Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Μια προσευχή για τους αμαρτωλούς

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Κατερίνα Δαφέρμου Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 53
Ο Ναθάνιελ Χώθορν γύρω στα 1860, σε δαγκεροτυπία του Μπράντυ. Ο Ναθάνιελ Χώθορν γύρω στα 1860, σε δαγκεροτυπία του Μπράντυ. Brady

Νathaniel Hawthorne, Ο μαρμάρινος φαύνος. [Μεταμόρφωση] ή Η μυθιστορία του Μόντε Μπένι, μετάφραση από τα αγγλικά: Σάντυ Παπαiωάννου, Gutenberg, Αθήνα 2014, 690 σελ.

Ο Ναθάνιελ Χώθορν στο τελευταίο αριστούργημά του, Ο μαρμάρινος φαύνος, πεπεισμένος για τη μοιραία έκπτωση του ανθρώπου, προτάσσει επιτακτικά: ο αναμάρτητος, πρώτος τόν λίθον βαλέτω.

 

Ο Ναθάνιελ Χώθορν (1804-1864) θα μπορούσε να ιδωθεί ως ένας ακραίος και μοναδικός μυθιστοριογράφος. Το έργο του διακρίνεται από μιαν απίστευτη ενότητα. Επανέρχεται συνεχώς στο ίδιο αρχικό σχέδιο, πολλαπλασιάζει την πολυεδρικότητά του και εμβαθύνει τη μυστηριακή και αδυσώπητη υπόστασή του. Μόνιμο θέμα του, παρέμεινε πάντα, η εμμονή για την αμαρτία, για την απομόνωση από την τιμωρία και για την υπερηφάνεια που κερδίζεται μέσα από την καρτερικότητα και την ωρίμανση. Τα δύο μεγαλύτερα μυθιστορήματά του πάνω σε αυτό το θέμα θεωρούνται Το άλικο γράμμα (1850) και Το σπίτι με τα εφτά αετώματα (1851), αλλά συναντάται και στον Μαρμάρινο φαύνο (1860), το τελευταίο αριστούργημα που συνέθεσε λίγο πριν από το ξέσπασμα του αμερικανικού εμφύλιου πολέμου και φέρει, θαρρείς κατά συνέπεια, όλη την καταχνιά και το ζόφο του θανάτου.

Η ασκητική πορεία του Χώθορν σε όλα του τα έργα απογυμνώνει την ουσία από τα στολίδια. Βρίσκει τη μία εικόνα, τη μία λέξη για το διαλογισμό του πάνω στην οντολογική αλήθεια του ανθρώπου, πάνω στην αθάνατη ψυχή του, όπως τραυματίζεται, διαστρέφεται και θυσιάζεται μέσα στην πραγματικότητα του επίγειου κόσμου. Πρόκειται για έναν μεγάλο μεταφυσικό, που παραμένει ωστόσο ρεαλιστής. Και κάτω από τη φαινομενικά ουδέτερη στάση του ως αφηγητή, καίει το εκρηκτικό πάθος, το αίτημα του απόλυτου, το πνεύμα σαν αέναη φωτιά.

Ο Ναθάνιελ Χώθορν, ο πρώτος ίσως μεγάλος αμερικανός μυθιστοριογράφος του ρομαντισμού, μαζί με τον Πόε και τον Μέλβιλ, έμεινε στην Ιστορία ταυτόχρονα και ως ο πρόδρομος του μοντέρνου μυθιστορήματος: ξεχωρίζει πάντα για τη βαθιά ψυχολογική διείσδυσή του στα κίνητρα και στην πολυπλοκότητα των ανθρώπινων πράξεων. Ο τελικός στόχος του παρέμεινε, φαίνεται, πάντα το γκρέμισμα των τειχών της σιγουριάς, της αυτοπεποίθησης, της ιδεατής αθωότητας. Ενα πνεύμα που τον εναρμονίζει με τον Χένρι Τζέιμς και τον Ουίλλιαμ Φώκνερ (τους οποίους φανερά επηρέασε), ώς και τη Βιρτζίνια Γουλφ ή και τον Τ.Σ. Έλιοτ.  Ο αναγνώστης αισθάνεται διαχρονικά μαζί του ότι ο κόσμος είναι τεράστιος, χαώδης και επικίνδυνος, τόσο γύρω του όσο και μέσα του. Ο συνοδοιπόρος του στην τέχνη και φίλος του, Χέρμαν Μέλβιλ, είχε υπογραμμίσει την επιβλητική δύναμη του Χώθορν ως ένα έντεχνο «μείγμα φωτός και σκιών» στα γραπτά του, και ιδιαίτερα αυτή «τη μεγάλη δύναμη σκότους μέσα του», η οποία ίσως προερχόταν από μια καλβινιστική αντίληψη της «έμφυτης διαφθοράς» του ανθρώπου. Ο ίδιος ο Χώθορν, στα αμερικανικά σημειωματάρια (πηγή ύλης για το διήγημά του «Ήθαν Μπραντ»), καταγράφει την αναζήτηση ενός ερευνητή για το ασυγχώρητο αμάρτημα:

 

Τέλος, το βρίσκει μες στη δική του καρδιά. […] Το ασυγχώρητο αμάρτημα μπορεί να συνίσταται σε μια έλλειψη αγάπης και σεβασμού για την ανθρώπινη ψυχή.

           

ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ

Ο μαρμάρινος φαύνος (Μεταμόρφωση) ή Η μυθιστορία του Μόντε Μπένι αποτελεί κατ' αρχάς ένα έργο λεπτότατης διείσδυσης στη φευγαλέα άβυσσο των ελατηρίων των πράξεών μας – και σε μια νέα μετάφραση στα ελληνικά, που σέβεται και τη γλώσσα (της μεταφοράς) και το πνεύμα του πρωτότυπου, πρόκειται για μια ευτυχέστατη ευκαιρία να ξαναδιαβαστεί. Οπωσδήποτε ο μακρόσυρτος, περίπλοκος τίτλος του προδίδει διάφορα χαρακτηριστικά γύρω από τη γέννηση και την εξέλιξη αυτού του ογκώδους μυθιστορήματος (περίπου 600 σελίδες). Από τη γενέτειρά του, Μασαχουσέτη, ο Χώθορν μεταφέρθηκε στην Αγγλία ως πρόξενος στο Λίβερπουλ και στο Μάντσεστερ (1853-1857), μετά την εγκαθίδρυση του επιστήθιου παιδικού του φίλου Φραγκλίνου Πιρς στο αξίωμα του αμερικανού προέδρου. Ήταν καιρός να αποκτήσει οικονομική άνεση. Στη συνέχεια έζησε στην Ιταλία (1857-1859) όπου άρχισε έργα τα οποία ολοκλήρωσε τελικά στην Αγγλία το 1859, προτού επιστρέψει πλέον για τα καλά στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτης. Τότε εκδόθηκε Ο μαρμάρινος φαύνος ως Μεταμόρφωση (Transformation), ενώ στις ΗΠΑ το 1860 πήρε τον τίτλο που προτάσσει και η ελληνική έκδοση: The Marble Faun. Υστερα από αυτό, το πνεύμα του Χώθορν άρχισε να φυραίνει τόσο ραγδαία και απότομα που δεν μπορούσε ούτε να γράψει, ενώ όχι πολύ αργότερα άφησε και την τελευταία του πνοή.

Στο κέντρο του ενδιαφέροντός του βρίσκονταν πάντα οι άνθρωποι, σε ομάδες, όχι μεμονωμένα, αλλά ούτε και η κοινωνία ως σύνολο, αφηρημένα. Και εν προκειμένω, οι ήρωές του συνειδητοποιούν επίπονα ότι η δόξα και η δύναμη αποτελούν φενάκη και ενστερνίζονται την ηδονή να προχωράς όρθιος, ελεύθερος, διαθέσιμος, αξιοπρεπής, τα μέγιστα άυλα αγαθά. Ο Χώθορν ζωντανεύει μία ομάδα τεσσάρων φίλων που ζουν και εργάζονται στη Ρώμη: δύο γυναίκες και δύο άνδρες, τη Χίλντα και τη Μίριαμ, τον Κένιον και τον Ντονατέλο. Τα τρία πρώτα πρόσωπα είναι αμερικανοί καλλιτέχνες, εκπατρισμένοι και θαρρείς ξεριζωμένοι, χωρίς σαφές παρελθόν, χωρίς οικογένεια, ρημαγμένοι ανάμεσα στα ερείπια της πόλης που τους περιστοιχίζει: η Μίριαμ και η Χίλντα, οι ζωγράφοι, και ο Κένιον, ο γλύπτης. Τέταρτος, ο Ντονατέλο, ο μόνος γηγενής, είναι ένας ιταλός κόμης από τη γενιά των Μόντε Μπένι (το όνομα Ντονατέλο δανείζεται από γνωστό ιταλό γλύπτη, αν και ο ήρωας δεν προβάλλει καλλιτεχνικές αξιώσεις).

Η Χίλντα, conscia mens recti, πάλλευκη σαν αθώα περιστερά, έχει κατακτήσει τα υψίπεδα της ηθικής και, σχεδόν αγία, σχεδόν εξαϋλωμένη, χρησιμεύει ως πνευματικός οδηγός της παρέας: «Ανασαίνεις καθαρό αέρα, πάνω απ’ όλες τις σατανικές οσμές της Ρώμης», εξομολογείται κάποτε η Μίριαμ. «Άσε που, με κατακτημένα τα δυσθεώρητα ύψη της παρθενίας σου, κατοικείς πάνω από τις ματαιοδοξίες και τα πάθη μας, την ανάξια θνητότητά μας, με κοντινότερους γείτονες τα περιστέρια και τους αγγέλους». Ο γλύπτης Κένιον έχει ερωτευτεί τη Χίλντα. Εκείνος όμως έχει περισσότερη εμπειρία και μυρίζεται το κακό από μακριά. Ξεχωρίζει για την αποστασιοποιημένη αλλά ακριβοδίκαιη στάση του, που όμως μοιάζει με την ψυχρότητα και τη σκληρότητα του μαρμάρου, πάνω στο οποίο σμιλεύει τις ιδέες του. Το ζευγάρι αυτό ίσως αποτελεί λογοτεχνική μετουσίωση του κυρίου και της κυρίας Χώθορν (Σοφία Πιμπόντι).

Η Μίριαμ, με το ασαφές παρελθόν και παρόν που τη στοιχειώνουν, εμφανίζεται ξανά και ξανά ως βιβλική Λίλιθ, η ιδέα της γυναίκας που παίζει το ρόλο της ολέθριας εκδίκησης απέναντι στον άνδρα. Άλλοτε ως Ηρωδιάδα που δέχεται το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή σ’ ένα δίσκο, άλλοτε ως Ιαήλ, αμείλικτη εβραία φόνισσα του Σισάρα, και άλλοτε πάλι ως Ιουδήθ που αποκεφαλίζει τον κατακτητή Ολοφέρνη αφού πριν τον κατακτήσει στο κρεβάτι. Ωστόσο, ήταν κατά βάθος «μια θλίψη που έβγαζε αυτό το όμορφο κορίτσι από τη σφαίρα του ανθρώπινου και την τοποθετούσε σε μια πολύ μακρινή ζώνη», όπως κατ’ αντιστοιχία περιγράφει ο Χώθορν τη μυθική Βεατρίκη Τσέντσι του ζωγράφου Γκουίντο. Σε έκανε «να ανατριχιάζεις σαν να βρισκόσουν μπροστά σε φάντασμα».

Έτσι, ο καλοκάγαθος κόμης Ντονατέλο παγιδεύεται στη ζοφερή γοητεία της Μίριαμ. Η παρέα των Αμερικανών εξ αρχής θα αναγνωρίσει τις ομοιότητες του Ντονατέλο με τον περίφημο φαύνο του Πραξιτέλη, αντίγραφο του οποίου βρίσκεται στο Καπιτώλιο, αλλά και με τα μυθολογικά, λογοτεχνικά του γνωρίσματα. Ένα παράξενο, χαριτωμένο, παιχνιδιάρικο πλάσμα της υπαίθρου το οποίο, χωρίς να έχει τερατώδη όψη, ανήκει σε κατώτερο είδος της φυσικής αλυσίδας. Ο Χώθορν εναρμονίζεται με τον φιλόσοφο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος προσέγγισε περισσότερο την έννοια της ευτυχίας όταν βρισκόταν ελεύθερος από τα δεσμά και τις εξαρτήσεις που δημιουργούν τα υλικά αγαθά και οι ανέσεις, στην πιο ανώριμη και βουκολική του φάση.

Ωστόσο, κάτω από το ιταλικό φως, όλοι οι ήρωες θα οδεύσουν προς το fatum, θα πάνε να συναντήσουν την Ειμαρμένη τους σε ένα κείμενο εξ ολοκλήρου εμποτισμένο με την προφητική έκφραση της Παλαιάς Διαθήκης. Ο συγγραφέας του δείχνει (ή ενδεχομένως θέλει να δείχνει) πλήρης από την πνοή του Θεού, εν-πνευσμένος σχεδόν σαν προφήτης.

ΘΕΣΠΕΣΙΟ ΟΡΑΜΑ

Ορισμένοι θεωρητικοί θεωρούν αδυναμία αυτού του σχεδόν αλληγορικού έργου τη σχετικά χαλαρή δομή. Πράγματι, υπάρχουν μακροσκελείς περιγραφές τοπίων μέσα και έξω από τη Ρώμη και λεπτομερείς περιγραφές από τα αντίστοιχα έργα τέχνης και τα μνημεία που περιδιαβάζουν οι ήρωες του Μαρμάρινου φαύνου. Τίποτα ωστόσο δεν έχει τοποθετηθεί τυχαία στο έργο του Χώθορν. Ο συγγραφέας θεωρεί  ότι η τέχνη και ο πολιτισμός γεννιούνται από την αλληλεπίδραση του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του μέσα στο χρόνο. Ετσι, ουσιαστικά, καταργεί τη διαφορά ανάμεσα στα έργα μυθοπλασίας και στο νατουραλισμό ή ένα είδος γραπτού «ντοκιμαντέρ». Επιπλέον, Ο μαρμάρινος φαύνος προτάσσει μία αντιδιαστολή του παλαιού με τον νέο κόσμο: Από τη μία η Ευρώπη με τη βαθιά Ιστορία αλλά και την παρακμή που συνεπάγονται οι εμπειρίες της. Από την άλλη, η Αμερική με την ορμητική φρεσκάδα του νέου, αλλά και την επικίνδυνη αφέλειά της. Και ανάμεσα σε αυτούς τους πόλους, οι άνθρωποι που παλεύουν να κατακτήσουν κάτι πέρα από τις δυνάμεις τους.

Όπως ο Χέρμαν Μέλβιλ χρησιμοποίησε τη θάλασσα και την περιγραφή του κυνηγιού της φάλαινας σαν σκηνικό της σκοτεινής ρομαντικής πάλης του ανθρώπου με τον κρυφό του εαυτό, έτσι και εδώ –τηρουμένων των αναλογιών– ο Ναθάνιελ Χώθορν χρησιμοποιεί τη Ρώμη και την τέχνη εξ αντανακλάσεως, για να μετρήσει τις αντιδράσεις των ηρώων του μπροστά στις δυνάμεις της ζωής. Μας ξεναγεί στη σχέση της οικειότητάς τους με το παρελθόν, στο πώς συνδιαλέγονται με το παρελθόν τους. Τι τους κρατάει στη ζωή; Από τι προσπαθούν να ξεφύγουν; Ποιοι είναι πραγματικά; Σε αυτό χρησιμεύει η ξενάγηση, που πολλοί θεωρούν πρόδρομο της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Ανάμεσα στα μνημεία και τις κατακόμβες, εκεί όπου η Ιστορία είναι παρούσα και το παρελθόν βιώνεται από τους ζωντανούς, οι ήρωες αναμετρώνται με μεταφυσικές καταστάσεις, αναζητούν διέξοδο άφαντη και υπερβατική. Τα ερείπια, τα μνημεία και τα έργα τέχνης αποτελούν αντανάκλαση των βαθύτερων αισθημάτων τους. «Σε σύγκριση με τον τεράστιο όγκο του ρωμαϊκού παρελθόντος, ό,τι κάνουμε ή ονειρευόμαστε σήμερα μοιάζει εφήμερο και χιμαιρικό». Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το μυθιστόρημα εξυφαίνεται συγχρόνως ως υψηλός διαλογισμός και σαν όνειρο ξυπνητό, σαν ένα θεσπέσιο όραμα.

Ο ίδιος ο Χώθορν διακρινόταν από μια εγγενή μελαγχολία. Οφειλόταν θαρρείς στην ιστορία και στους προγόνους του, που τον είχαν εμποτίσει με τα αισθήματα της αμαρτίας και της ενοχής. Γόνος οικογένειας φανατικών πουριτανών από το Σάλεμ της Μασαχουσέτης, σε ηλικία τεσσάρων ετών (1808) έχασε τον πατέρα του και ανατράφηκε από τους εύπορους αδελφούς της μητέρας του. Στα εφτά του χρόνια τραυματίστηκε και το έριξε στη μελέτη. Και αργότερα, μετά τις σπουδές του, το 1825, απομονώθηκε εκ νέου γράφοντας μανιωδώς (και παράγοντας θαυμαστά διηγήματα όπως «Ο Γκούντμαν Μπράουν» με θέμα σχετικό προς τη μοιχεία και το υπερφυσικό στοιχείο) ώς το 1837, που εκδόθηκε επώνυμα πλέον ο τόμος Ξαναειπωμένες ιστορίες. Σε ηλικία 45 ετών έγινε γνωστός και άρχισε να κερδίζει πλέον τα προς το ζην με περισσότερη άνεση. Κι όμως, ο Χώθορν έμοιαζε να μην μπορεί να ξεφύγει από τον κλοιό του παρελθόντος του. Άλλαξε το επώνυμό του από Χάθορν σε Χώθορν για να μην τον ταυτίζουν με τον μακρινό πρόγονό του Τζον Χάθορν (είχε καταδικάσει τις περιβόητες μάγισσες του Σάλεμ στην ομώνυμη δίκη του 1692 κι ήταν ο μόνος από τους δικαστές που δεν μετανόησε ποτέ για την απόφασή του).

 

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Όταν ο Ντονατέλο αμαρτήσει εξ αιτίας της Μίριαμ, το αίσθημα της ενοχής διαχέεται παντού σαν πανσπερμία. Η Μίριαμ αισθάνεται άμεσα συνένοχη, αλλά δεν γλιτώνουν ούτε η Χίλντα ή ο Κένιον από τη σκιά του εγκλήματος, το οποίο είναι κατά βάθος απονενοημένο αίτημα λύτρωσης από την ειμαρμένη. Ο Ντονατέλο θα εκπέσει της πρωταρχικής του αθωότητας και θα οδηγηθεί έξω από τον βουκολικό του παράδεισο – «μια βλοσυρή έκφραση στα μάτια του, που άλλαξε το νεανικό του πρόσωπο σάμπως να είχε ζήσει τριάντα χρόνια θλίψη», διαισθάνεται γι' αυτόν ο στενός του φίλος Κένιον.

Αλλά οι ήρωες του Χώθορν όπως και οι χαρακτήρες της Παλαιάς Διαθήκης πρέπει να περάσουν μέσα από την ταπείνωση και την τιμωρία ώστε να οδηγηθούν τελικά στην εξύψωση. «Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται, ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται»: ο Χώθορν ίσως μας παραπέμπει στη γνωστή φράση του Ευαγγελίου. Η τιμωρία λοιπόν δεν σφραγίζεται με τελεσίδικο τρόπο. Αντιθέτως, ύστερα από ένα μακρύ και δύσβατο μονοπάτι εγκαρτέρησης και ωρίμανσης, αποδοχής του πόνου, μεταμέλειας και προσφοράς, δηλαδή ύστερα από μία εσωτερική μεταμόρφωση, η τιμωρία καταλήγει στον πραγματικά ενάρετο βίο. Όπως αναρωτιέται ο Κένιον:

 

Μήπως είναι, λοιπόν, η αμαρτία –που τη θεωρούμε τόσο τρομακτική, όσο το αβυσσαλέο σκοτάδι του σύμπαντος–, μήπως είναι, όπως ο πόνος, απλώς ένα στοιχείο ανθρώπινης καλλιέργειας, μέσω του οποίου αγωνιζόμαστε για μιαν υψηλότερη και καθαρότερη κατάσταση απ΄αυτή που θα μπορούσαμε να κατακτήσουμε με οποιοδήποτε άλλο μέσο; Μήπως έπεσε ο Αδάμ για να μπορέσουμε εμείς τελικά να αρθούμε σ΄έναν πολύ υψηλότερο Παράδεισο από τον δικό του;

 

Εξ άλλου και το κατά γενική ομολογία κορυφαίο αριστούργημα του Χώθορν, Το άλικο γράμμα (1850), που εκτυλίσσεται στη Νέα Αγγλία του 17ου αιώνα, πραγματεύεται και πάλι «την ασυγχώρητη αμαρτία», αλλά με τρόπο πολύ πιο εντατικό και συγκεκριμένο. Η όμορφη ηρωίδα Χέστερ Πριν και ο ευαίσθητος πάστορας Άρθουρ αποκτούν ένα εξώγαμο κοριτσάκι, ενώ ο ηλικιωμένος σύζυγος της Χέστερ Πριν διαπράττει το έγκλημα της χρόνιας και καταχθόνιας καταπίεσης πάνω στη συνείδηση του πάστορα. Η αυστηρή κοινότητα υποχρεώνει την κοπέλα να φέρει στο καπέλο το κόκκινο γράμμα Α, αρχικό της λέξης μοιχαλίς στα αγγλικά (adulterer). Παραλλαγές του ίδιου θέματος, που στην ουσία συνιστούν αριστοτεχνικές επιθέσεις κατά της πουριτανικής κοινωνίας και του τυφλού της μίσους, παρουσιάζει ο Χώθορν και αλλού, για παράδειγμα στο διήγημα «Ίθαν Φρόουμ» της συλλογής Η εικόνα από χιόνι και άλλες ξαναειπωμένες ιστορίες (1851). Το έτερο δεξιοτεχνικό του μυθιστόρημα, εξ ίσου γνωστό, Το σπίτι με τα εφτά αετώματα (1851), βασίζεται στο θέμα της κληρονομικής ενοχής –με αφετηρία μια κατάρα– και της κάθαρσής της από τον έρωτα. Άραγε ο έρωτας της Μίριαμ και του Ντονατέλο, σε θερμό εναγκαλισμό, θα φέρει τη σωτηρία της ψυχής;                 

Ο Χώθορν οργανώνει τις δόσεις των εντυπώσεων με ανυπέρβλητη μαεστρία, ώστε να συμμετέχουμε απόλυτα, να ζούμε σαν μαγεμένοι τον ζωντανό εφιάλτη των ηρώων του. Να αισθανόμαστε ότι η θέση μας στο στρατόπεδο των «καλών» είναι εύθραυστη, ότι το Καλό και το Κακό υφίστανται μιαν αινιγματική διαπίδυση, ότι η ενοχή και η ευθύνη μεταφέρονται από το ένα άτομο στο άλλο. Ανοίγει την καταπακτή και αποδεσμεύει τους παιδικούς μας φόβους, επιτρέποντάς μας να συνειδητοποιήσουμε και να δεχτούμε ότι, σε κάθε στιγμή, μπορούμε να διαβούμε το κατώφλι της ψυχικής ανατροπής. Σε αυτό συνίσταται άλλωστε και η πραγματική λειτουργία της τέχνης.

Ο ίδιος ο Χώθορν, παρά το σχετικά μικρό συνολικά έργο του, ουσιαστικά κατέθεσε ψυχικές αυτοβιογραφίες και τα βήματα μιας οδυνηρής πορείας ενός διαλόγου του με τον κόσμο. Η ζωή του και το έργο του ήταν μια κατάδυση στο Εγώ, μια επιστροφή στη φύση, μια εντατική αγάπη και η αναζήτηση του θεού.           

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά