Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Ο χαμένος κόσμος του Γιόζεφ Ροτ

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 54 Κριτική Λογοτεχνία
Ο Γιόζεφ Ροτ από τον Αλέκο Παπαδάτο. Ο Γιόζεφ Ροτ από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal

Joseph RothΗ Κρύπτη των Καπουτσίνων, εισαγωγή: Michael Hofmann, μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Αγγελίδου, Άγρα, Αθήνα 2014, 264 σελ.

 

Η πρόταση «Οι Τρόττα δεν ήταν παλιοί αριστοκράτες», με την οποία ξεκινά το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ,[1] ανήκει στο πάνθεο των θρυλικών εισαγωγών στη μεγάλη λογοτεχνία·[2] μας ανοίγει τη πόρτα ενός κόσμου. «Μας λένε Τρόττα»: έτσι ξεκινά η Κρύπτη των Καπουτσίνων,[3] και μ’ αυτήν δρασκελίζουμε πάλι το κατώφλι του ίδιου κόσμου: του κόσμου του Γιόζεφ Ροτ, που πέθανε σαν σήμερα, στις 27 Μαΐου 1939. (αναδημοσίευση από το Books' Journal 54, Απρίλιος 2015)

 

 Η απελπισία δεν είναι πολύ παραγωγική σαν κατάσταση, γενικά μιλώντας, και στην τέχνη ειδικότερα είναι κάπως παρεξηγημένη: η εικόνα του αναμαλλιασμένου, παραδομένου στη δυστυχία του καλλιτέχνη που δημιουργεί αριστουργήματα, αν και αρκετά διαδεδομένη, είναι απατηλή. Δεν αρκεί να είσαι απελπισμένος για να κάνεις τέχνη. Δεν αρκεί να τα έχεις χάσει όλα, δεν αρκεί να βλέπεις την καταστροφή να έρχεται καταπάνω σου, δεν αρκεί να βλέπεις το Κακό να επικρατεί χωρίς ελπίδα από πουθενά για να γράψεις μεγάλη λογοτεχνία. Όταν όμως κάνεις τέχνη, η απελπισία σου μπορεί να τη φωτίζει πιο λαμπρά, πιο σκληρά, πιο ανεξίτηλα.

Στις 23 Μαΐου 1939, ένας 44χρονος κουρασμένος, τρομαγμένος, απελπισμένος άντρας κάθεται σε ένα μπαρ του Παρισιού, μεθυσμένος όπως πάντα, και μαθαίνει την αυτοκτονία του φίλου του, θεατρικού συγγραφέα Ερνστ Τόλλερ (Ernst Toller).[4]Καταρρέει, καλείται ασθενοφόρο και τέσσερις μέρες αργότερα πεθαίνει στο νοσοκομείο από πνευμονία και delirium tremens. Από μία άποψη όμως, ο Γιόζεφ Ροτ ήταν ήδη νεκρός από καιρό. Ο θάνατος ήδη, εδώ και χρόνια, «σταύρωνε τα κοκαλιάρικα χέρια του πάνω από το ποτήρι του» και ο κόσμος του όδευε προς τον αφανισμό – όπως συμβαίνει στην καταδικασμένη γενιά των ηρώων του στην Κρύπτη των Καπουτσίνων, και όπως συνέβη στη δική του καταδικασμένη γενιά: ο φίλος του συγγραφέας Ερνστ Βάις (Ernst Weiss) που είχε παραμείνει στο Παρίσι θα αυτοκτονούσε το 1940, τη μέρα εισβολής των Ναζί· ο άλλος φίλος του, Στέφαν Τσβάιχ, θα κατέληγε το 1942 στη Βραζιλία και εκεί θα αυτοκτονούσε μαζί με τη γυναίκα του. Ακόμα και η σύζυγός του, η άμοιρη σχιζοφρενής Φρηντλ, θα πέθαινε δολοφονημένη από τους Ναζί («ευθανασία») στο σανατόριο, τον Ιούλιο του 1940. Ο Ροτ είχε δει προ πολλού την κατάρρευση του κόσμου του και δεν ήθελε, ή δεν ήξερε πώς, να ζήσει στον «ακρωτηριασμένο κορμό» του·[5] και από μία άποψη, ο θάνατός του ήταν μια ακόμα αυτοκτονία. Τα «κοκαλιάρικα χέρια» τα έσφιξε κι ο ίδιος γύρω από τον εαυτό του, αυτοκαταστροφικά. Ήταν μονίμως απένταρος (αν και κέρδισε χρήματα από τη δουλειά του δεν κατάφερε ποτέ να τα κρατήσει), άστεγος, μόνος και αλκοολικός (ο ίδιος ισχυριζόταν ότι έπινε από τα οκτώ του χρόνια). «Αγαπημένε μου φίλε», είχε γράψει στις 22 Δεκεμβρίου 1933 στον Τσβάιχ[6], περιγράφοντας ένα φρικτό μεθύσι με απώλεια αισθήσεων, «είναι πιθανόν το “αυτοκαταστροφικό μου ένστικτο” να έκανε την εμφάνισή του. […] Ίσως είναι ένα σημάδι ότι πρέπει να σταματήσω να πίνω. […] Πίστεψέ με: όσο κι αν η μούσα μου είναι η μούσα της απελπισίας, γνωρίζω πολύ καλά ότι με οδηγεί στην αυτοκτονία…». Η δυστυχία ήταν το μελάνι που γέμιζε την πένα του και η πατρίδα του: 

Όπου είμαι δυστυχής, εκεί είναι το σπίτι μου. Ευτυχισμένος νιώθω μόνον έξω και μακριά από τον εαυτό μου. Αν αφεθώ έστω και μια φορά, θα χαθώ. [...] Στον τόπο μου, μόνο οι δυστυχισμένοι τραγουδούν, όχι οι ευτυχισμένοι, όπως στις χώρες της Δύσης. Γι’ αυτό τα τραγούδια της Ανατολής είναι πιο όμορφα, και λίγη ανθρωπιά να ’χει όποιος τα ακούει, αναλύεται σε δάκρυα.[7]

 Λέγεται ότι ένας εκδότης του είχε πει:

Ροτ, πρέπει να είσαι πολύ πιο λυπημένος. Όσο πιο λυπημένος είσαι, τόσο πιο ωραία γράφεις.

 

«Ανήκω σ’ έναν προφανώς χαμένο κόσμο»[8]

Ο Μόζες Γιόζεφ Ροτ γεννήθηκε το 1894 στο Μπρόντυ της Γαλικίας (σημερινής Ουκρανίας), υπήκοος της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας. Α, η αυτοκρατορία… Περισσότεροι από πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι (κάτοικοι μέρους ή όλου των χωρών που σήμερα αποκαλούμε Αυστρία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Σλοβενία, Κροατία, Πολωνία, Ουκρανία, Σλοβακία, Δημοκρατία της Τσεχίας και Ιταλία), από τους οποίους ούτε ένας στους τέσσερις δεν είχε μητρική γλώσσα τα γερμανικά. Για πολλούς από τους υπηκόους της, η ετερογένεια της αυτοκρατορίας αυτής ήταν και η δόξα της. Σύμφωνα με την «Αυστριακή Ιδέα», η Αυστροουγγαρία δεν ήταν τόσο πολυεθνική, όσο υπερεθνική – ένα είδος πλατωνικού μορφώματος που συνένωνε με αρμονία και σταθερότητα τις ελάσσονες φυλετικές και εθνικές πραγματικότητες[9]. («Οι κληρικοί και οι κληρικαλιστές ηλίθιοι που μας κυβερνούν τώρα, θέλουν να μας κάνουν έθνος. Έθνος εμάς, που είμαστε υπερ-έθνος, το μοναδικό υπερ-έθνος στον κόσμο!» αναφωνεί στην Κρύπτη ο τρελός, αλλά όχι και τόσο τρελός, αδελφός του Χοζνίτσκι, που έχει αλάνθαστη κρίση για όσα συμβαίνουν στη χώρα, καθώς «αν δεν είχε καταρρεύσει η Μοναρχία, θα ήταν μια χαρά»). Θερμοί υποστηρικτές αυτής της ιδέας-πίστης δεν μπορούσαν παρά να είναι τα δύο εκατομμύρια Εβραίοι της αυτοκρατορίας, αφού κάτω από την ομπρέλα της προστατεύονταν από τους κάθε λογής επικίνδυνους εθνικισμούς. Ο Ροτ ήταν ένας από αυτούς. Πολλές φορές στη ζωή του άλλαξε πολιτική άποψη (από σοσιαλιστής κατέληξε φανατικός μοναρχικός), αλλά ποτέ δεν απαρνήθηκε το ιδεώδες μιας ευρωπαϊκής ενότητας ούτε το μίσος του για τον εθνικισμό. Βέβαια, ούτε η Γαλικία ούτε η εβραϊκή του καταγωγή έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στις γερμανόφωνες περιοχές της αυτοκρατορίας, γι’ αυτό και αργότερα «πείραξε» την καταγωγή και το παρελθόν του, δηλώνοντας ότι είχε γεννηθεί στο γερμανικό Σβάμπεντορφ (Schwabendorf) και ότι ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης / αξιωματικός του στρατού / ανώτατος κυβερνητικός υπάλληλος / ζωγράφος / πολωνός αριστοκράτης. Στην πραγματικότητα, ο Νάχουμ Ροτ (NachumRoth) ήταν απλώς ένας υπάλληλος γερμανικής εταιρείας σιτηρών, και ο γιος του δεν τον γνώρισε ποτέ: λίγο μετά το γάμο του είχε κάποια πνευματική «αποκάλυψη», εγκατέλειψε τη γυναίκα του, εισήχθη σε σανατόριο, μετά τον ανέλαβε ένας θαυματοποιός ραβίνος, και δεν τον είδε πια ποτέ κανείς. Έτσι, ο Γιόζεφ μεγάλωσε με τη μητέρα του στο σπίτι των γονιών της, που ήσαν εύποροι και ενσωματωμένοι στην κοινότητα Εβραίοι. Πήγε σε εβραϊκό δημοτικό όπου έμαθε γερμανικά, και μετά σε γερμανόφωνο γυμνάσιο όπου οι μισοί συμμαθητές του ήταν Εβραίοι: λογικό, αφού για τους νεαρούς Εβραίους της Ανατολής μια γερμανική μόρφωση άνοιγε πόρτες. Όταν, το 1914, ο Ροτ εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, βρέθηκε ανάμεσα στην πολυπληθέστερη εβραϊκή κοινότητα της κεντρικής Ευρώπης, ένα είδος εθελοντικού γκέτο 200.000 ψυχών. Όποιες κι αν ήταν οι αναπόφευκτες αντιφάσεις της ζωής του, πάντως, ο Ροτ δεν έπαψε να νοσταλγεί την πατρίδα του. Τι νοσταλγούσε ακριβώς;

Μιλώ για το πνεύμα της παλαιάς Μοναρχίας, που τόσο το έχουν παρεξηγήσει και τόσο το έχουν εκμεταλλευτεί. Χάρη σ’ αυτό το πνεύμα, ένιωθα σπίτι μου τόσο στο Ζλότογκροντ και το μακρινό Σιπόλιε, όσο και τη Βιέννη. [...] Όλα αυτά ήταν πατρίδα, κάτι δυνατότερο και μεγαλύτερο από τον τόπο όπου έχει κανείς γεννηθεί, κάτι απέραντο και πολύχρωμο κι όμως γνώριμο και οικείο απ’ άκρου εις άκρον. Πατρίδα: η Αυτοκρατορική και Βασιλική Μοναρχία.[10]

Νοσταλγούσε δηλαδή το αίσθημα του «ανήκειν», της προστασίας και της σιγουριάς που του χάριζε το αυτοκρατορικό μωσαϊκό – τόσο όμοιο με εκείνο της δικής του ύπαρξης: γιατί όπως έγραψε ο Στέφαν Τσβάιχ,[11] μέσα στον Ροτ υπήρχε κάτι από την ψυχή των Ρώσων, στον φλογερό συναισθηματισμό του αλλά και την αυτοκαταστροφική του τάση, κάτι από τη μοναδικότητα των Εβραίων, στην απερίγραπτη διαύγεια του πνεύματός του και την κριτική του ευφυΐα, και κάτι από τον ιπποτισμό των Αυστριακών, στον ευγενικό του χαρακτήρα, τη γενναιοδωρία και το λεπτό του χιούμορ.  «Μυστηριωδώς», σχολιάζει ο Τσβάιχ, «οι πιο θερμοί λάτρεις και υπερασπιστές της ιδιόμορφης πατρίδας μας δεν βρίσκονταν ποτέ στη Βιέννη, τη γερμανόφωνη πρωτεύουσα, αλλά στη μακρινή περιφέρεια, εκεί όπου ο κόσμος μπορούσε να συγκρίνει καθημερινά την ήπια και χαλαρή ηγεμονία των Αψβούργων με τις αυστηρές και λιγότερο ανθρώπινες μορφές διακυβέρνησης των γειτόνων. Στη μικρή κωμόπολη του Ροτ, οι Εβραίοι προσέβλεπαν με ευγνωμοσύνη προς τη Βιέννη επειδή εκεί κατοικούσε, απρόσιτος σαν τον Θεό στα επουράνια, ο γέρος, ο πολύ γέρος αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ. Και έτρεφαν δέος και λατρεία για τον μακρινό, τον σχεδόν θρυλικό αυτοκράτορά τους…»

Ο υπέροχος “κόμης Χοζνίτσκι” της Κρύπτης (που συνοψίζει από μόνος του την πεμπτουσία της αληθινής αριστοκρατίας), το εξηγεί:

Η καρδιά της Αυστρίας δεν είναι το κέντρο, είναι η περιφέρεια. Η Αυστρία δεν βρίσκεται στις Άλπεις. Στις Άλπεις υπάρχουν κατσίκια και εντελβάις και γεντιανή. Αλλά ούτε υποψία του δικέφαλου αετού. Η ύπαρξη της Αυστρίας τρέφεται και αναζωογονείται από τις χώρες του Στέμματος [12].

Ο αληθινός αυτός αριστοκράτης σαρκάζει τον ευτελή «σνομπισμό» των πρωτευουσιάνων προς «την επαρχία», όπως τον περιγράφει και ο αφηγητής του βιβλίου, δηλαδή ο ίδιος ο Ροτ:

Την πολύχρωμη ευθυμία της πρωτεύουσας, της αυτοκρατορικής και βασιλικής μας πόλης, την έτρεφε χωρίς αμφιβολία καμιά ο τραγικός έρωτας των χωρών του Στέμματος για την Αυστρία. Που ήταν τραγικός, επειδή ήταν χωρίς ανταπόκριση.[13]

Όταν ξεσπά ο πόλεμος που θα φέρει το τέλος αυτής της αυτοκρατορίας-πατρίδας («ο μεγάλος πόλεμος που τον είπαν Παγκόσμιο, και πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, όχι επειδή πολέμησε σ’ αυτόν όλος ο κόσμος, αλλά επειδή εξαιτίας του χάσαμε όλοι μας έναν κόσμο, τον κόσμο μας»), αυτό που αντηχεί σαν σάλπιγγα απ’ άκρου εις άκρον είναι η τελευταία επίκληση του τελευταίου αυτοκράτορα, η ύστατη φορά που θα καλέσει, κυριαρχικά και τρυφερά, σαν διαταγή και σαν αγκαλιά, τους υπηκόους του:

[...] Την άλλη μέρα, την Παρασκευή δηλαδή, είχε τοιχοκολληθεί σε όλες τις γωνίες η διακήρυξη του ηλικιωμένου μας αυτοκράτορα, του Φραγκίσκου Ιωσήφ. «Προς τους λαούς μου!»

Η αυτοκρατορία, λοιπόν, τελείωσε. Τα κάστανα που πουλούσε ο καστανάς σε όποιο σημείο ήθελε της μισής Ευρώπης («όπου κι αν τα έτρωγαν, ήταν Αυστρία»), τώρα θα χρειάζονται βίζα. Στην Κρύπτη, ο ήρωας με την παρέα του μεγαλώνουν κάτω από τη σκιά αυτού του επικείμενου τέλους, που το προαισθάνονται. Περιμένουν να σκοτωθούν στον πόλεμο, όμως ο θάνατος δεν έρχεται – ή δεν έρχεται όπως περίμεναν: σαν αντίλαλος της μοίρας του ήρωα του Εμβατηρίου του Ραντέτσκυ, Καρλ Γιόζεφ, που δεν σκοτώνεται ένδοξα στη μάχη δίπλα στον αυτοκράτορα, όπως ονειρευόταν (τον χτυπά μια αδέσποτη σφαίρα, σε έναν λασπωμένο δρόμο, καθώς κουβαλάει νερό για τους διψασμένους του στρατιώτες), ο αφηγητής και οι φίλοι του επιστρέφουν ζωντανοί-νεκροί, βλαστημώντας

          το θάνατο που άσκοπα και άδικα μας είχε προσκαλέσει στο γλέντι του. Κι όλοι μας ζηλεύαμε τους «πεσόντες». Αναπαύονταν κάτω από τη γη και την ερχόμενη άνοιξη θα φύτρωναν μενεξέδες μέσα από τα κόκαλά τους. Εμείς, όμως, είχαμε γυρίσει αγιάτρευτα στείροι, με παράλυτα λαγόνια, μια γενιά ταμένη του θανάτου, που ο θάνατος την είχε περιφρονήσει. Το πόρισμα της στρατολογικής υπηρεσίας ήταν οριστικό και αμετάκλητο: «Ανίκανος προς θάνατον»[14]  [...] Ήμασταν όλοι ζωντανοί, ανασαίναμε, υπήρχαμε. Στην πραγματικότητα, όμως, ήμασταν πεθαμένοι.[15]

Επιστρέφουν σε μια πόλη αγαπημένη, τη Βιέννη, που κι αυτή είναι ένα φάντασμα: όλα όσα έσφυζαν από ζωή και δύναμη και ομορφιά είναι τώρα σκιές που αχνοσβήνουν μέσα από σκοτάδια, σκιές που ελπίζουν και τρέμουν για το πρωινό φως. Η νοσταλγία, όπως και η απελπισία, δεν αρκούν για να γραφτεί μεγάλη λογοτεχνία, η μεγάλη λογοτεχνία όμως ξέρει να δίνει φωνή και εικόνες στην ανείπωτη νοσταλγία που μπορεί να έχει ο καθένας, για οτιδήποτε χαμένο. Μπορούν να γραφτούν πιο σπαρακτικά νοσταλγικά γραμμές από αυτές;

Κόντευε η άνοιξη, η βιεννέζικη άνοιξη, που δεν χωράει ούτε στα ρομαντικά chansonsούτε στα αισθηματικά τραγουδάκια του συρμού. Όλα την αδικούν. Καμιά απ’ τις λαϊκές μελωδίες δεν έχει τη γλυκιά ένταση της φωνής του κότσυφα στο Βοτίφπαρκ ή στον Λαϊκό Κήπο. Κανένα στιχάκι δεν καταφέρνει να μιμηθεί έστω τις αξιαγάπητα ενοχλητικές βραχνές φωνές του κράχτη έξω από τα κιόσκια και τις καντίνες του Πράτερ τον Απρίλη. Ποιος μπορεί να τραγουδήσει το φρόνιμο προσεκτικό χρυσό των θάμνων του λαβούρνου, που μάταια προσπαθεί να κρυφτεί ανάμεσα στο φρέσκο πράσινο των γειτόνων του; Ζύγωνε ήδη το γλυκό άρωμα της πασχαλιάς, υπόσχεση γιορταστική. Στο Δάσος της Βιέννης τα κυκλάμινα στολίζονταν μαβιά, γαλανά, ρόδινα, άσπρα. Οι άνθρωποι ζευγάρωναν.[16]

Ο καινούργιος κόσμος δεν είναι γι’ αυτούς, και ο παλιός δεν υπάρχει. Πρέπει λοιπόν να τον αποχαιρετίσουν.

Ο τελευταίος ασπασμός

Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (1932)είναι, όπως το χαρακτήρισε ο Τσβάιχ,[17] ένα βιβλίο αποχαιρετισμού για την αυτοκρατορία· η Κρύπτη των Καπουτσίνων είναι ο τελευταίος ασπασμός. Είναι ο εξόριστος πια Ροτ που κοιτάει πίσω με «αυτή την παραίτηση που είχα συνηθίσει να την αποκαλώ ησυχία”.[18] Τη χρονιά που δημοσιεύτηκε η Κρύπτη (1938), οι Ναζί είχαν εδραιωθεί στην εξουσία και είχαν καταχωρίσει τα βιβλία του στη «μαύρη λίστα». Γι’ αυτόν δεν υπήρχε επιστροφή, ούτε και ελπίδα[19]. Η Κρύπτη είναι ένα βιβλίο απελπισίας, αλλά και πολιτικής διαύγειας: γιατί όσο σκοτεινός κι αν ήταν ο ορίζοντάς του και όσο θολωμένο από το οινόπνευμα το βλέμμα του, ο Ροτ διατήρησε μέχρι το τέλος ένα από τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά του ως δημοσιογράφου, δηλαδή την πολιτική του οξυδέρκεια. (Ήταν λ.χ. ο πρώτος που ανέφερε το όνομα του Αδόλφου Χίτλερ στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία το 1923, δέκα χρόνια πριν από την ανάρρησή του στην εξουσία.[20]) «Ο κόσμος είναι σήμερα πιο ηλίθιος από ό,τι ήταν το 1914», έγραφε στον Τσβάιχ, στις 26 Μαρτίου 1933.[21] «Ο άνθρωπος δεν αντιδρά πια όταν η ανθρωπότητα πληγώνεται και σκοτώνεται. Το 1914, όλα τα μέρη προσπάθησαν να βρουν ανθρώπινες αιτίες και προφάσεις για να εξηγήσουν την κτηνωδία. Όμως, σήμερα, οι άνθρωποι απλώς προτείνουν κτηνώδεις άμυνες απέναντι στην κτηνωδία, που είναι ακόμα πιο βρομερές κι από τις ίδιες τις κτηνωδίες. Και κανείς δεν κουνιέται, πουθενά στον κόσμο – εννοώ στον συγγραφικό κόσμο».

Ο Τσβάιχ το συνόψισε:[22]

Δεν τον καταρράκωσε τόσο το γεγονός ότι έκαψαν τα βιβλία του και διέσυραν τον ίδιο και το όνομά του. Δεν ήταν δηλαδή η προσωπική του δυστυχία που τον πίκρανε και τον συγκλόνισε, αλλά το ότι είδε το Κακό, το Μίσος, τη Βία και το Ψέμα, τον Αντίχριστο όπως έλεγε, να θριαμβεύει επί της γης. Αυτό ήταν που βύθισε τη ζωή του στην απόγνωση.

Η  μητέρα και η νέα «τάξη πραγμάτων»

Μέρος της απόλαυσης του να διαβάζεις έναν μεγάλο συγγραφέα είναι και ότι σε κάθε του βιβλίο ξανασυναντιέσαι με τον ανθρώπινο ορίζοντά του – τις εμμονές του. Στην Κρύπτη οι χαρακτήρες, είτε φευγαλέοι είτε επίμονοι, παραμένουν ο πληθυσμός του χαμένου κόσμου που ο μέγας νοσταλγός τους μας χάρισε για πάντα. Ο αφηγητής είναι ένας δεύτερος ξάδελφος του «Λοχαγού Τρόττα» και εγγονός του αδελφού εκείνου του Τρόττα που έσωσε τη ζωή του αυτοκράτορα, στο Εμβατήριο. Τον επισκέπτεται από την επαρχία ο ξάδελφος Γιόζεφ Μπράνκο, ο «καστανάς Τρόττα», όχι ξανθός και εκλεπτυσμένος σαν αυτόν, αλλά μελαψός και λαϊκός. Η αντίθεση ανάμεσα στην εξευγενισμένη παρακμή του ενός και την ανθεκτική ζωντάνια του άλλου είναι προφανής: ο επαρχιώτης ξάδελφος είναι ευχαριστημένος με τη θέση του στον κόσμο, και θα είναι πάντα, όσο κι αν ο κόσμος αλλάζει. Έχει τη δύναμη της προσαρμογής, είναι το είδος που θα επιζήσει. Πρόθυμα πουλάει τα ρούχα και το ρολόι του στον ανώτερο κοινωνικά πρωτευουσιάνο συγγενή που τον «γδύνει», μαθημένος καθώς είναι να βλέπει «σαν ιερό σύμβολο, κάθε ψευτολαϊκή λεπτομέρεια της φολκλορικής παράδοσης»· στο τέλος του βιβλίου όμως (με το Anschluss και την κυριαρχία των Ναζί στην Αυστρία), ο ηττημένος αυτός «ανώτερος» ξάδελφος θα κυκλοφορεί με τα γαλόνια της στολής του ξηλωμένα, συμβολικά και κυριολεκτικά απογυμνωμένος.

Η αριστοκρατία της Κρύπτης, ήδη καταδικασμένη, κινείται με άνεση και απελπισμένη ευθυμία μέσα στα όρια του κόσμου της, που είναι επίσης καταδικασμένος.Είναι το φάντασμα που γνωρίζει ότι βρίσκεται πια εκτός ιστορίας και ότι οι κινήσεις του δεν μπορούν παρά να έχουν συμβολικό και μόνο χαρακτήρα – όσο γίνεται πιο αξιοπρεπή και ευγενικό, αφού πρόκειται για την τελευταία πράξη. Ο αργόσχολος κόμης Χοζνίτσκι συμπεριφέρεται σαν να μην άλλαξε τίποτε, απολαμβάνοντας «να δείχνει τη δύναμή του σε διάφορους αξιωματούχους της κρατικής μηχανής, να τους δίνει να δοκιμάζουν δηλαδή την πραγματική δύναμη, τη δύναμη που έχει μόνον όποιος στέκεται έξω από κάθε ιεραρχία»[23]· ο Στσετσένι, του οποίου ο τίτλος ευγένειας είναι πλέον, όπως κάθε τίτλος, απαγορευμένος, αναφωνεί «όποιος δεν με ξέρει με το μικρό μου όνομα, δεν έχει ούτε αγωγή ούτε μόρφωση»[24] · και ο βαρόνος Χάλλερσμπεργκ, αν και εντελώς ξεπεσμένος, διατηρεί το «πάθος με την εντελώς ξένη για τον δικό μας κύκλο πολυτέλεια της ακρίβειας και της συνέπειας. Δεν δανειζόταν ποτέ, ούτε και δάνειζε». Όμως ο Ροτ της μακρινής Γαλικίας έχει ξεκαθαρίσει προ πολλού τα δικά του ταξικά σύνορα: αριστοκράτης είναι και ο άξεστος Μάνες Ράιζινγκερ, ο αμαξάς από το Ζλότογκροντ, που μπροστά στο θάνατο θα είναι «ατάραχος, ατάραχος μ’ έναν θα ’λεγα αριστοκρατικό τρόπο (αριστοκράτης χάρη στο θάνατο που δίνει ύψιστο τίτλο ευγένειας σε όσους είναι έτοιμοι και άξιοι να τον δεχτούν)».[25]

Αυτός ο Εβραίος Μάνες Ράιζινγκερ δίνει την ευκαιρία στον Ροτ να αγγίξει τη δική του εβραϊκότητα, με τον τρόπο που θέλει και πιστεύει ο ίδιος[26]: κατ’ αρχήν να περιγράψει τον περίεργο «σνομπισμό» κατά του αντισημιτισμού:

 

Ήξερα τότε κάποιους Εβραίους [...] Και δεν τους αντιπαθούσα καθόλου – βασικά επειδή την εποχή εκείνη ο αριστοκρατικός αντισημιτισμός των κύκλων στους οποίους σύχναζα είχε γίνει μόδα για τους θυρωρούς, τους μικροαστούς, τους καπνοδοχοκαθαριστές, τους ταπετσέρηδες.[27]

Η στάση του Ροτ προς τη θρησκεία των προγόνων του δεν ανέχτηκε ποτέ κανέναν εύκολο συναισθηματισμό. Σε επιστολή του στον Τσβάιχ στις 24 Ιουλίου 1935, έγραφε:

Αλλά έχεις άδικο όταν περιγράφεις την αμυντική οργή μου σαν επιθετικό μίσος. Δεν το σκέφτηκες καλά, εσύ που υποτίθεται ότι με ξέρεις τόσο καλά. Το ότι εγώ, ο YosslRoth από το Radziwillow, υπερασπίζομαι τη Γερμανία με όλη της την παλιά δόξα, μου είναι απολύτως ξεκάθαρο. Η εβραϊκότητά μου δεν μου φάνηκε ποτέ σαν τίποτε άλλο από μια τυχαία ιδιότητα, σαν, ας πούμε, το ξανθό μου μουστάκι (που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι καστανό). Δεν υπέφερα ποτέ απ’ αυτήν ούτε ήμουν ποτέ περήφανος γι’ αυτήν. Ούτε με ενοχλεί το γεγονός ότι σκέφτομαι και γράφω στα γερμανικά – με ενοχλεί το ότι σαράντα εκατομμύρια άνθρωποι στο κέντρο της Ευρώπης είναι βάρβαροι. Μοιράζομαι αυτή τη θλίψη με πολλούς άλλους, συμπεριλαμβανομένων των περισσότερων από τους υπόλοιπους είκοσι εκατομμύρια Γερμανούς, στο βαθμό που μπορούν αυτά τα πράγματα να υπολογιστούν σε νούμερα. […] Δεν πιστεύω στην «ανθρωπότητα» (ποτέ δεν πίστεψα) αλλά στον Θεό, και στο γεγονός ότι η ανθρωπότητα, στην οποία δεν επιδεικνύει κανέναν οίκτο, είναι σκατά.

Και σε άλλη επιστολή του, τον Μάρτιο του 1933:

Ποτέ δεν υποτίμησα την τραγική μοίρα των Εβραίων, ιδιαίτερα τώρα, που είναι τραγωδία το να είσαι μια αξιοπρεπής ανθρώπινη ύπαρξη.  Είναι η κακία των άλλων, το να βλέπουν μόνον Εβραίους. Δεν είναι σωστό εμείς, με το να κρατιόμαστε πίσω, να ενισχύουμε την επιχειρηματολογία αυτών των ηλίθιων κτηνών. Σαν στρατιώτης και αξιωματικός, δεν ήμουν Εβραίος. Σαν Γερμανός συγγραφέας επίσης δεν είμαι Εβραίος. (Όχι με τον τρόπο που εννοούμε τώρα). Φοβάμαι ότι θα έρθει στιγμή που η εβραϊκή επιφύλαξη δεν θα είναι τίποτε άλλο από μια αντίδραση του διακριτικού Εβραίου απέναντι στη chutzpah[28] του αδιάκριτου Εβραίου. Η μία είναι εξ ίσου βλαβερή και ανόητη με την άλλη. Όπως έχω ξαναπεί, έχουμε καθήκον τόσο απέναντι στον Βολταίρο, τον Herder, τον Γκαίτε και τον Νίτσε, όσο και στον Μωυσή και τους Εβραίους προπάτορες. Από εκεί απορρέει το καθήκον: να σώσουμε τις ζωές μας και τα γραψίματά μας, αν απειλούνται από τα κτήνη. Καμία πρόωρη παράδοση σε αυτό που μας αρέσει να αποκαλούμε μοίρα. Και να αναλάβουμε πρωτοβουλία, να παλέψουμε όταν θα έρθει η στιγμή...[29]

Μεσολαβούν ο πόλεμος, η ήττα, η επιστροφή σε μιαν άλλη πραγματικότητα. Οι προσπάθειες όλων των χαρακτήρων της Κρύπτης να ελιχθούν και να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση, συχνά σπαρακτικές, αποτυπώνουν την εγγενή δύναμη ή αδυναμία τους: Η Ελίζαμπετ, η αγαπημένη που γίνεται βεβιασμένα, λόγω πολέμου, σύζυγος, φτερουγίζει προς όλες τις κατευθύνσεις όπου φυσούν οι άνεμοι της αλλαγής, ακολουθώντας μόδες και τάσεις – εικαστική καλλιτέχνις, λεσβία, ηθοποιός... (Ο έρωτας είναι κι εδώ μια αφορμή για αυτοσαρκασμό, αυτογνωσία και θλίψη). Η δυνατή, αυταρχική, ψυχρή μητέρα, που ακολουθεί κι εκείνη την τροχιά του κόσμου «ηρωικής αρχοντιάς» που δύει, μεταβάλλεται από «τόσο μόνη και τόσο πλούσια, τόσο ανυποψίαστη και τόσο σοφή» (κοιτώντας τον εαυτό της στον καθρέφτη, με το βλέμμα της μόνο, ήταν λες και «επέβαλλε σε όλα πάνω της, στο πρόσωπο, στα μαλλιά, στο φόρεμά της, απόλυτη πειθαρχία και αξιοπρέπεια. Δεν σάλεψε ούτε το μικρό της δαχτυλάκι, και όμως: εξαφάνισε κάθε οικειότητα και κάθε ζεστασιά από τα χαρακτηριστικά της»[30]) σε μιαν ανήμπορη, σχεδόν γελοία φιγούρα που χαίρεται με τη μετατροπή του αρχοντικού της σε ξενώνα και θαυμάζει τον απατεώνα «νέας κοπής» που την κατακλέβει. Η σαρκαστική χειρουργική πένα του Ροτ ανατέμνει τη «νέα τάξη πραγμάτων» (την ενασχόληση της Ελίζαμπετ με τις «εφαρμοσμένες τέχνες» – «να φτιάχνει με υλικά φτηνά πράγματα που μοιάζουν ακριβά! Πού θα φτάσει αυτό!», την ομοφυλοφιλία σαν επίδειξη στυλ, τον νεόπλουτο κερδοσκόπο πεθερό...), με αποκορύφωμα τις σαρδόνιες ξυραφιές με τις οποίες χαράσσει τον ψευτο-αριστοκράτη «Κουρτ φον Στέττενχάιμ»:

 

Ήταν από εκείνους τους άντρες που σήμερα τους λένε «από αριστοκρατική γενιά» – κι εννοούν κάτι ανάμεσα σε διεθνή άσο του τέννις και γαιοκτήμονα του οποίου τα κτήματα κανείς δεν ξέρει πού ακριβώς βρίσκονται, με μια στάλα ωκεανού και εφοπλιστικών επιχειρήσεων στο τελικό μείγμα.[31] [...] Είχε το απαραίτητο σημάδι από σπαθιά στο μέτωπο, το σημάδι της Πρωσικής Αδελφότητας, και φορούσε μονόκλ που έδειχνε τόσο περιττό πάνω του ώστε δεν μπορούσαμε παρά να το θεωρούμε απολύτως απαραίτητο. [...] Είχε τη συνήθεια να κοιτάζει το ρολόι του τεντώνοντας απότομα μπροστά το αριστερό του χέρι και λυγίζοντας τον αγκώνα να κολλάει σχεδόν τον καρπό του στα μάτια του. Φαινόταν λες κι ήθελε να χτυπήσει με την αριστερή γροθιά του κάποιον δίπλα του, κάποιον που ευτυχώς δεν υπήρχε. Κάθε φορά που σήκωνε το φλιτζάνι του καφέ, τέντωνε σαν τις γκουβερνάντες το μικρό δαχτυλάκι του δεξιού του χεριού, το δαχτυλάκι ακριβώς στο οποίο φορούσε ένα φανταχτερό δαχτυλίδι με το οικόσημό του – ένα οικόσημο ίδιο με μεγάλο έντομο.

 

Και αυτός ο άντρας αρέσει στην αγαπημένη γριά μητέρα, που αναφωνεί, «Charmant!»  

Η πιο σημαντική, θεωρώ, «εμμονή» του Ροτ είναι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει την τραγικότερη ίσως ανθρώπινη κατάσταση, τα γηρατειά. Είναι σαν (αυτός που δεν ξεπέρασε τα 44 του χρόνια) να κατέχει καλύτερα τη γλώσσα τους, σαν να έχει περπατήσει πολλές φορές, αργά και προσεκτικά, με μεγάλη τρυφερότητα αλλά και αμείλικτη ματιά, τα στενά και άχλωρα μονοπάτια τους:

 

Είναι φιλάνθρωπη η Φύση! Οι αναπηρίες και οι αδυναμίες που φέρνουν μαζί τους τα γεράματα είναι δώρα, τελικά. Μας κάνουν και ξεχνάμε, και δεν ακούμε και δεν βλέπουμε. Μας θολώνουν λιγάκι το μυαλό, πριν το θάνατο. Κι οι σκιές, που στέλνουν για να μας τον αναγγείλουν, είναι δροσερές και ευεργετικές.[32]

Και στην Κρύπτη ξανασυναντούμε τις κουρασμένες φιγούρες (τον γέρο υπηρέτη, τον γέρο σερβιτόρο) που περιέχουν, σαν παλαιά ραγισμένα δοχεία, τον παθιασμένα αξιοπρεπή και τρυφερό τρόπο αφοσίωσής τους: αφοσίωση στις γενεές της οικογένειας των αφεντικών και πελατών, στους αιώνες της αυτοκρατορίας, στους αχανείς ορίζοντες της μεγάλης πατρίδας. Όποιος δεν μπορεί να ξεχάσει το θάνατο του πιστού υπηρέτη «Ζακ» του Εμβατηρίου, θα τον βρει ξανά εδώ.  Είναι και πάλι ένας πιστός υπηρέτης που λέγεται Ζακ και που πεθαίνει, και ο θάνατός του συγκλονίζει και πάλι, γιατί τραβάει μια γραμμή ανάμεσα στο «πριν» μιας αθωότητας και το «μετέπειτα», όπου όλες οι αυταπάτες σκορπίστηκαν. Κι εδώ, μετά το θάνατο του γέρου υπηρέτη, ξεκινά ο πόλεμος και τελειώνει ο έρωτας, καθώς ο αφηγητής συνειδητοποιεί ότι την ολίγων ωρών σύζυγό του Ελίζαμπετ ούτε την αγάπησε ούτε αγαπήθηκε απ’ αυτήν. Τα γέρικα χέρια του Ζακ, πάντα καλυμμένα από τα άσπρα γάντια της υπηρεσίας, ξεγυμνώνονται κι αυτά μπροστά στο θάνατο, αποκαλύπτοντας ένα ολόκληρο τοπίο αφοσίωσης και εκμετάλλευσης, μιαν ολόκληρη αυτοκρατορία αφεντικών και υπηρετών:

 

Πώς δεν τα είχα προσέξει ποτέ; Είχε μελανούς κόμπους πάνω στις κόκκινες πρησμένες αρθρώσεις τους, τα νύχια του ήταν κοντά, κομμένα ίσια και σπασμένα σε πολλά σημεία, το κόκαλα στους καρπούς του στραβά, έμοιαζαν ν’ ανέχονται με δυσφορία τα παλιομοδίτικα σκληρά μανικέτια του, κι αμέτρητες μικρές φλεβίτσες, αχνογάλαζες, διασταυρώνονταν κάτω από το γερασμένο δέρμα της ράχης τους, σαν μικροσκοπικά ποτάμια που άνοιγαν δύσκολα το δρόμο τους.[33]

(«Η Ανούσκα ήδη μισοκοιμόταν, κρατώντας στα γόνατά της το μικρό κόκκινο κουτί με τα χοντρά της χέρια καλυμμένα με γάντια, που το ένα ήταν σκισμένο», γράφει ξαφνικά ο Τολστόι στην Άννα Καρένινα, σε μια σκηνή όπου η υπηρέτρια «Ανούσκα» δεν παίζει κανένα ρόλο. Δεν μπορώ να μην σκεφτώ εδώ, για άλλη μια φορά, ότι υπάρχει μια υπόγεια και πολύτιμη σήραγγα που ενώνει καμιά φορά τις ανθρώπινες εικόνες που κουβαλάμε ως αποτύπωμα μέσα μας.)

 

Πού να πάει κανείς;

Ακόμα και αν η Κρύπτη δεν αγγίζει την αριστοτεχνία του Εμβατηρίου του Ραντέτσκυ ή του Ιώβ (για να αναφέρουμε μόνο δύο),είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο, γιατί η φωνή που μιλάει, αν και πιο κουρασμένη, πιο απελπισμένη, είναι η ίδια. Δεν χαρίζεται σε τίποτε, αλλά η καθαρή του ματιά δεν τον εμποδίζει να είναι, και να δηλώνει, μέρος αυτής της ταπεινής, δοκιμαζόμενης ανθρωπότητας που σχολιάζει. Παραμένει ανοικτός στην αλήθεια, που φυσικά είναι πάντα αυτό που πονάει πιο πολύ. Ο «ρομαντισμός» είναι άλλη μια έννοια πολύ παρεξηγημένη:

«Πιστεύω, και το’χω διαπιστώσει πολλές φορές, ότι ο λεγόμενος ρεαλιστής άνθρωπος στέκει πάντα σαν πύργος κλειστός στη μέση του κόσμου τούτου, σαν τσιμεντένιο τείχος δίχως χαραμάδες. Ενώ αυτός που τον λέμε ρομαντικό, μοιάζει με κήπο ανοιχτό, όπου η αλήθεια μπαινοβγαίνει όποτε θέλει και της αρέσει...[34]

Στο τέλος της ζωής του, ο Ροτ δεν είχε καταφύγιο. Δεν είχε καν το καταφύγιο της σιωπής, γιατί τα λόγια ήταν ο μόνος τρόπος επιβίωσης γι’ αυτόν («Αυτά τα χρόνια που ζούμε, προτιμότερη είναι η σιωπή. Κι αν γράφω, το κάνω για να καταλάβω εγώ τον εαυτό μου».[35]) Στο τέλος της Κρύπτης, ο αφηγητής καταφεύγει στον τάφο του αυτοκράτορά «του». Είναι το ύστατο καταφύγιο, η σκοτεινή τρύπα όπου θα μπορέσει να κρυφτεί, όπως τα ζώα τη στιγμή του θανάτου. Εδώ ο θάνατος είναι ηγεμόνας, με αυτοκρατορικό στέμμα, αλλά είναι ένας θάνατος γνώριμος, σωστός, αξιοπρεπής, αυτόν που φέρνει η τροχιά της ανθρώπινης ζωής. Μακάρι όλος αυτός ο κόσμος που τελειώνει να μπορούσε να κουρνιάσει εδώ, ασφαλής μέσα στην καλότυχη μνήμη της ιστορίας, μακάρι να παγώσει ο χρόνος και να μη γίνουν όλα αυτά που πρόκειται να γίνουν! Γιατί αν όχι, αν πρέπει να συνεχίσει να ζει, ζωντανός-νεκρός σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει καν η αξιοπρέπεια του θανάτου, πώς θα το κάνει; Πού αλλού μπορεί να πάει αυτός που δεν ξέρει πώς να ζήσει;

 


[1]Joseph Roth, Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ, μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Άγρα, Αθήνα 2009.

[2]«Για ένα διάστημα κοιμόμουν νωρίς», «Ήταν η καλύτερη εποχή, ήταν η χειρότερη εποχή», «Σήμερα πέθανε η μαμά», κ.λπ....

[3]Joseph Roth, Η Κρύπτη των Καπουτσίνων, μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Άγρα, Αθήνα 2014.

[4]Είχε κρεμαστεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, στη Νέα Υόρκη.

[5]«Η Αυστροουγγαρία δεν υπάρχει πια», έγραφε ο Σ. Φρόυντ την ημέρα της ανακωχής, το 1918. «Δεν θέλω να ζήσω πουθενά αλλού… Θα συνεχίσω να ζω με τον ακρωτηριασμένο κορμό της και να φαντάζομαι ότι είναι ολόκληρη». J. M.  Coetzee, «Ο Αυτοκράτορας της Νοσταλγίας», New York Review of Books και στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του Εμβατηρίου του Ραντέτσκυ, όπ. π., μετάφραση: Β. Δουβίτσα.

[6]Willing Davidson, «Book Excerpt: The Letters of Joseph Roth», περιοδικό The New Yorker, 6/1/2012.

[7]«Στον εκδότη Γκούσταβ Κίπενχώυερ, για τα Γενέθλια των Πενήντα του Χρόνων», μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Άγρα, Αθήνα 2006 [φυλλάδιο εκτός εμπορίου, προσφερόμενο με τα βιβλία του από τις εκδόσεις Άγρα].

[8]Η Κρύπτη των Καπουτσίνων, όπ. π., σελ. 216.

[9]βλ. Joan Acocella, “European Dreams: Rediscovering Joseph Roth”, περιοδικό The New Yorker 19/1/2004.

[10]Η Κρύπτη των Καπουτσίνων, όπ. π., σελ. 65-66

[11]St. Zweig, «Αποχαιρετισμός στον Γιόζεφ Ροτ», στο επίμετρο της ελληνικής έκδοσης της Κρύπτης των Καπουτσίνων, όπ. π.

[12]Η Κρύπτη των Καπουτσίνων, όπ. π., σελ. 37.

[13]Όπ. π., σελ. 95.

[14] Όπ. π., σελ. 170.

[15] Όπ. π., σελ. 206.

[16]Όπ. π., σελ 172. Μου θύμισε έντονα και αντιπαραθέτω μιαν άλλη νοσταλγία: «Αν ξέρω ένα τραγούδι για την Αφρική, για την καμηλοπάρδαλη και τη νέα σελήνη που ξαπλώνει πάνω στη πλάτη της, για τα άροτρα στα χωράφια και τα ιδρωμένα πρόσωπα των ανθρώπων που μαζεύουν τον καφέ, η Αφρική ξέρει ένα τραγούδι για μένα; Θα τρεμοπαίζει ο αέρας πάνω από την πεδιάδα με κάποιο χρώμα που φόρεσα; Θα εφεύρουν τα παιδιά κάποιο παιχνίδι με το όνομά μου; Θα ρίξει η πανσέληνος μια σκιά πάνω στα χαλίκια της εισόδου που θα μου μοιάζει; Θα με ψάξουν οι αετοί που πετούν πάνω στους λόφους του Ngong;»: Κάρεν Μπλίξεν, Πέρα από την Αφρική (μετάφραση δική μου).

[17]St. Zweig, «Αποχαιρετισμός στον Γιόζεφ Ροτ», όπ. π.

[18]Η Κρύπτη των Καπουτσίνων, όπ. π., σελ. 214.

[19] «Για τον Ροτ της Κρύπτης ισχύει αυτό που είπε κάποτε ο Κάφκα: “Υπάρχει άπειρη ελπίδα, αλλά όχι για μας”». James Wood, “Empire of the Infinite”, βιβλιοκριτική για την Εξέγερση, εφημερίδα The Guardian, 11/12/1999.

[20]Joan Acocella, “European Dreams: Rediscovering Joseph Roth”, όπ.π.

[21]Willing Davidson, “Book Excerpt: The Letters of Joseph Roth,” όπ.π.

[22]St. Zweig, «Αποχαιρετισμός στον Γιόζεφ Ροτ», όπ. π.

[23]«Η Κρύπτη των Καπουτσίνων», όπ. π., σελ. 48.

[24]Όπ. π., σελ. 169

[25]Όπ. π. σελ. 77.

[26]«Η απεικόνισή του των Εβραίων δεν έχει την ευσεβή, χωρίς αιχμές στρογγυλάδα της γραφής των περισσότερων συγγραφέων μετά το Ολοκαύτωμα». J. Acocella, “European Dreams: Rediscovering Joseph Roth”, περιοδικό The New Yorker, όπ. π.

[27]«Η Κρύπτη των Καπουτσίνων», όπ.π., σελ. 45.

[28]Υπερβολική αυτοπεποίθηση, αναίδεια.

[29]Willing Davidson, “Book Excerpt: The Letters of Joseph Roth”, όπ.π.

[30]«Η Κρύπτη των Καπουτσίνων», όπ.π., σελ. 106.

[31]Όπ. π., σελ. 174 και επ..

[32]Όπ. π., σελ. 188.

[33]Όπ.π., σελ. 112.

[34]Όπ.π., σελ. 99.

[35]Όπ.π., σελ. 124.

Καρολίνα Μέρμηγκα

Συγγραφέας. Βιβλία της: Ερωτευμένες (2005), Σήμερα δεν θα πεθάνω (2010), Συγγενής (2013).

3 σχολια

  • Εξαιρετικό άρθρο!

    Συνδεσμος σχολιου
    Αghost Αghost Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015 19:39
  • Κάποιος δεν θα έπρεπε να κάνει ανάλογο 'αφιέρωμα' για τον Στέφαν Τσβάιχ???

    Συνδεσμος σχολιου
    erenburg erenburg Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015 13:16
  • Κυρία Μέρμηγκα, σας ευχαριστώ πολύ για αυτό το κείμενο. Διάβασα και ορισμένα άλλα, δικά σας και άλλων, και τα βρήκα υποδειγματικά: με στυλ, με τεκμηρίωση, με κομψή γραφή. Δεν γνώριζα το περιοδικό, υπάρχει τρόπος να το προμηθεύομαι; Γιώργος Κάπης, Βανκούβερ, Καναδάς

    Συνδεσμος σχολιου
    Giorgos Kapis Giorgos Kapis Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015 13:00

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά