούν με αυτό –για τα παιδιά δηλαδή των κομμουνιστών–, το όραμα δεν προδιέγραφε απαρέγκλιτα μια υπαρξιακή απελευθέρωση, αντίθετα μπορούσε να εξελιχθεί σε βαρίδι και τροχοπέδη της. Στην Ελλάδα, μετά το 1945, οι αγωνιστικές περγαμηνές των ελλήνων κομμουνιστών είχαν μηδαμινή ανταλλακτική αξία σε μια μεταπολεμική κοινωνία που στην καλύτερη περίπτωση στεκόταν αδιάφορη απέναντι στο συγκεκριμένο πεδίο αγωνιστικών αναφορών, στη χειρότερη (τη θεσμική της διάσταση) ποινικοποιούσε κάθε διάθεση αμφισβήτησης της παντοδυναμίας του εμφυλιακού κράτους. Σε προσωπικό επίπεδο, οι κατ’ οίκον διδαχές του παροπλισμένου αλλά σταθερά πιστού στο σοσιαλιστικό όραμα, Αντώνη Αρμάου στην κόρη του, παρά το άρωμα συνέχειας της μυθικής κομματικής αυτομόρφωσης που κρατούσε τους απανταχού δεσμώτες στη ζωή, τώρα ισοδναμούσε με καθημερινή επισφράγιση ενός παράλογου κόσμου. Η έξοδος από την παρανομία και η προσγείωση στην ημινόμιμη ΕΔΑ, αντί να φωτίσει το σκηνικό, το έκανε ακόμα πιο αφόρητο.

 

Τα πάντα να είναι εμποτισμένα απ’ την οδύνη και την έκπληξη της ήττας, οι συζητήσεις να επανέρχονται ξανά και ξανά στο ίδιο βασανιστικό ερώτημα: «αφού είχαμε τον λαό μαζί μας, γιατί χάσαμε;». Ό,τι κι αν έλεγε ο πατέρας μου, εγώ έβλεπα τον κόσμο της αριστεράς να ξύνει με μαζοχιστική απόλαυση τις πληγές του. Χίλιες φορές να έβγαινα στο μεροκάματο παρά να παρίσταμαι καθημερινά στο ίδιο μνημόσυνο. (σ. 367)

 

Και παρακάτω:

 

Εγώ που είχα θυσιάσει περισσότερα από τους πιο πολλούς νεολαίους –ολόκληρη την εφηβεία μου– δεν άντεχα να ακούω πλέον για θυσίες. Ήθελα το αυγό που μου αναλογούσε σε αυτή τη ζωή να το σπάσω και να το φάω – κι όχι να περιμένω στωικά πότε θα βγει από μέσα το κοτοπουλάκι! (σσ. 388-389)

 

Και στο φόντο της αφήγησης, πάντοτε οι αόρατοι δεσμοί με την οικογένεια, ως σταθερό πεδίο αναφορών σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο, άμυνα και κάστρο απέναντι στο εχθρικό και άξενο του κοινωνικού περίγυρου. Το «Δεν τους στάθηκα...» της μητέρας Άννας Αρμάου για τους γονείς της είναι μια ακόμα υπόμνηση του μελαγχολικού αναστοχασμού πάνω στο ασυμβίβαστο κομματικής αφοσίωσης και οικογενειακής ευτυχίας το οποίο διατρέχει όλο το μυθιστόρημα.

Από τον χωροχρόνο του βιβλίου, μας χωρίζουν από 50 έως 100 χρόνια, ωστόσο η Νίκη εντάσσεται άρρηκτα στις λογοτεχνικές ανησυχίες και τη δημόσια συζήτηση του σήμερα. Άλλο βασικό του προτέρημα είναι πως διαβάζεται ως μελέτη περίπτωσης πάνω σε μια από τις βασικότερες ανθρώπινες προσλήψεις του χρόνου, τη νοσταλγία. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η νοσταλγία προκύπτει όταν η εμπειρία του ανθρώπου μοιάζει να συρρικνώνεται μπροστά στον ορίζοντα των προσδοκιών του. Έτσι συνδέεται ακόμα περισσότερο με την ιδέα της προόδου, την πρώτη γνήσια ιστορική έννοια που ένωσε την εμπειρία και την ελπίδα σε μια κοινή, ενιαία αντίληψη, οδηγώντας σε μια νέα κατανόηση του χρόνου. Το παρόν παραμένει δέσμιο των οραμάτων του παρελθόντος υποθηκεύοντας τη δυνατότητα απογαλακτισμού παιδιών από γονείς, σε όλη τη διάρκεια ζωής του μεταπολεμικού κόσμου[3]. Η ίδια η Νίκη, στην προτελευταία σελίδα της εξομολόγησής της, ταυτίζει αυτές τις αντίρροπες ψυχικές δυνάμεις με τα δύο κεντρικά πρόσωπα της μέχρι τότε ζωής της – τον πατέρα και τον μέλλοντα σύζυγό της: «Έμπλεξα το πεπρωμένο με την επιθυμία» διαβάζουμε εν είδει επιλογικού σημειώματος.

Το βιβλίο τελειώνει τη στιγμή ακριβώς που η ηρωίδα –στα δεκαεννιά της– απεμπλέκεται (χωρίς να το απαξιώσει) από το πατρικό φορτίο και καβαλά (μεταφορικά) τον άνδρα που θα σημαδέψει την υπόλοιπη ζωή της φωνάζοντας νοερά:

 

Το παρελθόν μας μας ανήκει –δεν του ανήκουμε.


[1] Βενετία Αποστολίδου, Τραύμα και Μνήμη. Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων. Πόλις, Αθήνα 2010.

[2] Μάρω Δούκα, Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ. Πατάκης, Αθήνα 2010, σ. 239.

[3] Svetlana Boym, The Future of Nostalgia. Basic Books 2001, σσ. 9-10. 

 

 

 

Ιάσων Χανδρινός. Ιστορικός, υποψήφιος διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας.Κυκλοφορεί το βιβλίο του Το τιμωρό χέρι του λαού (2012).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά