Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Άνθρωπος, κείμενο και πραγματικότητα στη λογοτεχνική κριτική

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Γιώργος Πινακούλας Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία Τεύχος 54
Ο M. H. Abrams το 1971. Δίδαξε στο Cornell περί τα 40 χρόνια. Ο M. H. Abrams το 1971. Δίδαξε στο Cornell περί τα 40 χρόνια. Cornell University Photography

M. H. Abrams, Τι είναι μια ανθρωπιστική κριτική;, μετάφραση από τα αγγλικά - επίμετρο: Άρης Μπερλής, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2014, 97 σελ.

Το βασικό, κατά τον σπουδαίο κριτικό λογοτεχνίας Μέγερ Έιμπραμς, γνώρισμα των σύγχρονων θεωριών, αυτό που τις ξεχωρίζει απ’ όλες τις άλλες λογοτεχνικές θεωρίες, αρχαίες και νεότερες είναι ο «αντιανθρωπισμός», η αμφισβήτηση των εννοιών «άνθρωπος», «ανθρώπινος», «ανθρωπινότητα», «υποκείμενο», «υποκειμενικότητα», «πρόσωπο», «εγώ». Έχει δίκιο; [Ο Έιμπραμς πέθανε στις 21 Απριλίου 2015. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το Books' Journal, 54, Απρίλιος 2015. [ΤΒJ]

 

Στην ωραία σειρά «Minima» των εκδόσεων του ΜΙΕΤ συμπεριλήφθηκε πρόσφατα το βιβλίο του Μέγερ Έιμπραμς, Τι είναι μια ανθρωπιστική κριτική; Η σειρά «Minima» εγκαινιάστηκε το 2013 και στον κατάλογό της έχουν περιληφθεί έως τώρα Η ιδέα του ρεπουμπλικανικού πολιτεύματος του Ερνστ Κασσίρερ, Η δόξα των σιδηροδρόμων του Τόνυ Τζαντ, Το έντυπο σε κρίση του Άντονυ Γκράφτον και η Εισαγωγή στην κειμενική βιβλιολογία του Κόνορ Φάχυ. Πρόκειται για ολιγοσέλιδα αλλά σημαντικά βιβλία, με εξαιρετική επιμέλεια και με κατατοπιστικά επίμετρα. Το πέμπτο βιβλίο της σειράς είναι ένα δοκίμιο, για την ακρίβεια μια ομιλία, του σπουδαίου θεωρητικού της λογοτεχνίας Μέγερ Έιμπραμς, στην οποία συνοψίζει τη θέση του για τη λογοτεχνική κριτική. Είναι το τρίτο βιβλίο του Έιμπραμς που έχουμε την τύχη να μεταφραστεί στα ελληνικά.Το πρώτο, Ο καθρέφτης και το φως (μετάφραση: Άρης Μπερλής, Κριτική, 2001), είναι το σημαντικότερο έργο του Έιμπραμς, ένα βιβλίο-σταθμός για τη μελέτη του ρομαντισμού. Το δεύτερο είναι το σπουδαίο Λεξικό λογοτεχνικών όρων (μετάφραση: Γιάννα Δεληβοριά, Σοφία Χατζηιωαννίδου, Πατάκη 2005), απαραίτητο εργαλείο για τον σπουδαστή της λογοτεχνίας που βάζει τάξη στο χάος των όρων, των ειδών, των σχολών, των ρευμάτων και των λογοτεχνικών θεωριών.

Το τρίτο βιβλίο του Έιμπραμς που μεταφράζεται στα ελληνικά, Τι είναι μια ανθρωπιστική κριτική;, περιλαμβάνει την εναρκτήρια ομιλία του συγγραφέα στο συμπόσιο «The Emperor Redressed: Critiquing Critical Theory» («Ο αυτοκράτορας ντυμένος ξανά: Κριτική της κριτικής θεωρίας»), που έλαβε χώρα το 1992 στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα. Όσα λέει εδώ ο Έιμπραμς δεν τα λέει για πρώτη φορά· τα έχει υποστηρίξει επανειλημμένως σε διάφορα βιβλία και διαλέξεις του. Εδώ όμως τα συνοψίζει. Είναι η συνολική και κατασταλαγμένη άποψη ενός σημαντικού κριτικού και θεωρητικού της λογοτεχνίας ακριβώς πάνω στο αντικείμενό του: τι είναι η λογοτεχνική κριτική και ποια πρέπει να είναι η μέθοδός της. Αυτή είναι και η ιδιαίτερη σημασία του βιβλίου.

 

ΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ

Το δοκίμιο του Έιμπραμς χωρίζεται σε πέντε μέρη. Στο πρώτο μέρος, με τίτλο «Αντιθετικά παραδείγματα γλώσσας και λογοτεχνίας» (σελ. 13-28), επισημαίνει το βασικό, κατ’ αυτόν, γνώρισμα των σύγχρονων θεωριών, αυτό που τις ξεχωρίζει απ’ όλες τις άλλες λογοτεχνικές θεωρίες, αρχαίες και νεότερες. Βασικό χαρακτηριστικό αυτών των θεωριών, ειδοποιό τους γνώρισμα, είναι, κατά τον Έιμπραμς, ο «αντιανθρωπισμός», η αμφισβήτηση των εννοιών «άνθρωπος», «ανθρώπινος», «ανθρωπινότητα», «υποκείμενο», «υποκειμενικότητα», «πρόσωπο», «εγώ». Ως πρωτεργάτη του αντιανθρωπισμού θεωρεί τον Κλωντ Λεβί-Στρως:

 

Ο Κλωντ Λεβί-Στρως επιχείρησε να επαναπροσδιορίσει τον στόχο των ανθρωπιστικών σπουδών ως την εξάλειψη του ανθρώπινου: «απώτατος στόχος των ανθρωπιστικών επιστημών δεν είναι η συγκρότηση του ανθρώπου αλλά η διάλυσή του». Ο Λεβί-Στρως και άλλοι ριζοσπαστικοί στρουκτουραλιστές παρουσίασαν το ανθρώπινο υποκείμενο ως προϊόν συστημικών λειτουργιών [...]» (σελ. 13).

 

Βασικοί εκπρόσωποι του κινήματος του αντιανθρωπισμού είναι οι Ρολάν Μπαρτ, Ζακ Ντερριντά, Μισέλ Φουκώ. Ο αντιανθρωπισμός επικράτησε πλήρως, κατά τον Έιμπραμς, και «σήμερα οι όροι “ανθρωπισμός” και “ανθρωπιστικός” έχουν φορτιστεί με αρνητικό νόημα» (σελ. 15). Ο ανθρωπισμός ευθύνεται σχεδόν για όλα τα κακά: για την κοινωνική, φυλετική και σεξουαλική καταπίεση.

Ο Έιμπραμς δηλώνει, στη συνέχεια του κειμένου του, πως δεν έχει σκοπό να ελέγξει τους ισχυρισμούς των αντιανθρωπιστών για την εγκυρότητά τους. Σκοπός του είναι να δείξει πού καταλήγει η αντιανθρωπιστική στάση: «κατάληξή της είναι η απόρριψη κάθε λειτουργικής αναφοράς σε ανθρώπινα όντα –όντα τα οποία μπορούν να έχουν πρωτοβουλίες, σχέδια, προθέσεις και επιλογές– όταν εξετάζεται οποιαδήποτε γλωσσική δράση, χωρίς να εξαιρούνται τα λογοτεχνικά έργα» (ό.π.). Από την αρχαιότητα μέχρι πρόσφατα, γράφει ο Έιμπραμς, επικρατούσε η θεωρία της «εν χρήσει γλώσσας», σύμφωνα με την οποία «η γλώσσα είναι το μέσον μιας επικοινωνιακής συναλλαγής μεταξύ ανθρώπινων όντων σε τούτο τον κόσμο» (σελ. 17). Αντίθετα, οι σύγχρονες, αντιανθρωπιστικές θεωρίες υιοθετούν το παράδειγμα της «εν γένει γλώσσας», «ενός κειμένου που λαμβάνεται σαν παράδειγμα των ήδη υπαρκτών και ενδοσυστημικών λειτουργιών της γλώσσας ή του λόγου» (σελ. 17-18). Τώρα, οι «ανθρώπινοι συντελεστές σε μια γλωσσική συναλλαγή» μετατρέπονται σε «οντότητες που δημιουργούνται από τη λειτουργία του γλωσσικού συστήματος» (ό.π.). Έτσι, όλες οι συνιστώσες του λογοτεχνικού έργου αλλάζουν ριζικά: ο συγγραφέας γίνεται γραφέας, δηλαδή από ένα εμπρόθετο υποκείμενο μετατρέπεται σε μια απλή λειτουργία του κειμένου (σελ. 19-20), το έργο γίνεται απλά κείμενο ή γραφή και χάνει την αναφορά του σε κάποιον εξωτερικό, πραγματικό κόσμο (σελ. 21-22), ο αναγνώστης χάνει και αυτός την ιδιότητα του προσώπου ή του υποκειμένου και γίνεται ένας ρόλος, μια λειτουργία ή ακόμη ένα αποτέλεσμα του κειμένου (σελ. 23-24).

Στο δεύτερο μέρος του δοκιμίου του, που έχει τίτλο «Η προσωποποίηση του κειμένου» (σελ. 28-35), ο Έιμπραμς εξηγεί πως στις σύγχρονες θεωρίες των στρουκτουραλιστών και των μεταστρουκτουραλιστών η «προθετικότητα» ή η «σκοπιμότητα» αφαιρείται απ’ τον συγγραφέα και γίνεται χαρακτηριστικό του, προσωποποιημένου πια, κειμένου. Οι ανθρώπινες δυνάμεις και ενέργειες αποδίδονται τώρα στο κείμενο ή στο λόγο γενικά. Για τους σύγχρονους θεωρητικούς, όπως έγραψε ο Χάιντεγκερ και επανέλαβε ο Ρολάν Μπαρτ, «[ε]ίναι η γλώσσα που μιλάει, όχι ο συγγραφέας» (σελ. 31).

Στο τρίτο μέρος, με τίτλο «Ο θάνατος και η ζωή του συγγραφέα: ο Μπαρτ, ο Φουκώ και ο Οράτιος» (σελ. 35-43), ο Έιμπραμς θίγει ένα άλλο διαβόητο ζήτημα, το «θάνατο του συγγραφέα» που διακήρυξαν οι Μπαρτ και Φουκώ. Σύμφωνα με τους δύο θεωρητικούς, η έννοια του συγγραφέα εμφανίστηκε «στην περίοδο μεταξύ του τέλους του 17ου και των αρχών του 19ου αιώνα» και «οι ανεπτυγμένες λειτουργίες του συγγραφέα είναι απότοκοι της αστικής ιδεολογίας που διαμορφώθηκε από την καπιταλιστική οικονομία» (σελ. 38). Για να ανατρέψει τη θεωρία του «θανάτου του συγγραφέα», ο Έιμπραμς προστρέχει στις απόψεις που εξέφρασε ο Οράτιος στην Ποιητική τέχνη του. Κατά τη γνώμη του Έιμπραμς, «η αντίληψη για τον συγγραφέα και τις λειτουργίες του» που εκφράζει ο Οράτιος «ήταν παραπλήσια με τη σημερινή» (σελ. 42) και μόνο οι σύγχρονες αντιανθρωπιστικές θεωρίες εκφράζουν μια εντελώς διαφορετική αντίληψη. «Ο ανθρώπινος κόσμος της “εν χρήσει γλώσσας”», καταλήγει ο Έιμπραμς, «χρησίμευσε ανέκαθεν ως τόπος και ως παραδειγματικό πλαίσιο για κάθε σχεδόν λόγο περί λογοτεχνίας μέχρι προ τριάντα ή σαράντα ετών, όταν εκτοπίστηκε από τους θεωρητικούς κόσμους της στρουκτουραλιστικής και μεταστρουκτουραλιστικής κριτικής» (σελ. 43).

Στο τέταρτο μέρος του δοκιμίου του, με τίτλο «Ανθρώπινος κόσμος και κόσμοι της θεωρίας» (σελ. 43-59), ο Έιμπραμς κάνει μια επισκόπηση της φιλοσοφικής διάκρισης μεταξύ του ανθρώπινου κόσμου, του κόσμου «τον οποίο οι άνθρωποι μοιράζονται, στον οποίο ζουν, ενεργούν και συνδιαλέγονται» (σελ. 43), και της θεωρίας, που είναι κάτι τελείως διαφορετικό, σαφώς διαχωρισμένο απ’ τον ανθρώπινο κόσμο. Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως αυτή η διάκριση, ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ κόσμου και θεωρίας, μπορεί να ανιχνευτεί ήδη στον Πλάτωνα, και εν συνεχεία στον Ντεκάρτ, στον Χιουμ, στους σύγχρονους βρετανούς και αμερικανούς φιλοσόφους της γλώσσας όπως ο Βιτγκενστάιν. Ο ανθρώπινος κόσμος «κατοικείται από ανθρώπους» και είναι «πάντα και μόνο ένας κόσμος για μας, δεδομένων των ανθρώπινων αισθήσεών μας, της φυσιολογίας και της πρότερης ιστορίας μας» (σελ. 47). Αντίθετα με αυτές τις φιλοσοφικές αντιλήψεις, στις σύγχρονες θεωρίες «ο ανθρώπινος κόσμος [...] αντικαθίσταται από έναν θεωρητικό κόσμο όπου οι άνθρωποι δεν είναι αυτουργοί αλλά όργανα, δεν είναι χρήστες της γλώσσας αλλά χρησιμοποιούνται από τη γλώσσα, δεν είναι δράστες αλλά αποτελέσματα» (σελ. 59).

Στο πέμπτο μέρος, με τίτλο «Το άλλο όραμα» (σελ. 59-78), ο Έιμπραμς καταλήγει ότι έχουμε μπροστά μας δύο εντελώς αντίθετες κοσμοθεωρίες, την ανθρωπιστική και την αντιανθρωπιστική. Είναι δύσκολο, γράφει, να μεταπειστεί ένας μεταστρουκτουραλιστής αντιανθρωπιστής με λογικά επιχειρήματα. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια «εμπειρία φιλοσοφικής μεταστροφής» (σελ. 59). Και κλείνει την ομιλία του με δύο ακόμη επιχειρήματα εναντίον της μεταστρουκτουραλιστικής αντιανθρωπιστικής κριτικής: Σύμφωνα με το πρώτο επιχείρημα, «οι παραδοσιακοί αναγνώστες διαπιστώνουν πως ο θεωρητικός κόσμος των ακραιφνών μεταστρουκτουραλιστών είναι κατάφωρα ασύμφωνος με τον κόσμο στον οποίο ζούμε και γράφουμε και διαβάζουμε λογοτεχνικά έργα, όπως και με τον κόσμο που παρουσιάζεται στα έργα που διαβάζουμε» (σελ. 62). Ο κόσμος που μας παρουσιάζουν οι μεταμοντερνιστές θεωρητικοί, λέει ο Έιμπραμς, είναι ανύπαρκτος, μη πραγματικός. Το δεύτερο επιχείρημά του είναι πως «ο θεωρητικός τους κόσμος, εκτός του ότι είναι απίστευτος, είναι ακατοίκητος από τους ίδιους τους θεωρητικούς» (σελ. 69). Εδώ επαναλαμβάνει τις κατηγορίες που έχουν εκτοξευτεί πολλές φορές, όχι μόνο από τον Έιμπραμς αλλά και από άλλους, εναντίον των μεταμοντερνιστών θεωρητικών: ότι υπάρχει ασυνέπεια μεταξύ των λόγων και των έργων τους. Στις διαμάχες τους με άλλους κριτικούς και θεωρητικούς, οι παρεμβάσεις τους έχουν έναν πολύ προσωπικό τόνο, που δεν είναι συμβατές με την πεποίθησή τους πως το υποκείμενο και ο συγγραφέας έχουν πεθάνει.

Στο τέλος του κειμένου του, ο Έιμπραμς δίνει την απάντηση στο ερώτημα του τίτλου, δίνει τον ορισμό του για την ανθρωπιστική κριτική: «Μια ανθρωπιστική λογοτεχνική κριτική είναι η κριτική που ασχολείται με λογοτεχνικά έργα που έχουν γραφεί από ανθρώπους, για ανθρώπους και μιλούν για ανθρώπους και ανθρώπινα ζητήματα» (σελ. 77).

 

ΕΝΑ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ

Ο συγγραφέας αντιδιαστέλλει, στην αρχή του κειμένου του, την κριτική απ’ την πολεμική και δηλώνει πως δεν θα κάνει πολεμική, διότι οι «αλληλοκατηγορίες και αντεγκλήσεις [...] δεν συνάδουν με την εχεφροσύνη και την ευγένεια όσων είναι θεράποντες των ανθρωπιστικών σπουδών» (σελ. 11-12). Παρά την ευγένεια όμως που αναμφισβήτητα δείχνει ο Έιμπραμς προς τους αντιπάλους του, το δοκίμιό του είναι πολεμικό· δεν είναι απλώς κριτικό. Ήδη στη δεύτερη σελίδα, αφού αναγνωρίσει πως μπορεί κανείς να εντοπίσει κάποιες «ενδιαφέρουσες συλλήψεις» στις σύγχρονες θεωρίες, επισημαίνει στη συνέχεια ότι «οι σύγχρονες θεωρίες, όταν εφαρμόζονται στη λογοτεχνική κριτική, μου φαίνονται ανεπαρκείς για τα λογοτεχνικά κείμενα τα οποία αναλαμβάνουν να ερμηνεύσουν και συχνά παραμορφωτικές στους τρόπους ανάγνωσης που χρησιμοποιούν και προτείνουν» (σελ. 12· οι υπογραμμίσεις δικές μας). Οι σύγχρονες λογοτεχνικές θεωρίες είναι λοιπόν, κατά τον Έιμπραμς, ανεπαρκείς και παραμορφωτικές. Και αυτή την άποψή του αναπτύσσει στη συνέχεια του δοκιμίου του.

Η πολεμική του Έιμπραμς είναι φιλοσοφική: η αντίθεσή του προς τις σύγχρονες θεωρίες εδράζεται σε φιλοσοφικούς-κοσμοθεωρητικούς λόγους. Αν θέλουμε να τη συνοψίσουμε, μπορούμε να πούμε ότι προσάπτει στις σύγχρονες θεωρίες τρεις φιλοσοφικού τύπου κατηγορίες:

 

α) τις κατηγορεί για αντιανθρωπισμό – αυτή είναι και η βασικότερη κατηγορία που τους προσάπτει. Γι’ αυτό και αντιδιαστέλλει την αντιανθρωπιστική κριτική τους προς την ανθρωπιστική κριτική που προτείνει ο ίδιος.

β) τις κατηγορεί ότι υποστασιοποιούν το κείμενο και τη γλώσσα εν γένει, αποδίδουν στο κείμενο ανθρώπινες ιδιότητες –ακριβώς επειδή τις έχουν αφαιρέσει από τον άνθρωπο– και, ταυτόχρονα, το κείμενο ταυτίζεται γι’ αυτούς με τον κόσμο, 

γ) τις κατηγορεί ότι συγχέουν τα όρια μεταξύ της πραγματικότητας και των πλασμάτων του νου και της φαντασίας, όρια που, κατά τον Έιμπραμς, είναι σαφή και ξεκάθαρα.

 

Στη συνέχεια του κειμένου μας, θα κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις σε όσα γράφει ο Έιμπραμς. Κατ’ αρχάς, σχετικά με την κατηγορία περί αντιανθρωπισμού. Οι σύγχρονες θεωρίες είναι όντως, σε μεγάλο βαθμό, αντιανθρωπιστικές. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι ο αντιανθρωπισμός δεν είναι επινόηση των μεταμοντερνιστών, αλλά ένα πολύ ευρύτερο φιλοσοφικό κίνημα. Όπως δείχνει ο Μιχαήλ Επστέιν στο δοκίμιό του «Ο Μιχαήλ Μπαχτίν και το μέλλον των ανθρωπιστικών επιστημών», στο ρεύμα του αντιανθρωπισμού (ή της απανθρωποποίησης, όπως το ονομάζει) ανήκει το σύνολο «της μαρξιστικής, φροϋδικής, σωσσυρικής, στρουκτουραλιστικής και μεταστρουκτουραλιστικής σκέψης»[1]. Πιο συγκεκριμένα, ο Επστέιν διακρίνει τρία στάδια στην εξέλιξη της ανθρωπιστικής σκέψης. Το πρώτο ήταν ο ανθρωπισμός, που εμφανίστηκε με την έννοια της humanitas (ανθρωπότητας / ανθρωπινότητας) στην Ιταλία της Αναγέννησης. Στον ανθρωπισμό, «[η] ανθρωπινότητα προσδιοριζόταν σε ριζική αντίστιξη με τον Θεό, τη φύση και οτιδήποτε άλλο στον κόσμο»[2]. Το δεύτερο στάδιο είναι ο απανθρωπισμός (νεολογισμός που προτείνει ο Επστέιν και ισοδυναμεί με τον αντιανθρωπισμό του Έιμπραμς). Στον απανθρωπισμό, «[τ]ο φαινόμενο της ανθρωπότητας αντικειμενικοποιήθηκε»[3]. Παραδείγματα αντικειμενικοποίησης είναι οι κοινωνικές σχέσεις στη μαρξιστική θεωρία, το ασυνείδητο στη φροϋδική θεωρία ή οι γλωσσικοί μηχανισμοί στη σωσσυρική και μετασωσσυρική θεωρία. Το τρίτο στάδιο, καταλήγει ο Επστέιν, θα πρέπει να είναι ο υπερανθρωπισμός, δηλαδή η σύνθεση του ανθρωπισμού και του απανθρωπισμού σε ένα ενιαίο όλο, ώστε να επιτύχουμε την επανανθρωποποίηση της ανθρωπιστικής σκέψης. Ο υπερανθρωπισμός πρέπει να «εμπεριέχει και το ανθρώπινο με τη στενή, αναγεννησιακή έννοιά του [...] και το μη ανθρώπινο όπως προβλήθηκε απ’ τις απανθρωπιστικές επιστήμες του εικοστού αιώνα [...]»[4].

Όσον αφορά τώρα την κατηγορία περί «προσωποποίησης του κειμένου», οι σύγχρονες θεωρίες εντάσσονται επίσης σ’ ένα ευρύτερο ρεύμα της σκέψης, σε αυτό το ρεύμα που ο Γουόλτερ Ονγκ ονομάζει κειμενισμό (textualism). Στο κίνημα αυτό ανήκουν τόσο ο ρωσικός φορμαλισμός και η Νέα Κριτική όσο και οι στρουκτουραλιστές, οι μεταστρουκτουραλιστές και οι αποδομιστές. Οι κειμενιστές είναι, λέει ο Ονγκ, «δέσμιοι του κειμένου»: «Η γραφή, κι ακόμη περισσότερο η τυπογραφία, ενθάρρυνε την ψευδαίσθηση ότι η γλώσσα είναι ένα κλειστό σύστημα. Οι προφορικοί πολιτισμοί δύσκολα θα έτρεφαν μια τέτοια ψευδαίσθηση, αν και έτρεφαν άλλες. Δεν αντιλαμβάνονταν τη γλώσσα ως “δομή”. Δεν αντιλαμβάνονταν τη γλώσσα ως κάτι ανάλογο με ένα οικοδόμημα ή κάποιο άλλο αντικείμενο στον χώρο.»[5] Ο πειρασμός να θεωρήσουμε ότι ο κόσμος είναι κλεισμένος μέσα στο κείμενο, ότι «δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο», όπως το διατύπωσε ο Ντερριντά, είναι σύμφυτος με τη γραφή και ακόμη περισσότερο με την τυπογραφία. Ο κειμενισμός λοιπόν, παρ’ ότι κορυφώνεται με τις σύγχρονες μεταστρουκτουραλιστικές θεωρίες, δεν εμφανίστηκε με αυτές. Επίσης, δεν συνδέεται απαραίτητα με τον αντιανθρωπισμό· σε μεγάλο βαθμό, είναι μια ενδογενής εξέλιξη της ιστορίας της γραφής και της εγγραμματοσύνης.

Η κατηγορία, τέλος, για τη σύγχυση μεταξύ πραγματικού-εξωτερικού και επινοημένου-εσωτερικού κόσμου έχει μάλλον να κάνει με τις εμπειριστικές και θετικιστικές προϋποθέσεις της σκέψης του Έιμπραμς. Τα όρια μεταξύ των δύο κόσμων δεν είναι, στην πραγματικότητα, τόσο ξεκάθαρα και μη διαπερατά. Για παράδειγμα, ο Μιχαήλ Μπαχτίν γράφει σχετικά:

 

μεταξύ του αναπαριστώντος πραγματικού κόσμου και του κόσμου που αναπαρίσταται εντός του έργου περνά μια αδρή και θεμελιώδης μεθόριος. [...] Είναι όμως εντελώς απαράδεκτο να κατανοούμε αυτή τη θεμελιώδη μεθόριο ως απόλυτη και αδιαπέραστη [...] Παρ’ όλη τη μη συγχωνευσιμότητα του αναπαριστώμενου και του αναπαριστώντος κόσμου, παρά τη μη καταργούμενη ύπαρξη της θεμελιώδους μεθορίου μεταξύ τους, είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένοι ο ένας με τον άλλο και βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση, μεταξύ τους γίνεται αδιάκοπη ανταλλαγή, όμοια με την αδιάκοπη ανταλλαγή ύλης μεταξύ ενός ζωντανού οργανισμού και του περιβάλλοντός του: όσο ο οργανισμός ζει, δε συγχωνεύεται με το περιβάλλον του, αλλά αν αποσπαστεί απ’ αυτό, πεθαίνει. Το έργο και ο αναπαριστώμενος εντός του κόσμος εισέρχονται στον πραγματικό κόσμο και τον εμπλουτίζουν, και ο πραγματικός κόσμος εισέρχεται στο έργο και στον αναπαριστώμενο εντός του κόσμο τόσο κατά τη διαδικασία της δημιουργίας του όσο και κατά τη μετέπειτα ζωή του, σε μια συνεχή ανανέωση του έργου κατά τη δημιουργική πρόσληψή του απ’ τους ακροατές-αναγνώστες.[6]

 

Ο Μπαχτίν μιλά εδώ για τη σχέση του πραγματικού κόσμου με τους κόσμους των λογοτεχνικών έργων. Θα μπορούσαμε όμως να προεκτείνουμε τη σκέψη του και στη σχέση μεταξύ λογοτεχνικών έργων και κόσμων της θεωρίας. Ένα θεωρητικό κείμενο είναι ζωντανός οργανισμός μόνο στο βαθμό που βρίσκεται σε διαρκή ανταλλαγή ύλης με το περιβάλλον του, δηλαδή με τους ζωντανούς κόσμους των λογοτεχνικών έργων και, συνεπώς, με τον πραγματικό κόσμο.

 

«ΓΚΡΙΖΑ, ΦΙΛΕ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΕ ΘΕΩΡΙΑ...»

Ας επιστρέψουμε τώρα στο βιβλίο του Έιμπραμς, και συγκεκριμένα στο ωραιότατο μότο του, που προέρχεται απ’ τον Φάουστ του Γκαίτε: «Γκρίζα, φίλε, είναι κάθε θεωρία / Και πράσινο το χρυσό δέντρο της ζωής». Ο Έιμπραμς φαίνεται να υπονοεί πως η ανθρωπιστική κριτική φανερώνει το χρυσοπράσινο δέντρο της ζωής, ενώ οι σύγχρονες θεωρίες είναι γκρίζες και οιονεί νεκρές. Μπορούμε να παρατηρήσουμε πως, όντως, κάθε θεωρία είναι γκρίζα, αν δε βρίσκεται σε διαρκή ανταλλαγή ύλης με το χρυσοπράσινο δέντρο της ζωής, αν αποκοπεί από το ζωντανό της περιβάλλον. Και τον κίνδυνο αυτόν τον διατρέχει και η «ανθρωπιστική κριτική» όσο και οι υπόλοιπες θεωρίες.

 

 

 


[1]Mikhail Epstein, «Ο Μιχαήλ Μπαχτίν και το μέλλον των ανθρωπιστικών επιστημών», μετάφραση: Γιώργος Πινακούλας, περ. The booksjournal, τχ. 42, Απρίλιος 2014, σελ. 70 κ.έ.

[2] Ό.π.

[3] Ό.π.

[4] Ό.π., σελ. 71.

[5]Walter J. Ong, Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη, μετάφραση: Κώστας Χατζηκυριάκου, επιμ.: Θεόδωρος Παραδέλλης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005, σελ. 244.

[6] M. M. Бахтин, «Формы времени и хронотопа в романе» [«Μορφές του χρόνου και του χρονότοπου στο μυθιστόρημα»], Собрание сочинений [Άπαντα], τόμ. 3, Языки славянских культур, Μόσχα 2012, σελ. 499 (η μετάφραση δική μας).

 

 

 

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά