Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Από τη διαπλοκή μέχρι την τρομοκρατία

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 54 Κριτικές Λογοτεχνία
Ο Πέτρος Μαρτινίδης, στην αρχιτεκτονική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Φωτογραφία της Βίκυς Γεωργοπούλου. Ο Πέτρος Μαρτινίδης, στην αρχιτεκτονική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Φωτογραφία της Βίκυς Γεωργοπούλου. Βίκυ Γεωργοπούλου

Πέτρος Μαρτινίδης, Σύρριζα. Μυθιστόρημα, Νεφέλη, Αθήνα 2015, 182 σελ.

 

Ξεκινώντας τη διαδρομή του ως μυθιστοριογράφος περίπου προ εικοσαετίας, ο Πέτρος Μαρτινίδης έχει στο ενεργητικό του μια παραγωγή που συνδυάζει το campusnovel με εμβληματικά είδη της αστυνομικής λογοτεχνικής παράδοσης (ιστορία μυστηρίου και νουάρ), χωρίς να λείπουν από το corpus του έργου του και άλλες, υπόγειες διαδρομές, οι οποίες τον έχουν οδηγήσει μέχρι το ιστορικό και το επιστολικό μυθιστόρημα. Στο καινούργιο βιβλίο του ο συγγραφέας θα ξετυλίξει μιαν ιστορία όπου η κρίση και η διαπλοκή θα συναντηθούν όχι μόνο με την τρομοκρατία, αλλά και με το ποινικό έγκλημα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 54, Απρίλιος 2014.

                         

Η προϋπηρεσία της αστυνομικής παραγωγής του Πέτρου Μαρτινίδη είναι μακρά κι αξίζει τον κόπο να τη διατρέξουμε προτού δούμε τι ακριβώς συμβαίνει με το πρόσφατο Σύρριζα. Πανεπιστημιακοί καθηγητές, διακεκριμένοι ερευνητές, όπως και ελεύθεροι παντός θεσμού ουμανιστές, συνδυασμένοι με καλοβαλμένους αστούς και κοινούς εγκληματίες, σε μια μουντή και επίφοβη Θεσσαλονίκη, σχηματίζουν ένα πολύχρωμο παζλ στη μυθιστορηματική τετραλογία «Τέσσερις ακαδημαϊκοί φόνοι», όπου πρωταγωνιστεί ο Δημήτρης Σκούρος: ένα κράμα επιδεικτικής ευφυΐας, ανάλαφρου κυνισμού αλλά και στοχαστικής παραίτησης από τα εγκόσμια, ενισχυμένο με ολίγον Προυστ και αρκετή ευρωπαϊκή μουσική του 18ου αιώνα. Ο Σκούρος, που θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως χαρακτήρας θα παραμείνει σε όλη την τετραλογία κάπως υπέρ το δέον αισθητικοποιημένος, θα ξεκινήσει ως σφετεριστής ακαδημαϊκής θέσης, θα μεταμορφωθεί σ’ έναν αποστασιοποιημένο πλην υπερδραστήριο ντετέκτιβ, θα δοκιμάσει την τύχη του ως συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών και θα γίνει σύμβουλος διαφόρων εγκληματικών στοιχείων στις φυλακές Διαβατών, από τις οποίες και θα εξακτινωθεί πολλές φορές η δράση προς το κέντρο της πόλης. Στους «Τέσσερις ακαδημαϊκούς φόνους», που περιλαμβάνουν τα μυθιστορήματα Κατά συρροήν (1998), Σε περίπτωση πυρκαγιάς (1999), Παιχνίδια μνήμης (2001) και Δεύτερη φορά νεκρός (2002), ο Μαρτινίδης θα απλώσει τις ιστορίες του σε ένα σκηνικό πολλαπλών όψεων από το οποίο θα προκύψει και μια πολύμορφη ανθρωπολογία.

Ληστείες πρακτορείων συναλλάγματος, δολοφονίες καταξιωμένων αρχιτεκτόνων, παντοειδείς πανεπιστημιακές συναλλαγές, πάμφτωχοι φυσικομαθηματικοί, επιχειρηματίες πολλών κυβικών, μοιραίες γυναίκες, άσωτοι σύζυγοι, θετές κόρες, άρωμα της δεκαετίας του 1950 και απανωτές ετεροπροσωπίες και ψευδωνυμίες, που προβάλλονται σ΄ένα υπαινικτικά φωτισμένο αστικό τοπίο, θα υπηρετήσουν σαφώς τη λογική του μυστηρίου και του αινίγματος. Παρ’ όλα αυτά, ο συγγραφέας δεν θα αδιαφορήσει για την κοινωνική αιτιολογία των κινήτρων που οδηγούν στο φόνο, εντάσσοντας τους ήρωές του σ’ ένα περιβάλλον με σκοροφαγωμένο ιστό και εγγενώς ατελή οικοδομικά υλικά. Παράλληλα θα φροντίσει να αφήσει ανοιχτό τον δίαυλο της επικοινωνίας άλλοτε με το campus novel και άλλοτε με το ιστορικό ή το επιστολικό μυθιστόρημα.

 

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΗΡΩΑΣ  

Και μετά την τετραλογία, μια τριλογία που επιγράφεται «Θεατρικοί θάνατοι» και αποτελείται από τα μυθιστορήματα Μοιραίοι αντικατοπτρισμοί (2003), Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία (2005) και Ο Θεός φυλάει τους άθεους (2006). Πρωταγωνιστής εδώ είναι ένας άλλος διανοούμενος, ο επίσης Θεσσαλονικιός Αλέξης Ολμέζογλου, που έχει γράψει διδακτορικό πάνω στη σχέση λογοτεχνίας και κόμικς και αγωνίζεται να σταδιοδρομήσει στη δημοσιογραφία – ένας χαρακτήρας που αποφεύγει να «φωνάξει» τις ιδιοτυπίες του, όπως ο Σκούρος.

Αν στους Μοιραίους αντικατοπτρισμούς ο Μαρτινίδης δεν θα αλλάξει ρότα, μένοντας μάλιστα αυτή τη φορά αυστηρά εντός των ορίων της ιστορίας μυστηρίου, που θα έχει ως θέμα της την εξιχνίαση δύο ανεξήγητων θανάτων σ’ ένα θεατρολογικό συνέδριο στους Δελφούς, στο Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία η αγωνία και η δράση, που περιστρέφονται γύρω από τα απόκρυφα μιας νεαράς συζύγου (της συζύγου του εκδότη του Ολμέζογλου), θα εξαρτηθούν από την πλήρη αδρανοποίηση της ζωής της πόλης: πολλά και απολύτως κρίσιμα θα είναι αυτά τα οποία θα συμβούν στο βιβλίο όταν ολόκληρη η Θεσσαλονίκη θα είναι απασχολημένη με την τηλεοπτική κατανάλωση του ποδοσφαιρικού θριάμβου του Euro 2004. Το κοινωνικοπολιτικό στοιχείο θα εισβάλει εν χορδαίς και οργάνοις στη μυθιστορηματική σκηνή του Μαρτινίδη με το Ο Θεός φυλάει τους άθεους, όπου ο διαφωτιστικός λόγος του Ολμέζογλου θα εναντιωθεί στον αντιδραστικό λόγο της Εκκλησίας. Να παρατηρήσω, εν τούτοις, πως οι διαφωτιστικές διακηρύξεις του Αλέξη αδυνατούν να απαλλαγούν από την καταδυνάστευση της συγγραφικής φωνής και την αντικληρικαλιστική πολεμική της.

 

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

Με το μυθιστόρημά του Χωρίς αποζημίωση (2011), ο Μαρτινίδης θα αναθέσει στους δύο αυτόκλητους ντετέκτιβ των προηγούμενων βιβλίων του κοινή αποστολή. Ο Σκούρος και ο Ολμέζογλου πρέπει τώρα να εξακριβώσουν τι βρίσκεται πίσω από τη δολοφονία ενός άντρα και την εξαφάνιση μιας γυναίκας. Οι δυο ήρωες θα σχολιάσουν με αυτή την ευκαιρία τα πάντα: την επιβολή των μνημονίων, τους «Aγανακτισμένους» της πλατείας Συντάγματος, τις φοβίες και τις αγκυλώσεις του ακαδημαϊκού κατεστημένου, τις πολιτικές σκοπιμότητες των ΜΜΕ. Οι εικόνες που συλλαμβάνει ο συγγραφικός φακός είναι εύγλωττες, αλλά η επεξεργασία τους έχει μια χρονογραφική και κατά το μάλλον ή ήττον σχολιογραφική χροιά. Αναλόγως χρονογραφικά και σχολιογραφικά μοιάζουν και όσα διηγήματα της συλλογής Από άλλοθι σε άλλοθι (2013) βάζουν στο στόχαστρό τους την κρίση. Το πιο ενδιαφέρον θεματικό στοιχείο είναι εδώ κάτι άλλο: η σκηνοθεσία του θανάτου ως θεατρικού θεάματος, κάτι που ξέρουμε και από την ομότιτλη τριλογία, και κυρίως από το ενδιάμεσο μέρος της.

Με το καινούργιο του μυθιστόρημα, που έχει τον προειδοποιητικό τίτλο Σύρριζα, ο Μαρτινίδης επανέρχεται στην κρίση, για να τη συνδέσει όχι μόνο με τη διαπλοκή και την τρομοκρατία, αλλά και με το πολιτικό έγκλημα. Πρωταγωνιστής και πάλι ο Αλέξης Ολμέζογλου. Θύμα της κρίσης, ο Ολμέζογλου έχει χάσει τη δουλειά του στην εφημερίδα όπου εργαζόταν και αγωνίζεται να επιβιώσει γράφοντας στιχάκια για προσκλητήρια γάμου. Η περιπέτεια του άνεργου δημοσιογράφου και ερασιτέχνη κατ’ ανάγκην στιχοπλόκου θα αρχίσει από μιαν υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης στη Θεσσαλονίκη και θα καταλήξει σε ένα τρομοκρατικό κύκλωμα στη Βουρβουρού της Χαλκιδικής, όπου και ο παραθεριστικός οικισμός των πανεπιστημιακών. Θα μεσολαβήσουν η αναβίωση ενός παλαιού έρωτα, που έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της σεξουαλικής του έντασης, η γνωριμία με τη χήρα ενός πλούσιου εργολάβου, που έβαλε τα θεμέλια της καριέρας του ως άρπαγας εβραϊκών περιουσιών κατά τη διάρκεια της Κατοχής και συνέχισε στα χρόνια της κρίσης κάνοντας λαθρεμπόριο όπλων με ποινικούς και τρομοκράτες, καθώς κι ένας άγριος, εξοντωτικός ξυλοδαρμός, που μοιάζει με τιμωρία του προσώπου το οποίο διέπραξε την παρατεταμένη σεξουαλική παρενόχληση ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, τον κατ’ επανάληψη βιασμό.

 

ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΟΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΙ  

Εκείνοι που θα επικρατήσουν ως απολύτως αρνητικά μεγέθη μέσα σε έναν τέτοιο κυκεώνα θα είναι οι πανεπιστημιακοί: αρχιτέκτονες, συνταγματολόγοι, βυζαντινολόγοι, γιατροί, παιδαγωγοί, αρχαιολόγοι. Ο Ολμέζογλου, που παραιτήθηκε από τη θέση του στο πανεπιστήμιο για να δουλέψει ως δημοσιογράφος, ξέρει καλά τη νοοτροπία και τη λογική τους κι έχει πολλά ράμματα για τη γούνα τους, χωρίς να χρειάζεται να υπάρξει γι’ αυτό η οιαδήποτε αφορμή – πολύ περισσότερο αν έχει υπάρξει, όπως τώρα. Πρόκειται, βεβαίως, για ένα πολύ συγκεκριμένο είδος πανεπιστημιακών: εκείνους που έχοντας καθίσει πάνω στο κύρος και την οικονομική τους άνεση είναι πρόθυμοι να υιοθετήσουν, ή μάλλον να στήσουν εκ νέου στα πόδια του, το όραμα μιας σταλινικής Αριστεράς έτοιμης να βαφτίσει τον κοινοβουλευτισμό «χούντα», τον απολυταρχισμό και τη μονοκρατορία «απελευθέρωση  των λαών» και την τυφλή βία «επαναστατική διαδικασία».

Οι πανεπιστημιακοί θα καταλάβουν στο εσωτερικό του αφηγηματικού δικτύου του Σύρριζα διάφορες θέσεις, τη μια χειρότερη από την άλλη. Κάποιοι θα περιοριστούν στη ρητορική των κινημάτων και της εξέγερσης, εξαφανίζοντας από το οπτικό τους πεδίο κάθε έννοια πολιτικής πραγματικότητας. Κάποιοι άλλοι, πάλι, θα υιοθετήσουν τον ένοπλο αγώνα, καταφεύγοντας στις πιο τερατώδεις εκλογικεύσεις. Κάποιοι τρίτοι, τέλος, θα σπεύσουν να επενδύσουν στην πολιτική και την κοινωνική τους σταδιοδρομία. Ό,τι, όμως, κι αν θα πράξουν οι πανεπιστημιακοί (είτε αρπάξουν από τα μαλλιά τις ευκαιρίες για πολιτική και κοινωνική άνοδο, είτε επιδοθούν σε φιλοσοφικές συζητήσεις χωρίς κανένα αντίκρισμα, είτε ζωστούν τα κουμπούρια για επαναστατική προέλαση), το αποτέλεσμα θα παραπέμψει στην ίδια λέξη: «σύρριζα». «Σύρριζα» δηλαδή ριζικά, «σύρριζα» δηλαδή ξυστά και «σύρριζα» δηλαδή κομμένο από τη βάση. Σε ελεύθερη μετάφραση και με ενιαία διατύπωση: επαναστατική γυμναστική που μολονότι δεν είναι ικανή να κοιτάξει πέρα από τη μύτη της, μένοντας στο επιπολής αναμάσημα, μπορεί με την ανευθυνότητά της να διαλύσει τα πάντα.

Όσο τα σουσούμια των πανεπιστημιακών προκύπτουν από τα αφηγηματικά γεγονότα και από τις δραματουργικές τους συνδέσεις με τη στάση και τη συμπεριφορά των ηρώων, τα πρόσωπα και η πολιτική κουλτούρα των πανεπιστημιακών παραμένουν ανάγλυφα και ολοζώντανα: είναι σχεδόν σαν να προκύπτουν εκ του φυσικού, ανεξαρτήτως του αν συμπαρατάσσεται κανείς ή όχι με τις πολιτικές τους απόψεις. Και αυτή ακριβώς είναι η πολιτική λειτουργία της λογοτεχνίας: το να υποδεικνύει ένα όλον διά μέσου μιας καθορισμένης εστίασης, χωρίς, ωστόσο, την ίδια στιγμή να επιδιώκει να μοιραστεί μαζί της ο αναγνώστης τη βεβαιότητα της οπτικής της, χωρίς με άλλα λόγια να θέλει σώνει και καλά να τον επιβιβάσει στο πολιτικό της άρμα. Ο Μαρτινίδης, εν τούτοις, δεν εφαρμόζει με συνέπεια αυτή τη γραμμή στο Σύρριζα. Συχνά επιβαρύνει τον Ολμέζογλου με τη δική του φωνή, όπως είδαμε να το κάνει και στο Ο Θεός φυλάει τους άθεους. Και εν προκειμένω ο ήρωας γίνεται, όπως και στο Χωρίς αποζημίωση, ένας σχολιαστής της επικαιρότητας με εμφανώς προγραμματικούς και διδακτικούς τόνους. Είναι η ανάποδη όψη των μυθιστορημάτων (αστυνομικών, αλλά και άλλων) τα οποία έχουν σπεύσει κατά την τελευταία πενταετία να καταγγείλουν ως υπεύθυνους για την κρίση όλους τους συνήθεις θεούς και δαίμονες: τον καπιταλισμό, τους κλεπτοκράτες, τον ξένο παράγοντα και τους πουλημένους έλληνες κυβερνήτες.

Δεν χρειάζεται, ωστόσο, περαιτέρω μεμψιμοιρία διότι, κατά τα άλλα, το μυθιστόρημα του Μαρτινίδη είναι μια καλοχτισμένη και σφιχτή σύνθεση, που διαθέτει προσεκτικά και με χιούμορ σκιαγραφημένους πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές, πλέκει ωραία τις αντιφάσεις και τις αντινομίες των κεντρικών του προσώπων, καταγράφει κατ’ οικονομίαν τα φαινόμενα της κρίσης, φωτίζοντας συχνά εις βάθος και την εσωτερική τους πλευρά, κατανέμει ισόρροπα τα επίπεδα της μυθοπλασίας του και έχει οργανώσει προσεκτικά το άπειρο πλήθος των λεπτομερειών του. Δεν θα κλείσω με το σασπένς, που είναι εγγυημένο από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα, αλλά με τη σκηνογραφία της Θεσσαλονίκης και της Βουρβουρούς: αστικοί και υπαίθριοι χώροι συμμετέχουν ενεργά στο πλάσιμο της ατμόσφαιρας και των χαρακτήρων δίχως ούτε ένα παραπανίσιο βάρος, χωρίς ούτε μία στραβοτιμονιά.      

 

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Κριτικός λογοτεχνίας. Έχει γράψει τα βιβλία Μίλτος Σαχτούρης: Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού (1991), Οδόσημα (1999) και μαζί με την Ελισάβετ Κοτζιά επιμελήθηκε την ανθολογία Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία (1995).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά