Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Γεωγραφία της πλήξης

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Μαρίλια Παπαθανασίου Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 54 Κριτική Λογοτεχνία
Ο Χαβιέρ Μαρίας. Ο Χαβιέρ Μαρίας. facebook

 

Javier Marías, Ερωτοτροπίες, μετάφραση από τα ισπανικά: Χριστίνα Θεοδωροπούλου, Πατάκη, Αθήνα 2015, 432 σελ.

 

Δημοφιλής ισπανός συγγραφέας, παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό του ένα ογκώδες και αρκετά φλύαρο μυθιστόρημα, το οποίο, αν και χαιρετίστηκε από την κριτική στη χώρα του, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει τη φήμη που το συνοδεύει. Ο λόγος; Επειδή βρίθει κοινοτοπιών. [TBJ]

O ισπανός συγγραφέας Χαβιέρ Μαρίας δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστός στη χώρα μας, παρ’ ότι έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά δέκα βιβλία του. Στην Ισπανία όμως, και στον υπόλοιπο ισπανόφωνο κόσμο, ο Χαβιέρ Μαρίας είναι παντού: πέραν των μυθιστορημάτων, των δοκιμίων και των μεταφράσεών του, κυρίως από τα αγγλικά, διατηρεί, για περισσότερα από δώδεκα χρόνια, στήλη στην κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας El Pais. Μια στήλη που προκαλεί συζητήσεις, στο πλαίσιο της οποίας ο Μαρίας καταπιάνεται με ένα σωρό ζητήματα, από τη βλακεία των τηλεοπτικών διαφημίσεων έως τα τρέχοντα πολιτικά θέματα όπως το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Καταλωνίας.

 

Το δημοσιογραφικό ύφος του Μαρίας είναι βιτριολικό και ενίοτε μπλαζέ, όταν δεν θυμίζει κάπως τον Νίκο Δήμου, παρ’ ότι ο ισπανός συγγραφέας καταφέρεται συχνά εναντίον του εξυπνακισμού, του ανάμεικτου με δόση θυμοσοφίας. Σε ένα πρόσφατο άρθρο του στην El Pais (1/3/2015), o Μαρίας στηλίτευε τον ναρκισσισμό που θεωρεί ότι χαρακτηρίζει τους Ισπανούς, χαρακτηριστικό που τούς οδηγεί να θεωρούν τους εαυτούς τους πρωτοπόρους, νεωτεριστές και επαναστάτες. Προφανώς δεν έχει υπ' όψη του ότι το ίδιο αυτό χαρακτηριστικό περισσεύει σε πολλούς Ελληνες που συντηρούν με ευλάβεια το μύθο του ανάδελφου έθνους και του περιούσιου λαού.

 

 

ΕΝΑ ΦΛΥΑΡΟ ΒΙΒΛΙΟ

 

Με δεδομένες ανάλογες δημόσιες τοποθετήσεις, αναρωτιέται κανείς γιατί ο Χαβιέρ Μαρίας, στο βιβλίο του με τίτλο Ερωτοτροπίες, που κυκλοφόρησε το 2011 και, τον περασμένο Φεβρουάριο τυπώθηκε και στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Χριστίνας Θεοδωροπούλου, καταφεύγει σε αυτό ακριβώς που χλευάζει: στην ακατάπαυστη φλυαρία των συγγραφέων που προσπαθούν να αποδείξουν ότι είναι σημαντικοί.

 

Να σημειωθεί ότι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι αυτό όπου σχολιάζεται με καυστικό χιούμορ ο μικρόκοσμος των συγγραφέων που βασανίζουν τον επαγγελματικό περίγυρό τους με τα χούγια τους. Ο ματαιόδοξος συγγραφέας Κορτέθο που ζητάει βοήθεια –από τηλεφώνου– για τις ενδυματολογικές του επιλογές. Ή ο συνάδελφός του, Γαράυ Φοντίνα, ακόμη πιο επηρμένος, που εκτός του ότι προβάρει το λόγο του στη Σουηδική Ακαδημία Επιστημών, βέβαιος καθώς είναι ότι θα του απονείμει το Νομπέλ Λογοτεχνίας, ζητάει από τους συνεργάτες του στον εκδοτικό οίκο να του βρουν δύο γραμμάρια κοκαΐνη απαραίτητη για τη συγγραφή του πονήματός του χωρίς να ξέρει «τι θα του ζητήσει ακόμη το βιβλίο» (σελ. 39).    

 

Η πλοκή των Ερωτοτροπιών είναι απλή: η Μαρία Ντολθ, εργαζόμενη σε εκδοτικό οίκο, ζει μια ανιαρή ζωή, την οποία φωτίζει η συνύπαρξή της στο ίδιο καφενείο όπου παίρνει πρωινό –για τους Ισπανούς είναι πατροπαράδοτη συνήθεια να παίρνουν το πρωινό τους στα καφενεία και όχι στο σπίτι τους, πριν πάνε στη δουλειά–, με το ζεύγος του Μιγέλ και της Λουίσα. Η Μαρία τούς παρατηρεί χωρίς να τους απευθύνει ποτέ το λόγο.

 

Στα μάτια της φαντάζουν το τέλειο ζεύγος των μεσήλικων αστών: όμορφοι, καλλιεργημένοι, με χιούμορ, που εξακολουθούν έπειτα από χρόνια γάμου να δείχνουν ερωτευμένοι και να απολαμβάνουν ο ένας την παρουσία του άλλου. Κάποια στιγμή, η Μαρία πληροφορείται από τις εφημερίδες ότι ο Μιγέλ βρέθηκε δολοφονημένος από έναν παράφρονα στο κέντρο της Μαδρίτης.

 

Από το σημείο αυτό, το βιβλίο αρχίζει να λαμβάνει την τροπή αστυνομικού μυθιστορήματος: εμφανίζονται νέα πρόσωπα, ο επιστήθιος φίλος του Μιγέλ, ο Ντίαθ-Βαρέλα και οι «περίεργες» συναναστροφές του. Ο αναγνώστης σχηματίζει την εντύπωση ότι, στη συνέχεια, το ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί στο ποιος και γιατί σκότωσε τον Μιγέλ Ντεβέρν, αφήνοντας απαρηγόρητη τη σύζυγό του. Αντ' αυτού, ο Μαρίας χρησιμοποιεί την αστυνομική πλοκή μόνον ως πρόσχημα, εστιάζοντας το ενδιαφέρον του στη σκιαγράφηση των ηρώων κυρίως μέσα από τις σκέψεις τους. Εδώ όμως αρχίζει το πρόβλημα: πόσες σκέψεις κάνουν αυτοί οι ήρωες; Και πόσο πρωτότυπες είναι; Γιατί, π.χ., απαιτούνται τεσσερισήμιση σελίδες (σελ. 258-262) για να μάθουμε τις σκέψεις του Ντίαθ-Βαρέλα, ο οποίος προβληματίζεται αν εμπλέκεται ο ίδιος στη δολοφονία του φίλου του; Σε τι ωφελεί η λεπτομερής ανάλυση των σκέψεών του και οι υποθέσεις για το τι θα σκέφτονται οι ενδεχομένως εμπλεκόμενοι στην υπόθεση;

 

Δεν υποστηρίζουμε ότι ο Χαβιέρ Μαρίας, ούτε κανείς άλλος συγγραφέας, είναι υποχρεωμένος να γράψει ένα γραμμικό και προβλέψιμο μυθιστόρημα. Ομως σε αυτό το βιβλίο, που η εφημερίδα El Pais χαρακτήρισε «γεωγραφία του έρωτα», δεν βρίσκει κανείς ούτε έναν οδικό χάρτη για το ερωτικό μυστήριο. Οι χαρακτήρες –πάντοτε μέσα από τις σχοινοτενείς σκέψεις τους– είναι προβλέψιμοι και σχηματικοί.

 

Δεν είναι  καινούργια η άποψη που θέλει τους ανθρώπους να αποβλακώνονται, ώς ένα βαθμό, όταν ερωτεύονται. Αλλά οι ερωτευμένοι ήρωες του Μαρίας είναι αφόρητα στερεοτυπικοί. Η χαμηλών τόνων και ανασφαλής Μαρία περιμένει από τον Ντίαθ-Βαρέλα να πάρει όλες τις πρωτοβουλίες και να τη συναντήσει όποτε του κάνει κέφι. Επειδή είναι ερωτευμένη, βρίσκεται σε μια κατάσταση κατά την οποία «θέτουμε τον εαυτό μας στην υπηρεσία εκείνου που μας ήρθε να αγαπήσουμε, ή τουλάχιστον στη διάθεσή του, και οι περισσότερες το κάνουμε άδολα» (σελ. 184). Ο συγγραφέας επιτρέπει στην ηρωίδα να έχει και μια δεύτερη, κρυφή ζωή, έναν παράλληλο αδιάφορο έρωτα με έναν άλλο άνδρα, δίνοντας την εντύπωση ότι το κάνει μόνο και μόνο για να μην ξεφτιλιστούν οι κατακτήσεις των φεμινιστριών. Ο δε μοιραίος Ντίαθ Βαρέλα είναι «αρρενωπός, ήρεμος και ευπαρουσίαστος» (σελ. 112), ένας άνδρας τηλεοπτικής διαφήμισης, ο οποίος διαθέτει και όλα τα χαρίσματα που στα ποικίλης ύλης περιοδικά (υπάρχουν άραγε ακόμη τέτοια;), δηλώνουν οι γυναίκες ότι επιζητούν στους άνδρες: χιούμορ, πνεύμα, τρόπους. Επιπλέον, παρά την ελαφρότητα με την οποία  αντιμετωπίζει τις κατα καιρούς ερωμένες του, παραμένει πιστός στην τεθλιμμένη χήρα του φίλου του.

 

 

ΑΧΡΗΣΤΗ ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ

 

Εκτός και αν ο συγγραφέας το κάνει επίτηδες, ο αναγνώστης δυσκολεύεται να αντιληφθεί για ποιο λόγο ανάμεσα σε αυτούς τους στερεοτυπικούς χαρακτήρες και την απλοϊκή πλοκή παρεμβάλλονται μια νουβέλα του Μπαλζάκ, που έρχεται και ξανάρχεται, ολίγος Αλέξανδρος Δουμάς, Σαίξπηρ, καθώς και ατέλειωτες σκέψεις περί έρωτος, απώλειας και θανάτου:

 

 

 

Τίποτε δεν διαρκεί αρκετά γιατί το καθετί τελειώνει και, μόλις τελειώσει, αποδεικνύεται ότι ποτέ δεν ήταν αρκετό ακόμη και κράτησε εκατό χρόνια. [...] Είμαστε όλοι ξεκρέμαστοι και ανυπεράσπιστοι. [...] Τίποτε άλλο δεν μπορούμε να στερηθούμε όταν μάς βγάλουν από τη μέση. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να τελειώσει για μας όταν έχουμε τελειώσει εμείς οι ίδιοι. (σελ. 110-111)

 

 

Τα παραπάνω σκέφτεται με αφορμή την απώλεια του αγαπημένου της συζύγου, η Λουίσα. Υπάρχει κανείς που θα σκεφτόταν πολύ διαφορετικά σε ανάλογη περίπτωση; Παρά την επίφαση του φιλοσοφικού στοχασμού, θα περίμενε κανείς κάτι πιο σύνθετο από έναν συγγραφέα που έχει αποδείξει τόσο με το προηγούμενο έργο του, αλλά και με την άρνησή του, το 2012, να παραλάβει το Εθνικό Βραβείο Μυθιστορήματος της χώρας του, επειδή το ισπανικό κράτος είχε σταματήσει τις επιχορηγήσεις των βιβλιοθηκών, ότι ενδιαφέρεται για την υψηλή λογοτεχνία.

 

Που σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν οι Ερωτοτροπίες.

 

 

Μαρίλια Παπαθανασίου. Δημοσιογράφος - μεταφράστρια.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά